Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

" Όποιος πεθαίνει , πεθαίνει πάντα ο Γιώργος Ιωάννου"




   
    Γιώργος Ιωάννου

     
       20/9/1927 
     
      16/2/1985









Θυμούνται και μιλούν γι αυτόν:


Βασίλης Βασιλικός


« Πρόσφυγας, κυνηγημένος, κατατρεγμένος από μάστι­γες τύπου Χριστιανόπουλου, με εμπειρίες από την εβραϊκή Θεσσαλονίκη, τη μαύρη Αφρική, την απάνθρωπη Αθήνα (πώς να ξεχάσω τις αναφορές τους στους «μακρυχέρηδες»), ζώντας μια κόλαση ο ίδιος, βρήκε τον παράδεισο μέσω της γραφής.
Φαίνεται εύκολο εκ πρώτης όψεως διαβάζοντας Ιωάν­νου (τον πεζογράφο) να τον μιμηθείς. Διαλέγει ο ίδιος τον εύκολο (εξομολογητικό) τόνο, γιατί τα βιώματα του είναι πολύ δύσκολα.
Όποιος ξεκινά από την «ευκολία» της αφήγησης του Ιωάννου λαθεύει τραγικά, γιατί εκείνο που δεν είπε ποτέ ο Γιώργος είναι το τι προηγήθηκε.

Κι εκείνο που προηγήθηκε από το 1950 ως το 1970, πριν αποφασίσει να εκφραστεί, είναι το σημαντικό. Μια συ­μπαγής μάζα ανείπωτων εμπειριών, από τον καστανά της γειτονιάς του μέχρι την αράπισσα της Αφρικής, αυτά όλα, αυτά και μόνο, ο Γιώργος τα έκανε τέχνη. Με τα πιο τα­πεινά υλικά.
Δεν μάθαμε ποτέ τα ονόματα των γιατρών που κάναν τη λάθος διάγνωση. (Όπως και στην περίπτωση του Αντώ­νη Τρίτση.)
Δεν θα μάθουμε ποτέ τι ένιωσε τις τελευταίες του ώρες, όταν, αυτός που τόσο μόχθησε για τον πολιτισμό, βρέθηκε έρμαιο σε χέρια βαρβάρων.
Θα τελειώσω με μια προσωπική ανάμνηση (μάλλον με δύο). 1982. Ο Θεοδόσης Πελεγρίνης, ο φιλόσοφος, από την Κάρπαθο, καλεί τρεις συγγραφείς σε ένα συμπόσιο στο νησί του: τον Κώστα Ταχτσή, τον Γιώργο Ιωάννου κι εμένα.
Ο Ταχτσής, σαν παγόνι, θέλει να μονοπωλήσει (και τα καταφέρνει με το οξύτατο πνεύμα του) τη σκηνή. Εγώ, από χέρι, είμαι «σημαντικός», όχι ως συγγραφέας, αλλά ως γενικός διευθυντής της τότε ΕΡΤ. Κι ο Ιωάννου, που δεν εκφράζεται, δεν εικάζεται, δεν προσωπολατρεί και δεν καθαγιάζεται, κερδίζει τους Καρπάθιους με το βαρύ ανεξίτη­λο της ψυχής του.
Πόσο στενοχωρέθηκα όταν κοινός «φίλος» τη μέρα του θανάτου του, καθώς τυχαία τον συνάντησα στο δρόμο, μου είπε: «Ευτυχώς απαλλαχτήκαμε απ' αυτόν». Έμεινα άναυδος εν μέσω του δρόμου. Κι έτσι με πάτησε (τραυματί­ζοντας με ελαφρά) ένα γιωταχί.»


Μένης Κουμανταρέας

 " Ο Ιωάννου δεν είναι μια απλή προσωπικότητα. Είναι μια βαθιά διχασμένη φύση, και αυτό προκαλεί το ενδιαφέρον. Ένας Θρακιώτης — και Θρακιώτη συγγραφέα έχουμε να δούμε από τον Βιζυηνό — , ένας αργοπορημένος Βυζαντινός στα χρόνια μας, ένας ηθικολόγος με την ηθική ενός δασκά­λου ερωτευμένου με έναν από τους μαθητές του. Ένας γραμ­ματικός που είναι μαζί και ποιητής. Ένας ερευνητής των λε­ξικών που αποδελτιώνει μαζί με τη γνώση και τα ήθη των συγχρόνων του. Ένας λαϊκός βαθιά θρησκευόμενος που ερευ­νά μανιακά τον Καραγκιόζη και ένας καραγκιοζοπαίχτης ο ίδιος όταν αποφασίζει να γίνει αστείος. Και είναι συχνά λαϊ­κά κωμικός με μια έννοια που διαφέρει από το δικό μας αθη­ναϊκό χιούμορ. Είναι, ακόμα, ένας γεωγράφος της περιφέρει­ας και μαζί γεωγράφος του ανθρώπινου κορμιού. Αξέχαστες μένουν οι σελίδες του στις οποίες γεωγραφεί το ίδιο του το σώμα σε συνάρτηση με τους τόπους στους οποίους έζησε. Ένας πρόσφυγας, γιος σιδηροδρομικού, που συνδιαλέγεται με διανοούμενους μα που γουστάρει περισσότερο την παρέα του γιου του μπακάλη, για να θυμηθούμε τον Γιώργο Χρονά. Ένας μεταφραστής κλασικών κειμένων που ανηφορίζει φορτωμένος ντομάτες και αγγουράκια τη λαϊκή της οδού Καλλιδρομίου. Ένας οδηγός της Θεσσαλονίκης στα πιο λα­μπρά της μνημεία και μαζί ένας περιπατητής σε γειτονιές κακόφημες. Ένας ομοτράπεζος του Γιώργου Σαββίδη σε ακρι­βά εστιατόρια, μα που κατά βάθος γουστάρει να τρώει στην καντίνα παρέα με τους Έλληνες εργάτες στη Βεγγάζη. Ένας μοναχός με ένδυμα κοσμικού. Ένας Αυρηλιανός που παρασπονδεί σε όσα απευθύνει «Εις εαυτόν». Ένας πιστός στο έρ­γο της ζωής του, που είναι το γράψιμο και η απομόνωση, αλλά και πιστός στον έρωτα, που τον αναλίσκει και τον κα­τατρώγει. Ένας Σειληνός στην ακολουθία του Επιταφίου.
Μια βασική ιδιότητα του Ιωάννου, η προσφυγική κα­ταγωγή του, ίσως αποτελεί μια άλλη αιτία απομάκρυνσης του από τον σημερινό αναγνώστη. Τι ξέρουν οι νεότεροι από προσφυγιά και μετανάστευση! Εκείνοι ξενιτεύονται μόνο για να κάνουν το διδακτορικό τους σε κάποιο ξένο πανεπιστή­μιο. Η γενεαλογία των παππούδων και των γιαγιάδων που εκτίθεται στην κορυφαία συλλογή του Η μόνη κληρονομιά αλλά και η αγωνία για την εγκατάσταση στον στερεοελλαδίτικο χώρο, που τόσο συγκινητικά και με μαεστρία περι­γράφεται στο «Ψηλά στο Εσκί Ντελίκ», με τις τύχες των οικογενειών του μαραγκού και του χτίστη, είναι ξένες στην ψυχοσύνθεση του νεαρού αναγνώστη. Απουσιάζει το στοι­χείο του ρομάντζου, που κάνει ελκυστικά κάποια ελληνικά και ξένα μυθιστορήματα με παρόμοιο θέμα. Όμως τώρα, σκέφτομαι, που έχουμε κι εμείς μετανάστες στη χώρα μας, μήπως είναι η πιο κατάλληλη στιγμή να ξαναδιαβάσουμε Ιωάννου; Ο απόηχος της αγωνίας των δικών μας ανθρώ­πων που έφευγαν για τη Δυτική Γερμανία είναι πάντα ζω­ντανός. Είναι αυτό που ο Ιωάννου περιγράφει στη «Μόνη κληρονομιά» επιγραμματικά: «Η Ελλάδα εγκαταλείπεται πατείς με πατώ σε». Μας λέει κάτι αυτό; Μήπως πρέπει να περιμένουμε να μάθουν ελληνικά οι ξένοι μας για να τα διαβάσουν και να συγκινηθούν; Τάχα είναι καλύτερος συγ­γραφέας ο Κανταρέ από τον Ιωάννου; Άραγε αποτελεί κα­τηγόρια το να είναι κανείς ηθογράφος; Μήπως ο Παπαδια­μάντης ηθογράφος δεν ήταν κι αυτός; Αν υπάρχει ένας συγ­γραφέας συγγενικός στον Σκιαθίτη, αυτός είναι ο Ιωάννου.(...)
Ο λόγος του Ιωάννου είναι ανθρωποκεντρικός και ελ­ληνοκεντρικός. Είναι στραμμένος σ' αυτή τη μεγάλη κοίτη που κατεβαίνει από τα βάθη των αιώνων και αρδεύει την πε­ριφέρεια και τα μεγάλα αστικά κέντρα. Είναι ο αγώνας του ανθρώπου να ενταχθεί κοινωνικά και να επιβιώσει διατηρώ­ντας παράλληλα την προσωπικότητα του, όποια κι αν είναι αυτή. Ένας αχθοφόρος της ζωής και της λογοτεχνίας. Το λα­χάνιασμα που κάποτε συνοδεύει τα γραπτά του είναι μια με­γάλη εσωτερική αναπνοή. Ή μήπως είναι κι αυτός λόγος να εξοριστεί; Διότι βέβαια ο Ιωάννου δεν είναι μοντέρνος για να πάρει θέση σ' ένα κίνημα όπως αυτό του μοντερνισμού, που περιλαμβάνει συγγραφείς τόσο διαφορετικούς όσο ο Πεντζίκης με τον Σκαρίμπα. Αν υπάρχει ένα μέτρο να τον συγκρίνουμε με κάποιον σύγχρονο, τηρουμένων των αναλογιών και της λογιοσύνης του Ιωάννου, αυτός θα ήταν ο Σωτήρης Δημη­τρίου, με την ίδια αφοσίωση στον σύντομο πεζό λόγο και την προσοχή στραμμένη στους απόκληρους και μετανάστες.
 Δεν ξέρω τι διαφοροποιήσεις θα είχε υποστεί - αν ζούσε σήμερα - και πό­σο οι καιροί θα τον είχαν αλλάξει, μα έχω την εντύπωση ότι θα ήταν το ίδιο μάχιμος και καυστικός εκεί όπου θα χρειαζόταν. Κάποιοι που ξεσαλώνουν σήμερα θα μετρούσαν και θα φοβόνταν τις παρεμβάσεις του. Μα αυτές είναι υπο­θέσεις μόνο. Βέβαιο, για μένα τουλάχιστον, είναι ότι, παρ' όλες τις πένθιμες νότες του, εκείνος παραμένει ένας χαρού­μενος πεζογράφος, κουρδισμένος στη μείζονα και όχι στην ελάσσονα, ένας που το υπόγειο χιούμορ του αναβλύζει πη­γαία, ένας αγαθός και καλοπροαίρετος ακόμα και όταν σαρκάζει ή αυτοσαρκάζεται. Ένας αισιόδοξος.
Ας είμαστε λοιπόν αισιόδοξοι κι εμείς για τη μεταθα­νάτια τύχη του. Εγώ τουλάχιστον, που τον γνώρισα από κοντά και τον αγάπησα για το ταλέντο του, τη μοίρα του ως μετανάστη με τη διπλή έννοια, τους παιδικούς του θυ­μούς, τη λατρεία του για το αντρικό σώμα, το ευγενές ήθος του, ανήκω στους θαυμαστές του.


Θανάσης Βαλτινός

« Με τον Γιώργο Ιωάννου γνωριστήκαμε το 1964. Ή Ίσως το 1965. Είχε γυρίσει από τη Λιβύη και έκανε τη δεύτερη θη­τεία του στο Καστρί — στο εκεί γυμνάσιο. Άνοιξη προχωρη­μένη, λίγο πριν τελειώσει η σχολική περίοδος. Έμενε στο μικρό ξενοδοχείο της περιοχής, εκτός λειτουργίας ήδη τότε, κατά παραχώρηση. Ένα στενόμακρο καμαράκι ασβεστωμένο, ένα σιδερένιο στρατιωτικό κρεβάτι. Σπαρτιάτικη ζωή. Υπάρχει μια φωτογραφία των δυο μας, στα σκαλιά αυτού του ξενοδοχείου. Ευσταλείς ακόμα, τα πρόσωπα ατσαλάκω­τα. Σαράντα χρόνια πριν, δηλαδή. Ήμουν περαστικός περί­που από το χωριό μου, έμεινα μόνο λίγες μέρες. Κι εγώ, που σεμνύνομαι ότι το μάτι μου κόβει, δεν κατάλαβα τίποτα από τα βάσανα που κουβάλαγε μέσα του. Φαινόταν ήρεμος, αργοπερπάτητος και προσηνής με τους ντόπιους. Καρτερικός επίσης. Μια εικόνα βεβαιότητας. Αυτή ήταν η πανοπλία του. Την ποίκιλλε με διάφορες διηγήσεις για τη Θεσσαλονίκη, κυρίως για τους κύκλους της — τότε ήταν ακόμα στις μεγά­λες του αγάπες με τον Χριστιανόπουλο.
Για τους δαίμονες του μου μίλησε αργότερα, στην Αθήνα. Διακριτικά, με μισόλογα πάντα. Δούλευε στο υπουρ­γείο, είχε χαλαρώσει και έχτιζε λίγο λίγο το έργο του — ένα τείχος προστατευτικό. Μπορούσε να αφεθεί πια. Και ήταν δουλευταράς. Νομίζω με τη δουλειά ξόρκιζε τη μοναξιά του. Γι' αυτήν δεν παραπονέθηκε ποτέ. Την αγνοούσε.
Χτες το βράδυ, 8 Δεκεμβρίου, στην οδό Ηρακλείτου, στο Σπίτι της Κύπρου, ο Σταύρος Ζουμπουλάκης μιλούσε για τον Νίκο Φωκά. Πιο ειδικά, για το θάνατο στην ποίη­ση του. Τελείωσε διαβάζοντας ένα ποίημα. Παραθέτω τον πρώτο στίχο:

                Πάει μου 'πες ο Γιώργος.

Και την τελευταία στροφή, σημαδεμένη με το χρόνο γραφής:

Όμως αυτός ο θάνατος συνταυτίζεται θαρρείς.
 Με κάθε απώλεια στον κόσμο μας, κάθε θάνατο
 Καθώς ένα καινούργιο μέτρημα τριγύρω μας τελειώνει. Πεθαίνει ας πούμε ένα παιδί, πεθαίνει ένας γέροντας 
Πεθαίνει μια πόρνη στο δρόμο, ένας δικός μας στην κλι­νική —

Όποιος πεθαίνει πεθαίνει πάντα ο Γιώργος Ιωάννου.»


4 σχόλια:

  1. Αγαπημένος ο Γ. Ιωάννου και ''ερωτική'' η σχέση του με τη Θεσσαλονίκη και τους ανθρώπους της. Πολύ καλή η επιλογή των κειμένων για τον Θάνατο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλησπέρα, Πολίνα. Κάτι προσωπικό και ενδεικτικό της περίπτωσης του Ιωάννου:
    Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα. Θα ήμουνα, νομίζω, φοιτητής, όταν είδα ένα ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση, όπου ο Ιωάννου περιφέρεται στην Αθήνα κάνοντας μια μικρή ξενάγηση σε κάποια σημεία της πόλης. Πώς γίνεται αυτές οι "περαστικές" εικόνες, αυτά τα λόγια που εκ των πραγμάτων βιαστικά "έπιασε" τ'αυτί μου βλέποντας τηλεόραση, να με επηρέασαν τόσο ώστε να αλλάξει έκτοτε ο τρόπος που έβλεπα την πόλη μου και το τοπίο της; Τι μαγικό ραβδάκι διέθετε ο Ιωάννου;
    Κι επίσης: Πόσο παρασκήνιο μπορεί να κρύβει η απλότητα σε ένα κείμενο, ε;

    Πολλά φιλιά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Καλησπέρα Πολίνα
    Καλησπέρα Διονύση
    Καλή μας Πολίνα είσαι πάντοτε πολύτιμη με τις αναρτήσεις σου. Είναι βαθιά συγκινητικό το κείμενο του Κουμανταρέα από το αφιέρωμα του ΚΕΔΡΟΥ. Το διαβάζω πάντοτε στα παιδιά γιατί προλαβαίνει πολλές από τις ενστάσεις τους...
    Μα "του καιρού τ' αλλάματα π' αναπαημό δεν έχου" αποδεικνύουν για μία ακόμη φορά πόσο μερικές από τις βεβαιότητές μας κατακρημνίζονται. Εννοώ τη διαπίστωση (στα 2005!) του Κουμανταρέα για το πόσο δύσκολα καταλαβαίνει ο νεαρός Έλληνας τον ξενιτεμό. Αναρωτιέμαι μήπως ήρθε η ώρα να ξανα - συγκινήσει ο Ιωάννου.
    Όσο γι' αυτό το σπουδαίο που βιωματικά γράφει ο Διονύσης δεν είναι το "δώρο" που μας κάνει η ποιητική προσέγγιση της καθημερινότητας, αυτή που την "ξανακαινουργιώνει";
    Πολλά φιλιά
    Ρούλα Μουντάνου

    ΑπάντησηΔιαγραφή


  4. Ελένη μου , πόσο αναγνωρίζεις καλύτερα εσύ αυτήν την προσωπική όραση του Ιωάννου που ζεις και κινείσαι στη Θεσσαλονίκη. Στην πόλη που ζούμε ιχνηλατούμε την αλήθεια της ζωής μας. Μας το΄μαθε καλά ο Ιωάννου αυτό
    Φιλιά




    Διονύση μου γεια!
    Πόσες φορές δεν στάθηκα με κατώφλια, δρόμους και σοκάκια – στα Εξάρχεια κυρίως- θαυμάζοντας την ομορφιά σπιτιών με το χρώμα του αλλοτινού.
    Σ΄ όλους μας έχει διαμορφώσει άλλο τρόπο να βλέπουμε την πόλη, τις στιγμές της, το καθημερινό πρόσωπό της.
    Τελικά το παρασκήνιο που κρύβει η απλότητα του Ιωάννου μήπως είναι η Ποίηση , που ήταν γι αυτόν ένας γόρδιος εσαεί άκοπος;

    Φιλιά



    Ρούλα μου γλυκιά,
    πράγματι πολύ συγκινούν τα παιδιά τα λόγια του Κουμανταρέα, κάθε χρόνο τούς τα διαβάζω κι εγώ!
    Είναι αλήθεια πως μετά τον βαθύ Βιζυηνό και τον ποιητικό Παπαδιαμάντη συχνά τους φαίνεται «λίγος» ο Ιωάννου ακριβώς γιατί δεν μπορούν να ταυτιστούν.
    Τους κερδίζει όμως μόλις ακούσουν πολλά για τον ίδιο και τη ζωή του. Αργούν αλλά τον νιώθουν, τους αγγίζει η εξομολόγηση

    Φιλιά

    ΑπάντησηΔιαγραφή