Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2011

Περιγραφές και εικονοποιία στον Παπαδιαμάντη



Οι περίφημες παπαδιαμαντικές περιγραφές λοιπόν! Αυτές που μετεωρίζονται ανάμεσα την Ποίηση και στη Ζωγραφική. Αυτές που τελικά έχουν ανοίξει και πιο μακρινούς δρόμους, δρόμους που οδηγούν στην ανθρώπινη ψυχή και τα ονείρατά της..


«Η λειτουργία των περιγραφών στον Παπαδιαμάντη, στις οποίες εκδηλώνεται με όλη της την ένταση η ποιητικότητα της παπαδιαμαντικής γλώσσας, δεν περιορίζεται στη μετάδοση των αναγκαίων ρεαλιστικών πληροφοριών για το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζουν, κινούνται και δρουν οι χαρακτήρες. Οι περιγραφές επιτελούν και μια λειτουργία οδηγητική για τον αναγνώστη, ώστε να συλλάβει το βαθύτερο νόημα του διηγήματος. Αυτό γίνεται δυνατό κάθε φορά που τόποι, τοπία ή εξωτερικές εικόνες, επειδή περιγράφονται με τρόπο αφαιρετικό ή μεταφορικό που υπογραμμίζει την αναλογία τους με κάτι άλλο, ανάγονται τελικά σε σύμβολα ποιητικά.», γράφει η Ε. Πολίτου – Μαρμαρινού.


 Στο « Όνειρο στο κύμα», για παράδειγμα, η περιγραφή του φυσικού τοπίου ή του ερωτικού ινδάλματος παραπέμπουν στην εικονοποιία του Συμβολισμού, αντιστοιχούν με ψυχικές καταστάσεις του ήρωα. Να θυμηθούμε την υπέροχη εικονοπλασία του ειδυλλιακού θαλασσινού τοπίου και του εσπερινού  μπάνιου  του ήρωα. Θέλγεται τόσο από την ομορφιά  της θάλασσας ώστε νιώθει πως εξαγνίζεται μέσα της,  πως ενώνεται μαγικά  και ερωτικά μαζί της, πως αποτελεί μέρος της..


« Μίαν εσπέραν, καθώς είχα κατεβάσει τα γίδια μου κάτω εις τον αιγιαλόν, ανάμεσα εις τους βράχους, όπου εσχημάτιζε χιλίους γλαφυρούς κολπίσκους και αγκαλίτσες το κύμα, όπου αλλού εκυρτώνοντο οι βράχοι εις προβλήτας και αλλού εκοιλαίνοντο εις σπήλαια· και ανάμεσα εις τους τόσους ελιγμούς και δαιδάλους του νερού, το οποίον εισεχώρει μορμυρίζον, χορεύον με άτακτους φλοίσβους και αφρούς, όμοιον με το βρέφος το ψελλίζον, που αναπηδά εις το λίκνόν του και λαχταρεί να σηκωθή και να χορεύση εις την χείρα της μητρός που το έψαυσε — καθώς είχα κατεβάσει, λέγω, τα γίδια μου διά ν' “αρμυρίσουν” εις την θάλασσαν, όπως συχνά εσυνήθιζα, είδα την ακρογιαλιάν που ήτον μεγάλη χαρά και μαγεία, και την “ελιμπίστηκα”, κ' ελαχτάρησα να πέσω να κολυμβήσω. Ήτον τον Αύγουστον μήνα. Ανέβασα το κοπάδι μου ολίγον παραπάνω από τον βράχον, ανάμεσα εις δύο κρημνούς και εις ένα μονοπάτι το οποίον εχαράσσετο επάνω εις την ράχιν. Δι αυτού είχα κατέλθει, και δι' αυτού έμελλα πάλιν να επιστρέψω εις το βουνόν, την νύκτα εις την στάνην μου. Άφησα εκεί τα γίδια μου διά να βοσκήσουν εις τα κρίταμα και τας αρμυρήθρας, αν και δεν επεινούσαν πλέον. Τα εσφύριξα σίγα διά να καθίσουν να ησυχάσουν και να με περιμένουν. Με άκουσαν κ' εκάθισαν ήσυχα. Επτά ή οκτώ εξ αυτών τράγοι ήσαν κωδωνοφόροι και σα ήκουον μακρόθεν τους κωδωνισμούς των, αν τυχόν εδείκνυον συμπτώματα ανησυχίας.
Εγύρισα οπίσω, κατέβην πάλιν τον κρημνόν, κ έφθασα κάτω εις την θάλασσαν. Την ώραν εκείνην είχε βασιλέψει ο ήλιος, και το φεγγάρι σχεδόν ολόγεμον ήρχισε να λάμπη χαμηλά, ως δύο καλαμιές υψηλότερα από τα βουνά της αντικρινής νήσου. Ο βράχος ο δικός μου έτεινε προς βορράν, και πέραν από τον άλλον κάβον προς δυσμάς, αριστερά μου, έβλεπα μίαν πτυχήν από την πορφύραν του ήλιου, που είχε βασιλέψει εκείνην την στιγμήν.
Ήτον η ουρά της λαμπράς αλουργίδος που σύρεται οπίσω, ή ήτον ο τάπης, που του έστρωνε, καθώς λέγουν, η μάννα του, διά να καθίση να δειπνήση.
Δεξιά από τον μέγαν κυρτόν βράχον μου, εσχηματίζετο μικρόν άντρον θαλάσσιον, στρωμένον με άσπρα κρυσταλλοειδή κοχύλια και λαμπρά ποικιλόχρωμα χαλίκια, που εφαίνετο πως το είχον ευτρεπίσει και στολίσει αι νύμφαι των θαλασσων. Από το άντρον εκείνο ήρχιζεν ένα μονοπάτι, διά του οποίου ανέβαινε τις πλαγίως την απότομον ακρογιαλιάν, κ έφθανεν εις την κάτω πόρταν του τοιχογυρίσματος του κυρ Μόσχου, του οποίου ο ένας τοίχος έζωνεν εις μήκος εκατοντάδων μέτρων όλον τον αιγιαλόν.
Επέταξα αμέσως το υποκάμισον μου, την περισκελίδα μου, κ' έπεσα εις την θάλασσαν. Επλύθην, ελούσθην, εκολύμβησα επ' ολίγα λεπτά της ώρας. Ησθανόμην γλύκαν, μαγείαν άφατον, εφανταζόμην τον εαυτόν μου ως να ήμην έν με το κύμα, ως να μετείχαν της φύσεως αυτού, της υγράς και αλμυράς και δροσώδους»


«Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «ει­καστικός» συγγραφέας, αφού τροφο­δοτεί τον αναγνώστη με εικόνες και σκηνές που λειτουργούν σαν πίνακες εν κινήσει. Δεν βλέπουμε δηλαδή σ' αυτόν απλώς έναν εκπρόσωπο της ηθογραφίας, ο οποίος στο πλαίσιο του ρεαλισμού επιχειρεί να αποδώσει την πραγματικότητα, τη δική του πραγμα­τικότητα, με αληθοφάνεια και σαφή­νεια. Βλέπουμε, βέβαια, μέσα στα έργα του τη ρεαλιστική ακρίβεια της περιγραφής, αλλά αυτή δεν είναι δια­κοσμητική, αφού η ποιητικότητα της γραφής του και η ποικιλότητα της γλώσσας του δημιουργεί δυναμικούς πίνακες εν κειμένω, ζωγραφικά έν­θετα μέσα στο διήγημα, εγκιβωτισμένες προσωπογραφίες και σκηνές μέσα στην αφήγηση.», παρατηρεί ο Γιώργος Περαντωνάκης.

Ο Αλ. Παπαδιαμάντης είναι «οπτι­κός», αφού χρησιμοποιεί μια πλειάδα εικόνων για να περάσει στον ανα­γνώστη τις ιδέες του. Δεν επείγεται, λοιπόν, να προσπεράσει τον τόπο στον οποίο εξελίσσεται κάθε δράση, αλλά συχνά επιμένει με χαρτογρα­φική πολλές φορές προοπτική στη φύση, στην τοπιογραφία, στο χώρο ως σκηνικό μιας εξελισσόμενης τρα­γωδίας. Παράλληλα, σκιαγραφεί άλ­λοτε πιο αναλυτικά κι άλλοτε μόνο με αδρές πινελιές τα πρόσωπα του, ώστε ο αναγνώστης να συγκρατήσει τη μορφή τους, την αμφίεση τους, τα χαρακτηριστικά τους κ.λπ. και πάνω σ' αυτά τα εξωτερικά γνωρίσματα να αντιληφθεί τον κοινωνικό τους τύπο, άλλοτε στερεοτυπικό και άλλοτε εξα­τομικευμένο, αλλά και τον ρόλο που ο συγγραφέας έχει επιφυλάξει στο καθένα. 

Θα μπορούσε να διακρίνει κανείς δύο βασικές πηγές στην εικονοποιία του Αλ. Παπαδιαμάντη:
 1) τη βιωματική του σχέση με τα χωριά της Σκιάθου και τις γειτονιές της Αθήνας, που αποβαίνει τροφοδότης της μνήμης, με την οποία συνθέτει αυτοβιογρα­φικά τα περισσότερα από τα έργα του. Η παρατήρηση είναι φορέας μί­μησης, διυλισμένης από τις ερμηνευ­τικές αρχές και πρίσματα του διηγη­ματογράφου
2) την αναγνωστική του πρακτική που τον αρδεύει με λε­κτικές απεικονίσεις και γλωσσικά σχήματα, περιγραφές και «αφηγημα­τικές εικόνες» από άλλα κείμενα (από την Αγία Γραφή, τα λοιπά χριστιανικά κείμενα, την αρχαιοελληνική γραμ­ματεία, τη μυθολογία  κ.λπ.), τα οποία χρησιμοποιούνται διακειμενικά ώστε ο πεζο­γράφος να αποδώσει ρεαλιστικά ή εξιδανικευμένα, δηλαδή ιδεολογικά, τα τοπία και τους χαρακτήρες του.

Ο Αλ. Παπαδιαμάντης με τις εικόνες του ορθώνει μπροστά στον αναγνώ­στη τη δική του Σκιάθο, τα δικά του σκηνικά, τις δικές του προσωπογρα­φίες, ώστε να τον εμβάλει στην ατμό­σφαιρα που θέλει.
Ακόμα περισσό­τερο προσπαθεί να ικανοποιήσει τρεις στόχους, που ξεπερνούν την απλοϊκή ανάγκη για σκηνοθετικές οδηγίες. Αφενός, στο πλαίσιο της ηθογραφίας επιδιώκει να εξωραΐσει την πραγματικότητα, ώστε να απο­δώσει με πειθώ την ομορφιά της υπαίθρου και την εθνική αξία του λαϊ­κού βίου. Προς αυτήν την κατεύ­θυνση τονίζει ιδεαλιστικά τη φύση ως χώρο θεϊκού κάλλους και ανθρώπι­νης προπτωτικής ελευθερίας και εξι­δανικεύει τον απλό άνθρωπο της υπαίθρου. Αφετέρου, ξεπερνά την ωραιοποίηση για να καταδείξει τις σκοτεινές πλευρές ενός κόσμου που λειτουργεί με βάση και το κακό και υφίσταται την αδικία και τη σαθρή όψη της κοινωνίας. Κανείς, όμως, δεν μπορεί να αγνοή­σει και τη συμβολική λειτουργία των περιγραφών του μόνο ο επιφανει­ακός αναγνώστης θα μείνει στο φαίνεσθαι, ενώ ο υποψιασμένος  θα αν­τι ληφθεί την πρόθεση του αφηγητή να στίξει ιδεολογικά τις εικόνες του και να προβάλει τις εξωτερικές και εσωτερικές αντιθέσεις των χαρακτή­ρων. Ο Παπαδιαμάντης δημιουργεί γλωσσικά πί­νακες που, ενώ φαινομενικά σημαί­νουν έναν ορατό κόσμο, στην ουσία παραπέμπουν συνυποδηλωτικά στην ιδεολογική ανασύσταση της πραγμα­τικότητας.

Φανερά γίνονται όλα αυτά αν θυμηθούμε το  νυχτερινό μπάνιο της Μοσχούλας. Πρόκειται για έναν ποιητικό και ζωγραφικό πίνακα που  επιχειρεί να μας μεταδώσει την αδιάσπαστη συνοχή της φυσικής και της ανθρώπινης ομορφιάς .Ο νεαρός βοσκός παραμερίζοντας τις αναστολές του θα παρακολουθήσει κρυφά , εκστασιασμένος το « Όνειρο στο κύμα», το γυμνό γυναικείο κορμί αλλά και την ονειρώδη εικόνα της φύσης. Όλα τον εξυψώνουν στο επίπεδο του ιδεατού, της αρχετυπικής ομορφιάς( που παραπέμπει στον Πλάτωνα , κατ΄άλλους). Το εγκώμιο δεν περιορίζεται μόνο στην ομορφιά της κόρης αλλά ακουμπά και ολόκληρη τη φύση· φύση και άνθρωπος , μια ενιαία πραγματικότητα.

«Και ανερριχήθην πάλιν σιγά-σιγά προς τα επάνω και εις την κορυφήν του βράχου, καλυπτόμενος όπισθεν των θάμνων έκυψα να ίδω την κολυμβώσαν νεανίδα.
Ήτον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα. Είχεν απομακρυνθή ως πέντε οργυιάς από το άντρον, και έπλεε, κ' έβλεπε τώρα προς ανατολάς, στρέφουσα τα νώτα προς το μέρος μου. Έβλεπα την αμαυράν και όμως χρυσίζουσαν αμυδρώς κόμην της, τον τράχηλόν της τον εύγραμμον, τας λεύκας ως γάλα ωμοπλάτας, τους βραχίονας τους τορνευτούς, όλα συγχεόμενα, μελιχρά και ονειρώδη εις το φέγγος της σελήνης. Διέβλεπα την οσφύν της την ευλύγιστον, τα ισχία της, τας κνήμας, τους πόδας της, μεταξύ σκιάς και φωτός, βαπτιζόμενα εις το κύμα. Εμάντευα το στέρνον της, τους κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχομένους όλας της αύρας τας ριπάς και της θαλάσσης το θείον άρωμα. Ήτο πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα· ήτον νηρηίς, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναυς μαγική, η ναυς των ονείρων...
Ούτε μου ήλθε τότε η ιδέα ότι, αν επάτουν επάνω εις τον βράχον, όρθιος ή κυρτός, με σκοπόν να φύγω, ήτον σχεδόν βέβαιον, ότι η νέα δεν θα μ έβλεπε, και θα ημπορούσα ν' αποχωρήσω εν τάξει. Εκείνη έβλεπε προς ανατολάς, εγώ ευρισκόμην προς δυσμάς όπισθεν της. Ούτε η σκιά μου δεν θα την ετάραττεν. Αύτη, επειδή η σελήνη ήτον εις τ' ανατολικά, θα έπιπτε προς το δυτικόν μέρος, όπισθεν του βράχου μου, κ' εντεύθεν του άντρου.

Είχα μείνει χάσκων, εν εκστάσει, και δεν εσκεπτόμην πλέον τα επίγεια.»
  
Απ' όλα τα παραπάνω μπορούμε να συγκρατήσουμε το γεγονός ότι η εικονοποιία του Αλ. Παπαδιαμάντη δεν είναι στατική. Ο διηγηματογράφος δημιουργεί ζωντανές συνθέσεις που, ενώ περιγράφουν σκηνές και πρό­σωπα, παράλληλα μετουσιώνονται σε αφηγήσεις και εξελίσσουν την ιστορία. Ενώ δείχνουν το εξωτερικό, ταυτόχρονα οδηγούν σε κάτι βαθύ­τερο. Δεν είναι ξεκομμένες από την αφήγηση, στηρίζονται σε δίπολα όπως φυσικό/ανθρώπινο ή παγανι­στικό/χριστιανικό και αναδιατάσ­σουν σε κάθε ανάγνωση τις πληρο­φορίες που δίνουν. Οι πίνακες του συγγραφέα, λοιπόν, είναι δυναμικοί, καθώς από τη μια οπτικοποιούν τη διηγηματική πραγματικότητα και από την άλλη ενσπείρουν ενδείξεις για να ερμηνευτεί η λανθάνουσα παπαδιαμαντική πραγματικότητα.

Και στο τέλος μας πλανεύουν καθηλώνοντάς μας στην παπαδιαμαντική εικονολατρία…


ΠΗΓΕΣ

Γιώργου Περαντωνάκη, Η εικονοποιία  στα έργα του Παπαδιαμάντη, περιοδικό Διαβάζω, τεύχος Δεκεμβρίου 2011

Αγάθης Γεωργιάδου – Εριέττας Δεληγιάννη- Κώτση , Νεοελληνική Λογοτεχνία, Θεωρητικής κατεύθυνσης, εκδόσεις Ξιφαράς

 Ελένης Πολίτου-Μαρμαρινού, «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης», Η παλαιότερη πεζογραφία μας. Σοκόλης











7 σχόλια:

  1. "Ωραίες κοπέλες με υποκάμισα κόκκινα μεταξωτά, με τραχηλιές ψιλοκεντημένες, με τους χυτούς βραχίονας και τα στήθη τα γλαφυρά, ήρχοντο να ικετεύσουν δια τ' αδελφάκια των που εθαλασσοπνίγοντο δι' αυτάς." ( Αγνάντεμα). Παπαδιαμάντης αξεπέραστος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Γιάννη μου πώς τον λένε μισογύνη με τέτοιες περιγραφές γυναικών;...

    Στο Ολόγυρα στη Λίμνη

    Ὁποῖον λεπτοφυὲς σῶμα ἐσκέπαζεν ἡ λειομέταξος ὀρφνὴ ἐσθής! Πῶς διεγράφετο ἁρμονικῶς ἡ μορφή της μὲ χνοώδη πάλλευκον χρῶτα καὶ τὰ ἐρυθρὰ μῆλα τῶν παρειῶν, μὲ τὸν μελίχρυσον λαιμὸν καὶ μὲ τὸ ἐλαφρῶς κολπούμενον στῆθός της! Πόσον ἁβραὶ ἦσαν αἱ χεῖρες, καὶ πόσον μελῳδικὴ ἔπαλλεν εἰς τὸ οὖς σου ἡ θεσπεσία φωνή της! Ἡ ξανθοπλόκαμος κόμη ἀτημέλητος ὀλίγον, ὡς νὰ ἐβιάσθη νὰ καλλωπισθῇ διὰ νὰ ἐξέλθῃ καὶ ἀπολαύσῃ τὴν θαλασσίαν αὔραν καὶ τὸν τερπνὸν τῆς ἀμμουδιᾶς περίπατον, ἀερίζετο ἀπὸ τὴν πνοὴν τοῦ Βορρᾶ, καὶ τὸ ὄμμα της, μὲ τὰ μακρὰ ματόκλαδα ὡς πτεροφόρος ὀιστός, σ᾿ ἐσαΐτευε γλυκὰ εἰς τὴν καρδίαν. Ἐνθυμεῖσαι! Ὁποῖον αἴσθημα ἐδοκίμασες τότε, καὶ πῶς, δεκατετραετὴς μόλις, ἠρωτεύθης ἤδη; Ἡ Πολύμνια σοῦ ὡμίλησεν!

    Και η Ματή, στο «Θέρος – Έρως»….

    Μόλις ἐξῆλθον τῆς πολίχνης, καὶ ἡ κόρη ἔβγαλε τὴν πόλκαν της, εἰποῦσα ὅτι αἰσθάνεται ζέστην, κ᾽ ἔμεινεν μόνον μὲ τὸ μεσοφούστανον, μὲ τὸ ὁλοβρόχινον* ὑποκάμισον καὶ μὲ τὴν λευκὴν βαμβακερὴν φανέλαν. Τότε ἀνεδείχθη ἐξαισιώτερον τὸ ραδινὸν τῆς μέσης, ἡ χάρις τοῦ ἀναστήματος καὶ τὸ γλαφυρὸν τῶν κόλπων της. Ὑπὸ τὴν λεπτὴν φανέλαν, ὅπου ἐφαίνοντο ἀνατέλλουσαι αἱ σάρκες της, θὰ ἔλεγέ τις ὅτι εἶχεν ἀποταμιευμένα νεοδρεπῆ, δροσερὰ ὠχρόλευκα κρίνα, μὲ φλεβιζούσας ἀποχρώσεις λευκοῦ ρόδου. Ἡ κόμη ἐπέστεφε τὸ μέτωπόν της ὡς ἐρυθραινόμενον νέφος μὴ ἐπαρκοῦν νὰ συστείλῃ τὴν αἴγλην τοῦ φωτός, καὶ αἱ ὀφρύες συστελλόμεναι ἐσκίαζον τοὺς βαθεῖς γλαυκοὺς ὀφθαλμούς της ὡς λευκὴ ὁμίχλη ἐπιπολάζουσα τὴν πρωίαν ἐπὶ τοῦ ἀνταυγάζοντος αἰγιαλοῦ, καὶ τὰ χείλη μὲ τὴν ψίθυρον φωνὴν ἐφαίνοντο μορμυρίζοντα: φίλησέ με!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. "ὡς λευκὴ ὁμίχλη ἐπιπολάζουσα τὴν πρωίαν ἐπὶ τοῦ ἀνταυγάζοντος αἰγιαλοῦ"

    ( Υπάρχουν παρομοιώσεις και παρομοιώσεις!!)

    Καλές γιορτές στο φωτόδεντρό σου, Πολίνα, σε σένα, σε οικείους, στους μαθητές σου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Πολίνα μου, τι όμορφη, ταιριαστή εικόνα για το Όνειρο στο κύμα! Ποιου είναι;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Αγάθη μου , είναι του Δημήτρη Μοράρου.Έκανε και έκθεση ,στο Βόλο,με έργα του που αναφέρονται στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Είναι πολλά και πολύ όμορφα!
    Δες τα εδώ :http:www.moraros.gr/dhm_mor/ektheseis_2010.htm

    ΑπάντησηΔιαγραφή