Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2014

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα - Ματωμένος Γάμος







Για την  υποστήριξη της ενότητας " Θέατρο" στη Λογοτεχνία της  Α ΄ Λυκείου , συνεχίζουμε - μετά το Ελισαβετιανό θέατρο και τον Σαίξπηρ - με  αποσπάσματα θεατρικών έργων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στη διδακτική πορεία.
Αρχικά , χρήσιμο για τους μαθητές θα ήταν να ενημερωθούν για τους βασικούς θεατρικούς όρους και τις  θεωρίες του θεάτρου . Δείτε το Γλωσσάρι θεατρικών όρων εδώ




ΤΕΛΗ 19ου- ΑΡΧΕΣ 20ου αιώνα. ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΥ




ΦΕΝΤΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ ( 1898 – 1936 )

για τη ζωή και το έργο του δείτε εδώ

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ:

  •  σύγκρουση με τις κοινωνικές συμβάσεις
  •   οι δυνάμεις της φύσης και ο μυστικισμός της ζωής επαναστατούν ενάντια στην καταπίεση από τα ήθη του πολιτισμού και της κοινωνίας
  •  αριστοτεχνική χρήση της γλώσσας
  •   λυρισμός
  •  ποιητικές εικόνες, ρεαλιστικές,  συμβολιστικές και υπερρεαλιστικές
  •  σύνθεση του επικού διαλογικού) με το λυρικό (χορικό) στοιχείο
  •    επέμβαση του  υπερφυσικού στοιχείου



Ματωμένος Γάμος

(Το έργο ανέβηκε στις 8 Μαρτ. 1933 άπω τον θίασο της Josefina Diaz de Artigas στο θέατρο «Beatriz» της Μαδρίτης)

Κύριοι χαρακτήρες

  • La madre: Μητέρα του Γαμπρού  που άνδρα της και το μεγαλύτερο γιο της, ( δολοφονήθηκαν από τους Φελίξ). Ο γάμος του γιου της συμβολίζει γι' αυτή την απέραντη μοναξιά μέσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού της.
  • El Novio: Ο Γαμπρός, νεαρός κι ευκατάστατος, με την οικονομική άνεση να πετύχει έναν καλό γάμο.
  • La Novia: Η Νύφη, νέα κοπέλα από καλή οικογένεια, που ζει με τον πατέρα της λίγο παράμερα από το υπόλοιπο χωριό.
  • Léonardo: Ο Λεονάρντο είναι ο μόνος χαρακτήρας "με όνομα". Είναι παντρεμένος κι έχει ένα μικρό γιο με την ξαδέρφη της Νύφης. Είναι της οικογένειας των Φελίξ και παλιά ήταν αρραβωνιαστικός της Νύφης, αλλά δεν την παντρεύτηκε ελλείψει χρημάτων.
  • La Luna: To Φεγγάρι
  • La Muerte: Ο Θάνατος, με τη μορφή μιας ζητιάνας

Υπόθεση του έργου

Η Μάνα, πικραμένη από το θάνατο του συζύγου και του μεγαλύτερου γιου της από το χέρι των Felix, δίνει την ευχή της στο μικρότερο γιο της για να παντρευτεί μια κοπέλα που ζει κοντά στην πόλη και δηλώνει την επιθυμία της να δει εγγόνια. Μια γειτόνισσα συζητάει με τη Μάνα και της αποκαλύπτει πως η Νύφη ήταν παλιά αρραβωνιασμένη με το Λεονάρντο, συγγενή των Felix που σκότωσαν την οικογένειά της. Ο Λεονάρντο είναι τώρα παντρεμένος με την ξαδέρφη της Νύφης και μένει μαζί με τη γυναίκα του και την πεθερά του. Όταν γυρίζει σπίτι από τη δουλειά, τις ακούει να νανουρίζουν το μικρό γιο του. Όταν ένα μικρό κορίτσι καταφτάνει και τους λέει τα νέα για τις προετοιμασίες του γάμου του Γαμπρού με τη Νύφη, ο Λεονάρντο όλο οργή ορμάει έξω από το σπίτι. Η Μάνα επισκέπτεται το σπίτι της Νύφης, όπου συζητά μαζί της και με τον Πατέρα της. Η Υπηρέτρια μένει κάποια στιγμή μόνη με τη Νύφη, την πειράζει για τα δώρα του Γαμπρού, ενώ της αποκαλύπτει ότι ο Λεονάρντο έρχεται τα βράδια κάτω από το παράθυρό της. Εκείνο το βράδυ, τη συναντά και της εκμυστηρεύεται τον πόθο του και το λόγο που δεν την παντρεύτηκε παλιότερα. Η Νύφη επιχειρεί να τον κάνει να σωπάσει, αλλά δεν αρνείται ότι ακόμα έχει αισθήματα γι' αυτόν. Η υπηρέτρια διώχνει το Λεονάρντο, ενώ καταφτάνουν οι καλεσμένοι για το γάμο. Όλοι κατευθύνονται προς την εκκλησία, ενώ η Νύφη ικετεύει το Γαμπρό να την προστατέψει.
Μετά το γάμο, όλος ο κόσμος γυρίζει στο σπίτι της Νύφης για το γαμήλιο γλέντι. Εκεί, αναζητούν τη Νύφη και το Λεονάρντο, αλλά ανακαλύπτουν ότι το έσκασαν με το άλογο. Ο Γαμπρός εξοργισμένος βγαίνει να κυνηγήσει και να σκοτώσει το Λεονάρντο, ενώ η Μάνα διατάζει όλους τους καλεσμένους να χωριστούν σε ομάδες και να ψάξουν το ζευγάρι .Στο δάσος, όπου βρίσκονται ο Λεονάρντο και η Νύφη, εμφανίζονται τρεις Ξυλοκόποι που συζητούν τα γεγονότα, λέγοντας ότι το ζευγάρι θα ανακαλυφθεί μόλις βγει το φεγγάρι και φωτίσει το δάσος. Το Φεγγάρι εμφανίζεται σαν χαρακτήρας και σε ένα μονόλογο πενθεί τη μοναξιά του και δηλώνει την επιθυμία του να χυθεί αίμα, προκειμένου να τιμωρήσει τους ανθρώπους που το άφησαν έξω από τα σπίτια τους. Ρίχνει το φως του στο δάσος, ενώ συνοδεύεται από μια ζητιάνα, που είναι ο Θάνατος προσωποποιημένος: μαζί συμφωνούν το θάνατο των ζηλιάρηδων ανδρών. Ο Γαμπρός μαζί με μια κοπέλα ψάχνουν στο σκοτεινό δάσος. Τους εμφανίζεται ο Θάνατος, σαν γριά ζητιάνα και τους λέει ότι θα τους οδηγήσει στο Λεονάρντο. Οι σκηνικές αλληγορίες του θανάτου και της σελήνης καθώς και ο τραγικός χορός των ξυλοκόπων προετοιμάζουν την ατμόσφαιρα του αίματος. Λίγο πιο μακριά, ο Λεονάρντο και η Νύφη αγκαλιάζονται και σκέφτονται το μέλλον τους, ρομαντικοί αλλά με ένα ασίγαστο και σκοτεινό πάθος ο ένας για τον άλλο. Ακούγονται βήματα: πλησιάζει ο Γαμπρός με το Θάνατο, ο Λεονάρντο φεύγει από τη σκηνή και δυο κραυγές ακούγονται μες στο σκοτάδι. Πίσω στην πόλη, οι γυναίκες έχουν μαζευτεί κοντά στην εκκλησία και συζητούν για τα γεγονότα. Ο θάνατος εμφανίζεται σαν ζητιάνα και δηλώνει ότι θάνατος απλώθηκε στο δάσος. Θυμωμένη και πικραμένη η Μάνα βλέπει τη Νύφη να γυρίζει, με το νυφικό της γεμάτο αίματα από τους δυο άνδρες που αλληλοσκοτώθηκαν στο δάσος. Η Μάνα την ανακηρύσσει πόρνη και πάει να τη σκοτώσει, αλλά τελικά απομακρύνεται και προσεύχεται. Η αυλαία πέφτει, όσο η Νύφη και η Μάνα απαγγέλλουν την τραγωδία του Ματωμένου Γάμου.

Απόσπασμα

ΦΕΓΓΑΡΙ

Είμαι  κύκνος στρογγυλός μες στο ποτάμι

μάτι σε στέγες ιερές

ψεύτικη αυγή στις φυλλωσιές.

 Δε μου ξεφεύγετε!

 Ποιος κρύβεται;

 Ποιος σιγοκλαίει στης κοιλάδας τις άγριες μονιες;

Ένα μαχαίρι έχω κρεμάσει στον αέρα

καρτεράει στο μολύβι πόνος

διψάει να γίνει μες στο αίμα

Αφήστε με να μπω!

Από τοίχους έρχομαι, παγωμένο,

 κι από κρύσταλλα!

 Ανοίξτε στέγες και στήθη

μέσα να μπω, να ζεσταθώ!

Κρυώνω!

 Οι στάχτες μου,

μέταλλα κοιμισμένα,

 την  κορφή ψάχνουν της φωτιάς

στα  βουνά και στις στράτες

Όμως στις πλάτες του πάνω τις λαμπερές

 με  παίρνει το χιόνι

και  παγωμένο με πνίγει

σε σταχτοπράσινες υγρές αγκαλιές

Γιατί τούτη τη νύχτα θα βαφτούν

τα μάγουλα μου κόκκινο αίμα

και τα πυκνά τα βούρλα

 στα πέλματα θα 'ναι τα πλατιά του αέρα

Να μην είναι σκιά ούτε φωλιά .

να  μην ξεφύγουν!

Να μπω θέλω σ' ένα στήθος

να ζεσταθώ!

 Μια καρδιά θέλω!

Ζεστή! Να πλημμυρίσει αίμα

τα στήθια μου, τα βουνά τα παγωμένα

Αφήστε με να μπω, αφήστε με! ( στα κλαδιά)

Ίσκιους δε θέλω. Πρέπει παντού

 οι αχτίδες μου να μπουν

κι οι σκοτεινοί κορμοί

μες στη βουή να λουστούν τη φωτεινή

για να βαφτούν τούτη τη νύχτα

τα μάγουλα μου κόκκινο αίμα ·

και τα πυκνά τα βούρλα

στα πέλματα να 'ναι τα πλατιά του αέρα

Ποιος κρύβεται; Έξω, φωνάζω!

Όχι! Δε θα ξεφύγετε!

Θ' αστράψω στ' άλογο

πυρετό διαμαντένιο


ΖΗΤΙΑΝΑ

Το φεγγάρι φεύγει και κείνοι ζυγώνουν.

Ως εδώ. Του ποτάμιου η βουή και των δέντρων

η μιλιά μαζί, θα σκεπάσουν τα βογκητά,

τα σκισμένα φτερά τους.

Εδώ πρέπει να γίνει, και γρήγορα. Απόστασα.

Ανοίγουν οι κάσες κι οι άσπρες κλωστές

στου κρεβατιού την αγκαλιά

τα βαριά τους κορμιά καρτερούν με το λαιμό τον κομμένο. Να μην ξυπνήσει πουλί

κι η αύρα στη φούστα της, τους λυγμούς να μαζέψει και μαζί τους να φύγει στις μαύρες κορφές ή στη λάσπη τη μαλακή να τους θάψει. (Ανυπόμονη.)

Αυτό το φεγγάρι, αυτό το φεγγάρι!

(….)

ΛΕΟΝΑΡΔΟ

Είναι αργά τώρα . Σώπα!  Γιατί μας κυνηγάμε, το βλέπεις, κι αλλιώς δε γίνεται. Άιντε, πάμε!

ΝΥΦΗ
Μα με το ζόρι θέλεις να 'ρθω;

ΛΕΟΝΑΡΔΟ
Ποιο ζόρι; Ποιος κατέβηκε πρώτος στη σκάλα;

ΝΥΦΗ
Εγώ. Το ξέρω.

ΛΕΟΝΑΡΔΟ
Ποιος έβαλε καινούρια γκέμια στ' άλογο;

ΝΥΦΗ
Εγώ. Είν' αλήθεια.

ΛΕΟΝΑΡΔΟ
Ποια χέρια μου φόρεσαν τα σπιρούνια;

ΝΥΦΗ
Τούτα τα χέρια, που είναι δικά σου, μα σα σε βλέπω, θέλω με τούτα όλες τις φλέβες σαν τις γαλάζιες και το μουρμούρισμα τους να λιώσω. Σ' αγαπώ! Σ' αγαπώ! Αλλά φύγε! Γιατί αν μπορούσα να σε σκοτώσω, θα σε σαβάνωνα σε μια κάσα και θα κεντούσα το σάβανο σου με μανουσάκια και με βιολέτες. Αχ, τι κακό, τι φωτιά το κεφάλι μου ανάβει!



ΛΕΟΝΑΡΔΟ


Τι σπασμένα γυαλιά μου τρυπάνε τη γλώσσα! Γιατ' έχτισα να σε λησμονήσω πέτρινο τοίχο μπροστά στο σπίτι μου να με χωρίζει από το δικό σου. Αλήθεια λέω. Δεν το θυμάσαι; Κι όταν σε είδα από μακριά έριξα σκόνη μέσα στα μάτια μου. Μα σαν καβάληκα τ' άλογο μου εκείνο μ' έφερε μπρος στην πόρτα σου.

Τότε καρφίτσες μαλαματένιες μπήκαν στο αίμα μου κι έγινε μαύρο, κι άμα κοιμήθηκα το κορμί μου αγκάθια γιόμισε και τριβόλια. Αν φταίει κάποιος, δεν είμ' εγώ, αν φταίει κάποιος, είναι η γη κι η ευωδιά που ξεχύνεται από τα στήθια και τις πλεξούδες σου.

ΝΥΦΗ
Αχ, τι τρελή, τι τρελή! Στο λέω, να μοιραστώ δε θέλω μαζί σου ούτε κρεβάτι ούτε ψωμί,

κι όμως δεν είναι μια στιγμή που να μπορώ να ζω μακριά σου. Γιατί με διώχνεις κι εγώ μένω, μου λες να φύγω, μα με σέρνεις

σαν αχερόκλωνο του αγέρα. Σκέψου, παράτησα έναν άντρα

μ' όλο το σόι του στη μέση, κι έφυγα πριν τελειώσει ο γάμος με το στεφάνι στο κεφάλι. Όμως εσένα θα σκοτώσουν, εσένα! Κι έρχονται.

Άσε με μόνη! Φύγε, φύγε! Κανείς δεν είναι να σε σώσει.


ΛΕΟΝΑΡΔΟ

Πουλιά της χαραυγής ξύπνησαν και φτερουγίζουνε στα δέντρα.

Η νύχτα αργοπεθαίνει τώρα πάνου στου λιθαριού την κόψη. Πάμε να βρούμε μια γωνιά όπου θα σ' αγαπώ για πάντα, και δε με νοιάζουν οι άνθρωποι με το φαρμάκι που χύνουν.


(Την αγκαλιάζει με πάθος).

ΝΥΦΗ
Κι εγώ θα κοιμηθώ στα πόδια σου. για να φυλάω τα όνειρα σου. Γυμνή, κοιτάζοντας τον κάμπο,
(δραματική)
σα σκύλα. Γιατί σκύλα είμαι!
Γιατί στα μάτια σε θωρώ κι η ομορφάδα σου με καίει.

ΛΕΟΝΑΡΔΟ

Η μια φωτιά βρίσκει την άλλη.

Η ίδια η φλόγα τα σκοτώνει μαζί δύο στάχυα αδελφωμένα. Πάμε!

(Την τραβάει).

ΝΥΦΗ
Πού με τραβάς;


ΛΕΟΝΑΡΔΟ
Εκεί που δεν μπορούν να 'ρθούνε
όσοι μας κυνηγάνε τώρα. Εκεί που θα μπορώ να σε κοιτάζω!

ΝΥΦΗ
(σαρκαστική) Στα πανηγύρια να με γυρίζεις



να 'μαι ντροπή κάθε γυναίκας,

κι οι. άνθρωποι να με κοιτάνε με τα σεντόνια του γάμου μου

σα φλάμπουρα στον αέρα.

ΛΕΟΝΑΡΔΟ

Το ξέρω. Έπρεπε να σ' αφήσω

αν είχα νου για να σκεφτώ.

Μα από κοντά σον δεν μπορώ να φύγω πια.

Κι εσύ, το ίδιο. Δοκίμασε. Καν' ένα βήμα.

 Καρφιά τον φεγγαριού κάρφωσαν τη μέση μου με τους γοφούς σου.

(Όλη αυτή η σκηνή είναι βίαιη, γεμάτη μεγάλο αισθησιασμό).

ΝΥΦΗ
Ακούς;


ΛΕΟΝΑΡΔΟ
Ναι! Περπατάνε.

ΝΥΦΗ
Φεύγα! Εγώ θα μείνω να πεθάνω με τα ποδάρια στο νερό και με τ' αγκάθια στο κεφάλι. Και θα με κλαίνε τα φύλλα βρόμα μαζί και παρθένα.

ΛΕΟΝΑΡΔΟ
Πάψε. Ανεβαίνουν.

ΝΥΦΗ
Φεύγα!

ΛΕΟΝΑΡΔΟ
Σιγά. Να μη μας καταλάβουν. Εσύ μπροστά. Πάμε, σου λέω!


(Η Νύφη διστάζει).


ΝΥΦΗ 
 Κι οι  δυό μαζί!

ΛΕΟΝΑΡΔΟ
(Την αγκαλιάζει). Όπως το θέλεις! θα μας χωρίσουν, όταν μονάχα θα 'χω πεθάνει.

ΝΥΦΗ
Κι εγώ μαζί σου.

(Βγαίνουν αγκαλιασμένοι)

(Μπαίνει το Φεγγάρι προχωρώντας πολύ αργά. Η σκηνή παίρνει ένα δυνατό γαλάζιο φως. Ακούγονται τα δυο βιολιά. Ξαφνικά ακούγονται όνο συρτές σπαρα­χτικές κραυγές και τα βιολιά μονομιάς σταματάνε. Στη δεύτερη κραυγή φαίνεται η Ζητιάνα με γυρισμένη τη ράχη. Ανοίγει το μανδύα και μένει έτσι στο κέντρο της σκηνής σαν ένα μεγάλο πουλί με φτερά θεόρατα. Το φως του φεγγαριού σταματά­ει απάνω της. Η αυλαία πέφτει μέσα σε απόλυτη σιγή).

(ΑΥΛΑΙΑ)

ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΙ:

Το φεγγάρι και η ζητιάνα είναι  δύο ρόλοι κλειδιά στην προοικονομία του θανάτου των δύο νεαρών ανδρών, στο έργο. Τόσο το φεγγάρι, όσο και η ζητιάνα, απεικονίζονται με δύο τελείως διαφορετικούς τρόπους. Από τη μία το φεγγάρι, ο ίδιος ο Λόρκα προτείνει, να αναπαριστάται ως μία μορφή νεανική και όμορφη. Φαίνεται καθαρά το πώς το φεγγάρι αναπαριστά το θάνατο, έναν θάνατο που είναι γλυκός  και όμορφος γιατί στο έργο οι δύο άνδρες που θα σκοτωθούν είναι  κι οι δυό όμορφοι και νέοι. Το φεγγάρι συμβολίζει την προφητεία, το μελλούμενο αλλά και την επιθυμία. Κατά πολλούς, ο Λεονάρντο, ακριβώς επειδή δεν μπορεί να έχει την αγαπημένη του, επιθυμεί το θάνατο, επιθυμεί να σκοτωθεί και να λυτρωθεί, έτσι, το Φεγγάρι, συμβολίζει αυτή την επιθυμία, τη δίψα για «ζεστή καρδιά», νεαρή καρδιά δηλαδή και γεμάτη αγάπη, έρωτα και επιθυμία για ζωή. 

Ο  ρόλος της ζητιάνας:   ο θάνατος εδώ συμβολίζεται ως κάτι το οριστικό, το έσχατο  Η ζητιάνα είναι που θα πάρει τους άνδρες στον άλλο κόσμο, δεν προβλέπει απλώς αλλά πράττει, τελεί.  Αν και το φεγγάρι δρα αυτόνομα και ανθύπαρκτα, εντούτοις η ζητιάνα είναι άμεσα συνδεδεμένη με το θάνατο. Είναι η ίδια ο Θάνατος. Το Φεγγάρι εκπροσωπεί ένα μήνυμα θανάτου, μία προφητεία, ένα μελλούμενο, αλλά η ζητιάνα είναι ο Θάνατος.
Είναι η ίδια αυτή έννοια προσωποποιημένη αυτή τη φορά σε ένα μανδύα σαγήνης και έλξης προς τα πρόσωπα και μιας προσπάθειας να τα τραβήξει κοντά της στο μονοπάτι που επέλεξε η τραγική  μοίρα για αυτούς, σύμφωνα με την μελέτη του έργου που έχει κάνει η Ερασμία Τσίπρα (Ο θάνατος στον "Ματωμένο Γάμο" του Federico Garcia Lorca μέσα από τη λογοτεχνία και το θέατρο)



ΠΗΓΕΣ

  •    Θ.Γραμματά, Τ.Μουδατσάκη, Π.Τζαμαργιά. Χ.Δερμιτζάκη, «Στοιχεία Θεατρολογίας» ΟΕΔΒ
  • Ε.Κανακάκη, «Ανθολόγιο θεατρικών μονολόγων», εκδόσεις Θαλασσί, 2010
  •  Στάθη Δρομάζου, « Ξένο Θέατρο»,  εκδόσεις Κέδρος,  1987
  •  Χριστίνα Κόκκοτα, «Θεατρικό αναλόγιο», εκδόσεις Κέδρος,  2010













8 σχόλια:

  1. " Πάμε να βρούμε μια γωνιά όπου θα σ' αγαπώ για πάντα"
    ο Λεονάρντο είπε

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πολλή και καλή δουλειά, Πολίνα-μια χαρά μπαίνει και το 2014!

    Καλή χρονιά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Διονύση καλή χρονιά ! Με ελπίδα το 2014, γιατί χωρίς αυτήν τίποτε δεν αντέχεται
      φιλιά!

      Διαγραφή
  3. Καλή χρονιά! Ευχαριστούμε για το πολύτιμο υλικό!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ελένη μου καλή χρονιά ! Δεν κάνω φέτος στην Α Λυκείου αλλά ..δεν την ξεχνώ.
    Φιλιά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. ποιανου είναι η μετάφραση του αποσπάσματος του έργου παρακαλώ;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή