Σάββατο, 9 Μαρτίου 2013

" Τόσοι θεοί μάς ετοίμασαν το μηδέν. Καιρός του ανθρώπου"





Ο Παντελής  Μπουκάλας,   ένας σημαντικός πνευματικός άνθρωπος  από τους αγαπημένους ποιητές και αρθρογράφους .




Ο ποιητικός του λόγος ευαίσθητος, δυναμικός, ανατρεπτικός  .
 Γράφει ποίηση βαθιά ανθρώπινη, υπαρξιακή συχνά, μας  μιλά για τον πόνο των ανθρωπίνων πραγμάτων .Κάθε λέξη στα ποιήματά  του  τοποθετημένη  με σοφία  και τόλμη συνάμα , μοιάζει μοναδική μέσα στον περιβάλλοντα γλωσσικό χώρο που της έχει ετοιμάσει ο ποιητής.
Στα ποιήματά του δεν περιορίζεται στην προσπάθεια έκφρασης του προσωπικού του βιώματος , αλλά  επεκτείνεται σε μια διερεύνηση των δυνατοτήτων, των ορίων και της φύσης αυτής της έκφρασης. Οι στίχοι του αλέθουν μετωνυμίες και προσωποποιήσεις στρέφοντας τον λόγο προς τα έσω, καθηλώνοντας τον αναγνώστη.

Διάλεξα κάποια ποιήματά του όχι μόνο επειδή τα θεωρώ εξαιρετικά αλλά και …ωφελιμιστικά σκεπτόμενη ,αφού  θα μπορούσαν – ωραιότατα- να «συνομιλήσουν» με  κάποια από τα κείμενα  που διδάσκουμε στη Θεωρητική κατεύθυνση.

Αυτό μας φέρνει  στο νου το Γιώργο Ιωάννου:
Βίος αδιέκδυτος

 ( Συλλογή Ρήματα )

Δυο μέρες.

Τρεις το πολύ

αν έτυχε το σπίτι ριζιμιό

με πίκρες πέτρινες να το στεριώνουν,

παιδιά που φύγαν άγουρα

δικούς που μέσα του είδαν το φως

και το σκοτάδι μέσα του,

με έρωτες και με κορμιά συντελειούμενα

που μείναν ίσκιοι συμπαγέστεροι κι από το σίδερο.

Κι έρχεται ο γκρεμιστής

ο εκσκαφέας ο μάστορας ο αρχιτέκτων.

Δίνει εντολές

πρώτα από δω, τους πάνω ορόφους, για ν’αλαφρώσει ό,τι βαρύ.

Κι αρχίζει το μηχάνημα να κατατρώει, να σαρώνει, να κονιορτοποιεί.

Και πέφτουν ένας ένας οι όροφοι της μνήμης.

Και πέφτει όροφο τον όροφο η ζωή.

Περνάει διαβάτης έπειτα, τη ρίζα του σπιτιού δεν ξέρει, δεν τον νοιάζει.

Μέτρα μετράει.

Και κόστος.

Δραχμές ο νους του και τα χέρια του ευρώ.

Το άλλο κόστος,

πώς ξεριζώθηκε το ριζιμιό,

πώς έγινε και ξεκληρίστηκε

ο κλήρος που εφάνταζε ατελεύτητος

όταν το σόι στα γιορτάσια του ιστορούσε μνήμες

και τραγούδαγε το μέλλον του

με τα ζεϊμπέκικα και με τα τσάμικα, δεν το μετρούσε, δεν τον ένοιαζε.

Περαστικός αυτός.
 Κι ας  γινότανε εδραίος, σε άλλα ο νους του: 
τετραγωνικά, συντελεστές δομήσεως, δάνεια, επιτόκια.

Το σπίτι πέφτει.

Κι άλλο έρχεται να υψωθεί.

Το ίδιο ριζιμιό όπως το πριν.

Εδραίος γίνεται ο περαστικός.

Ώσπου να πέσει.

Ώσπου να έρθει ο γκρεμιστής.



Που δεν τον νοιάζει αν ήδη ο,τι σωριάζει,

χώμα και πέτρες κι άυλες εικόνες αφανείς,

 γίνεται λάσπη της ζωής γίνεται ιλύς γενέσεως

με το νερό που ρίχνει ν’ αραιώσει η σκόνη.

Και με το δάκρυ προπαντός, το δάκρυ,

που αφήνει να ξεφύγει της ψυχής

αυτός που παριστάνει τον περαστικό

έχοντας ήδη μέσα του

τη μνήμη του επόμενου διαβάτη.


Για την απρόσιτη ποιητική φύση και τα  «Αντικλείδια» του Γ.Παυλόπουλου:

Ανέφικτο



Κανένα ποίημα δεν είπε δεν θα πει

το σπαραγμό στο βάθος του

εκεί που κατοικεί γυαλί τριμμένο

Κανένα ποίημα ποτέ του

δεν απέδωσε δεν θ' αποδώσει

τον άνθρωπο

γυναίκα άντρας

που φεύγει απ' τη δουλειά

ο ήλιος νυχτωμένος

και σπίτι του τα πόδια του πεισματωμένα

δεν τον στρέφουν

τον περιμένουν δεν τον περιμένουν

και να χαθεί, αυτό ποθεί,

κομμάτια κομματάκια

να μηδενιστεί

γιατί έχει νύχτα μέσα του αυθόρμητη

βαρύτερη απ' του ήλιου

κι έχει το δέρμα πέτρινο από μια θλίψη

πού της περιττεύουν οι αιτίες

Κανένα ποίημα ποτέ του

δεν τραγούδησε και δεν θα τραγουδήσει

την αγωνία όποιου αγαπά και δέεται

να φύγει γρήγορα να φύγει ο χρόνος

όσον γεωργεί σμιγμένος με την αγαπώ του

για νά 'ρθει γρήγορα πιο γρήγορα να ρθεί

ο άλλος χρόνος ο επόμενος

να σμίξει πάλι με την αγαπώ

να γεωργηθούνε

Κανένα ποίημα ποτέ του

δεν ιστόρησε και δεν θα ιστορήσει

τον πανικό να μη θυμάσαι

καν τι μήνας

ποια η μέρα

έτσι όπως τα φύλλα στο ημερολόγιο

καθηλωθήκαν στο φθινόπωρο

Κανένα ποίημα ποτέ του δεν ετόλμησε

δεν θα τολμήσει να το πει

πως αληθεύει με το ψέμα του ο άνθρωπος

- και δίχως όχι

Κανένα ποίημα ποτέ του δεν υψώθηκε

και δεν θα υψωθεί

όσο χελιδονάκι ταπεινό χωμάτινο

που απ' το πολύ το μαύρο του

ολολευκαίνεται



Κανένα



Γι' αυτό και συνεχίζουμε να γράφουμε



Για το ανείπωτο και το αναποκάλυπτο νόημα  που  γίνεται φωνή διαμαρτυρίας  μιλά  στο επόμενο ποίημα του ( θα μπορούσε να διαβαστεί παράλληλα  με τα ποιήματα του Αναγνωστάκη και του Εγγονόπουλου )

Βαρύτης

( από τη συλλογή Σήματα Λυγρά )



Βάρος για να΄χουνε οι λέξεις

σε πλάκες πέτρινες να τις σκαλίζεις.

Να τις χτυπάς.

Τις πλάκες.

Να τις χτυπάς.

Σε κεφαλές.

Σε κεφαλές εξόχων.

Να μαζεύεις τα τρίμματα

και ψηφίδα ψηφίδα

να εικονίζεις το άφατο

να εικονίζεις το ανέφικτο

να εικονίζεις το μάταιο

το πικρό που σε τρέφει.

Τόσοι θεοί μάς ετοίμασαν το μηδέν.

Καιρός του ανθρώπου


2 σχόλια:

  1. Πολίνα, ευχαριστούμε για την ωραία πρόταση!

    Τι ωραίο παράλληλο για τον Κεμάλ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σπουδαία ποίηση που αξίζει να την απολαύσουμε ως αυταξία αποφεύγοντας τη σύνδεσή της με την εξεταστέα ύλη των Πανελλαδικών. Ευχαριστούμε, Πολίνα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή