Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

Η Αννιώ στο " Αμάρτημα της μητρός μου"







Η άρρωστη Αννιώ στο διήγημα έχει θέση  άμεσα  εξαρτώμενη από το θάνατο και την αμαρτία.


    Όπως έχει επισημάνει ο Μ. Χρυσανθόπουλος, το αμάρτημα που προηγείται στην αφήγηση, δηλαδή η πρόθεση της μητέρας να σώσει τη δεύτερη Αννιώ με αντάλλαγμα τη ζωή ενός από τα άλλα παιδιά της, είναι αυτό που προηγείται και ψυχολογικά. Δηλαδή, όπως το φροϋδικό «αίσθημα της ενοχής» συχνά προηγείται της ένοχης πράξης αποτελώντας κίνητρο και όχι συνέπειά της, έτσι και ο αφηγηματικός χρόνος αντιστρέφει τον εκλογικευμένο χρόνο της ιστορίας, προτάσσοντας την επιθυμία και την ενοχή σε σχέση με την ίδια την αμαρτωλή πράξη, τον ακούσιο φόνο του βρέφους.

        Αντίστοιχα και ο θάνατος που προηγείται στην αφήγηση, δηλαδή ο δεύτερος κατά τη χρονολογική τάξη, φαίνεται ότι διεκδικεί έναντι του πρώτου μια, κειμενική τουλάχιστον, προτεραιότητα ανιχνεύσιμη στην ίδια την αφηγηματική τεχνική: 

Ο θάνατος της δεύτερης Αννιώς εκφέρεται από τον πρωτοβάθμιο, κυρίαρχο αφηγητή, αποτελεί το κεντρικό επεισόδιο της πλοκής και αναπτύσσεται, μαζί με τα προλεγόμενά του, σε αριθμό σελίδων που καλύπτει περίπου το μισό της συνολικής έκτασης του διηγήματος. Μάλιστα η φράση «Η κατάστασις της ασθενούς εδεινούτο» (στις διάφορες παραλλαγές της) έχει επισημανθεί ως Leitmotiv της αφήγησης.
  Αντίθετα, η πρώτη Αννιώ πεθαίνει με πιο συνοπτικές διαδικασίες και, κυρίως, στο πλαίσιο μιας εγκιβωτισμένης, υποταγμένης, δευτεροβάθμιας αφήγησης, η οποία υποτίθεται ότι αποτελεί το κλειδί για την αναδρομική ανάγνωση της πρωτοβάθμιας.

Η δεύτερη Αννιώ, η υποτιθέμενη μοναδική αδερφή της οικογένειας,  μοιάζει  με τους  μικρούς αγγέλους που υποφέρουν, απεσταλμένους ενός χαμένου για τους ενήλικες παραδείσου, και ποτέ δεν προσαρμόζονται στους όρους της (αναφορικής αλλά συχνά και κειμενικής) πραγματικότητας που τους περιβάλλει, ποτέ δεν ανήκουν ολοκληρωτικά στα καθ’ ημάς.
Η κόρη «καχεκτική και φιλάσθενος» και, ταυτόχρονα, «προσηνής προς ημάς», που «μας ηγάπα όλους μετά περιπαθείας»   κατευθύνεται από νωρίς στο θάνατο. Ο θάνατος έρχεται κοντύτερα , όταν τα αδέρφια της φορούν τα ενδύματα του νεκρού πατέρα ( πρόκειται για μετωνυμική χρήσης της φορεσιάς του νεκρού πατέρα ), όταν δηλαδή η οικογένειά της, πρώτον, έχει υποστεί ήδη ένα (και όχι μοναδικό) καίριο πλήγμα στη δομή της και, δεύτερον, δεν φαίνεται να το έχει (σημειολογικά) πλήρως αποδεχτεί. Η συνύπαρξη νεκρών και ζωντανών στην οικογένεια εγκαινιάζεται στην πρώτη παράγραφο και κορυφώνεται με την τελετουργική επίκληση της ψυχής του πατέρα στη σκηνή του θανάτου της Αννιώς). Η συνύπαρξη, λοιπόν, αυτή μαζί με το βεβαρημένο διακειμενικό ιστορικό του άρρωστου παιδιού προοιωνίζονται  τη μοιραία εξέλιξη, ενώ παράλληλα δημιουργούν και προϋποθέσεις ειρωνικής συμπαιγνίας ανάμεσα στον λόγιο αφηγητή και τον ενήμερο αναγνώστη.
Η εμβληματική καλοσύνη του μικρού κοριτσιού παρουσιάζεται ως αντιστάθμισμα κατά κάποιον τρόπο της μητρικής μεροληψίας και παραμέλησης των άλλων παιδιών και  ενισχύει την προσπάθεια του πρωτοβάθμιου αφηγηματικού κειμένου να απωθήσει τα αισθήματα φθόνου και πικρίας που προκαλεί στον αφηγητή-παιδί  αυτή η συμπεριφορά:
Και όχι μόνον ανειχόμεθα τας προς αυτήν περιποιήσεις αγογγύστως, αλλά και συνετελούμεν προς αύξησιν αυτών, όσον ηδυνάμεθα. […] τόσω μάλλον ασμένως, καθόσον η Αννιώ ούτε φιλόπρωτος ούτε υπεροπτική εγίνετο δια τούτο.                                                                

Η αγιογραφία της άρρωστης διαμορφώνεται από τον αφηγητή ήδη στην πρώτη σελίδα του «Αμαρτήματος» και, το σημαντικότερο, σε παραπληρωματική αντίστιξη προς τη συγκαλυμμένα στερητική μητέρα. Η πιο χαρακτηριστική στιγμή αυτής της αντιπαράθεσης είναι ο διάλογος στην εκκλησία, τον προθάλαμο του θανάτου της Αννιώς:
-Ποίον από τους δύο θέλεις να παίζετε μαζί; την ηρώτησε τρυφερώς η μήτηρ μου- τον Χρηστάκη, ή το Γιωργί;
Η ασθενής έρριψε προς την λαλούσαν πλάγιον αλλ’ εκφραστικόν βλέμμα, και, ως εάν επέπληττεν αυτήν διά την προς ημάς αδιαφορίαν, τη απήντησεν, αργά και μετρημένα·
-Ποίον από τους δύο θέλω; Κανένα δεν θέλω χωρίς τον άλλο. Τα θέλω όλα τα αδέρφια μου, όσα και αν έχω.
Η μήτηρ μου συνεστάλη και εσιώπησεν.                                                             

Η σημασία της στιχομυθίας αυτής είναι κρίσιμη, σύμφωνα με την Μ.Ιατρού,  αν ληφθεί υπόψη ότι σε λίγο η μητέρα πρόκειται να διαπράξει έναν συμβολικό φόνο, να διαπραγματευτεί δηλαδή με τον ύψιστο τη σωτηρία της κόρης της με αντάλλαγμα τη ζωή ενός από τα άλλα παιδιά της . Είναι πολύ πιθανό ότι στόχος της παραπάνω ερώτησης είναι να εκμαιεύσει κάποια προτίμηση της Αννιώς, έτσι ώστε να διευκολυνθεί η μακάβρια και, όπως φαίνεται, προμελετημένη συναλλαγή που επίκειται.

    Όσο πλησιάζει προς τον θάνατο το παιδί, τόσο περισσότερο αποκτά αγγελικά χαρακτηριστικά, μέχρι που εμφανίζεται να διαθέτει και μια, μεταφυσική σχεδόν, διαίσθηση, που της επιτρέπει να περιφρουρεί προληπτικά τις απειλούμενες αξίες. Και δεν είναι, βέβαια, τυχαίο ότι το αποκορύφωμα της αγιοποίησης του παιδιού συμπίπτει με την πρώτη εκδήλωση των σκοτεινών προθέσεων της μητέρας. Η μορφή του μικρού αγγέλλου αναδεικνύεται ιδανικότερη στο κενό της μητρικής απουσίας, η αγαθότητα και η δικαιοσύνη αντιπαρατίθενται προς το έλλειμμα αγάπης.
Η «μυστηριώδης» ασθένεια που πλήττει την Αννιώ  είναι μια ρομαντική ασθένεια, που επιδεικνύει με κάθε τρόπο τη «χάρτινη» υφή της. Η ίδια η εικόνα της μικρής άρρωστης  παραπέμπει σε φθισικές λογοτεχνικές κόρες του τέλους του 18ου  και των αρχών του 19ου αιώνα, χωρίς όμως τα ειδικά, συγκεκριμένα συμπτώματα της φθίσης:

Ενθυμούμαι τους μαύρους και μεγάλους αυτής οφθαλμούς, και τα καμαρωτά και σμιγμένα της οφρύδια, τα οποία εφαίνοντο τόσω μάλλον μελανότερα, όσω ωχρότερον  εγίνετο το πρόσωπόν της. Πρόσωπον εκ φύσεως ρεμβώδες και μελαγχολικόν, επί του οποίου τότε μόνον επεχύνετο  γλυκεία τις ιλαρότης, όταν μας έβλεπεν όλους συνηγμένους πλησίον της

Η παραπάνω περιγραφή παραπέμπει κάπου ανάμεσα σε λυγερή του δημοτικού τραγουδιού ή της πρώιμης ηθογραφίας και σε πεισιθάνατη ρομαντική ηρωίδα. Η χλωμότητα του προσώπου και τα καμαρωτά φρύδια μπορεί να φαίνεται ότι διεκδικούν ρεαλιστικούς στόχους, ωστόσο δεν ξεφεύγουν από τον έκτυπα . στερεοτυπικό τους χαρακτήρα. Η Αννιώ είναι εντέλει μια αυτοαναφορική «όμορφη άρρωστη», που ισορροπεί ρητορικά ανάμεσα στα ρεμβώδη δυτικά της πρότυπα και στις εγχώριες λαογραφικές προδιαγραφές. Η ασθένειά της εναρμονίζεται με τις ρομαντικές επιταγές: αισθητικά άψογη, χωρίς «βρώμικες» φυσικές διαστάσεις, άυλη, αιθέρια και καθαρμένη.

Η κόρη πεθαίνει στο τέλος ενός λαϊκού νεκρικού δρώμενου που τελεί η μητέρα, ανάμεσα σε αρχέγονα σύμβολα ζωής και θανάτου, όπως το υγρό στοιχείο και η χρυσαλίδα, στο πλαίσιο της μυθικής διάδρασης μεταξύ ζώντων και νεκρών, η οποία χαρακτηρίζει την περί θανάτου αντίληψη του παραδοσιακού κόσμου. Την ίδια στιγμή αποκορυφώνεται και η αγιογράφησή της:

Η ασθενής δεν εκοιμάτο, αλλά δεν ήτο και όλως διόλου έξυπνος. Τα βλέφαρά της ήσαν ημίκλειστα· οι δε οφθαλμοί της, εφ’ όσον διεφαίνοντο, εξέπεμπον παράδοξόν τινα λάμψιν διά μέσου των πυκνών και μελανών αυτών βλεφαρίδων.

Το παραδείσιο αυτό φως, πολύ οικείο στο συναφές γραμματειακό, θα οριστικά, αφού το παιδί-άγγελος πιει το διαβατήριο νερό, που είχε μόλις  αγιαστεί από τη χρυσαλίδα-ψυχή του  πατέρα. Η διαδικασία του θνήσκειν θα πραγματοποιηθεί με έναν στεναγμό, χωρίς φυσικές  εκδηλώσεις πόνου, σαν ανάερη μετάβαση σε έναν καλύτερο κόσμο, όπως αρμόζει στην ψυχή-πνεύμα και στη ρομαντική αισθητική:

Γλυκύ και συμπαθητικόν μειδίαμα διέστειλε τα χείλη της. Έπειτα ερρόφησεν ολίγας σταγόνας από του ύδατος εκείνου, το οποίον έμελλε τω όντι να την ιατρεύση. Διότι μόλις το εκατάπιε και ήνοιξε τους οφθαλμούς  και προσεπάθησε ν’ αναπνεύση. Ελαφρώς στεναγμός διέφυγε τα χείλη της, και επανέπεσε βαρεία επί της ωλένης της μητρός μου.
            Το καϋμένο μας το Αννιώ! Εγλύτωσεν από τα βάσανά του!    

 
Ένα κεφάλαιο  στη ζωή της Δεσποινιώς κλείνει, ένα  κεφάλαιο νέο αρχίζει: η μνήμη συνθέτει τη δική της Νέκυια , μένοντας προσκολλημένη    στο θάνατο και την τιμωρία. Αυτός ο θάνατος γέρνει απαράδεκτα τη ζυγαριά προς την πλευρά της αδικίας  , και δεν είναι μόνος του· φέρνει μαζί του το μαρτύριο και τη σκότιση του νου  .        

                        


ΠΗΓΕΣ

  •  κυρίως από: Μαρία Ιατρού, Ο θάνατος και η κόρη στο «Αμάρτημα της μητρός μου» του Γ. Μ. Βιζυηνού
  • Μιχάλης Χρυσανθακόπουλος:Γ.Βιζυηνός, Μεταξύ φαντασίας και μνήμης.
  •  Μουλλάς Παναγιώτης, «Το νεοελληνικό διήγημα και ο Γ.Μ. Βιζυηνός», Νεοελληνικά διηγήματα

5 σχόλια:

  1. Εξαιρετική και πλήρης σκιαγράφηση της Αννιώς που αποδεικνύει, ακόμα μια φορά, το μεγαλείο του κειμένου. Μπράβο για την ανάρτηση!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τι ωραία ανάρτηση Πολίνα μου!!! Να είσαι καλά για όλα όσα μας "διδάσκεις".
    Μέσα από το ρόλο της Αννιώς -ειδικά αυτή η σπουδαία χαρακτηριστική σκηνή της εκκλησίας- αναδεικνύεται όντως το μεγαλείο του Βιζυηνού: η αρχιτεκτονική της αφήγησης, η θεατρικότητα, η μαστοριά της πλοκής...
    Πολλά πολλά ευχαριστώ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. zeta, daflek, Lia
    την καλησπέρα μου!

    Η Αννιώ είναι κάπως "παραμελημένη " μορφή στη διδασκαλία του διηγήματος, αλλά αναδεικνύει πραγματικά τη μαστοριά του Βιζυηνού στη σκιαγράφηση των χαρακτήρων.
    :-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή