Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017

Σταυροφορίες, δίκαιοι και φαύλοι πόλεμοι







 ΠΑΡΑΘΕΜΑ 1 


Στη μεσαιωνική  Δύση ο πόλεμος σταδιακά «εκχριστιανίστηκε»  θεσμικά   με την εδραίωση της «ειρήνης του Θεού» και τη διαμόρφωση της ιδέας του «δίκαιου πολέμου.

      Ο Αυγουστίνος αναγνώριζε  ότι η  απόλυτη ειρήνη ήταν ανέφικτη επί της γης, ότι ο πόλεμος είναι αναγκαίος  ακόμη και στη «χριστιανική πολιτεία»,  όπου δίνεται μια διαρκής μάχη εκείνους που ασπάζονται την αληθινή πίστη κατά των ειδωλολατρών  και των αιρετικών.

    Ο «δίκαιος πόλεμος» ήταν πάνω απ' όλα αγώνας για την επιβολή  της δικαιοσύνης, η οποία γινόταν αντιληπτή ως «απόλυτη τάξη».

 Ο «φαύλος  πόλεμος» πήγαζε από αμαρτήματα, όπως την πλεονεξία και την επιθυμία  κυριαρχίας. Ο «δίκαιος πόλεμος» κηρυσσόταν από τον ηγεμόνα, και αν ήταν  ή αν αποδεικνυόταν άδικος ή αμαρτωλός, τότε βάραινε τον ίδιο προσωπικά   Ο  δίκαιος πόλεμος, τέλος, εξασφάλιζε στον πολεμιστή την εξαγορά  των  αμαρτιών του. Εν κατακλείδι, σύμφωνα με το χριστιανικό δόγμα, ο  δίκαιος πόλεμος  ήταν θέμα προθέσεων και συνείδησης.

          Από την εποχή του Γρηγορίου Ζ' (1073-1085) εμφανίζεται η ιδέα του  ιερού και δίκαιου πολέμου που θα έβρισκε εφαρμογή σε μια στρατιωτική επιχείρηση των Δυτικών, με ηγέτη τον ίδιο τον πάπα - κάτι που είναι καινοφανές - με σκοπό τη βοήθεια των χριστιανών της Ανατολής και την επανάκτηση χριστιανικών εδαφών, όχι μονάχα στην πρόσφατα χαμένη Αντιόχεια , αλλά μέχρι την Ιερουσαλήμ. Τον 11ο αιώνα και ενώ η πολιτική  στρατιωτική κατάσταση ήταν τεταμένη, η ιδέα του ιερού πολέμου  είχε ωριμάσει. Η «πρώτη σταυροφορία» είναι καινοτόμος αλλά έχει τις ρίζες της  σε μια μακρόχρονη διαδικασία κατά την οποία η άρνηση του πολέμου έδωσε  τη θέση της στην αποδοχή και στην ιεροποίησή του [1]

      Τον Νοέμβριο του 1095, στη σύνοδο του Κλερμόν, ο Ουρβανός Β' κήρυξε τη σταυροφορία. Επρόκειτο για την πρώτη από οκτώ μεγάλες εκστρατείες. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχε ο όρος σταυροφορία, αλλά μόνο σταυροφόροι ( crucesignati) οι οποίοι, με έναν σταυρό ραμμένο στο ρούχο τους και με την κραυγή Deus vult, δήλωναν ότι θα ανταποκρίνονταν στο κάλεσμα του πάπα. Ο Ουρβανός κήρυξε σε πολλά μέρη στη βόρεια Γαλλία και την Ιταλία, συνε­πικουρούμενος από επισκόπους και λαϊκούς κήρυκες, όπως τον Πέτρο τον Ερημίτη. Το εύρος της κινητοποίησης των μαζών δηλώνει τα πολλαπλά κί­νητρα: ιερός πόλεμος, προσκύνημα, αλλά και εσχατολογικές προσδοκίες.

  Οι μάζες έρχονται στο προσκήνιο της ιστορίας και αποκτούν συνείδηση μιας χριστιανικής ενότητας που «έχει ανάγκη» τον εχθρό: τους Μουσουλμάνους, καταρχήν, αλλά και τους Εβραίους. Έτσι, η Α' σταυροφορία συνδέθηκε με τις πρώτες μαζικές σφαγές Εβραίων στην Ευρώπη, στην περιοχή της  Ρηνα­νίας. Από την κεντρική Ευρώπη οι σταυροφορικές στρατιές κατευθύνθη­καν στη Μικρά Ασία, από εκεί έφτασαν στην Αντιόχεια, την οποία κατέλαβαν το 1098 μετά από μια πολύμηνη πολιορκία, για να καταλήξουν στην Ιερου­σαλήμ την οποία και κατέλαβαν το 1099. Οι κατακτήσεις αυτές είχαν απο­τέλεσμα τη δημιουργία τεσσάρων σταυροφορικών κρατών στη Συρία και την Παλαιστίνη.

         Οι εκστρατείες ακολούθησαν η μία την άλλη με τη συμμετοχή ισχυρών ηγεμόνων της Δύσης· στην Γ' σταυροφορία (1188-1192) πήραν μέρος οι βα­σιλείς Φίλιππος Αύγουστος και Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος, καθώς και ο αυ­τοκράτορας Φρειδερίκος Μπαρμπαρόσσα.  Η Δ' σταυροφορία (1202-1204) παρέκκλινε στην Κωνσταντινούπολη, έφερε την άλωση της πόλης, τη δη­μιουργία μιας λατινικής αυτοκρατορίας, την κατάκτηση της Κρήτης και του Μωριά .   Οι σταυροφορίες συνεχίστηκαν, αν όχι τακτικά πάντως αδιάλειπτα  έως το 1270, όταν ο βασιλιάς Λουδοβίκος Θ' πέθανε στην Τύνιδα, στον δρόμο  για την Ανατολή.

Οι σταυροφορίες, όποια κι αν ήταν τα υλικά κίνητρα για πολλούς από  αυτούς που συμμετείχαν σε αυτές, αποτελούσαν πάνω απ' όλα ένα «ένοπλο προσκύνημα» και οι σταυροφόροι έβλεπαν τον εαυτό τους ως προσκυνητή  [ ₂]. Τα βάσανα που υπέμεναν κατά το μακρύ ταξίδι θα τους επέτρεπαν  να  αναδειχτούν αντάξιοι του Ιησού και να κερδίσουν μια θέση στην επουράνια  Ιερουσαλήμ. 0 αγώνας για την απελευθέρωση του Πανάγιου Τάφου α­τούς «απίστους» χάριζε, σε όσους  έχαναν τη ζωή τους για τον σκοπό αυτό  τις δάφνες του μάρτυρα.


Η επίδραση των σταυροφοριών στον τομέα της οικονομίας ήταν πενιχρή μολονότι για καιρό οι ιστορικοί πίστευαν ότι η σημασία τους ήταν μεγάλη.  Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η εκστρατεία είχε υψηλό κόστος για τον εξοπλισμό και τη συντήρηση του σταυροφόρου και ενείχε, βέβαια, υψηλό κίνδυνο αυτός να πεθάνει στον δρόμο. Ορισμένοι, βέβαια, πλούτισαν είτε επειδή έμειναν στους Άγιους Τόπους είτε επειδή επέστρεψαν με λάφυρα. Τα οικο­νομικά κίνητρα, έστω και ως ψευδαισθήσεις, υπήρχαν, αλλά πολύ πιο καθοριστικά ήταν τα θρησκευτικά κίνητρα: συγχώρεση των αμαρτιών, μετάνοια υπόσχεση θεϊκής ανταμοιβής, ταύτιση με τους μάρτυρες της πίστης, εσχατολογικές  προσδοκίες. Συνδέοντας τα μυστικιστικά στοιχεία του προσκυνήμα­τος με τη λατρεία του Σταυρού, γεννήθηκε στη Δύση μια νέα θρησκευτικά ευαισθησία: η «πνευματικότητα της μετάνοιας».


Η σταυροφορία ήταν λοιπόν ο κατεξοχήν ιερός, χριστιανικός πόλεμος που  θεμελιώθηκε στον αυγουστίνειο ορισμό του δίκαιου πολέμου και θεωρήθηκε ενάρετη πράξη που εξασφαλίζει τη θεϊκή εύνοια στον  ουρανό και τη συγχώ­ρεση των αμαρτιών από τον πάπα επί της γης. Ο καινοφανής παράγοντας της αναγόρευσης σε ιερό πόλεμο μιας επιχείρησης που είναι καταρχήν επιθετική δεν θα πρέπει να παραπλανά. Πίσω από αυτήν την όψη, για τους πιστούς του  Mεσαίωνα υπάρχει μια διαφορετική πραγματικότητα. Ο χριστιανικός κόσμος θεωρούσε τον εαυτό του ένα κάστρο το οποίο απειλείται από παντού. Η  σταυροφορία αναδείχτηκε λοιπόν σε bellum justissimum και οι Άγιοι Τόποι  βασίλειο του Ιησού, το οποίο οι χριστιανοί όφειλαν πάση θυσία να επανακτήσουν   επειδή, όπως μαρτυρεί η κραυγή των σταυροφόρων, ήταν «θέλημα  Θεού». Η σταυροφορία γινόταν επίσης αντιληπτή ως  gesta Dei, ως θεϊκή παρέμβαση στην ιστορία που, διαμέσου των ανθρώπων, έδειχνε τον δρόμο προς τη σωτηρία. 
      Οι σταυροφορίες ενίσχυσαν την εξουσία του πάπα, συνέβαλαν στην  αυτοσυνείδηση  της ενότητας της χριστιανικής  Δύσης και βέβαια διεύρυναν το  ήδη  υπάρχον χάσμα ανάμεσα σε χριστιανούς, Μουσουλμάνους και Εβραίους, αλλά και εκείνο ανάμεσα στους χριστιανούς της Δύσης και σε εκείνους του Βυζαντίου.   





Rika Benveniste   Από τους Βαρβάρους στους Μοντέρνους . Κοινωνική Ιστορία και ιστοριογραφικά προβλήματα της Μεσαιωνικής Δύσης. Εκδόσεις Πόλις , 2007 



1  Flori, La Guerre Sainte et la formation de l’  idée  de la Croisante dans l’ Occident Chretien , Παρίσι 2001



2  A. Durpront, Du sacre. Croisades et pelerinages, Παρίσι 1987




 ΠΑΡΑΘΕΜΑ 2



Η ανάπτυξη της σταυροφορικής ιδέας

     Τα πρώτα σπέρματα της ιδέας του  ιερού πολέ­μου τέθηκαν στη Δύση τον 9ο αιώνα, όταν άρχισε να αναγνωρίζεται  ο θάνατος στη διάρκεια της μά­χης ως άξιος θείας ανταμοιβής και συνδυάσθηκε μά­λιστα με αγώνες για την προάσπιση της Εκκλη­σίας και των Χριστιανών γενικότερα εναντίον των επιθέσεων των Αράβων που είχαν εδραιωθεί στη  Σικελία. Τα σπέρματα αυτά ρίζωσαν  όμως και έδωσαν καρπούς κατά τα τέλη του 10ου και τον 11ο αιώνα. Κατά το διάστημα αυτό, τον 11ο κυρίως αι­ώνα, συνέβησαν σημαντικά γεγονότα, όπως η  εμφάνιση των πολεμιστών του Βορρά, των Νορμαν­δών στην ιταλική χερσόνησο, απειλητικό αντίπαλο της εκκλησίας της Ρώμης.
  Άλλο σημαντικό γεγονός ή­ταν το μεταρρυθμιστικό κίνημα, το όποιο εκδηλώ­θηκε στο εσωτερικό της Δυτικής Εκκλησίας. Το  κίνημα άρχισε στη μονή του Cluny τον 10ο αιώνα και οδήγησε στην αποδέσμευση της Εκκλησίας από το  Κράτος και στην τελική επικράτηση του πάπα ως της ανώτατης  πνευματικής και συγχρόνως  πολιτικής δύναμης στη Δύση. Θα πρέπει, τέλος, να  αναφερθεί η  ιδιαίτερη σημασία των προσπαθειών για την ανάκτηση της Ισπανίας, την οποία κατεί­χαν οι  Άραβες. Η  reconquista, δηλαδή οι  αγώνες για την απαλλαγή της Ισπανίας αρχικά και της Ιταλίας και Σικελίας στη συνέχεια από την αραβική παρουσία, που πήραν  τη μορφή ιερών αγώνων για την υπεράσπιση της Εκκλησίας και των Χρι­στιανών, έπαιξε σημαντικό ρόλο στη  δημιουργία της ιδέας του ιερού πολέμου στη Δύση, της σταυροφορι­κής ιδέας.  Έτσι, σιγά-σιγά εμφανίζεται η  νέα μορ­φή του Χριστιανού στρατιώτη, του miles Christi, και η  μορφή του ιππότη, εκείνου που τίθεται στην υπηρεσία της  Εκκλησίας για  να  τη  βοηθήσει να  αντιμετωπίσει τους εχθρούς της (εξωτερικούς, όπως οι  Μουσουλμάνοι, ή εσωτερικούς, όπως οι αιρετι­κοί ) , που γίνεται ο υπερασπιστής των αδυνάτων και των φτωχών, που πολεμάει σε  τελευταία ανάλυση για τη θρησκεία. Την εμφάνιση και επικράτηση της νέας αυτής μορφής του ιππότη ενισχύει η ίδια η Εκκλησία.
Πέραν, όμως, από τούς παράγοντες που μόλις αναφέρθηκαν, υπήρξε και μία σειρά άλλων παρα­γόντων που σχετίζονται με τη γενικότερη κατάστα­ση που επικρατούσε στη Δύση. Κατ' αρχήν κατά τη διάρκεια του 11ου αιώνα συμβαίνουν πολλές θεομη­νίες, όπως σεισμοί, λιμοί, πλημμύρες, που  σε συν­δυασμό με διάφορες εσχατολογικές παραδόσεις για το τέλος του κόσμου, δημιουργούν ένα ιδιάζον ψυ­χολογικό κλίμα φορτισμένο και από θρησκευτική έξαρση. Επιπλέον, οι θεομηνίες σε συνδυασμό με συχνές πολεμικές αντιπαραθέσεις και ληστρικές επι­δρομές εναντίον χωρικών, μονών και εκκλησιών εί­χαν δημιουργήσει μία κατάσταση, την οποία η  από την Εκκλησία εμπνευσθείσα Pax Dei (Ειρήνη του Θεού) ή Treuga Dei ( Ανακωχή του Θεού) δεν κα­τόρθωνε να θεραπεύσει. Για τους λόγους αυτούς είχε προκληθεί μεγάλη καταστροφή στις αγροτικές καλλιέργειες με  συνέπειες τις περιορισμένες πλέον δυνατότητες της ευρωπαϊκής γης, την αναστάτωση στην οικονομία, τη στροφή στο εμπόριο και γενικά τη μεγάλη αύξηση των κοινωνικών προβλημάτων. Έτσι  ο πλούτος των  Αγίων Τόπων (που τονίστη­κε από τον ίδιο τον πάπα Ουρβανό Β', όταν κήρυξε την Πρώτη Σταυροφορία στο Clermont τον Νοέμ­βριο του 1095), μαζί με την προοπτική δημιουρ­γίας εμπορικών βάσεων, απόκτησης γης, ακόμη και λαφύρων, και τέλος μαζί με την υπόσχεση για  άφεση των αμαρτιών έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη  συγκέντρωση ενός τεράστιου πλήθους «στρατιωτών του Χριστού», ενός πλήθους στο οποίο εκπροσωπούνταν όλες οι κοινωνικές τάξεις και το όποιο ξε­κίνησε γεμάτο ενθουσιασμό για τα  Ιεροσόλυμα. Στο πλήθος αυτό συμπεριλαμβάνονταν, εκτός  από τους ιππότες και τους άλλους πολεμιστές, και απλοί οικογενειάρχες που έσπευδαν στους  Αγίους Τόπους μαζί με όλη την οικογένεια τους και την περιουσία τους φορτωμένη σε άμαξες για να προσκυνήσουν, να βοηθήσουν στην απελευθέρωσή τους και να αναζητήσουν  ίσως, εκεί ένα νέο ξεκίνημα. Οι  άνθρω­ποι αυτοί αποτέλεσαν τη λεγόμενη «λαϊκή σταυρο­φορία»  και από αρκετούς ερευνητές θεωρήθηκαν ως οι μοναδικοί αληθινοί σταυροφόροι.


Η εικόνα που είχαν οι κάτοικοι της Δύσης για τους Σταυροφόρους


   Αν θελήσουμε να περιγράψουμε την εικόνα που  είχαν σχηματίσει οι κάτοικοι της Δύσης για τον πόλεμο που μόλις είχε κηρύξει ο πάπας , ακούγοντας όσα είπε ο  ίδιος  αλλά και όσα κήρυτταν οι εκ­πρόσωποι του ιερείς και μοναχοί που περιόδευαν στην ύπαιθρο και τις πόλεις της Ευρώπης προσπα­θώντας να εξασφαλίσουν τη συμμετοχή όσων ήταν δυνατόν περισσότερων ανθρώπων,   θα πρέπει να πούμε πως ήταν  ένας πό­λεμος που είχε ως σκοπό: 

 α) την υπεράσπιση των Εκκλησιών της  Ανατολής και την προσφορά βοή­θειας στους  αδελφούς  Χριστιανούς που  διώκονταν από τους άπιστους Μωαμεθανούς,
 β) την τιμωρία των άπιστων για την ύβριν, την προσβολή  προς τον Θεό, για τη σύληση και καταστροφή των ναών και για τις διώξεις των πιστών του και τελικά
γ) την απελευθέρωση των Ιεροσολύμων και τη διεύρυνση του χριστιανικού κόσμου.

Ο πόλεμος αυτός ήταν ιερός, επειδή κηρύχθηκε κατόπιν θείας επιταγής, και είχε θεία προέλευση. Η  προστασία εκ μέρους του Θεού  λοιπόν  ήταν εξασφαλισμένη,   ο  ίδιος εθε­ωρείτο αρχηγός και   συμπαραστάτης του στρατού στη μάχη και οδηγούσε τους πιστούς του στη νίκη (επειδή   βέβαια παρά τη θεία προστασία οι ήττες ήταν αναπόφευκτες, οι  σταυροφόροι τις απέδιδαν στην ύπαρξη αμαρτωλών στο στράτευμα). Την προ­στασία τους οι «στρατιώτες του Χριστού » την εξα­σφάλιζαν με προσευχές και κυρίως με το σύμβολο του σταυρού, το όποιο κατόπιν προτροπής του πάπα Ουρβανού είχαν ράψει στα ενδύματά τους, για να δηλώνουν με αυτό ότι ακλουθούν τον δρόμο του Χριστού και μιμούνται το  Πάθος Του.
Ο σταυρός αποτελούσε και το κοινό εξωτερικό γνώρισμα όσων συμμετείχαν στο κίνημα αυτό, σύμβολο σωτηρίας και προστασίας, το όποιο ήταν συνδεδεμένο και με την υπόσχεση  για σωτηρία της ψυχής που δίνονταν στους συμμετέχον­τες στην εκστρατεία. Ή εκστρατεία αυτή παραλλη­λιζόταν με την πορεία των  Ισραηλιτών στη Γη της  Επαγγελίας και συνοδευόταν από προφητείες, διη­γήσεις για θαύματα, μια έντονη παρουσία του υπερφυσικού  στοιχείου και μία έξαρση της λατρείας των ιερών λειψάνων, απόρροια της ιδιάζουσας ψυχολο­γικής  κατάστασης που επικρατούσε
 Οι σταυροφό­ροι ήταν ,  όπως εκείνοι,  ο εκλεκτός λαός του  Κυ­ρίου, χάρη σ' αυτούς αναβίωνε η  βιβλική εποχή στη  χριστιανική Δύση. Την εικόνα αυτή των σταυροφό­ρων στα μάτια των Δυτικών συμπλήρωνε και η  πε­ποίθηση ότι ο πάπας, ως  ο  πνευματικός αρχηγός και ως ο εκπρόσωπος του Θεού, ήταν ο μόνος αρμό­διος για την κήρυξη και την οργάνωση ενός ιερού πολέμου, όπως ήταν ο συγκεκριμένος αυτός πόλε­μος, και επομένως ήταν και ο ουσιαστικός αρχηγός του.
Εάν μελετήσει κανείς τους όρους  που χρησιμο­ποίησαν οι Λατίνοι συγγραφείς όταν έγραφαν την ιστορία των σταυροφοριών  θα διαπιστώσει ότι η  εικόνα που μόλις περιγράφηκε  διαγράφεται σαφέστα­τα μέσα από τις λέξεις. Θα πρέπει, πάντως, πρώτα να σημειωθεί ότι ο όρος crucesignatus (= αυτός που έχει το σήμα του σταυρού) ή cruciferous (αυτός που φέρει τον σταυρό), ο οποίος  στα ελληνικά αποδόθηκε με τη λέξη «σταυροφόρος» είναι μεταγενέ­στερος και απαντά  κυρίως από τα τέλη του 12ου αι. Συγκεκριμένα: η σταυροφορία ονομάζεται iter hierosolymitanum, hierosolymitana expedition,  pere­grination via Dei, via Jesu Christi, sancta via, expeditio Dei (πορεία στα 'Ιεροσόλυμα,   εκστρατεία στα 'Ιεροσόλυμα, προσκύνημα, δρόμος του Θεού, δρόμος του Ιησού  Χριστού, ιερή οδός, εκστρατεία του Θεού), οι σταυροφόροι milites Christi, athletae Christi, fideles Christi, peregrini Dei (στρατιώτες του Χριστού, αθλητές του Χριστού, πιστοί του Χρηστού, προσκυνητές του Θεού.
Γίνεται δηλαδή φανερό ότι οι δυτικοί συγγρα­φείς επιδιώκουν την προβολή ενός ιερού χαρακτήρα της  «πορείας»  ή του «προσκυνήματος» (η  χρήση του όρου αυτού δηλώνει και τη σχέση που είχε η συνήθεια του προσκυνήματος στους  Άγιους Τό­πους , συνήθεια παλαιά που  υφίσταται ήδη από τον 4ο αι. μετά την ανακάλυψη του  Αγίου Τάφου και του Σταυρού και την 'ίδρυση εκεί εκκλησιών από τον Κωνσταντίνο,  με τη δημιουργία  της ιδέας του ιερού  πολέμου στη χριστιανική Δύση). Η  εντύπωση αυτή επιτείνεται και από τους όρους, τούς ό­ποιους χρησιμοποιούν οι ίδιοι συγγραφείς  για τους αντιπάλους των Χριστιανών, που αναφέρονται ως infideles, gentiles, pagani (άπιστοι, εθνικοί) ή από χαρακτηρισμούς, που  έχουν άμεση σχέση με τη  θρη­σκευτική τους αντιπαράθεση με τούς Χριστιανούς: inimici Dei et nostri, satellites Diaboli, satellites Antichristi (εχθροί του Θεού και δικοί μας, δορυφόροι  του Διαβόλου, δορυφόροι του  Αντίχριστου).



Αθηνά Κόλια - Δερμιτζάκη ,  Συνάντηση Ανατολής και Δύσης στα εδάφη της Αυτοκρατορίας .Οι απόψεις των Βυζαντινών για τους σταυροφόρους [ Υλικό, Φυσικό και Πνευματικό Περιβάλλον στον Βυζαντινό και Μεταβυζαντινό Κόσμο 5 ], Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν, Αθήνα 1996






Τετάρτη, 11 Οκτωβρίου 2017

Εικονομαχία, Παραθέματα



Παραθέματα  για την Ιστορία της Β ΄Λυκείου, που  μπορεί  να ενταχθούν στο σχεδιασμό της διδασκαλίας – για την καλύτερη κατανόηση των ιστορικών ζητημάτων -   ή   κάποιας γραπτής αξιολόγησης των μαθητών.





1)   Εικονομαχία :  η σύγκρουση με τους μοναχούς και η πολιτική διάσταση

« Ο Κωνσταντίνος Ε' χρησιμοποίησε παραδειγματικά τον Ιππόδρομο ως πεδίο και όχημα πολιτικής προπαγάνδας. Έτσι, το 765, «εστηλίτευσε και ητίμασε το σχήμα των μοναχών επί του ιπποδρομίου» -όπως δηλώνει ο Θεοφάνης-, δηλαδή των βασικών αντιπάλων της εικονομαχικής του πολι­τικής, που νόμιζε ότι συνωμοτούσαν εναντίον του· έτσι, επέβαλε «σε κάθε μοναχό να κρατήσει από το χέρι μια γυναίκα και να παρελάσει μέσα στον Ιππόδρομο και να τους φτύνει και να τους βρίζει όλος ο λαός».    Η όλη επι­χείρηση, σε συμβολικό επίπεδο, είχε να κάνει με την επιστροφή τους στους κόλπους της κοινωνίας με το ένδυμα των λαϊκών. Κατά παρόμοιο τρόπο, ο ίδιος αυτοκράτορας οργάνωσε, πάλι στον Ιππόδρομο, τη διαπόμπευση και άλλων, κατά καιρούς, αντιπάλων του, έστω και αν εκείνοι συμμερίζονταν την εικονομαχική πολιτική του: αυτό έπραξε με δύο «ψευδωνύμους» πα­τριάρχες, τον Αναστάσιο, το 743 -που τον έβαλε να παρελάσει στον Ιππό­δρομο «επί όνου εξανάστροφα καθήμενοι», προτού τον αποκαταστήσει στον επισκοπικό του θρόνο-, και, στη συνέχεια, το 767, τον πατριάρχη Κωνσταντίνο: αφού εκείνος ξυλοκοπήθηκε άγρια και αναγνώσθηκε στην Αγία Σοφία, εις επήκοον του λαού, ο τόμος με τις εναντίον του κατηγορίες, τον οδήγησαν στον Ιππόδρομο, όπου «εκάθισαν αυτόν επί όνου σαγματωμένου εξανά­στροφα κρατώντα την ουράν αυτού” ενώ λίγες μέρες αργότερα τον θα­νάτωσαν* Αλλά την πιο περιβόητη διαπόμπευση ο αυτοκράτορας την επιφύλαξε σε έναν εκ των απορρήτων του, τον Γεώργιο τον επονομαζόμενο «Συγκλητική», όπως αποκαλείται σε εικονολατρικές πηγές, οι συγγραφείς των οποίων επιδίωκαν τον στιγματισμό  του αυτοκράτορα για τις υποτιθέμενες ομοφυλοφιλικές του τάσεις. Ο Γεώργιος  είχε  καταφύγει στον Άγιο Στέφανο τον Νεότερο προκειμένου να καρεί μοναχός.  Μέσα στον κατάμεστο Ιππόδρομο, του αφαίρεσαν το μαύρο ράσο , τον γύμνωσαν και τον έπλυναν, για να του φορέσουν ξανά το επίσημο ένδυμα  του  Συγκλητικού .

*  Θεοφάνους Χρονογραφία, τ.Γ΄, μτφρ Αρχιμανδρίτης  Ανανίας Κουστένης, Αθήνα, Αρμός  2007

  Ο Βυζαντινός κόσμος , Jean Claude Cheynet , τόμος Β, εκδόσεις Πόλις  2011, σελ 387



2 )  Εικονομαχία ∙ιδεολογικές και  πολιτικές απειλές

Η λεγόμενη περίοδος της Εικονομαχίας -με την αυστηρή έννοια του όρου, από το 730 έως το 787, και έπειτα από το 814 έως το 843- δεν είναι μια πε­ρίοδος βάρβαρη, που τη χαρακτήριζε περιφρόνηση για κάθε έκφανση πο­λιτισμού και παιδείας. Από τη σκοπιά της ιστορίας της τέχνης και μόνο, ακό­μη και οι δριμείες επικρίσεις των υπέρμαχων των εικόνων καταδεικνύουν την ύπαρξη μιας συγκεκριμένης μορφής τέχνης, όπου τα έργα τα παρήγγειλλαν οι ίδιοι οι αυτοκράτορες. Πρόκειται για μια κοσμική τέχνη, ελάχι­στα γνωστή -πράγμα που ισχύει και για τις επόμενες περιόδους-, η οποία όμως εγγραφόταν αναγκαστικά σε μια συνέχεια, πόσο μάλλον που οι εικονομάχοι αυτοκράτορες εμφανίζονταν ως οι συνεχιστές της Αυτοκρατορίας των προηγούμενων αιώνων, θέλοντας να συνδεθούν με τη δόξα της. Οι αντί­παλοι τους επέμεναν στο γεγονός ότι τέτοιου είδους διάκοσμοι, μάλλον κο­σμικής έμπνευσης, καθώς απεικόνιζαν σκηνές κυνηγιού και ζώα,  στο μυαλό των εικονολατρών, αποδείκνυε την ασέβεια των εικονομάχων αυτοκρατόρων. Κανένας, βέβαια, τέτοιος διάκοσμος δεν σώζεται, αλλά δεν είναι σίγουρο ότι εκείνοι διέφε­ραν αισθητά από τα σύνολα εικόνων που μας είναι γνωστά από τα δάπε­δα των παλαιοχριστιανικών βασιλικών.  Έχει υποστηριχθεί ότι είναι δύσκολο να κατανοήσουμε το δόγμα των εικονομάχων, αφού μας παραδόθηκε ακρωτηριασμένο και αλλοιωμένο, ίσως και υπό μορφήν καρικατούρας, από τους αντιπάλους τους. Η κατάσταση, ωστόσο, μοιάζει λιγότερο απελπιστική, αν δεχτούμε ότι αποφάσεις και πο­λιτικές αντιπαραθέσεις στηρίζονται σε συστήματα ιδεών, για να μην πού­με ιδεολογίες, και δεν τα αντικατοπτρίζουν απλώς. Μπορεί, λοιπόν, να μη γνωρίζουμε τι ακριβώς σκέφτονταν οι εικονομάχοι αυτοκράτορες για τις ει­κόνες, είμαστε όμως τουλάχιστον σε θέση να αντιληφθούμε πού ήθελαν να καταλήξουν. Η αντιπαράθεση για τις εικόνες, παρά την αδιαμφισβήτητη ση­μασία της, δεν ήταν αναγκαστικά ο μόνος απώτερος στόχος.  Μία από τις έγνοιες του Λέοντος Γ' και του Κωνσταντίνου Ε' ήταν να αποκατασταθεί το αυτοκρατορικό κύρος και να συνδεθεί με τη ρωμαϊκή πα­ράδοση. Μάλλον εύκολα μαντεύουμε πώς, στο μυαλό του Λέοντος Γ', η ει­λικρινής επιφυλακτικότητα μπροστά στις εικόνες του Χριστού μετατράπηκε σε ανησυχία για τις θρησκευτικές εικόνες που πολλαπλασιάζονταν, υπό την καθοδήγηση μοναχών που διέθεταν κάποια ανεξαρτησία από την κοσμική εξουσία. Αντιλαμβανόμαστε γιατί ο Λέων Γ' αισθάνθηκε τη δημοτικότητα των θρησκευτικών εικόνων ως απειλή για την εικόνα του αυτοκράτορα, η οποία παλαιότερα ήταν το υπόβαθρο για την αναγνώριση της αυτοκρατο­ρικής  εξουσίας. Σε τέτοιες σκέψεις πρέπει να στήριξε ο αυτοκράτορας την απόφασή του να παρέμβει στο ζήτημα των εικόνων. Ο Κωνσταντίνος Ε' δια­μόρφωσε αργότερα ένα δόγμα πολύ πιο σύνθετο θεολογικά. Η Εικονομα­χία αναπτύχθηκε ως αντίδραση στη διάδοση της λατρείας των εικόνων, βά­ζοντας όμως, παραδόξως, σε πρώτο πλάνο τη δύναμη της εικόνας, που κα­θιστούσε κάθε εικόνα ένα δυνάμει είδωλο. Ο ιερός χαρακτήρας της εικό­νας περιβάλλεται έτσι, κατά κάποιον τρόπο, με μια νέα νομιμότητα, που επρόκειτο τελικά να θριαμβεύσει. Από αυτή την άποψη, η ανάπτυξη της Ει­κονομαχίας όχι μόνο αποδείχτηκε μια αποτυχημένη απόπειρα να παρασυρθεί ο βυζαντινός κόσμος σε νέους δρόμους, μακριά από την ελληνορωμαϊκή πα­ράδοση, αλλά και αποτελούσε μια κρίση, την οποία προκάλεσε μια εξέλιξη διόλου ευπρόσδεκτη, που όμως, μέσω της κρίσης αυτής και παρά την επι­θυμία επιστροφής στο παρελθόν, πέτυχε τελικά τον στόχο της.

Ο Βυζαντινός κόσμος , Jean Claude Cheynet , τόμος Β, εκδόσεις Πόλις  2011, σελ 533