Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2016

Φαντασία και Πραγματικότητα : ιχνηλατώντας τα περάσματα

                                                                 
                                                         Ψυχανάλυση και Λογοτεχνία



Μεγάλο το ερώτημα  για όλους εμάς τους κοινούς θνητούς: Τι αλλόκοτο πλάσμα είναι στ΄αλήθεια αυτός ο ποιητής; Πώς καταφέρνει  να διεγείρει τέτοια συγκίνηση ;
Φαίνεται πως η απόσταση  ανάμεσα σε εμάς , τους κοινούς θνητούς, και τους ποιητές είναι τελικά πολύ μεγάλη .Εκείνοι αρέσκονται στο να υποβαθμίζουν αυτή την απόσταση ,δεν θέλουν να δεχτούν την «απόσταση» που  τους  χωρίζει  από  τον καθημερινό άνθρωπο. Έτσι συχνά μας διαβεβαιώνουν  πως  όλοι  μας  κρύβουμε μέσα μας ένα ποιητή ή ότι ο τελευταίος ποιητής θα πεθάνει μαζί με τον τελευταίο άνθρωπο.

Η Ποίηση

Σύμφωνα με τον Φρόυντ τα πρώτα ίχνη της ποιητικής δραστηριότητας  πρέπει να τα αναζητήσουμε ήδη στο παιδί ∙ στο παιχνίδι, την πιο προσφιλή δραστηριότητα των παιδιών, το κάθε παιδί φτιάχνει ένα δικό του κόσμο ή,  ορθότερα,  διευθετεί τα αντικείμενα του κόσμου που το περιβάλλει με την τάξη που του αρέσει. Το παιδί , παρ΄όλη τη συναισθηματική επένδυση, ξέρει πολύ καλά να διαχωρίζει τον κόσμο του παιχνιδιού από την πραγματικότητα .Ο ποιητής κάνει ακριβώς το ίδιο με το παιδί: κατασκευάζει έναν φανταστικό κόσμο, τον οποίο αντιμετωπίζει με μεγάλη σοβαρότητα, δηλαδή τον προικίζει με μεγάλα ποσά συναισθήματος, διαχωρίζοντας τον ταυτόχρονα από την πραγματικότητα. ( Να  έχουμε βέβαια  υπ’ όψιν μας πως  ο Φρόυντ σχεδόν ταυτίζει την έννοια του ποιητή με την ευρύτερη του λογοτέχνη )
     Αργότερα όταν το παιδί μεγαλώσει, όταν το παιχνίδι δεν μπορεί πια να αποφορτίσει την ψυχική κόπωση της ζωής , βρίσκει άλλους τρόπους να αποτινάξει  το φορτίο του ∙  έτσι προσπορίζεται το μεγάλο κέρδος ηδονής που προσφέρει το χιούμορ. Μεγαλώνοντας λοιπόν ο άνθρωπος παύει να παίζει. Τι πιο δύσκολο από το να αποχωριστεί κανείς μια ηδονή , από την στιγμή που την έχει κάποτε βιώσει…( η ατέλεια του ανθρωπίνου όντος νομίζω πως κρύβεται  εδώ  σ ΄όλο της το μεγαλείο !...) Και τότε αρχίζει η ονειροπόληση, η φαντασίωση. Παίρνει από αυτές δύναμη  να αντέξει ∙ αναπληρώνει ή υποκαθιστά  ουσιαστικά την χαρά της παιδικής ανεμελιάς. Και έτσι εισέρχεται στον κόσμο της ποίησης, της λογοτεχνικής γραφής.

Το Μυθιστόρημα και το Όνειρο

το μυθιστόρημα, όπως και το όνειρο, έχει μια μεταφορική δομή. Το μυθιστόρημα λέει αυτό που λέει, αυτό το οποίο ο δημιουργός του θέλησε να πει συνειδητά, αλλά λέει και άλλο πράγμα. Πρόκειται για τη συμβολική διάσταση της κάθε λέξης. Παρά την κοινή μεταφορική τους δομή όνειρο και λογοτεχνικό έργο διαφέρουν :
-το όνειρο δεν αποσκοπεί στην αισθητική, είναι απλά και μόνον ένα προϊόν, ενώ το
λογοτεχνικό κείμενο είναι δομημένο, δουλεμένο ώστε να γίνεται αναγνώσιμο .
-τα όνειρά μας αναπαριστούν επιθυμίες, πρόσωπα, πράγματα, καταστάσεις, σχέσεις
κλπ με τρόπο μεταμφιεσμένο, ομιχλώδη ώστε ν’απαιτείται αναλυτική εργασία για
την επεξήγηση τους. Αντίθετα το μυθιστόρημα επιτρέπει την ευχαρίστηση και
«ξετυλίγεται» με πρόσωπα, διακοσμητικά στοιχεία, συμβάντα κλπ τα οποία ο
αναγνώστης αναγνωρίζει χωρίς δυσχέρεια .

Τα κείμενα και οι ήρωες 

    είναι γεννήματα των συγκρούσεων του συγγραφέα, εκφάνσεις ενός ασυνειδήτου που πάλλεται, που είναι αόρατο αλλά ωστόσο πανταχού παρόν. Ο κόσμος αυτός προδίδεται μέσα από τις μορφές αλλά και την πλοκή των έργων του. Επιμένοντας ότι βασική λειτουργία του ψυχικού οργάνου είναι η (ανα)παραστατική δυνατότητα ο Freud θεωρεί ότι το συνειδητό πεδίο του δημιουργού διηθείται και σιγά-σιγά καταλαμβάνεται από τα φαντασιωτικά ασυνείδητα σενάρια. Συνδέει την φαντασιογενετική δραστηριότητα, το όνειρο, την ονειροπόληση, το παιχνίδι, τους μηχανισμούς της μετάθεσης, της συμπύκνωσης, της μετουσίωσης, στην κατασκευή ενός έργου τέχνης. Οι απολαύσεις που προσφέρει ένα κείμενο θα πρέπει να είναι προσεκτικά μετρημένες ώστε να ενεργοποιήσουν τον ψυχισμό του αναγνώστη αλλά και να μην πυροδοτήσουν μηχανισμούς καταστολής και διάψευσης.
Ο Freud έδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα στο περιεχόμενο, παρά στην μορφή του έργου. Η μορφή γι' αυτόν έπαιζε περισσότερο τον ρόλο του δολώματος.


 Στη σχέση ψυχανάλυσης και Λογοτεχνίας , σύμφωνα με το Φρόυντ,   μελετάμε τρία βασικά στοιχεία :

1.Την προσέγγιση των προσώπων (ήρωες, χαρακτήρες) του μυθιστορήματος.
Πρόκειται για τα φανταστικά πρόσωπα του κειμένου τα οποία ο Freud διερευνούσε
σα να επρόκειτο για κλινικές περιπτώσεις. Μάλιστα είχε παρατηρήσει ότι τα δικά του
κείμενα του στα οποία ανέλυε τις περιπτώσεις του, οι αναγνώστες του τα διάβαζαν σα
να ήταν μυθιστορήματα.

2.Την προσέγγιση του συγγραφέα. Ο Freud ένοιωθε μια ψυχολογική γειτνίαση
(«συγγένεια») μαζί τους καθώς πρέσβευε ότι αντλούν τις δημιουργίες τους από ένα
είδος αυτοαναλυτικής μεθόδου όπως αυτός ο ίδιος (ο Freud αυτοαναλυόταν).
Υποστήριζε δηλαδή ότι ο συγγραφέας συγκεντρώνει την προσοχή του στο
ασυνείδητο της ψυχής του «τείνει το ους» του σε όλα τα ενδεχόμενά της και τους
επιτρέπει μια καλλιτεχνική έκφραση αντί να τα απωθεί διαμέσου της συνειδητής και
ασυνείδητης λογοκρισίας. Υπογραμμίζει ότι οι συγγραφείς γνωρίζουν για το
ασυνείδητο περισσότερα ακόμα και από τους ψυχαναλυτές: είναι ψυχαναλυτές άνευ
μεθόδου και χωρίς ασθενείς οι οποίοι έχουν την ικανότητα να ενσωματώνουν στις
δημιουργίες τους τη γνώση του ασυνειδήτου τους (αυτογνωσία) την οποία
αποκομίζουν διαμέσου της αυτοανάλυσης. Ο συγγραφέας προβάλλει μέρη του Εγώ
του (του εαυτού του) επί των ηρώων των μυθιστορημάτων του. Γίνεται λόγος για τις
ψυχικές συνθήκες του συγγραφέα οι οποίες οδήγησαν στην παραγωγή του
λογοτεχνικού λόγου του, των λέξεων, του γραπτού λόγου: η λέξη φέρει μέσα της τους
(ψυχολογικούς) λόγους της παραγωγής, της δημιουργίας της. Ο συγγραφέας
διακατέχεται από την ευχαρίστηση (ή παρόρμηση) της γραφής. Πρόκειται για την
εργασία της γραφής, ανάλογη με την εργασία του ονείρου, η οποία παραπέμπει σε
στοιχεία τα οποία προσδιορίζουν το συγγραφέα-δημιουργό του κειμένου. Ο
συγγραφέας επίσης διαθέτει συγκεκριμένη τεχνική μέσω της οποίας επιτρέπει στον
αναγνώστη του να συμμετέχει στον φαντασιακό του κόσμο ώστε ο τελευταίος
ν’απολαμβάνει χωρίς ντροπή και ενοχές.

3. Την προσέγγιση του αναγνώστη: Τι μας ωθεί να διαβάζουμε λογοτεχνία ; Ποια
είναι η φύση της ευχαρίστησης, της απόλαυσης του αναγνώστη; Στο μυθιστόρημα
είτε «ψυχολογικό» είτε περιπετειώδες το Εγώ του αναγνώστη χωρίζεται σε μερικά
Εγώ τα οποία αναπαρίστανται από τους διάφορους ήρωες του λογοτεχνήματος καθώς αυτοί συγκρούονται ανάμεσα τους. Πρόκειται για την ταύτιση με τους ήρωες του
Λογοτεχνήματος,  πόσο μάλλον όταν η λογοτεχνική δημιουργία ερείδεται επί λαϊκών
παραδόσεων και εθίμων όπου οι ήρωες παρουσιάζονται πάντα νικητές εν μέσω
πληθώρας αντιξοοτήτων. 

Αυτή η ταύτιση με τον ήρωα οδηγεί :

-στην κάθαρση με την αριστοτελική έννοια
-στην αύξηση της ψυχικής έντασης την οποία το Εγώ του αναγνώστη επιθυμεί και
που μπορεί ταυτόχρονα να εκφορτίζει μέσω της ανάγνωσης.
Η ικανοποίηση κατά την ανάγνωση είναι πολλαπλή καθώς ο αναγνώστης
διαβάζοντας μπορεί να ζει :
-την ηρωική επανάσταση κατά του πατέρα (ή των αναπαραστάσεων του).
-μια μαζοχιστική ευχαρίστηση στην ταύτιση με τον (πολυπαθή) ήρωα.
-την ασφάλεια/ βεβαίότητα ότι στην πραγματικότητα δεν απειλείται ο ίδιος.

 " Ο αναγνώστης καθώς διαβάζει έχει τη δική του δεκτικότητα και προσδίδει στο
μυθιστόρημα τα δικά του νοήματα. Είναι ένας μοναδικός ερμηνευτής ο οποίος
«επιχειρεί» μεν μέσα από τον ίδιο δρόμο με τον συγγραφέα, δηλαδή ακολουθεί τη
δομή της παραγωγής του κειμένου, συγκινείται δε ασυνείδητα μ’ένα δικό του
προσωπικό τρόπο ο οποίος ανήκει μόνο σ’αυτόν τον ίδιο. Η ποιότητα ευχαρίστησης
της ανάγνωσης προσιδιάζει στον εκάστοτε αναγνώστη. Το λογοτεχνικό έργο δύναται
να έχει μια οικουμενική μεταφορική άξια. Πέρα από το νόημα που του αποδίδει ο
κάθε αναγνώστης μπορεί αυτό να σημαίνει, να παραπέμπει σε κάτι τόσο οικουμενικό
ώστε να νιώθουμε ότι μας διακινεί συνολικά, μας αγγίζει."
 (Σάββας Μπακιρτζόγλου, Ψυχολόγος –Ψυχαναλυτής  , από άρθρο που  δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ψυχολογίας «Ψυχογραφήματα»)


Η σκέψη του Λακάν έφερε μια σημαντική ανατροπή στην προσέγγιση των κειμένων



Το ανθρώπινο ον γεννιέται σαν μια «άμορφη μάζα» υποταγμένη στις επιταγές της ανάγκης, μέσα σε έναν ωκεανό λέξεων και συμβολικών συντεταγμένων. Η θεμελίωση του Εγώ επιτελείται με την μύηση στην περιοριστική τάξη της γλώσσας. Για τον Λακάν τα κείμενα δεν αποτελούν ανάπλαση του ενδοψυχικού κόσμου του συγγραφέα και δεν είναι κτήμα κανενός. Μοιάζει να αυτονομούνται, παράγουν νέες σημασίες πολύ χαλαρά συνδεδεμένες με την πρόθεση του συγγραφέα, αλλά και τις διαθέσεις του αναγνώστη. Και οι δύο βρίσκονται στο έλεος της γλώσσας, και βυθίζονται σε ένα συνεχώς μεταλλασσόμενο κείμενο. Η προσοχή στρέφεται στην συνολική μορφή του έργου, την διάρθρωσή του, στον δομικό συσχετισμό προσώπων και πράξεων, στο ύφος του. Ο αναγνώστης μπορεί να διερευνήσει το κείμενο, πολύ περισσότερο από όσο φαινομενικά ελέγχει το ίδιο. Το σημαντικό είναι οι μετατοπίσεις της επιθυμίας μέσα στην γλώσσα.
    Ο αναγνώστης ιχνηλατεί την πορεία επιθυμιών που θα διαφεύγουν αέναα από την απόλυτη αποκάλυψη, καθώς δεν υπάρχουν λέξεις να τις δεσμεύσουν απόλυτα και γιατί η έλλειψη θα χάσκει πάντα εκεί υπονομεύοντας την αυταπάτη επανάκτησης μιας θρυμματισμένης ολότητας.




ακολουθεί  μέρος της συνέντευξης  που παραχωρήθηκε στον Τζορτζ Σιλβέστερ Βίρεκ και δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «Glimpses of the Great» το 1930.Δημοσιεύτηκε στο Βήμα το 2002 , από τη Χριστίνα Ζήκα

Η συνομιλία μας έλαβε χώρα στη θερινή κατοικία του στο Σέμερινγκ, στις αυστριακές Αλπεις. Τα λίγα χρόνια που πέρασαν από την τελευταία συνέντευξή μου μαζί του είχαν πολλαπλασιάσει τις ρυτίδες στο μέτωπό του και είχαν κάνει εντονότερη τη χλωμάδα του. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ήταν «τραβηγμένα» σαν να υπέφερε. Το μυαλό του όμως παρέμενε σε εγρήγορση. Το πνεύμα του ήταν ανέγγιχτο, όπως και η ευγένειά του. Οι τρόποι του ήταν πάντα άψογοι. Εκείνο όμως που με τρόμαξε ήταν η μικρή δυσκολία στην ομιλία του. Είχε υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση εξαιτίας ενός καρκινώματος που είχε προσβάλει την άνω γνάθο του. Από τότε πρέπει να ανέχεται ένα εμφύτευμα ­ ένα μηχανάκι που διευκολύνει την άρθρωση. Ο ίδιος πάντως δεν το θεωρούσε πιο ενοχλητικό από ένα ζευγάρι γυαλιά.
«Το σιχαίνομαι αυτό το μηχανικό σαγόνι. Ο καθημερινός αγώνας μαζί του με κάνει να σπαταλώ πολύτιμη ενέργεια. Παρ' όλα αυτά προτιμώ το μηχανικό σαγόνι από το να μην έχω καθόλου γνάθο ­ το ένστικτο της επιβίωσης βλέπετε... Ποιος ξέρει; Ισως, καθώς γερνάμε και η ζωή μας γίνεται ανυπόφορη, οι θεοί μάς δείχνουν συμπόνια. Θέλω να πω ότι στο τέλος ο θάνατος μας φαίνεται λιγότερο ανυπόφορος σε σύγκριση με το βαρύ φορτίο το οποίο κουβαλάμε στην πλάτη μας».
 «Γιατί θα έπρεπε να περιμένω ιδιαίτερη μεταχείριση; Το γήρας δεν μπορεί να το αποφύγει κανείς. Ερχεται σε όλους μας. Τον έναν τον χτυπάει εδώ, τον άλλον εκεί. Το χτύπημά του πάντως είναι αναπόφευκτο. "Η αυλαία / ο νεκρικός μανδύας πέφτει / με την ταχύτητα της καταιγίδας". Δεν επαναστατώ κατά της συμπαντικής τάξης. Στο κάτω κάτω έχω ζήσει 70 χρόνια. Δεν μου έλειψε τίποτε. Πάντα είχα ένα πιάτο φαΐ να φάω. Εχω απολαύσει πολλές χαρές της ζωής: τη συντροφικότητα της γυναίκας μου, των παιδιών μου, τα ηλιοβασιλέματα. Πού και πού παίρνω τη χαρά να σφίγγω ένα φιλικό χέρι. Και έχω συναντήσει στη ζωή μου αρκετές ανθρώπινες υπάρξεις που σχεδόν με καταλάβαιναν. Τι περισσότερο μπορεί να ζητήσει κανείς;». 

- Δεν θα επιδιώκατε την αθανασία; 

«Ειλικρινά σας μιλάω, όχι! Οταν συνειδητοποιεί κανείς τον εγωισμό που καταδυναστεύει την κοινωνία και κατευθύνει την ανθρώπινη συμπεριφορά δεν αισθάνεται την παραμικρή επιθυμία να ξαναγεννηθεί. Η ζωή, ακόμη κι αν έκανε κύκλους, θα παρέμενε ίδια και αναλλοίωτη. Θεωρώ ότι η αέναη επιστροφή των πραγμάτων, που θα έλεγε και ο Νίτσε, θα μας ξαναφόρτωνε για άλλη μία φορά στην πλάτη το δισάκι της βαρετής θνητότητάς μας. Στο κάτω κάτω σε τι μας χρησιμεύει η ζωή χωρίς αναμνήσεις; Δεν θα υπήρχε τίποτε που να συνδέει το παρελθόν με το μέλλον. Γι' αυτό και κατά την ταπεινή μου άποψη είναι ωραίο που όλος αυτός ο μπελάς τού ζην έχει τελικά όριο. Η ζωή μας είναι μια σειρά συμβιβασμών. Δεν υπάρχει αμφιβολία γι' αυτό. Είναι ένας αγώνας χωρίς τέλος ανάμεσα στο Εγώ και στον περίγυρό μας. Η επιθυμία να επιμηκύνουμε τη ζωή πέρα από τα φυσιολογικά της όρια μου φαίνεται τρομερά ανόητη». 

- Μερικές φορές διερωτώμαι αν θα ήμασταν πιο ευτυχείς γνωρίζοντας λιγότερα πράγματα για τις διαδικασίες που διαμορφώνουν τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας. Η ψυχανάλυση συνδέοντας κάθε συναίσθημα με το σύμπλεγμα που το δημιουργεί απογυμνώνει τη ζωή, της αφαιρεί τη μαγεία της. Με το να ανακαλύπτουμε ότι όλοι κρύβουμε μέσα μας ένα κτήνος, έναν εγκληματία, έναν πρωτόγονο άνθρωπο, δεν γινόμαστε περισσότερο ευτυχείς. 

«Τι σας φταίνε τα κτήνη; Εγώ προτιμώ την παρέα των ζώων από τη συντροφιά των ανθρώπων». 

- Γιατί; 

«Γιατί αποδεικνύονται πολύ περισσότερο ειλικρινή και αυθόρμητα. Δεν έχουν διχασμένη προσωπικότητα, το Εγώ τους δεν πάσχει. Ο πρωτόγονος, όπως και το κτήνος, είναι σκληρός, αλλά δεν έχει τη "μικρότητα" να ανήκει στην κατηγορία των πολιτισμένων όντων. Η μικρότητα είναι ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος εκδικείται για τους περιορισμούς που του επιβάλλει η κοινωνία. Είναι το συναίσθημα της αντεκδίκησης, που εμψυχώνει τους μεταρρυθμιστές και τους κουτσομπόληδες. Ενας άγριος μπορεί να μας κόψει το κεφάλι, να μας καταβροχθίσει, να μας βασανίσει, αλλά θα μας κάνει να γλιτώσουμε από τα μικρά δηλητηριώδη αγκάθια που μας κεντρίζουν διαρκώς στην πολιτισμένη κοινωνία μας και κάνουν τη ζωή μας ανυπόφορη. Οι πιο αγενείς τρόποι και η πιο κακή ιδιοσυγκρασία του ανθρώπου, η υποκρισία, η δολιότητα, η ανανδρία, η έλλειψη σεβασμού, είναι στρεβλώσεις που δημιουργεί η ελλιπής προσαρμογή μας σε έναν σύνθετο, συμπλεγματικό πολιτισμό. Είναι το αποτέλεσμα της πάλης ανάμεσα στα ένστικτα και στην κουλτούρα μας». 

- Καταφέρατε να βάλετε τη σφραγίδα σας μέσω των απόψεών σας στο έργο όλων των σύγχρονων συγγραφέων. Η ψυχανάλυση έχει γίνει μια νέα τάση της λογοτεχνίας. 

«Επίσης έχω επηρεασθεί πολύ από τη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία. Ο Νίτσε ήταν ένας από τους πρώτους ψυχαναλυτές κατ' εμέ. Είναι απίστευτο πόσο με τη διαίσθησή του προηγήθηκε των ανακαλύψεών μας. Κανένας άλλος δεν είχε τόσο βαθιά συνείδηση της διπλής υπόστασης της ανθρώπινης συμπεριφοράς και δράσης και του θριάμβου της αρχής της ευχαρίστησης σε πείσμα των διαρκών αμφιταλαντεύσεων. Ο Ζαρατούστρας του σε ένα σημείο λέει: "Η λύπη / ουρλιάζει: Θάνατος! / Μα η χαρά λαχταρά την αιωνιότητα"».
 
- Η ψυχανάλυση μπορεί να αμφισβητείται, ανοιχτά πολλές φορές, στις ΗΠΑ περισσότερο από ό,τι στην Αυστρία ή στη Γερμανία. Η επιρροή της όμως στη λογοτεχνία είναι απεριόριστη. 

«Ο Τόμας Μαν, φέρ' ειπείν, μας οφείλει πολλά. Η εξέλιξη του Σνίτσλερ είναι σε μεγάλο βαθμό παράλληλη με τη δική μου. Πολλές φορές εκφράζει με ποιητικό τρόπο αυτό που εγώ διατυπώνω επιστημονικά. Θα έλεγα ότι ο κ. Σνίτσλερ δεν είναι μόνο ποιητής, είναι και επιστήμων». 

- Μα και εσείς, εκτός από επιστήμων, είσθε και ποιητής. Η αμερικανική λογοτεχνία βασίζεται στην ψυχανάλυση. Ο Ρούπερ Χιουτζ, ο Χάρβεϊ Ο' Χίγκινς και άλλοι έχουν γίνει «ερμηνευτές» τους έργου σας. Δύσκολα ξεφυλλίζεις ένα μυθιστόρημα χωρίς να πέσεις πάνω σε μια αναφορά στην ψυχανάλυση. Ο Ευγένιος Ο' Νιλ και άλλοι θεατρικοί συγγραφείς επίσης έχουν δεχθεί τεράστια επιρροή. 


«Το ξέρω. Και είμαι ευγνώμων γι' αυτό. Αλλά με τρομάζει η δημοτικότητά μου στις ΗΠΑ. Παρά το ενδιαφέρον που δείχνουν οι Αμερικανοί δεν έχουν εμβαθύνει αρκετά στο θέμα. Η δημοτικότητά μου οδηγεί σε μια επιφανειακή αποδοχή, χωρίς σοβαρή έρευνα. Ο κόσμος επαναλαμβάνει απλώς φράσεις που μαθαίνει από το θέατρο ή από τον Τύπο. Πιστεύουν ότι κατανόησαν την ψυχανάλυση επειδή μπορούν να επαναλαμβάνουν όρους της σαν να ήταν παπαγάλοι! Προτιμώ τη μελέτη και την προσέγγιση που επιχειρούν οι Κεντροευρωπαίοι... Οι ΗΠΑ ήταν η πρώτη χώρα που με αναγνώρισε επισήμως. Οταν με εξοστράκιζαν από την Ευρώπη, το Πανεπιστήμιο Κλαρκ μού απένεμε τιμητικούς τίτλους. Παρ' όλα αυτά πρέπει να πω ότι η συνεισφορά των Αμερικανών στη μελέτη της ψυχανάλυσης είναι ελάχιστη. Οι Βορειοαμερικανοί είναι οξυδερκείς και μπορούν να κάνουν γενικεύσεις, αλλά σπανίως διαθέτουν δημιουργική σκέψη. Και κάτι πιο σημαντικό: το ιατρικό επάγγελμα στις ΗΠΑ, ακριβώς όπως στην Αυστρία, προσπαθεί να σφετερισθεί το πεδίο αυτό. Αν αφήσουμε την ψυχανάλυση αποκλειστικά στα χέρια των γιατρών, πιστεύω ότι θα κάνουμε μοιραίο σφάλμα». 


Ο Φρόιντ πρέπει να πει την αλήθεια, όποιο κι αν είναι το τίμημα. Νιώθει ανίκανος να κολακεύσει τους Αμερικανούς, ακόμη και αν ανάμεσά τους μπορεί να καταμετρήσει τους περισσότερους οπαδούς του. Παρ' ότι δεν έρχεται σε κανενός είδους συμβιβασμό που να θέτει σε δοκιμασία την ευθυκρισία του, εξακολουθεί να είναι η προσωποποίηση της ευγένειας. Ακούει υπομονετικά κάθε σχόλιο χωρίς να προσπαθεί ποτέ να τρομοκρατήσει τον συνομιλητή του.

Έχει αρχίσει να νυχτώνει. Είναι ώρα να πάρω το τρένο για να επιστρέψω στην πόλη που άλλοτε φιλοξενούσε το μεγαλείο των Αψβούργων. Ο Φρόιντ, συνοδευόμενος από τη σύζυγό του και την κόρη του, κατέβηκε τα σκαλιά που οδηγούσαν από το ορεινό καταφύγιό του στον δρόμο, για να με αποχαιρετήσει. Η όψη του ήταν γκρίζα και μουντή. 

 «Μη με κάνετε να φαίνομαι απαισιόδοξος» μου είπε σφίγγοντάς μου το χέρι. «Δεν είμαι πεσιμιστής. Δεν απορρίπτω τον κόσμο. Οταν περιφρονείς τον κόσμο είναι σαν να το κάνεις για να αποκτήσεις αναγνώριση και φήμη. Οχι, δεν είμαι απαισιόδοξος. Οχι όσο έχω τα παιδιά μου, τη γυναίκα μου και τα λουλούδια μου. Ευτυχώς (σ.σ.: προσθέτει χαμογελώντας) τα φυτά μου δεν έχουν πολύπλοκη ιδιοσυγκρασία και συμπλέγματα. Τα λατρεύω τα φυτά μου. Και δεν νιώθω δυστυχής. Τουλάχιστον όχι περισσότερο από άλλους».

ΠΗΓΕΣ

Sigmund Freud , Ψυχανάλυση και λογοτεχνία,  Επίκουρος
Sigmund Freud , Ο ποιητής και η φαντασίωση, Πλέθρον 
Πέτρος Χαρτοκόλλης, Λογοτεχνία και Ψυχανάλυση, Θεμέλιο
 Θανάσης  Χατζόπουλος  , Ψυχανάλυση και Νεοελληνική Λογοτεχνία, Γαβριηλίδης
«Αφιέρωμα στον Λακάν», περιοδικό αλήthεια, εκδ. Πατάκη
 Ζακ Λακάν, Λειτουργία και πεδίο της ομιλίας και της γλώσσας στην ψυχανάλυση, Εκκρεμές

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2015

Οι εφιάλτες δεν πρέπει να λησμονούνται




Το Κιβώτιο ,  του Άρη Αλεξάνδρου

       ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ


Ο Άρης Αλεξάνδρου  ( λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Αριστοτέλη Βασιλειάδη)  γεννήθηκε το 1922 στο Λένινγκραντ, σπούδασε στην Αθήνα  στην Ανωτάτη Εμπορική αλλά εγκατέλειψε τις σπουδές του για να ασχοληθεί   με τη μεταφραστική του εργασία στον εκδοτικό οίκο Γκοβόστη, στα πλαίσια της οποίας πρωτοχρησιμοποίησε το όνομα Άρης Αλεξάνδρου.Ως φοιτητής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση ενάντια στους Γερμανούς κατακτητές. Συμμετείχε ενεργά στον Εμφύλιο πόλεμο ως ενεργό μέλος το κομμουνιστικού κινήματος  και εξορίστηκε 2 φορές, από το 1948 ως το 1951 και από το 1953 ως το 1958. Αμέσως μετά την επιβολή της δικτατορίας έφυγε για το Παρίσι, όπου έκανε διάφορες χειρωνακτικές δουλειές ενώ εργάστηκε επίσης ως συντάκτης στο λεξικό Robert ως το 1974. Πέθανε στις 2 Ιουλίου του 1978 , σε ηλικία 56 χρόνων.


ΤΟ ΚΙΒΩΤΙΟ
Μπορείτε να το διαβάσετε εδώ

Το 1974, αμέσως μετά το τέλος της δικτατορίας κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα Το Κιβώτιο, το μοναδικό μυθιστόρημα του  ποιητή Άρη Αλεξάνδρου.  Το Κιβώτιο   θεωρείται  ένα από τα σημαντικότερα  ελληνικά  μυθιστορήματα   του 20ου αιώνα.  Αντιμυθιστόρημα, μονοφωνικό, επιστολικό, σίγουρα αντισυμβατικό. Πρόκειται για το  μυθιστόρημα της οντολογίας της πολιτικής στράτευσης. Ένα μυθιστόρημα που αναρωτιέται για τη διαχείριση του Εμφυλίου από την Αριστερά , την κοινωνική δικαιοσύνη, τους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες, τη δημοκρατία, και μάλιστα σε μια εποχή αισιοδοξίας - μετά την πτώση της χούντας -  που οι πολλοί θεωρούσαν αυτά τα θέματα λυμένα.

Βρισκόμαστε στο καλοκαίρι του 1949, όπου μια ομάδα από 40  επίλεκτους άνδρες του λαϊκού στρατού,  που μάχονται ενάντια στον κυβερνητικό στρατό,  αναλαμβάνει  εθελοντικά μια αποστολή  , αποστολή  αυτοκτονίας ουσιαστικά,  από την οποία ,  σύμφωνα με τις οδηγίες,  θα εξαρτηθεί η έκβαση του Εμφυλίου. Μεταμφιεσμένοι σε χωρικούς  θα μεταφέρουν  ένα κιβώτιο από την πόλη Ν στην πόλη Κ. Το κιβώτιο είναι ερμητικά κλειστό με τέτοιον τρόπο  ώστε κανείς από αυτούς να μην  γνωρίζει το περιεχόμενό του ( Ο οξυγονοκολλητής  που κλήθηκε να σφραγίσει το κιβώτιο εκτελέστηκε αμέσως μετά  με μια σφαίρα στο κεφάλι ). Η πομπή που αποτελείται από τρία κάρα, ένα για το κιβώτιο και δύο για τα τρόφιμα, οφείλει να διασχίσει μια περιοχή  δύσκολη . Καθυστερήσεις, ανατροπές ή οποιεσδήποτε αλλαγές δεν επιτρέπονται · όσοι φανούν αδύναμοι, π.χ  οι τραυματίες, οφείλουν να « κυανιστούν», δηλαδή να  πάρουν τη δόση κυανίου που έχει προκαθοριστεί και να πεθάνουν, ώστε να μην αποτελούν βάρος στην εξέλιξη της αποστολής. Η αποστολή θα διαρκέσει 60 ημέρες, από τις 13  Ιουλίου ως τις  20 Σεπτεμβρίου του 1949.
       Από τους 40 συντρόφους ο μόνος που φτάνει στην πόλη Κ είναι ο αφηγητής. Πέντε εθελοντές εκτελούνται την παραμονή της αναχώρησης, κατ΄εντολή του Κόμματος, άλλοι χάνουν τη ζωή τους από αδελφοκτόνες εσωτερικές συγκρούσεις, άλλοι από ατυχήματα. Αν και οι οδηγίες που φτάνουν κάθε μέρα  είναι από αντιφατικές έως ύποπτες, ο αποδεκατισμένος πια μικρός στρατός καταφέρνει να υπερασπιστεί την αποστολή του : το κιβώτιο φτάνει στον προορισμό του, το ανοίγουν μπροστά στον μοναδικό διασωθέντα και  διαπιστώνεται πως δεν περιέχει τίποτε!

Απανωτά ερωτήματα, αναπάντητα για όλους, ήρωες και αναγνώστες  : 
ήταν από την αρχή άδειο; αντικαταστάθηκε με κάποιο άλλο, πανομοιότυπο αλλά αδειανό;
Αμέσως μετά ο αφηγητής φυλακίζεται  σε ένα σκοτεινό κελί από όπου αρχίζει  να συντάσσει την ημερολογιακή αναφορά του,  που αποτελεί και την μορφή του μυθιστορήματος. Στην αρχή της κράτησης ο φύλακας αποθέτει μπροστά στον κρατούμενο άσπρα φύλλα χαρτιού αριθμημένα , σφραγισμένα με δυσανάγνωστη σφραγίδα   και στυλό , χωρίς να δίνει στον φυλακισμένο οδηγίες για τη χρήση τους. Αυτός έχει συμπεράνει μόνος του ότι η ηγεσία του κόμματος , που τη θεωρούσε ευνοϊκά διακείμενη απέναντί του,  επιθυμεί να γνωρίσει τη δική του εκδοχή για την στρατιωτική επιχείρηση της οποίας υπήρξε ο μοναδικός επιζών. Έτσι υποθέτει πως το Κόμμα έχει αναθέσει την υπόθεση σ΄ένα ανακριτή και ξεκινά την αναφορά του :

«  Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 1949

Σύντροφε ανακριτά, σπεύδω πρώτα απ' όλα να σας εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου για το χαρτί, το μελάνι και την πένα που μου στείλατε με τον δεσμοφύλακα. Συμφωνώ απολύτως με τη διαδικασία που διαλέξατε, γιατί έτσι θα μπορέσω να καταγράψω τα γεγονότα με την ησυχία μου, χωρίς να φοβάμαι πως θα με διακόψετε, πως θα μου υποβάλετε ερωτήσεις, χωρίς δηλαδή να έχω την αίσθηση ότι τελώ υπό κράτησιν και δίνω λόγο των πράξεων μου. Διότι είναι βέβαια ολοφάνερο ότι πρόκειται για παρεξήγηση.

Απ’ τη στιγμή που με προφυλακίσατε τόσο αναπάντεχα, στα καλά καθούμενα, επιτρέψτε μου να πω, όταν είχα κάθε λόγο να πιστεύω ότι θα έπαιρνα το τρίτο μου παράσημο, απ' τη στιγμή που βρέθηκα σε τούτο το κελί, η μόνη μου ελπίδα ήταν πως θα μου δοθεί η ευκαιρία να εξηγηθώ, ή έστω να απολογηθώ, αν φυσικά βρισκότανε κανείς να μου απαγγείλει μια συγκεκριμένη κατηγορία.

Κάθε φορά που με πιάνανε (και θα ξέρετε βέβαια ότι έχω συλληφθεί δυο φορές, μια στην Κατοχή, οπότε και δραπέτευσα, και μια το ‘47, οπότε πήγα εξορία στην Ικαριά) το πρώτο πράμα πού σκεφτόμουνα, ήταν, τι θα απαντήσω στους χαφιέδες και προσπαθούσα να φανταστώ όλες τις τυχόν ερωτήσεις τους και είχα έτοιμες τις απαντήσεις, πριν φτάσουμε στο Τμήμα ή στην Ασφάλεια. Τώρα όμως, το πρόβλημα μου δεν είναι τι θα απαντήσω στις τυχόν ερωτήσεις (γιατί έχω καθαρή τη συνείδηση μου και καμιά ανάκριση δε με φοβίζει, με την έννοια ότι μπορώ να απαντάω χωρίς να κρύβω τίποτα) το πρόβλημα μου είναι, ή μάλλον ήταν ως τα σήμερα, όσο δεν είχα ακόμα τη γραφική μου όλη – ήταν λοιπόν, πώς θα μπορέσω να μιλήσω, ν’ ακουστώ, να εισακουστώ.

Έτσι, όταν είδα σήμερα το χαρτί, το μελάνι και την πένα, αφημένα όλα αυτά δίπλα στη βούτα, ένιωσα ένα βάρος να πέφτει από πάνω μου, παρ’ όλο που έχω να αντιμετωπίσω τώρα ένα άλλο, αρκετά δύσκολο, αν και καθαρώς τεχνικής φύσεως πρόβλημα. Εξηγούμαι: Σκέφτηκα αν έπρεπε, να συνεχίσω, από κει που σταματήσαμε, κατά τη σύντομη προανάκριση, αν έπρεπε δηλαδή να αρχίσω κατά κάποιο τρόπο απ' το τέλος, ή να αρχίσω, μια και καλή, απ’ την αρχή, ν’ αρχίσω θέλω να πω να διηγιέμαι τα γεγονότα όπως τα ξέρω και τα θυμάμαι (γιατί όταν με ρωτήσατε, «Πώς» και «Πότε» και «Ποιος» στην προανάκριση, εγώ απάντησα «Δεν ξέρω» και σεις μου είπατε, «Δεν ξέρεις, ή δεν θυμάσαι;»). Συνεπώς, αυτό που κυρίως σας ενδιαφέρει, θυμηθώ, και λοιπόν, όταν είδα το χαρτί (έστω και με κάποια οδυνηρή για μένα καθυστέρηση μιας ολόκληρης βδομάδας) χάρηκα που αποφασίσατε επιτέλους να μου ζητήσετε μια γραπτή κατάθεση.»

 Μάταια  περιμένει μιαν οποιαδήποτε αντίδραση από τον συνομιλητή του, ενώ ελπίζει πως κάποιος θα εμφανιστεί  για να του εξηγήσει τι ζητούν απ΄αυτόν. Προσπαθεί , με ψέματα και αλλοιώσεις της αλήθειας, να κινητοποιήσει την αντίδραση του αόρατου παραλήπτη, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Αποφασίζει να  σταματήσει αλλά ξαναγυρνά  στο έργο του, γεμίζοντας τις λευκές σελίδες… Πιστεύει πως το χρέος του είναι η έκθεση των γεγονότων και όχι η ερμηνεία ή η εξέταση των αποτελεσμάτων, που ανήκουν στην αρμοδιότητα των ανωτέρων του .Εμπιστεύεται το Κόμμα και τις επιλογές του και συνεχίζει την «κατάθεσή» του με καθαρή τη συνείδησή του. Ανιστορεί τις αναμνήσεις του  από την πορεία του θανάτου, με ύφος στεγνό και γραφειοκρατικό. Με μια γλώσσα αποδραματοποιημένη, αποστραγγισμένη από  κάθε τι ποιητικό  περιγράφει τα διάφορα επεισόδια , το θάνατο ή την εξολόθρευση των συντρόφων του, ενώ συνάμα αυτή η απόλυτη σιωπή του παραλήπτη- συνομιλητή στέκει αμετακίνητη, θυμίζοντας μας την καφκική Δίκη.

« Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 1949

Σύντροφε ανακριτά, αρχίζω να αναρωτιέμαι αν είσαστε πράγματι σύντροφος. Ή μάλλον, αρχίζω να πιστεύω πως δεν είσαστε και σας το λέω έξω απ' τα δόντια, αδιαφορώντας αν θα προκαλέσω την οργή σας. Επιτέλους, ελάτε στη θέση μου, προσπαθήστε να δείτε την κατάσταση με τα δικά μου μάτια και πέστε μου ύστερα αν έχω δίκιο να λέω ότι το πράγμα καταντάει αφύσικο. Κατέγραψα τόσα γεγονότα, ανέφερα συγκεκριμένα στοιχεία, ονόματα, ημερομηνίες, επανήλθα σε λεπτομέρειες για να διευκρινίσω τα τυχόν σκοτεινά σημεία, ομολόγησα ότι έτυχε να πω σε ορισμένες περιπτώσεις τη μισή αλήθεια κι όμως εσείς εξακολουθείτε να σωπαίνετε, δεν εννοείτε να παίξετε σωστά τον ρόλο σας, δεν εννοείτε να μου υποβάλετε ερωτήσεις, με αφήνετε να εικάζω τι μπορεί να σας ενδιαφέρει – μάντης είμαι;

Περνώντας από εικασία σε εικασία, μου πέρασε η σκέψη πως δεν έχω να κάνω με σύντροφο – ναι, το ομολογώ, είναι μέρες τώρα που υποπτεύτηκα πως η πόλη Κ μπορεί κάλλιστα να ξανάπεσε στα χέρια των κυβερνητικών, γι’ αυτό το ήθελα το τραπέζι, σκέφτηκα να το βάλω πάνω στο κλινάρι μου και να δω τη σημαία που κυματίζει στην πιο ψηλή πολεμίστρα του Ενετικού Φρουρίου (ήθελα να διαπιστώσω αν είναι ακόμα η σημαία μας) γιατί αν δεν είναι, γράφω μια κατάθεση που φτάνει στα χέρια του εχθρού. Καταλαβαίνετε σε τι δύσκολη θέση με βάζετε;»

Τι να΄ναι αυτή η σιωπή;  η απογοήτευση από τους αγώνες; τα αδιέξοδά τους; η απόλυτη και οριστική απομόνωση των ιδεολόγων; η ανυπαρξία των συντρόφων έξω από το κελί του;
Και το άδειο κιβώτιο τι είναι;  παρωδεί απλώς την πολιτική στράτευση; ή  είναι τελικά το ίδιο το φέρετρό του; ο θάνατος που  περίμενε κι αυτόν στο τέλος της διαδρομής του ;  ή είναι ο θάνατος που  κουβαλάει ένας κόσμος  στον οποίο ο διάλογος  έχει σιγήσει οριστικά; είναι το  άδειο κιβώτιο ο κενός χώρος που υπάρχει παντού γύρω μας, εκεί που η φωνή του Άλλου σιωπά; είναι το τέλος της ουτοπίας;

« κι αν νομίζετε πως θα γεμίσει το κιβώτιο με το πτώμα μου, τι περιμένετε και δεν με στήνετε στα έξι βήματα, στον τοίχο, ή μάλλον στη σιδερένια δίφυλλη πόρτα; ..»

Ο ήρωάς μας πάντως φαίνεται να νοιάζεται περισσότερο για την παρανοϊκή σιωπή παρά για  την απάντηση  αναφορικά με το περιεχόμενο του κιβωτίου. Μας «φωνάζει» πως η πορεία του άδειου κιβωτίου δεν καταγράφει μόνο  τους φόβους και τις αδυναμίες του ανθρώπου σε μια συρρικνωμένη στρατευμένη ζωή, αλλά καταγράφει επίσης  και όλες τις στιγμές ευτυχίας, ηρωισμού και γενναιοδωρίας  του ανθρώπου που αναζητά τον άνθρωπο….




ΠΗΓΕΣ

  • Αγγελάκος Χρήστος Π., Το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου · Δομή και αφήγηση.
  • Λ. Προγκίδης , Ξαναδιαβάζοντας  Το   Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου
  • Μαρωνίτης Δ.Ν., Ποιητική και πολιτική ηθική· Πρώτη μεταπολεμική γενιά· Αλεξάνδρου - Αναγνωστάκης - Πατρίκιος.
  • Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (Ε.Λ.Ι.Α.)
  • http://www.ert-archives.gr/V3/public/pop- view.aspx?tid=72699&tsz=0&act=mMainView
  • www.antifonies.gr/αφιέρωμα στον Άρη Αλεξάνδρου