Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

" Πέρασε τη ζωή του γράφοντας ποιήματα με τη γομολάστιχα"




Ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της γενιάς του '70  ο Αργύρης Χιόνης πέθανε το απόγευμα των Χριστουγέννων (25-12-2011) από καρδιακή προσβολή.







 Γεννήθηκε το 1943 στην Αθήνα. 'Αρχισε να εργάζεται σε πολύ μικρή ηλικία και άλλαξε αρκετά επαγγέλματα. Σε ηλικία 28 ετών γράφεται στο Πανεπιστήμιο του 'Αμστερνταμ και σπουδάζει ιταλική φιλολογία. Επί είκοσι έτη (1967-1977 και 1982-1992), έζησε σε χώρες της Βόρειας Ευρώπης. Κατά τη δεκαετία 1982-1992, εργάστηκε, ως μεταφραστής, στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το 1992, παραιτήθηκε από τη θέση αυτή και, έκτοτε, ζούσε στο χωριό Θροφαρί της ορεινής Κορινθίας, όπου ασχολούνταν  με την ποίηση και τη γεωργία, όπως χαρακτηριστικά λέει στο βιογραφικό που συνοδεύει τα βιβλία του.

Η ποίησή του χαρακτηρίζεται από αυτοβιογραφικά στοιχεία, με έντονο το στοιχείο της παραδοξότητας και του σαρκασμού σε συνεχή συνομιλία όμως με μια υπαινικτική εσωτερικότητα η οποία υποβάλλει και ενισχύει ναι μεν τη πίστη στο παράλογο και μάταιο της ύπαρξης από τη μια αλλά και τη κατάφαση στη ζωή απ΄την άλλη.

 Συνέντευξή του που δημοσιεύτηκε στο  περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 513

 «Ό,τι περιγράφω με περιγράφει». Πείτε μας δυο λόγια για τον τίτλο του πρόσφατου βιβλίου σας.
Στα ποιητικά βιβλία μου έδινα, πάντα, τίτλους που εμπνέονταν είτε από το πιο σημαδιακό, κατά την άποψή μου, ποίημα είτε από την πιο χαρακτηριστική ενότητα ποιημάτων της εκάστοτε συλλογής. Αυτή τη φορά, ωστόσο, αποφάσισα να διαλέξω έναν τίτλο που να καλύπτει όχι μόνο το παρόν βιβλίο, αλλά και όλο το προηγούμενο, καθώς και όλο το επόμενο, ελπίζω, έργο μου. Στα 67 μου χρόνια, έχω πλέον συνειδητοποιήσει πως, από τα πρώτα ποιήματά μου μέχρι σήμερα, δεν έχω κάνει τίποτε άλλο από το να αυτοβιογραφούμαι. Ό,τι, λοιπόν, αφηγούμαι με αφηγείται και ό,τι οριοθετώ με οριοθετεί. Αυτές είναι δύο από τις έννοιες του ρήματος «περιγράφω».

Το βιβλίο συνοδεύεται από CD με απαγγελία, καθώς και μελοποίηση ποιημάτων. Η ποίηση: ανάμεσα στον λόγο και την εκφορά του, στην όραση και την ακοή;
Πάντα πίστευα ότι η ποίηση (εκτός από αυτή που αποκαλούμε «ποίηση γραφείου», δηλαδή κατασκευή) πρέπει να διαβάζεται φωναχτά. Τους αγαπημένους μου ποιητές έτσι τους διαβάζω, μόνος μου, στο σπίτι,  έτσι διαβάζω και τα ποιήματά μου την ώρα που τα γράφω, στίχο τον στίχο, για να ελέγχω τη μουσική τους. Ήταν, λοιπόν, ευχής έργο που ο φίλος μου ο Σάμης [Γαβριηλίδης] δέχτηκε να συνοδεύσουμε αυτό το βιβλίο με απαγγελίες του μεγαλύτερου μέρους του. Ευχής έργο ήταν επίσης να αναλάβουν τη μελοποίηση δύο ποιημάτων οι αγαπημένοι φίλοι μου Νίκος Ζούδιαρης και Φοίβος Βλάχος, και να τραγουδηθεί, το πρώτο, από τον Χρήστο Θηβαίο με τη θαμπή ασημοκαπνισμένη φωνή του.

«Πέρασε τη ζωή του,/ γράφοντας ποιήματα/ με τη γομολάστιχα». Στη δωδέκατη, πλέον, συλλογή σας, με το διαυγές απόσταγμα του αναστοχασμού. Πώς βλέπετε εκ των υστέρων την πορεία της γενιάς σας; Πώς βιώνετε πλέον την ποιητική εμπειρία;
Η γομολάστιχα ευθύνεται όσο και το μολύβι για ό,τι έχω γράψει μέχρι στιγμής. Πάσχιζα και πασχίζω ακόμη να είμαι όσο μπορώ πιο λιτός, πιο περιεκτικός∙ επομένως, το μολύβι έγραφε και η γομολάστιχα έσβηνε, επί 55 χρόνια. Όσο για την πορεία της γενιάς μου, δεν ξέρω τι να σας πω, γιατί δεν πιστεύω στις ποιητικές γενιές ή γιατί πιστεύω ότι οι γενιές είναι μια επινόηση επιτηδείων, όπως αυτές που γίνονται για την προώθηση ενός νέου απορρυπαντικού ή μιας πιο σύγχρονης ηλεκτρικής συσκευής. Η ποίηση είναι μία, διαρκής και αδιαίρετη, και όποιος την υπηρετεί σωστά δεν χρειάζεται την κάλυψη των «γενεών». 

Μιλούμε συχνά για έναν «αντιποιητικό κόσμο». Πώς βλέπετε την ποίηση σήμερα; Αισιοδοξείτε για το μέλλον της; Τι ρόλο θα θέλατε να παίζει στην εποχή μας;
Δεν υπάρχει «αντιποιητικός κόσμος», επειδή, απλούστατα, δεν υπάρχει ούτε «ποιητικός κόσμος». Η ποίηση είναι μια πολύ μοναχική ενασχόληση. Ένας άνθρωπος, κλεισμένος ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους, γράφει στίχους, επιδιώκοντας, μέσω της τέχνης, παραμυθία για το παράλογο της ύπαρξης και για τον τρόμο του θανάτου. Κάποιοι άλλοι, που έχουν την ίδια ανάγκη για παραμυθία, αλλά δεν διαθέτουν το χάρισμα της έκφρασης, προσφεύγουν στους στίχους αυτούς και, στην ιδανική περίπτωση, ταυτίζονται με τον ποιητή και γίνονται, έτσι, συνδημιουργοί. Δεν είναι πολλοί αυτοί, ποτέ δεν ήσαν, αλλά είναι εκλεκτοί, γι’ αυτό και αισιοδοξώ για το μέλλον της ποίησης.
Ο ρόλος που θα ’θελα να παίζει η ποίηση, είναι ο ρόλος που πάντα έπαιζε∙ αυτός του θεματοφύλακα της γλώσσας. Και είμαι σίγουρος ότι θα συνεχίσει να τον παίζει, αν πάψουμε να τη στραμπουλίζουμε, στο όνομα κάποιων θνησιγενών –ισμών.

Βρυξέλλες – Θροφαρί Κορινθίας: μια πορεία από τις μεγαλουπόλεις της Δύσης προς έναν συνειδητό, όχι όμως απόκοσμο, αναχωρητισμό. Τι αναζητήσατε, τι βρήκατε, τι ψάχνετε ακόμα;
Για την ακρίβεια, Αθήνα, Παρίσι, Άμστερνταμ, Βρυξέλλες, Θροφαρί. Στο μεσοστράτι επάνω της ζωής μου, δηλαδή στα 49 μου χρόνια, αποφάσισα να εγκαταλείψω το σκοτεινό ρουμάνι των μεγαλουπόλεων και να εγκατασταθώ σ’ αυτό το μικρό, φωτεινό χωριό που ο Άγγελος Σικελιανός και ο Αστέρης Κοβατζής έχουν αποκαλέσει «μπαλκονάκι της Κορινθίας». Αυτό δεν σημαίνει ότι είμαι αναχωρητής. Απλώς, παρακολουθώ, εξ αποστάσεως, τα τεκταινόμενα στις μεγαλουπόλεις και μετέχω, εκ του σύνεγγυς, στα εδώ τεκταινόμενα, δηλαδή στην καλλιέργεια της γης, στη συγκομιδή των καρπών, στην εκλογή παρέδρου και δημάρχου, στη διαδοχή των εποχών και στη, δυστυχώς, αμετάκλητη, αλλά, ευτυχώς, ειρηνική ροή του χρόνου.
Αυτό που ψάχνω ακόμη, αλλά σίγουρα δεν θα το βρω, είναι ο τέλειος στίχος.

Το οριζόντιο ύψος 
Μια φορά και έναν καιρό, πλάι σε ένα πανύψηλο υπερήφανο κυπαρίσσι, ζούσε μια ελάχιστη ταπεινή αγριάδα, που ζήλευε το μπόι του κυπαρισσιού κι ήθελε να το φτάσει, γι’ αυτό και τεντωνότανε αδιάκοπα στις μύτες των ριζών της, πασχίζοντας να σηκωθεί πιο πάνω από το χώμα. Μάταιη προσπάθεια και αρκετά οδυνηρή γιατί, κάθε φορά που έκανε αυτή τη γυμναστική, για μέρες μετά την πόναγε ανυπόφορα η μέση της.
Το κυπαρίσσι, που παρακολουθούσε αφ’ υψηλού τον αγώνα της αγριάδας, σειόταν και λυγιόταν καμαρωτό και της έλεγε υπεροπτικά, με προφορά σχεδόν εγγλέζικη, της Οξφόρδης: “Δεν γνωρίζετε τι χάνετε αγαπητή μου αγριάδα, εκεί στην επιφάνεια του εδάφους όπου βρίσκεσθε. Δίχως να θέλω διόλου να υπερηφανευθώ, σας πληροφορώ ότι από την κορυφή μου έχω απεριόριστη θέα του κόσμου και θα ήταν ακόμα πιο απεριόριστη, θα έβλεπα ως τη Γουατεμάλα, αν κάποια αναιδή βουνά, γύρω τριγύρω, δεν την περιόριζαν. Ωστόσο ευελπιστώ ή, μάλλον έχω τη βεβαιότητα ότι η βροχή θα λιώσει, σιγά σιγά, αυτά τα αναιδή βουνά και τότε θα δω τη Γουατεμάλα. Το σχέδιο αυτό είναι βεβαίως μακροπρόθεσμο, αλλά μπορώ να περιμένω, αφού ως γνωστόν, ζω επτακόσια χρόνια”.
Η αγριάδα αν και δεν ήξερε ούτε που βρίσκεται αυτή η Γουατεμάλα ούτε αν τα βουνά λιώνουν από τη βροχή ούτε, ακόμη, αν είναι πολλά τα επτακόσια χρόνια, ακούγοντας αυτά τα ανήκουστα λόγια, ένιωθε την καρδιά της να μαραζώνει και, τις νύχτες που κοιμόταν, έβλεπε πάντα το ίδιο όνειρο. Ψήλωνε, λέει, ψήλωνε τόσο, που ξεπερνούσε κατά πολύ στο μπόι το κυπαρίσσι, ξεπερνούσε ακόμη και τα πιο ψηλά βουνά κι έβλεπε από κει πάνω όχι μόνο τη Γουατεμάλα αλλά και το Ακαλακούμπα, χώρα ακόμα πιο μακρινή, ακόμα πιο ωραία, όπου οι άνθρωποι χόρευαν ένα γρήγορο χορό που τόνε λέγανε ρούμπα. Βέβαια όταν ξύπναγε το πρώτο πράγμα που έβλεπε μπροστά της ήταν ένα σαλιγκάρι τόσο αργοκίνητο, που έμενε στο οπτικό πεδίο της όλη τη μέρα, προκαλώντας της κατάθλιψη και κάνοντας την να μην βλέπει την ώρα πότε θα ξανανυχτώσει, για να κοιμηθεί και να ονειρευτεί το μακρινό Ακαλακούμπα και τον γρήγορο χορό που τόνε λένε ρούμπα.
Έτσι ζούσαν κυπαρίσσι και αγριάδα, πλάι πλάι, αλλά το καθένα στον κόσμο του, ώσπου μια μέρα φθινοπωρινή (χρόνια πολλά, πάρα πολλά πριν τα επτακόσια), που ο ουρανός είχε ένα χρώμα μολυβί, μια λάμψη ξαφνική, ονόματι αστροπελέκι, χτύπησε κατακέφαλα το κυπαρίσσι και το έκαψε. Η βροχή που ακολούθησε, μπόρα τρικούβερτη, αντί να λιώσει τα βουνά που του κρύβαν τη Γουατεμάλα, τη στάχτη του έλιωσε και γκρίζα λάσπη την υπερηφάνεια του έκανε.
Η αγριάδα, άναυδη στην αρχή, όταν συνήλθε κάπως, μακάρισε το ελάχιστο της μπόι και θρήνησε το κυπαρίσσι, που -πως να το κάνουμε;- αν και φλύαρο και υπερφίαλο, της είχε χαρίσει το όνειρο των μεγάλων αποστάσεων, του απέραντου κόσμου.
Μετά απ’ αυτό το θλιβερό γεγονός, σταμάτησε την έτσι κι αλλίως ανώφελη γυμναστική της και μόνο αραιά και που έβλεπε στον ύπνο της το εξωτικό Ακαλακούμπα. Κανένας όμως πια δεν χόρευε εκεί τη ρούμπα.
Ήτανε, βέβαια, ακόμα νεαρά και εστερείτο πείρας, που καν δεν γνώριζε τις φυσικές τις ιδιότητες. Έτσι, ένα ανοιξιάτικο πρωί, παραξενεύτηκε πολύ, νίωθοντας να τη φαγουρίζουνε οι ρίζες της, κι ακόμα πιο πολύ παραξενεύτηκε σαν είδε, δύο μέρες τρεις αργότερα, λίγο πιο κεί, μεσ’ απ’ το χώμα να προβάλει ένα μικρό, χλωροπράσινο βλαστάρι αγριάδας.
“Μπα, καινούργια απόχτησα γειτόνισσα!” ήταν η πρώτη σκέψη της, αλλά όταν είπε “καλωσόρισες, γειτόνισσα”, άκουσε, την ίδια ακριβώς στιγμή, να λέει και το βλαστάρι τα ίδια λόγια, να την καλοσωρίζει δηλαδή με την φωνή της. Το ίδιο έγινε, ακριβώς, άλλες δύο μέρες τρεις αργότερα, όταν καινούργιο εμφανίστηκε, πιο πέρα, βλασταράκι.
Μπορεί, λοιπόν, να ήταν άπειρη, αλλά κουτή δεν ήταν.Έτσι, κατάλαβε ότι στον εαυτό της μίλαγε, αφού τα νέα αυτά βλαστάρια από τις ρίζες της ξεπήδαγαν και σαρξ εκ της σαρκός της ήσαν.
Λόγια πολλά για να μην λέμε και χρόνο να μην κλέβουμε απ’ την αιωνιότητα, μέσα σε χρόνια ελάχιστα, πολύ πιο λίγα από τα επτακόσια, η αγριάδα είχε ρίζα τη ρίζα, καταβολάδα τη καταβολάδα, βλαστάρι το βλαστάρι, όλο το κάμπο καταχτήσει κι όλα τα βουνά ως τη κορφή τους και πιο πέρα. Για το πιο πέρα δεν μπορώ να πω, τα μάτια μου μονάχα ως τις βουνοκορφές την ακολούθησαν, πιο πέρα δεν άντεξαν. Έμαθα ωστόσο, από έγκυρες πηγές, πως έφτασε στο Ακαλακούμπα και πως στο δροσερό και καταπράσινο χαλί της χορεύουν τώρα γυμνοπόδαροι εραστές τη ρούμπα.
Επιμύθιο Ι: Όσο πιο κοντά στη γη βρίσκεσαι, τόσο πιο μακριά από τ’ αστροπελέκια είσαι.
Επιμύθιο ΙΙ: Δια του οριζοντίου ύψους, η απόστασις, εως το Ακαλακούμπα, καλύπτεται εις χρόνον κατά πολύ συντομότερον των επτακοσίων ετών.
(Η  ποιητική αυτή ιστορία είναι από το βιβλίο: “Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες”)




Έργα του:

Ποίηση:


    * Απόπειρες φωτός. Αθήνα, Δωδεκάτη ώρα, 1966.
    * Σχήματα Απουσίας. Αθήνα, Αρίων, 1973.
    * Μεταμορφώσεις. έκδοση του ιδίου, Αθήνα 1974.
    * Τύποι ήλων. Θεσσαλονίκη, Εγνατία / Τραμ, 1978.
    * Λεκτικά τοπία. Αθήνα, Καστανιώτης 1983.
    * Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη. Αθήνα, Υάκινθος, 1986.
    * Εσωτικά τοπία. Αθήνα, Νεφέλη, 1991,1999.
    * Ο ακίνητος δρομέας. Αθήνα, Νεφέλη, 1996, 2000.
    * Ιδεογράμματα. Θεσσαλονίκη, Τα τραμάκια, 1997.
    * Τότε που η σιωπή τραγούδησε και άλλα ασήμαντα περιστατικά. Αθήνα, Νεφέλη, 2000.
    * Στο υπόγειο. Αθήνα, Νεφέλη, 2004.
    * Η φωνή της σιωπής: Ποιήματα 1966-2000. Αθήνα, Νεφέλη, 2006.
    * Μέρες ποίησης [συλλογικό έργο]. Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2007.
    * Ό,τι περιγράφω με περιγράφει, Ποίηση δωματίου Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2010.
    * Παίγνια [συλλογικό έργο]. Αθήνα, Futura, 2011.


Αφηγήματα
:
   
* Ιστορίες μιας παλιάς εποχής που δεν ήρθε ακόμα. Αθήνα, Αιγόκερως, 1981.
    * Ο αφανής θρίαμβος της ομορφιάς. Αθήνα, Πατάκης, 1995.
    * Τρία μαγικά παραμύθια. Αθήνα, Πατάκης, 1998.
    * Όντα και μη όντα. Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2006.
    * Περί αγγέλων και δαιμόνων. Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2007.
    * Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες. Αθήνα, Κίχλη, 2008.
    * Το μήνυμα και άλλες δύο φάρσες - Ο ρήτορας ή ο κανιβαλισμός: Αυτός εκτός και εντός του κοστουμιού του (τρία μονόπρακτα). Αθήνα, Κίχλη, 2009.



Βραβεία: Κρατικό Βραβείο Διηγήματος 2009, εξ ημισείας με τον Τόλη Νικηφόρου για Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες, Κίχλη 2008.

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2011

Περιγραφές και εικονοποιία στον Παπαδιαμάντη



Οι περίφημες παπαδιαμαντικές περιγραφές λοιπόν! Αυτές που μετεωρίζονται ανάμεσα την Ποίηση και στη Ζωγραφική. Αυτές που τελικά έχουν ανοίξει και πιο μακρινούς δρόμους, δρόμους που οδηγούν στην ανθρώπινη ψυχή και τα ονείρατά της..


«Η λειτουργία των περιγραφών στον Παπαδιαμάντη, στις οποίες εκδηλώνεται με όλη της την ένταση η ποιητικότητα της παπαδιαμαντικής γλώσσας, δεν περιορίζεται στη μετάδοση των αναγκαίων ρεαλιστικών πληροφοριών για το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζουν, κινούνται και δρουν οι χαρακτήρες. Οι περιγραφές επιτελούν και μια λειτουργία οδηγητική για τον αναγνώστη, ώστε να συλλάβει το βαθύτερο νόημα του διηγήματος. Αυτό γίνεται δυνατό κάθε φορά που τόποι, τοπία ή εξωτερικές εικόνες, επειδή περιγράφονται με τρόπο αφαιρετικό ή μεταφορικό που υπογραμμίζει την αναλογία τους με κάτι άλλο, ανάγονται τελικά σε σύμβολα ποιητικά.», γράφει η Ε. Πολίτου – Μαρμαρινού.


 Στο « Όνειρο στο κύμα», για παράδειγμα, η περιγραφή του φυσικού τοπίου ή του ερωτικού ινδάλματος παραπέμπουν στην εικονοποιία του Συμβολισμού, αντιστοιχούν με ψυχικές καταστάσεις του ήρωα. Να θυμηθούμε την υπέροχη εικονοπλασία του ειδυλλιακού θαλασσινού τοπίου και του εσπερινού  μπάνιου  του ήρωα. Θέλγεται τόσο από την ομορφιά  της θάλασσας ώστε νιώθει πως εξαγνίζεται μέσα της,  πως ενώνεται μαγικά  και ερωτικά μαζί της, πως αποτελεί μέρος της..


« Μίαν εσπέραν, καθώς είχα κατεβάσει τα γίδια μου κάτω εις τον αιγιαλόν, ανάμεσα εις τους βράχους, όπου εσχημάτιζε χιλίους γλαφυρούς κολπίσκους και αγκαλίτσες το κύμα, όπου αλλού εκυρτώνοντο οι βράχοι εις προβλήτας και αλλού εκοιλαίνοντο εις σπήλαια· και ανάμεσα εις τους τόσους ελιγμούς και δαιδάλους του νερού, το οποίον εισεχώρει μορμυρίζον, χορεύον με άτακτους φλοίσβους και αφρούς, όμοιον με το βρέφος το ψελλίζον, που αναπηδά εις το λίκνόν του και λαχταρεί να σηκωθή και να χορεύση εις την χείρα της μητρός που το έψαυσε — καθώς είχα κατεβάσει, λέγω, τα γίδια μου διά ν' “αρμυρίσουν” εις την θάλασσαν, όπως συχνά εσυνήθιζα, είδα την ακρογιαλιάν που ήτον μεγάλη χαρά και μαγεία, και την “ελιμπίστηκα”, κ' ελαχτάρησα να πέσω να κολυμβήσω. Ήτον τον Αύγουστον μήνα. Ανέβασα το κοπάδι μου ολίγον παραπάνω από τον βράχον, ανάμεσα εις δύο κρημνούς και εις ένα μονοπάτι το οποίον εχαράσσετο επάνω εις την ράχιν. Δι αυτού είχα κατέλθει, και δι' αυτού έμελλα πάλιν να επιστρέψω εις το βουνόν, την νύκτα εις την στάνην μου. Άφησα εκεί τα γίδια μου διά να βοσκήσουν εις τα κρίταμα και τας αρμυρήθρας, αν και δεν επεινούσαν πλέον. Τα εσφύριξα σίγα διά να καθίσουν να ησυχάσουν και να με περιμένουν. Με άκουσαν κ' εκάθισαν ήσυχα. Επτά ή οκτώ εξ αυτών τράγοι ήσαν κωδωνοφόροι και σα ήκουον μακρόθεν τους κωδωνισμούς των, αν τυχόν εδείκνυον συμπτώματα ανησυχίας.
Εγύρισα οπίσω, κατέβην πάλιν τον κρημνόν, κ έφθασα κάτω εις την θάλασσαν. Την ώραν εκείνην είχε βασιλέψει ο ήλιος, και το φεγγάρι σχεδόν ολόγεμον ήρχισε να λάμπη χαμηλά, ως δύο καλαμιές υψηλότερα από τα βουνά της αντικρινής νήσου. Ο βράχος ο δικός μου έτεινε προς βορράν, και πέραν από τον άλλον κάβον προς δυσμάς, αριστερά μου, έβλεπα μίαν πτυχήν από την πορφύραν του ήλιου, που είχε βασιλέψει εκείνην την στιγμήν.
Ήτον η ουρά της λαμπράς αλουργίδος που σύρεται οπίσω, ή ήτον ο τάπης, που του έστρωνε, καθώς λέγουν, η μάννα του, διά να καθίση να δειπνήση.
Δεξιά από τον μέγαν κυρτόν βράχον μου, εσχηματίζετο μικρόν άντρον θαλάσσιον, στρωμένον με άσπρα κρυσταλλοειδή κοχύλια και λαμπρά ποικιλόχρωμα χαλίκια, που εφαίνετο πως το είχον ευτρεπίσει και στολίσει αι νύμφαι των θαλασσων. Από το άντρον εκείνο ήρχιζεν ένα μονοπάτι, διά του οποίου ανέβαινε τις πλαγίως την απότομον ακρογιαλιάν, κ έφθανεν εις την κάτω πόρταν του τοιχογυρίσματος του κυρ Μόσχου, του οποίου ο ένας τοίχος έζωνεν εις μήκος εκατοντάδων μέτρων όλον τον αιγιαλόν.
Επέταξα αμέσως το υποκάμισον μου, την περισκελίδα μου, κ' έπεσα εις την θάλασσαν. Επλύθην, ελούσθην, εκολύμβησα επ' ολίγα λεπτά της ώρας. Ησθανόμην γλύκαν, μαγείαν άφατον, εφανταζόμην τον εαυτόν μου ως να ήμην έν με το κύμα, ως να μετείχαν της φύσεως αυτού, της υγράς και αλμυράς και δροσώδους»


«Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «ει­καστικός» συγγραφέας, αφού τροφο­δοτεί τον αναγνώστη με εικόνες και σκηνές που λειτουργούν σαν πίνακες εν κινήσει. Δεν βλέπουμε δηλαδή σ' αυτόν απλώς έναν εκπρόσωπο της ηθογραφίας, ο οποίος στο πλαίσιο του ρεαλισμού επιχειρεί να αποδώσει την πραγματικότητα, τη δική του πραγμα­τικότητα, με αληθοφάνεια και σαφή­νεια. Βλέπουμε, βέβαια, μέσα στα έργα του τη ρεαλιστική ακρίβεια της περιγραφής, αλλά αυτή δεν είναι δια­κοσμητική, αφού η ποιητικότητα της γραφής του και η ποικιλότητα της γλώσσας του δημιουργεί δυναμικούς πίνακες εν κειμένω, ζωγραφικά έν­θετα μέσα στο διήγημα, εγκιβωτισμένες προσωπογραφίες και σκηνές μέσα στην αφήγηση.», παρατηρεί ο Γιώργος Περαντωνάκης.

Ο Αλ. Παπαδιαμάντης είναι «οπτι­κός», αφού χρησιμοποιεί μια πλειάδα εικόνων για να περάσει στον ανα­γνώστη τις ιδέες του. Δεν επείγεται, λοιπόν, να προσπεράσει τον τόπο στον οποίο εξελίσσεται κάθε δράση, αλλά συχνά επιμένει με χαρτογρα­φική πολλές φορές προοπτική στη φύση, στην τοπιογραφία, στο χώρο ως σκηνικό μιας εξελισσόμενης τρα­γωδίας. Παράλληλα, σκιαγραφεί άλ­λοτε πιο αναλυτικά κι άλλοτε μόνο με αδρές πινελιές τα πρόσωπα του, ώστε ο αναγνώστης να συγκρατήσει τη μορφή τους, την αμφίεση τους, τα χαρακτηριστικά τους κ.λπ. και πάνω σ' αυτά τα εξωτερικά γνωρίσματα να αντιληφθεί τον κοινωνικό τους τύπο, άλλοτε στερεοτυπικό και άλλοτε εξα­τομικευμένο, αλλά και τον ρόλο που ο συγγραφέας έχει επιφυλάξει στο καθένα. 

Θα μπορούσε να διακρίνει κανείς δύο βασικές πηγές στην εικονοποιία του Αλ. Παπαδιαμάντη:
 1) τη βιωματική του σχέση με τα χωριά της Σκιάθου και τις γειτονιές της Αθήνας, που αποβαίνει τροφοδότης της μνήμης, με την οποία συνθέτει αυτοβιογρα­φικά τα περισσότερα από τα έργα του. Η παρατήρηση είναι φορέας μί­μησης, διυλισμένης από τις ερμηνευ­τικές αρχές και πρίσματα του διηγη­ματογράφου
2) την αναγνωστική του πρακτική που τον αρδεύει με λε­κτικές απεικονίσεις και γλωσσικά σχήματα, περιγραφές και «αφηγημα­τικές εικόνες» από άλλα κείμενα (από την Αγία Γραφή, τα λοιπά χριστιανικά κείμενα, την αρχαιοελληνική γραμ­ματεία, τη μυθολογία  κ.λπ.), τα οποία χρησιμοποιούνται διακειμενικά ώστε ο πεζο­γράφος να αποδώσει ρεαλιστικά ή εξιδανικευμένα, δηλαδή ιδεολογικά, τα τοπία και τους χαρακτήρες του.

Ο Αλ. Παπαδιαμάντης με τις εικόνες του ορθώνει μπροστά στον αναγνώ­στη τη δική του Σκιάθο, τα δικά του σκηνικά, τις δικές του προσωπογρα­φίες, ώστε να τον εμβάλει στην ατμό­σφαιρα που θέλει.
Ακόμα περισσό­τερο προσπαθεί να ικανοποιήσει τρεις στόχους, που ξεπερνούν την απλοϊκή ανάγκη για σκηνοθετικές οδηγίες. Αφενός, στο πλαίσιο της ηθογραφίας επιδιώκει να εξωραΐσει την πραγματικότητα, ώστε να απο­δώσει με πειθώ την ομορφιά της υπαίθρου και την εθνική αξία του λαϊ­κού βίου. Προς αυτήν την κατεύ­θυνση τονίζει ιδεαλιστικά τη φύση ως χώρο θεϊκού κάλλους και ανθρώπι­νης προπτωτικής ελευθερίας και εξι­δανικεύει τον απλό άνθρωπο της υπαίθρου. Αφετέρου, ξεπερνά την ωραιοποίηση για να καταδείξει τις σκοτεινές πλευρές ενός κόσμου που λειτουργεί με βάση και το κακό και υφίσταται την αδικία και τη σαθρή όψη της κοινωνίας. Κανείς, όμως, δεν μπορεί να αγνοή­σει και τη συμβολική λειτουργία των περιγραφών του μόνο ο επιφανει­ακός αναγνώστης θα μείνει στο φαίνεσθαι, ενώ ο υποψιασμένος  θα αν­τι ληφθεί την πρόθεση του αφηγητή να στίξει ιδεολογικά τις εικόνες του και να προβάλει τις εξωτερικές και εσωτερικές αντιθέσεις των χαρακτή­ρων. Ο Παπαδιαμάντης δημιουργεί γλωσσικά πί­νακες που, ενώ φαινομενικά σημαί­νουν έναν ορατό κόσμο, στην ουσία παραπέμπουν συνυποδηλωτικά στην ιδεολογική ανασύσταση της πραγμα­τικότητας.

Φανερά γίνονται όλα αυτά αν θυμηθούμε το  νυχτερινό μπάνιο της Μοσχούλας. Πρόκειται για έναν ποιητικό και ζωγραφικό πίνακα που  επιχειρεί να μας μεταδώσει την αδιάσπαστη συνοχή της φυσικής και της ανθρώπινης ομορφιάς .Ο νεαρός βοσκός παραμερίζοντας τις αναστολές του θα παρακολουθήσει κρυφά , εκστασιασμένος το « Όνειρο στο κύμα», το γυμνό γυναικείο κορμί αλλά και την ονειρώδη εικόνα της φύσης. Όλα τον εξυψώνουν στο επίπεδο του ιδεατού, της αρχετυπικής ομορφιάς( που παραπέμπει στον Πλάτωνα , κατ΄άλλους). Το εγκώμιο δεν περιορίζεται μόνο στην ομορφιά της κόρης αλλά ακουμπά και ολόκληρη τη φύση· φύση και άνθρωπος , μια ενιαία πραγματικότητα.

«Και ανερριχήθην πάλιν σιγά-σιγά προς τα επάνω και εις την κορυφήν του βράχου, καλυπτόμενος όπισθεν των θάμνων έκυψα να ίδω την κολυμβώσαν νεανίδα.
Ήτον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα. Είχεν απομακρυνθή ως πέντε οργυιάς από το άντρον, και έπλεε, κ' έβλεπε τώρα προς ανατολάς, στρέφουσα τα νώτα προς το μέρος μου. Έβλεπα την αμαυράν και όμως χρυσίζουσαν αμυδρώς κόμην της, τον τράχηλόν της τον εύγραμμον, τας λεύκας ως γάλα ωμοπλάτας, τους βραχίονας τους τορνευτούς, όλα συγχεόμενα, μελιχρά και ονειρώδη εις το φέγγος της σελήνης. Διέβλεπα την οσφύν της την ευλύγιστον, τα ισχία της, τας κνήμας, τους πόδας της, μεταξύ σκιάς και φωτός, βαπτιζόμενα εις το κύμα. Εμάντευα το στέρνον της, τους κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχομένους όλας της αύρας τας ριπάς και της θαλάσσης το θείον άρωμα. Ήτο πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα· ήτον νηρηίς, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναυς μαγική, η ναυς των ονείρων...
Ούτε μου ήλθε τότε η ιδέα ότι, αν επάτουν επάνω εις τον βράχον, όρθιος ή κυρτός, με σκοπόν να φύγω, ήτον σχεδόν βέβαιον, ότι η νέα δεν θα μ έβλεπε, και θα ημπορούσα ν' αποχωρήσω εν τάξει. Εκείνη έβλεπε προς ανατολάς, εγώ ευρισκόμην προς δυσμάς όπισθεν της. Ούτε η σκιά μου δεν θα την ετάραττεν. Αύτη, επειδή η σελήνη ήτον εις τ' ανατολικά, θα έπιπτε προς το δυτικόν μέρος, όπισθεν του βράχου μου, κ' εντεύθεν του άντρου.

Είχα μείνει χάσκων, εν εκστάσει, και δεν εσκεπτόμην πλέον τα επίγεια.»
  
Απ' όλα τα παραπάνω μπορούμε να συγκρατήσουμε το γεγονός ότι η εικονοποιία του Αλ. Παπαδιαμάντη δεν είναι στατική. Ο διηγηματογράφος δημιουργεί ζωντανές συνθέσεις που, ενώ περιγράφουν σκηνές και πρό­σωπα, παράλληλα μετουσιώνονται σε αφηγήσεις και εξελίσσουν την ιστορία. Ενώ δείχνουν το εξωτερικό, ταυτόχρονα οδηγούν σε κάτι βαθύ­τερο. Δεν είναι ξεκομμένες από την αφήγηση, στηρίζονται σε δίπολα όπως φυσικό/ανθρώπινο ή παγανι­στικό/χριστιανικό και αναδιατάσ­σουν σε κάθε ανάγνωση τις πληρο­φορίες που δίνουν. Οι πίνακες του συγγραφέα, λοιπόν, είναι δυναμικοί, καθώς από τη μια οπτικοποιούν τη διηγηματική πραγματικότητα και από την άλλη ενσπείρουν ενδείξεις για να ερμηνευτεί η λανθάνουσα παπαδιαμαντική πραγματικότητα.

Και στο τέλος μας πλανεύουν καθηλώνοντάς μας στην παπαδιαμαντική εικονολατρία…


ΠΗΓΕΣ

Γιώργου Περαντωνάκη, Η εικονοποιία  στα έργα του Παπαδιαμάντη, περιοδικό Διαβάζω, τεύχος Δεκεμβρίου 2011

Αγάθης Γεωργιάδου – Εριέττας Δεληγιάννη- Κώτση , Νεοελληνική Λογοτεχνία, Θεωρητικής κατεύθυνσης, εκδόσεις Ξιφαράς

 Ελένης Πολίτου-Μαρμαρινού, «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης», Η παλαιότερη πεζογραφία μας. Σοκόλης











Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ, κυρίως αναγνωστικό στάδιο


Η ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ
                                         19ος - αρχές 20ου αι.

                                  20ος αιώνας
Η Ρομαντική σχολή των Αθηνών
(ή Παλαιά Αθηναϊκή Σχολή)
(1830-1880)
Νέα Αθηναϊκή σχολή
(1880-1918)
Ανανεωμένη παράδοση
και μεσοπολεμική λογοτεχνία
(1919 - 1944)
Μεταπολεμικοί ποιητές (1945 - σήμερα)
(Σεφέρης, Ρίτσος, Ελύτης, Εγγονόπουλος, Εμπειρίκος συνεχίζουν να γράφουν)

(Σολωμός, Τυπάλδος, Πολυλάς, Μαρκοράς, Βαλαωρίτης,
Α. Κάλβος, Π. Σούτσος,
Αλ. Ραγκαβής, Ηλ. Τανταλίδης,
Γ. Ζαλοκώστας)

Ρομαντισμός: καλλιτεχνικό ρεύμα που εμφανίστηκε στην Ευρώπη στα τέλη 18ου αι. και αρχές 19ου αι. Κυριάρχησε και στην ελληνική ποίηση για 50 χρόνια.

Θέματα: φύση, θρησκεία, έρωτας, θάνατος.
Κυριαρχία του συναισθήματος, της φαντασίας, και του απόλυτου, του συγκινησιακού και του ιδανικού.
Οδηγείται στο παράδοξο, το μυστηριώδες, το υπερφυσικό. Διάχυτη μελαγχολική διάθεση, απαισιοδοξία, νοσταλγία.
Έντονες εικόνες, υποβλητικά σκηνικά.
 • επιρροή από τον Παρνασσισμό 
(Γαλλία 19ος αι. Σημασία στην ακρίβεια της έκφρασης και στη λεπτομέρεια. Ρυθμικοί, μετρικοί και στιχουργικοί μετρικοί κανόνες.Θέματα από τη μυθολογία και τον αρχαίο πολιτισμό. Απουσία συναισθήματος, πάθους ή έντασης.
Κ. Παλαμάς, Γ. Δροσίνης, Ι. Πολέμης, Κ. Κρυστάλλης, Ι. Γρυπάρης κ.ά. 
• σταδιακή είσοδος στο συμβολισμό
(Λ. Πορφύρας, Μ. Μαλακάσης, Α. Μαβίλης, Κ. Χατζόπουλος,
ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ:
Μουσικότητα, υποβλητικότητα, υπαινικτικότητα,τα πράγματα σύμβολα  ψυχικών κατά στάσεων. Ελεύθερος στίχος.                    
                               
ιδιαίτερες ποιητικές φυσιογνωμίες:
του Κ. Καβάφη,
 Αγγ. Σικελιανού
και  Κ. Βάρναλη
που άρχισαν να αποδομούν τα βασικά μοτίβα της παραδοσιακής ποίησης και να «συνομιλούν» με τον μοντερνισμό.

Νεορομαντισμός , νεοσυμβολισμός.
Κ. Παράσχος, Κ. Καρυωτάκης,
Μ. Πολυδούρη, Τ. Άγρας,
Ρ. Φιλύρας, Ν. Λαπαθιώτης,
Κ. Ουράνης κ.α.

Γ. Σεφέρης: με τη «Στροφή» 1931 καθιερώνεται ως εισηγητής της μοντερνιστικής ποίησης στην Ελλάδα

(μοντερνισμός: διάλυση της παραδοσιακής μορφής, κατάργηση ομοιοκαταληξίας, απρόσμενοι συνδυασμοί λέξεων, υπαινικτική και πολύσημη χρήση της γλώσσας)

υπερρεαλισμός. Επιρροή από την ψυχανάλυση. Καταφυγή στη φαντασία, το όνειρο και το ασυνείδητο. Αυτόματη γραφή. Απόλυτη ελευθερία στο λεξιλόγιο και τη στιχουργική.
Απρόσμενοι συνδυασμοί λέξεων - εντυπωσιακές εικόνες.

Εκπρόσωποι: Λ. Εμπειρίκος,
Οδ. Ελύτης, Ν. Εγγονόπουλος,
Ν. Γκάτσος κ.ά.
 ΜΕΤΑΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ
Πρώτη μεταπολεμική γενιά 
Α. Αλεξάνδρου,Μ.Αναγνωστάκης, Τ. Σινόπουλος, Τ. Πατρίκιος, Κ. Κύρου κ.ά. (κοινωνική - πολιτική ποίηση)
κοινωνικο-πολιτική ποίηση:
έκφραση οργής ή χαμηλόφωνης διαμαρτυρίας για τα τραυματικά πολεμικά ή μετεμφυλιακά βιώματα.
Δεύτερη μεταπολεμική γενιά 
Β. Λεοντάρης,Μ. Μέσκος,
Θ. Γκόρπας κ.ά.
Υπαρξιακή ποίηση
υπαρξιακές ανησυχίες, στοχασμοί
για τους  ανθρώπους, νοσταλγία
για το παρελθόν.
Μοναξιά, φθορά, θάνατος.
Τ. Βαρβτσιώτης Α. Δικταίος
Α. Δημουλάς Κ. Δημουλά
Ο. Αλεξάκης Αγγελάκη- Ρουκ κ.α
ΝεοϋπερρεαλιστέςΔ. Παπαδίτσας,  Κακναβάτος Ν.Βαλαωρίτης Ε. Βακαλό κ.α(ερμητισμός)
Γενιά  του 1970
Βαγενάς Μ. Γκανάς  Λιοντάκης
Τζένη Μαστοράκη,Πούλιος Φωστιέρης,Η. Λάγιος ,Π. Μπουκάλας κ.α ( τάση φυγής από την πραγματικότητα Έρωτας. θάνατος)
Χαρακτηριστικά
 συγκερασμός παλιών και νέων ρευμάτων. τάση φυγής από την πραγματικότητα.  ΘΕΜΑΤΑ:Έρωτας, θάνατος

Ο παραπάνω πίνακας σχεδιάστηκε με στήριγμα το - πραγματικά πολύτιμο - βιβλίο της Αγάθης Γεωργιάδου ,Η ποιητική περιπέτεια.
Μια περιδιάβαση στη νεοελληνική ποίηση μέσα από τους κυριότερους ιστορικούς σταθμούς και τα λογοτεχνικά ρεύματα (εκδόσεις Μεταίχμιο)



  ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ  ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΣ ΣΤΗ  ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ
(Σχεδιασμός διδασκαλίας)

Χρόνος:          18-20 διδακτικές ώρες

Στόχοι:          
            1)Να κατανοήσουν οι μαθητές τα θεματικά και τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά της    παραδοσιακής και της μοντέρνας ποίησης
           2)  Να συνειδητοποιήσουν τις αλλαγές που υφίσταται η ποίηση μέσα στα κοινωνικά, πολιτικά και πολιτιστικά συμφραζόμενα της εποχής της.
Δεξιότητες:              
1) Να μπορούν να διακρίνουν τα χαρακτηριστικά της παραδοσιακής ή της μοντέρνας   ποίησης σ’ ένα ποίημα
  2) Να συνειδητοποιήσουν την πολυσημία του ποιητικού λόγου.


Στάδιο κυρίως ανάγνωσης

Σε όλες τις ομάδες θα δοθούν τα ίδια ποιήματα αλλά η κάθε ομάδα, θα  τα επεξεργαστεί από διαφορετική σκοπιά. (Κοινή θεματική βάση των ποιημάτων: Άνθρωπος - φύση).

Παραδοσιακή ποίηση
«Μεταβατικοί»* ποιητές
Μοντέρνα ποίηση
1)  Δ. Σολωμού :
      Ελεύθεροι Πολιορκημένοι,
      Ο Πειρασμός

2) Κ. Παλαμάς : Μια πίκρα

3) Λ. Μαβίλης : Πατρίδα

Κ. Π. Καβάφης :  Θάλασσα του πρωϊού, Ιθάκη

Α. Σικελιανός : Αναδυομένη

Κ. Καρυωτάκης : Είμαστε κάτι


*έχουν αρχίσει να αποδομούν τις παραδοσιακές φόρμες και να τρέπονται στο μοντερνισμό
1) Γ. Σεφέρης :
     Μποτίλια στο πέλαγο
     (Μυθιστόρημα ΙΒ΄)

2) Ο. Ελύτης : Προσανατολισμοί
     (Απόσπασμα)

3) Α. Εμπειρίκος : Τρία
    αποσπάσματα

4) Κική Δημουλά :
     Κονιάκ μηδέν   αστέρων




Α΄ Φάση  - 5 ώρες

                                          (Κ.Παλαμάς : «Μια πίκρα»,      Δ.Σολωμός : «Ελεύθεροι πολιορκημένοι»)

ΟΜΑΔΑ Α
ΟΜΑΔΑ Β
ΟΜΑΔΑ Γ
ΟΜΑΔΑ Δ
ΟΜΑΔΑ Ε

1) Να βρείτε τα σχήματα λόγου στα δύο ποιήματα και να παρατηρήσετε:

• τη λειτουργία τους μέσα σε κάθε ποίημα

• κατά πόσον το κάθε ένα από αυτά προσεγγίζει σε κάτι το συγκεκριμένο και το χειροπιαστό ή τρέπεται σε μια πιο ασύμβατη σύζευξη εννοιών;

Να καταγράψετε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η ομορφιά της φύσης στη διαμόρφωση των συναισθημάτων του ανθρώπου, στα δύο ποιήματα.

Ποια από τις δύο προσεγγίσεις του σχήματος «άνθρωπος - φύση» προσεγγίζει περισσότερο τις λογικές σας αναμονές ως αναγνώστες;
Να καταγράψετε λέξεις και φράσεις από τα δύο ποιήματα:
α) που έχουν εννοιολογική φόρτιση
β) που επιτυγχάνουν εικονογραφική πύκνωση;
Να τις συγκρίνετε ως προς τις αποκλίσεις της από τις λογικές συμβάσεις της γλώσσας.
Ποια είναι η ρεαλιστική τους και ποια η συμβολική τους διάσταση;

Ποιες ιδέες και συναισθήματα εκφράζονται στα δύο ποιήματα;

Μέσα από ποιες λέξεις ή φράσεις εκφράζονται αυτά;

Πόσο αυτές οι λέξεις ή οι εκφράσεις προσεγγίζουν τα καθιερωμένα γλωσσικά σχήματα;

Ποια κοινά σημεία στη θεματική των δύο ποιημάτων εντοπίζετε;

Σε ποιο ποίημα βλέπετε να διευρύνεται περισσότερο  ο συμβολισμός του κάθε θέματος ώστε να καθιστά το ποίημα  πιο κρυπτικό και δυσνόητο;



Για όλες τις ομάδες:
1)   Ποια είναι τα θέματα που πραγματεύονται οι δύο ποιητές;
2)   Να εντοπίσετε τη λυρικότητα των δύο ποιημάτων.
3)   Να γνωρίζετε τα χαρακτηριστικά της ποίησης του Δ. Σολωμού και του Κ. Παλαμά.
4)   Προσέξτε το μοτίβο της θάλασσας στα δύο ποιήματα. Πόσο προσεγγίζει το χώρο της
       λογικής προσδοκίας και πόσο απομακρύνεται απ’ αυτήν, στα δύο ποιήματα;
 5)   Να διαβάσετε το ποίημα του Λ. Μαβίλη «Πατρίδα»  εδώ και να το συγκρίνετε με αυτά
        του Σολωμού και του Παλαμά, ως προς τη μορφή και το περιεχόμενο.
6) Πατήστε εδώ για να δείτε και να ακούσετε μελοποιημένο το ποίημα του Παλαμά από τον Φοίβο Δεληβοριά



Β΄ Φάση  ( 5 ώρες)




ΟΜΑΔΑ Α΄
ΟΜΑΔΑ Β΄
ΟΜΑΔΑ Γ΄
ΟΜΑΔΑ Δ΄
ΟΜΑΔΑ Ε΄

1) Προσέξτε τη στιχουργική των τριών ποιημάτων. Τι εξασφαλίζει στα δύο πρώτα ποιήματα η έλλειψη ομοιοκαταληξίας;
Γιατί πιστεύετε πως ο Καρυωτάκης επέλεξε την ομοιοκαταληξία στο «Είμαστε κάτι»;

2) Οι εικόνες των τριών ποιημάτων: να τις εντάξετε σε έναν πίνακα γράφοντας δίπλα στην κάθε μια το συμβολισμό που νομίζετε πως έχουν.

Εντοπίστε τα θεματικά μοτίβα των ποιημάτων.

Ποιος ο συμβολισμός του καθενός;

Τι ρόλο παίζει η θάλασσα στην ανθρώπινη πορεία στον Καβάφη και
στο Σικελιανό;

Τοπία εξιδανικευμένα - τοπία ρεαλιστικά: να τα εντοπίσετε στα τρία ποιήματα.
Πώς αυτά τα τοπία παρακολουθούν και υποδεικνύουν την ανθρώπινη δράση;

Οι αισθήσεις και ο τρόπος που παρουσιάζονται μέσα στα τρία ποιήματα.

Ποιος είναι ο συμβολισμός τους στο κάθε ποίημα;


Βρείτε όλους τους εκφραστικούς τρόπους που απομακρύνουν το κάθε ποίημα από την αντικειμενική λογική πραγματικότητα.

Καταγράψτε τους σ’ έναν πίνακα μαζί με τη λειτουργία τους.



όλες οι ομάδες:
1)   Τα χαρακτηριστικά της ποίησης του Κ. Καβάφη, του Α. Σικελιανού και του  Κ. Καρυωτάκη.
2)   Ποιες αντιλήψεις για τη ζωή και τον άνθρωπο παρουσιάζονται στο κάθε ποίημα;
3) Γιατί πιστεύετε πως η θάλασσα είναι αγαπητό θεματικό μοτίβο των ποιητών;
4) Αφού διαβάσετε και την "Ιθάκη" του Κ.Καβάφη να συγκρίνετε τις απόψεις που διατυπώνουν οι τρεις ποιητές για τον 'Ανθρωπο. 



Γ΄ Φάση  - 10 ώρες

« έφερα τη ζωή μου ως εδώ….γυρνάει προς το πέλαγος τα κενά των ματιών της)



ΟΜΑΔΑ Α΄
ΟΜΑΔΑ Β΄
ΟΜΑΔΑ Γ΄
ΟΜΑΔΑ Δ΄
ΟΜΑΔΑ Ε΄

Σε ποια σημεία του κάθε ποιήματος εντοπίζετε καταφυγή στο όνειρο και στην φαντασία;
Ποιες υπαρξιακές αναζητήσεις εντοπίζετε στο κάθε ποίημα;
Καταγράψτε τους καινότροπους συνδυασμούς λέξεων.
Τι συμβολίζουν;
Με ποιον τρόπο λέξεις της καθημερινής ομιλίας αποκτούν συμβολικές διαστάσεις και απευθύνονται στο ασυνείδητο;

Βρείτε τις εικόνες των ποιημάτων και δίπλα στην κάθε μια σημειώστε το συμβολισμό που υποκρύπτεται.

Πώς συσχετίζεται ο άνθρωπος με το τοπίο στο κάθε ποίημα;

Να σχολιάσετε τη σχέση αυτή ξεχωριστά για το κάθε ποίημα.

Προσπαθήστε να δείτε κρυμμένα συναισθήματα στα τέσσερα ποιήματα.

Σε ποια σημεία του κάθε ποιήματος υποβάλλονται;


όλες οι ομάδες:
1)
Ποια είναι η σημασία της λέξης: Θάλασσα στο κάθε ποίημα;

2)
Α. Εμπειρίκος: «Τρία αποσπάσματα» : Ποια στοιχεία του υπερρεαλισμού εντοπίζετε στο ποίημα; Να σχολιάσετε τους στίχους:
«Είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες. Όταν τα ανοίγω βλέπω εμπρός μου
ό,τι κι αν τύχει. Όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ».

3)
Γ. Ρίτσος: Το εμβατήριο του ωκεανού (απόσπασμα) «εμείς το σπίτι μας το χτίσαμε στη θάλασσα...θάλασσα"

 Να συγκρίνετε τον συμβολισμό της θάλασσας, στο ποίημα του Γ. Ρίτσου και στα τρία προηγούμενα.
Ποια κοινά χαρακτηριστικά στη μορφή των ποιημάτων εντοπίζετε;

4)
Ποια «κομμάτια» της αντικειμενικής πραγματικότητας μετατρέπονται σε ψυχικά σύμβολα στα τέσσερα ποιήματα;


ΣΗΜΕΙΩΣΗ:    Για όλα τα προτεινόμενα ποιήματα θα προηγηθεί ενημέρωση των μαθητών με   σημειώσεις στην τάξη. 
Τελικά οι μαθητές οδηγούνται μόνοι στη διατύπωση των χαρακτηριστικών της παραδοσιακής και της μοντέρνας ποίησης, τα οποία συγκεντρώνουν σε έναν πίνακα που...  αναμένουμε(;) να μοιάζει μ΄αυτόν:


 ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΠΟΙΗΣΗ
ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΠΟΙΗΣΗ

ΟΡΙΟ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΔΥΟ ΤΕΛΟΣ 19ου ΑΙΩΝΑ ΚΑΙ ΑΡΧΕΣ 20ου ΑΙΩΝΑ

Ειδικά στην Ελλάδα η νεωτερική ποίηση καθιερώθηκε μέσα στη δεκαετία του 1930. Για πολλούς αφετηρία ήταν η πρώτη ποιητική συλλογή του Γ. ΣΕΦΕΡΗ «Στροφή» το 1931.
Το πέρασμα από τη μια μορφή ποίησης στην άλλη δεν συντελέστηκε απότομα· είχε προετοιμαστεί σταδιακά με ποιητές που χωρίς να είναι νεωτερικοί υπονόμευσαν όλα σχεδόν τα παραδοσιακά στοιχεία (Καβάφης, Καρυωτάκης).

ΔΙΑΚΡΙΣΗ  ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗΣ  -       ΜΟΝΤΕΡΝΑΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Η ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ                                                                   Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ     

σεβασμός στο μέτρο, την ομοιοκαταληξία,

η μοντέρνα ποίηση αμφισβητεί κάθε κανόνα
χωρισμός του ποιήματος σε στροφές με ίσο αριθμό στίχων και τον αριθμό συλλαβών σε κάθε στίχο

στίχος ελεύθερος
έλλειψη μέτρου, ομοιοκαταληξίας
αποφυγή διασκελισμών
συχνά το ποίημα προσεγγίζει τον πεζό λόγο



προσεκτική επιλογή λέξεων (αποφεύγονται οι «αντιποιητικές»

επιμονή στα σχήματα λόγου και στα εκφραστικά μέσα

χρήση λέξεων και από τον καθημερινό λόγο (ακόμη και κακόηχη). Μπορεί να γράψει κάποιος ποίηση με οποιαδήποτε λέξη
προσπάθεια ώστε το ποίημα να απέχει πολύ από τον καθημερινό λόγο και φυσικά τον πεζό λόγο
κυριαρχία της εικόνας
εκφραστική τόλμη:
σχήματα λόγου που αμφισβητούν την κοινή λογική. Γέννηση νέων νοημάτων μέσα από απρόσμενους λεξικολογικούς συνδυασμούς =>
κατάργηση κάθε λογικής αλληλουχίας σε ό,τι αφορά το νόημα, που παραμένει κρυμμένο.
Ο αναγνώστης το ανακαλύπτει μόνος του προσπερνώντας τις γλωσσικές δυσκολίες






αλληλουχία νοημάτων: ο τρόπος που παρουσιάζουν τα νοήματα δεν αμφισβητεί τη λογική μας ή τον κόσμο γύρω μας και όσα γνωρίζουμε γι’ αυτόν

στόχος του ποιήματος:
η αισθητική απόλαυση μέσα από την τήρηση συμβάσεων


πολυσημία των λέξεων / ασάφεια


συμπύκνωση, αφαίρεση, ελλειπτικότητα, ερμητικότητα



ασύμβατες και άλογες συζεύξεις



υπάρχουν ιδέες, έννοιες και συναισθήματα που ήταν αδύνατο να εκφραστούν μέσα από τους αυστηρούς και δεσμευτικούς κανόνες της παραδοσιακής ποίησης.


 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

  • Αγάθης Γεωργιάδου, Η ποιητική περιπέτεια.
Μια περιδιάβαση στη νεοελληνική ποίηση μέσα από τους κυριότερους ιστορικούς σταθμούς και τα λογοτεχνικά ρεύματα (εκδόσεις Μεταίχμιο)

  • Γ.Δ.Παγανός , Μοντερνισμός και πρωτοπορίες ( εκδόσεις Σαβάλλας)

  • Χάρης Σακελλαρίου, Παραδοσιακή και μοντέρνα ποίηση (εκδόσεις Πατάκη)