Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2014

Μπορεί επιτέλους η βαθμολόγηση της Νεοελληνικής Γλώσσας στις Πανελλαδικές να γίνει ακριβοδίκαιη;








Φιλόλογοι της διαδικτυακής κοινότητας   agathi.pbworks.com


Ο βαθμός της «Έκθεσης» στις Πανελλήνιες είναι ο άγνωστος  χ μιας πολύ κρίσιμης διαδικασίας.  Είναι εκείνος που συχνά ανατρέπει  προσδοκίες αλλά και χρόνιες αξιολογήσεις, που αποκαλύπτει αλλοπρόσαλλες κρίσεις, που αφήνει πίκρα, θυμό κι απορίες, σε υποψηφίους, γιατί  δεν καταλαβαίνουν σε τι απέτυχαν, σε γονιούς, γιατί δεν καταλαβαίνουν πώς διαψεύστηκαν, σε δασκάλους,  γιατί  δεν καταλαβαίνουν τι δεν δίδαξαν σωστά.  Το Γλωσσικό μάθημα – όσο σπουδαίο κι αν είναι δυνητικά - είναι υπόλογο: δεν είναι μετρήσιμο αντικειμενικά  παρ’ εκτός κι αν ευτελιστεί σε μια φόρμα τυποποιημένων απαντήσεων κλειστού τύπου. Οπότε  καλύτερα να εξαιρεθεί από τον διαγωνισμό επιλογής φοιτητών.
Εκτός κι αν δεν είναι το μάθημα υπόλογο αλλά ο τρόπος της βαθμολόγησής του. Αν αυτός  αλλάξει μεθοδικά, δεν χρειάζεται να θυσιαστεί  ένας πολύτιμος δείκτης  της γλωσσικής και πνευματικής ωριμότητας του υποψηφίου. Συγκεκριμένα, κι από τα πιο απλά στα πιο σύνθετα:
  1.       Το κριτήριο πρέπει να επιμεριστεί σε θέματα μικρής  βαρύτητας. Όσο υπάρχουν θέματα που καλύπτουν το 40% της συνολικής βαθμολογίας, η βαθμολόγηση θα είναι ρευστή.
  2.       Τα ζητούμενα του κριτηρίου πρέπει να διατυπώνονται με την απαιτούμενη σαφήνεια, ακρίβεια και πληρότητα , ώστε να μην επιτρέπουν  αποκλίνουσες («αυστηρές» ή «επιεικείς») ερμηνείες και θεωρήσεις κατά την αξιολόγηση.  
  3.       Σε μια πιθανή αναβαθμολόγηση πρέπει ο τελικός βαθμός να προκύπτει από τον Μέσο όρο των δύο πλησιέστερων μεταξύ τους βαθμολογιών. Όσο προστατεύονται οι υψηλότερες βαθμολογίες, παράγονται αδικίες.
  4.       Για την  αξιολόγηση του παραγόμενου λόγου είναι αναγκαίο να αξιοποιηθούν ως επιμορφωτές και ως μέλη του Κεντρικού φορέα των εξετάσεων και Γλωσσολόγοι που ασχολούνται με την διδασκαλία της μητρικής γλώσσας στο σχολείο .  Η διδασκαλία και τα εξεταστικά κριτήρια γενικά  πρέπει να εναρμονίζονται με τα Προγράμματα Σπουδών και να μην παλινδρομούν ανάμεσα σε επιστημονικά έγκυρες αρχές και  σε παραδοσιακές συνταγές και παγιωμένες εξωθεσμικά φόρμες αξιολόγησης.
  5.      Οι βαθμολογητές πρέπει να είναι καθηγητές που διδάσκουν και βαθμολογούν  το μάθημα για πολλά χρόνια και συμμετέχουν όλη τη χρονιά σε εργαστήρια πειραματικής βαθμολόγησης  γραπτών δοκιμίων, στη διάρκεια των οποίων θα εντοπίζουν  τις αποκλίσεις των κριτηρίων τους και των εκτιμήσεών τους και θα συνειδητοποιούν ότι συμμετέχουν σε μια διαδικασία στην οποία προέχει – πέρα από προσωπικές κρίσεις και εγωισμούς – η ομοιογένεια της αξιολόγησης.
  6.     Η βαθμολόγηση πρέπει να βασίζεται σε αναλυτικές οδηγίες, οι οποίες α) θα περιλαμβάνουν σαφείς και ορισμένους δείκτες ποιότητας και απαξίας και ικανά δείγματα απαντήσεων,  β) θα προκύπτουν από εισήγηση της κεντρικής επιτροπής αναδιαμορφωμένη σύμφωνα με τις  ενστάσεις  και τα σχόλια βαθμολογητών και συντονιστών, εδραιωμένα σε «πειραματική βαθμολόγηση» ικανού δείγματος και χρόνου επεξεργασίας και γ) θα εφαρμόζονται υπό την επίβλεψη έμπειρων συντονιστών, επιλεγμένων ώστε να εμπνέουν τον σεβασμό και την ομαδικότητα.
  7.     Η βαθμολογική περίοδος δεν πρέπει να τελειώνει με το τέλος της βαθμολόγησης και την ανακοίνωση των βαθμολογιών αλλά με την ενημέρωση των βαθμολογητών σχετικά με αποκλίσεις και απροσδόκητες εκτιμήσεις τους. Σκόπιμο είναι στη φάση αυτή να κατατίθενται προς επεξεργασία και παρατηρήσεις - απορίες των διδασκόντων, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις στις οποίες  διαπίστωσαν εκ των υστέρων ότι η βαθμολογία των Πανελληνίων απείχε από τις μαθητικές επιδόσεις , όπως προέκυπταν από μεθοδική ενδοσχολική αξιολόγηση. Η αξιολόγηση δηλαδή πρέπει να ανατροφοδοτεί την διδακτική πράξη συστηματικά.
Τον τελευταίο χρόνο πολλοί εναποθέτουν τις ελπίδες τους για μια ακριβοδίκαια κρίση των γραπτών  της Νεοελληνικής Γλώσσας στον υπό δημιουργία Εθνικό Οργανισμό Εξετάσεων και στο εξαγγελθέν Σώμα Βαθμολογητών. Αυτό είναι εν μέρει σωστό. Ορθά μεταθέτει το πρόβλημα στη διαδικασία της βαθμολόγησης και όχι στη φύση του μαθήματος, αλλά  καλλιεργεί την ψευδαίσθηση ότι το πρόβλημα θα λυθεί ως δια μαγείας χάρη σ' ένα ευάριθμο σώμα βαθμολογητών υψηλών προσόντων, αμέμπτου ήθους, πειθαρχημένων και ανεπηρέαστων στην κρίση τους. Κάτι τέτοιο μπορεί να ακούγεται καθησυχαστικό, αλλά δεν είναι ρεαλιστικό. Εκτός κι αν ενταχθεί σε ένα πλαίσιο λειτουργίας σαν κι αυτό που περιγράψαμε.


ΥΠΟΓΡΑΦΕΣ




Αναστασοπούλου Ελευθερία
Βοϊβόντα Θεοδώρα
Βοκορόκος Τριαντάφυλλος
Βουβονίκος Βασίλειος
Γεωργιάδου Αγάθη
Γιαρίμπαπα Βασιλική
Δακανάλη Βιργινία (Βέρα)
Διβάνη Αναστασία
Κακλαμάνος Νίκος
Καλαφάτης Κωνσταντίνος
Κάλφα Άννυ 
Καρακολίδης Παναγιώτης
Κεραμιδά Λιάνα
Κιτσούλης Δημήτρης
Κούτκος Βαγγέλης
Κωνσταντίνου Σεραφείμ
Κωνσταντοπούλου Καλλιρρόη
Λάζαρης Άγγελος
Λάζος Τάσος
Λεουτσάκος Στάθης
Μητρογιαννοπούλου Ευρυδίκη
Μιχαηλίδης Αντώνης
Μοίρα Πολίνα
Μουντάνου Ρούλα
Μουρκάκου Σταυρούλα
Μουτάφη Μαρία
Μπαζάνης Βασίλης
Μπακάλη Ιωάννα
Μπαλαφούτη Κατερίνα
Ναούμ Βίκυ
Νικολακόπουλος Βασίλης
Παπαζάνη Αγγελική
Πανοπούλου Χαρούλα
Πανταζή Ανδρομάχη
Παντιλιέρη Λουκία
Πρόδρομος Πολύβιος
Προκοπίου Κατερίνα
Ρουμπάκης Γιάννης
Ρωμανού Ιωάννα
Σακκά Βασιλική
Σερεμετάκης Γιώργος
Σιαμαντούρα Σωτηρία
Σιώτου Κωνσταντίνα
Σκαλιδάκη Μαίρη
Σκόρδου Αναστασία
Σκούρτη Δέσποινα
Σπηλιοπούλου Κωνσταντίνα
Σταθοπούλου Δήμητρα
Σταυροπούλου Ζέτα
Συμεωνίδης Βασίλης
Τιμπλαλέξη Παρασκευή
Τόλη Βασιλική
Τσαλίκουσου Πηνελόπη
Τσίγκου Πολυάνθη
Τσιτσεκίδης Γιάννης
Τσουκαλά Ειρήνη
Τσουκαλάς Παναγιώτης
Φελλαχίδου Σοφία
Φιλοπούλου Δήμητρα
Χαριζοπούλου Νάντια
Χριστόπουλος Δημήτρης
    Χρονοπούλου Αγγελική


Κυριακή, 13 Ιουλίου 2014

Χαρακτηριστικά της ποίησης του Γιάννη Ρίτσου



  

  Η ποιητική του Γ.Ρίτσου





  •    Η ποίησή του υπάρχει για να δηλώνει  τη   μέθεξη στη ζωή, μεταρσιώνοντας λέξεις, χρώματα, φυσικά στοιχεία, απλά καθημερινά αντικείμενα. Ο Ρίτσος δημιούργησε , με το δικό του τρόπο, το έπος της καθημερινότητας.


Τρέξανε τὰ παιδιά, πῆραν στὰ παχουλά τους χέρια τὸ φεγγάρι κι ὅλη τη νύχτα παίζανε στὸν κάμπο.

Τώρα τὰ χέρια τους εἶναι χρυσά, τὰ πόδια τους χρυσά, κι ὅπου πατοῦν ἀφήνουνε κάτι μικρὰ φεγγάρια στὸ νοτισμένο χῶμα. Μά, εὐτυχῶς, οἱ μεγάλοι ποὺ ξέρουν πολλά, δὲν καλοβλέπουν. Μονάχα οἱ μάνες κάτι ὑποψιάστηκαν.

Γι᾿ αὐτὸ τὰ παιδιὰ κρύβουνε τὰ χρυσωμένα χέρια τους στὶς ἄδειες τσέπες, μὴν τὰ μαλώσει ἡ μάνα τους ποὺ ὅλη τη νύχτα παίζανε κρυφὰ μὲ τὸ φεγγάρι.

(Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού, 1938)

  •     εγγενής ρεαλισμός, συνδυασμένος με σπάνια οπτική και απτική μνήμη · τον οδηγεί στην καταγραφή πάμπολλων  φευγαλέων εικόνων ( αντικείμενα, χερονομίες, στιγμιότυπα της καθημερινής ζωής )
 
Συχνὰ πετάγομαι στὸ φαρμακεῖο ἀπέναντι γιὰ καμιὰν ἀσπιρίνη ἄλλοτε πάλι βαριέμαι καὶ μένω μὲ τὸν πονοκέφαλό μου ν᾿ ἀκούω μὲς στοὺς τοίχους τὸν κούφιο θόρυβο ποὺ κάνουν οἱ σωλῆνες τοῦ νεροῦ, ἢ ψήνω ἕναν καφέ, καί, πάντα ἀφηρημένη, ξεχνιέμαι κ᾿ ἑτοιμάζω δυὸ - ποιὸς νὰ τὸν πιεῖ τὸν ἄλλον;

( Η σονάτα του σεληνόφωτος, 1956, Τέταρτη Διάσταση)


  •   επιδράσεις από τον υπερρεαλισμό :επαναστατική ματιά, κοινωνικές διεκδικήσεις, απόκρυφος , σχεδόν, ανθρωπισμός, συνειρμικές εικόνες
 
Τόσα χρόνια πολιορκημένοι ἀπὸ στεριὰ καὶ θάλασσα ὅλοι πεινᾶνε, ὅλοι σκοτώνονται καὶ κανένας δὲν πέθανε -
πάνου στὰ καραούλια λάμπουνε τὰ μάτια τους,
μία μεγάλη σημαία, μία μεγάλη φωτιὰ κατακόκκινη
καὶ κάθε αὐγὴ χιλιάδες περιστέρια φεύγουν ἀπ᾿ τὰ χέρια τους
γιὰ τὶς τέσσερις πόρτες τοῦ ὁρίζοντα.

( Ρωμιοσύνη, 1945-47 )


  •   εικαστικές εικόνες με έντονο συναισθηματικό φορτίο  εικόνες με απαράμιλλη διαύγεια και πρωτότυπο τρόπο έκφρασης



Αμπέλια τραβάν κατά τη θάλασσα. Δίπλα στ’ αλέτρι

καπνίζει μια μικρή φωτιά. Του παππουλή τα ρούχα

τα σιάξαμε σκιάχτρο για τις κάργιες. Οι μέρες μας

παίρνουν το δρόμο τους για λίγο ψωμί και μεγάλες λιακάδες.

Κάτω απ’ τις λεύκες φέγγει ένα ψάθινο καπέλο.

Ο πετεινός στο φράχτη. Η αγελάδα στο κίτρινο.

Πώς έγινε και μ’ ένα πέτρινο χέρι συγυρίσαμε

το σπίτι μας και τη ζωή μας;


( Ο τόπος μας, από τη συλλογή ο τοίχος μέσα στον καθρέφτη, 1967)


  •   επιδέξιος συνδυασμός  του συγκεκριμένου και  του αφηρημένου στη λεκτική διατύπωση
 


Τώρα που η αυγή και η νύχτα σμίγουν όπως δένονται
τα δέκα δάκτυλα στο γόνα της σελήνης

και συ μόνη , Κυρά των Αμπελιών, μέσα στο χάραμα

να σκίζει ο μέγας ίσκιος σου τον κάμπο σαν καράβι



( Κυρά των Αμπελιών, 1946, 1952 )


  •  έκφραση της συλλογικής μοίρας , μέσα και από αυτοβιογραφικά στοιχεία, χωρίς ρητορικό ευτελισμό. Η ποιητική ματιά του στραμμένη στην αναζήτηση της κοινωνικής δικαιοσύνης


Πολλὰ πράματα μᾶς δυσκολεύουνε. Πολλά.
Πρέπει νὰ πλύνουμε τὰ πιάτα μας, τὰ ροῦχα μας
νὰ κουβαλήσουμε νερὸ ἀπ᾿ τὴ βρύση μὲ τὶς μεγάλες στάμνες
νὰ σκουπίσουμε τὸ θάλαμο δυὸ καὶ τρεῖς φορὲς τὴ μέρα
νὰ μπαλώσουμε καμμιὰ κάλτσα καὶ τὰ λόγια μας -
Τρυπᾶνε γρήγορα κι οἱ χτεσινὲς κουβέντες
τὰ πρόσωπα ἀλλάζουν ὅσο τὰ κοιτάζεις
μπορεῖ ν᾿ ἀλλάζεις καὶ σὺ - γιατὶ κοιτάζοντας τὰ χέρια σου
καταλαβαίνεις πὼς μάθανε πιὰ σὲ τοῦτες τὶς δουλειὲς
σὲ τοῦτες τὶς μέρες


( Ημερολόγια εξορίας, Στρατόπεδο συγκέντρωσης πολιτικών κρατουμένων Κοντοπούλι Λήμνου, 1948-1949)


Τούτες τις μέρες ο άνεμος μας κυνηγάει.

Γύρω σε κάθε βλέμμα το συρματόπλεγμα

γύρω στη καρδιά μας το συρματόπλεγμα

γύρω στην ελπίδα το συρματόπλεγμα. Πολύ κρύο εφέτος.



Πιο κοντά. Πιο κοντά. Μουσκεμένα χιλιόμετρα μαζεύονται γύρω τους.

Μέσα στις τσέπες τού παλιού πανωφοριού τους

έχουν μικρά τζάκια να ζεσταίνουν τα παιδιά.

Κάθονται στον πάγκο κι αχνίζουν απ' τη βροχή και την απόσταση.

Η ανάσα τους είναι ο καπνός ενός τραίνου που πάει μακριά, πολύ μακριά. Κουβεντιάζουν

και τότε η ξεβαμμένη πόρτα της κάμαρας γίνεται σα μητέρα που σταυρώνει τα χέρια της και ακούει.


( Καπνισμένο τσουκάλι, 1949 )




  •       αναφορές στην Αρχαία Γραμματεία και χρήση των αρχαίων μύθων · αυτοί , αν και διατηρούν τον αρχετυπικό τους χαρακτήρα, συνομιλούν με τα σύγχρονα ιστορικά , κοινωνικά και πολιτικά συμφραζόμενα .Μέσα από αυτούς ο Ρίτσος περισσότερο  θέτει ερωτήσεις   για τον άνθρωπο και τη μοίρα του, παρά δίνει απαντήσεις. ερωτήσεις όμως  στις οποίες λανθάνει η εμπιστοσύνη στον άνθρωπο και τη δύναμή του


    Αν είχε ζήσει, ω, σίγουρα,
θα την είχαν μισήσει. Μοναδική της σκέψη
είταν ο θάνατος. Και τώρα λέω: μια κ’ ήξερε
ότι δεν είταν τρόπος να τον αποφύγει, αντί να τον προσμένει
αργά, βαριά, γερνώντας ανωφέλευτα, προτίμησε
να τον προλάβει, να τον προκαλέσει μάλιστα, στ’ όνομα
μιας  πονηρής κ’ ιταμής γενναιοφροσύνης, αντιστρέφοντας το φόβο
όλης της ζωής και της επιθυμίας της σε ηρωισμό, αντιστρέφοντας
τον ίδιο της αναπότρεπτο θάνατο σε μιαν ευτελή αθανασία,
ναι, ναι ,ευτελή, παρ’ όλη της την εκτυφλωτική λαμπρότητα. Πώς το άντεξε, θε μου,
αυτή η αιώνια φοβισμένη ως το θυμό, η αιώνια τρομαγμένη
μπροστά στο φαΐ, μπροστά στο φως, μπροστά στα χρώματα,
μπροστά στο δροσερό, γυμνό νερό;

[  Η Ισμήνη μιλά για την αδελφή της Αντιγόνη]

( Ισμήνη, Τέταρτη Διάσταση, 1966- 1972)





Ο Γιάννης   Ρίτσος ... στην Τράπεζα θεμάτων

Απόσπασμα από τη  μεγαλειώδη ποιητική σύνθεση «Επιτάφιος» του Γ. Ρίτσου  εντάχθηκε στην ενότητα Τα φύλα στη Λογοτεχνία , με ένα ισοπεδωτικό τρόπο προσέγγισης  ο οποίος πουθενά δεν συναντά τις «προθέσεις» του ποιήματος · 

το απόσπασμα

Ήσουν καλός κι ήσουν γλυκός, κι είχες τις χάρες όλες,

όλα τα χάδια του αγεριού, του κήπου όλες τις βιόλες.

Το πόδι ελαφροπάτητο σαν τρυφερούλι ελάφι,

πάταγε το κατώφλι μας κι έλαμπε σα χρυσάφι.

Πώς θα γυρίσω μοναχή στο ερμαδιακό2 καλύβι;

Έπεσε η νύχτα στην αυγή και το στρατί μου κρύβει.

Ωχ, δεν ακούστηκε ποτές και δεν μπορεί να γίνει

να καίγουνται τα χείλια μου και να 'μαι μπρος στην κρήνη,

να ’μαι κοντά σου, αγόρι μου, και να σε κράζω, οϊμένα,

και συ μήτε να νοιάζεσαι για τη φτωχούλα εμένα.

Κανείς μη ’γγίξει απάνω του, παιδί μου είναι δικό μου.

Σιωπή∙ σιωπή∙ κουράστηκε, κοιμάται το μωρό μου.

Ποιος μου το πήρε; Ποιος μπορεί να μου το πάρει εμένα;

Άσπρισαν τα χειλάκια του, τα μάτια του κλεισμένα.

Δώστε μου, αϊτοί, νύχια, φτερά για ναν τους κυνηγήσω

και την καρδιά τους, μύγδαλο, ναν τήνε ροκανίσω


Μια από τις ερωτήσεις:

 Να εντοπίσετε ποιος μιλάει, σε ποιον απευθύνεται και ποια αλλαγή παρατηρείτε στο τελευταίο δίστιχο. Να την εξηγήσετε.

 Να σημειωθεί πως σε υποσημείωση δίνεται και η υποστηρικτική διευκρίνιση για το ποίημα:

«  Το ποίημα Επιτάφιος εμπνεύστηκε ο Γιάννης Ρίτσος συγκινημένος από τον θρήνο της μάνας που έχασε το παιδί της την Πρωτομαγιά του 1936.»

Πώς μπορεί να απαντηθεί μια τέτοια ερώτηση  από  τους μαθητές ,  με βοήθεια μια τόσο ανεπαρκή και αποπροσανατολιστική διευκρίνιση;

 Η μάνα κραυγάζει:

«Δώστε μου, αϊτοί, νύχια, φτερά για ναν τους κυνηγήσω
και την καρδιά τους, μύγδαλο, ναν τήνε ροκανίσω».Μόνο την εκδίκηση προς τους φονιάδες θα μπορούσαν να δουν.
Κι αυτό αν δεν τους αποπροσανατολίσει το "έχασε το παιδί της"  της διευκρίνησης.

 Ο νέος που "χάθηκε", σκοτώθηκε στην παλλαϊκή  πανεργατική κινητοποίηση του 1936, από τα πυρά των δυνάμεων της Χωροφυλακής που είχαν στήσει πολυβολεία σ΄όλη τη Θεσσαλονίκη, με εντολή της κυβέρνησης.

Το δίστιχο αυτό της χαροκαμένης μάνας είναι η μετουσίωση της απόγνωσης σε κάλεσμα για  απονομή κοινωνικής δικαιοσύνης, είναι η πορεία από το ατομικό στο καθολικό που διατρέχει ολόκληρη την ποίηση του Ρίτσου, είναι η έκφραση της οργής  για την αδικία, είναι λόγος προτρεπτικός  για το ξερίζωμα του Κακού στον κόσμο. Είναι ο υπέρτατος πόνος  της ανθρώπινης ύπαρξης  που  αναμετριέται με  τα όρια των αντοχών της και του μεγαλείου της.
 Είναι τα πάντα , μόνο  ζητούμενο για   Τα φύλα στη Λογοτεχνία δεν είναι, ούτε το συγκεκριμένο δίστιχο , ούτε το ίδιο το ποίημα.



ΠΗΓΕΣ


  •  Βελουδής Γιώργος, Προσεγγίσεις στο έργο του Γιάννη Ρίτσου. Αθήνα, Κέδρος, 1984

  •  Διαλησμάς Στέφανος, Εισαγωγή στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου. Αθήνα, Επικαιρότητα, 1981.

  •    Αργυρίου, Α. (1991). Η ποίηση του Γιάννη Ρίτσου. Μια σπειροειδής εξέλιξη. Νέα Εστία 

  •  Διαβάζω 205, 21/12/1988.

  •  Νέα Εστία130, Χριστούγεννα 1991, αρ.1547

  •  Ανθολογία Γιάννη Ρίτσου, Χ. Προκοπάκη, εκδ.Κέδρος 2000