Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Το μοιρολόγι της φώκιας



Οι  τρόποι της αφήγησης

Στο διήγημα χρησιμοποιούνται τα λιγότερα τεχνικά μέσα: η περιγραφή και ο ελάχιστος μονόλογος της γερόντισσας. Η περιγραφή είναι  ρεαλιστική,  θηρεύει ψυχρά την παραμικρή λεπτομέρεια.
Η αφήγηση γίνεται σε τρίτο πρόσωπο. Από τις λίγες φορές που ο Παπαδιαμάντης αποφεύγει με επιμέλεια οποιαδήποτε προσωπική επέμβαση με την παρεμβολή προσωπικών σχολίων. Η επιδίωξη της αντικειμενικότητας με την τριτοπρόσωπη αφήγηση (αφήγηση με μηδενική εστίαση) δημιουργεί βαθύτερη εντύπωση και μεγαλύτερη υποβολή στον αναγνώστη.

Ο ΧΡΟΝΟΣ

Τα γεγονότα ξετυλίγονται στην αφήγηση με τη φυσική τους χρονολογική σειρά, το ένα μετά το άλλο, όπως διαδραματίστηκαν στην ιστορία (γραμμική χρονική σειρά). Αναδρομική αφήγηση έχουμε στην αναδρομή της γριάς Λούκαινας στο παρελθόν της οικογένειας της.

Ο χρόνος του διηγήματος, ο μετά την ημέρα και ο πριν από την νύχτα, στο σημείο που παλεύει το φως με το σκοτάδι, η αμφιλύκη, συντελεί στη δημιουργία κατάλληλης ατμόσφαιρας, γιατί η νύχτα είναι ώρα θανάτου, όχι ζωής. Επίσης το σκοτάδι στάθηκε η αφορμή να χάσει τον προσανατολισμό της η Ακριβούλα. Η αμφιλύκη φέρνει στοιχεία συντελεσμένου θανάτου, στοιχεία παγίδευσης της ζωής. Ο τόπος της ξένοιαστης χαράς μεταστοιχειώθηκε στ τόπο μυστηριακής γοητείας, τόπος κινδύνου, τόπος θανάτου, μόλις άρχισε να αποσύρεται το φως.

Ο ΧΩΡΟΣ

Όπως συμβαίνει πάντα στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη ο χώρος είναι και εδώ συγκεκριμένος: όχι κάποια ακρογιαλιά, κάτω από κάποιο γκρεμό, αλλά «κάτω από τον κρημνόν … ονομάζουν «το Κοχύλι». Ένα μικρό αλώνι της Σκιάθου, όπου παίζεται το δράμα των ηρώων, των ανθρώπων γενικότερα. Συγκεκριμένος και ο χρόνος, όχι απλώς ηλιοβασίλεμα, αλλά " θάμβος του ηλίου".

Είναι χαρακτηριστική η επιμονή με την οποία περιγράφεται η κάθοδος. Kάθοδο στον Άδη ζωγραφίζει ο Παπαδιαμάντης εδώ με  τις φράσεις: Κάτω από τον κρημνόν, κατέρχεται το μονοπάτι, κατέβαινε η γριά Λούκαινα, κατέβαινε του κατήφορο… 
Γιατί μας κατεβάζει εκεί ο Παπαδιαμάντης; Όχι για να δούμε το Κοχύλι, ή το ειδυλλιακό τοπίο, αλλά πρόθεσή του είναι να μας δείξει το αλώνι του Χάρου, τον κήπο της φθοράς με τα ασβεστωμένα μνήματα → δημιουργεί ατμόσφαιρα που συνάδει με το τραγικό περιστατικό του πνιγμού ( ο αναγνώστης προετοιμάζεται ψυχολογικά για το τραγικό συμβάν). 

Το απόκρημνο, το δύσβατο μέρος του δυστυχήματος συντελεί στην εξέλιξη της πλοκής, αφού θα γίνει αιτία να χάσει το δρόμο η ηρωίδα.
Στοιχείο συντελεσμένου θανάτου είναι το «αλώνι του χάρου», το κοιμητήρι, του οποίου « οι ασβεστωμένοι τάφοι εφωσφόρησαν στο δυσμικό φως.»   

ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΙΚΟΤΗΤΑ

Ο ρεαλισμός του διηγήματος υπερβαίνεται με τον παράλογο του θρήνου της φώκιας για τη μικρή Ακριβούλα. Κατόρθωσε ο συγγραφέας να αποκρύψει την προσωπική του συγκίνηση. Η σύζευξη εδώ της σκληρής πραγματικότητας μ’ ένα στοιχείο φανταστικό ποιητικό μετριάζει το αφόρητο κλίμα που δημιούργησε η ρεαλιστική περιγραφή. Η ευρηματική παρεμβολή της φώκιας πετυχαίνει την κάθαρση του θυμικού. Αυτή η ακροβασία του Παπαδιαμάντη ανάμεσα στο ρεαλισμό και το λυρισμό είναι από τα μυστικά της μαγείας του.

Το μοτίβο της ζωής και το μοτίβο του θανάτου:

Κυριαρχούν εικόνες χαρούμενες και  πένθιμες που συνθέτουν δύο βασικά μοτίβα, το μοτίβο της ζωής και το μοτίβο του θανάτου. Χρησιμοποιούμε τον όρο μοτίβο γιατί μέσα στο διήγημα η ζωή και ο θάνατος βρίσκουν τελικά την οριστική τους έκφραση με μέσα μουσικά :  μοιρολόγι και τη φλογέρα.
Αυτά τα μοτίβα δεν παρουσιάζονται παρατακτικά, δηλαδή πρώτα το ένα – ύστερα το άλλο, αλλά μπαίνουν σχεδόν ταυτόχρονα στο διήγημα, αδύνατα στην αρχή, ύστερα δυναμώνουν και κορυφώνονται στον πνιγμό της Ακριβούλας.

Μοτίβο θανάτου:  μνημούρια → δένονται με το πένθιμο μοιρολόγι, τα μνημούρια – στοιχείο  συντελεσμένου θανάτου → γίνονται έπειτα «κήπος της φθοράς» και «αλώνι του χάρου».
Μοτίβο ζωής: τα μαγκόπαιδα που έπαιζαν, η ειδυλλιακή σκηνή του βοσκού με τη φλογέρα
Ο διάλογος ανάμεσα στα δύο μοτίβα  βρίσκει την τέλεια έκφρασή του στην αντιπαράθεση του μοιρολογιού της γριάς Λούκαινας και της φλογέρας του βοσκού.

Ο λειτουργικός ρόλος της γολέτας και της φώκιας

Στην αρχή της β’ ενότητας εμφανίζεται η γολέτα με πανιά που δεν φούσκωναν∙ υποβάλλει ένα αίσθημα ανήσυχης αναμονής, που την προετοίμασε κιόλας η δύση του ήλιου. Η άπνοια που επικρατούσε είναι καθοριστικό στοιχείο για τη σκηνή του πνιγμού, ώστε να ακουστεί ο πλαταγισμός. Η γολέτα παγιδεύεται και αυτή στο λιμάνι και προσημαίνει την αντίστοιχη παγίδευση της Ακριβούλας.
Σ’   αυτή τη σύντομη παύση ξεμυτίζει κι η φώκια, αυτό το ευαίσθητο πλάσμα, το όχι ανθρώπινο, που ακούει και τους δύο ήχους: «το σιγαλό μοιρολόι της γριάς» και «τον θορυβώδη αυλό του μικρού βοσκού». Γοητεύεται κι αυτή από τη φλογέρα και λικνίζεται στο κύμα. Θα την ξανασυναντήσουμε στο τέλος του διηγήματος. Η παρουσία της γίνεται για λόγους «τεχνικούς» θα λέγαμε για να μην αιφνιδιάσει στο τέλος σαν ένας από μηχανής θεός.

Στοιχεία γοητείας και παγίδευσης της ζωής της Ακριβούλας

Το στοιχείο της γοητείας που είναι ταυτοχρόνως και στοιχείο ολέθρου, με το οποίο παγιδεύονται τα πλάσματα.
·         Η σαγηνευτική μουσική υψώθηκε γλυκύφθογγη και γοήτευσε το κορίτσι. Και έσυρε προς το κρυφό κέντρο της ανύποπτη και καταγοητευμένη την Ακριβούλα. Γιατί η γοητεία υπόσχεται πάντοτε τη διαφυγή προς την ευδοκία, την ανύπαρκτη στον κόσμο της καθημερινότητας και τη ζητούμενη από τους ανθρώπους. Μόνον αυτή είδε τον κρυμμένο νεαρό βοσκό να παίζει το σουραύλι του και σαγηνεύτηκε. Το είδε διότι μόνο σ’ αυτή την αθώα  κόρη θα μπορούσε να ασκηθεί η γοητεία μέχρι τα έσχατα. Η αθωότητα της Ακριβούλας οδηγεί στη  σύγχυση του ονείρου με την  πραγματικότητα.
·         Παγιδεύτηκε και από το σκοτάδι.
·         Παγιδεύτηκε και από τους βράχους, που ενώ την ημέρα είναι βέβαιοι και ασφαλείς με το σκοτάδι γίνονται ασαφείς και αβέβαιοι και ανασφαλείς. Η Ακριβούλα χάθηκε μέσα στην ασάφεια του σκοτεινιασμένου τοπίου, στην αμφισημία της γοητείας και γκρεμίστηκε.
·         Ο θόρυβος του αυλού έκανε να μην ακουστεί η κραυγή
·         Η παρερμηνεία από τη γριά Λούκαινα του πλαταγισμού.
·         Η περιγραφή της εικόνας του πνιγμού της Ακριβούλας και η λειτουργία της στο διήγημα.
Το ξεστράτισμα του άπειρου παιδιού και η πτώση του έρχεται γρήγορα, φυσικά και απλά. Καμία κορώνα στη κορύφωση του δράματος. Τον πλαταγισμό τον ακούνε τα άλλα πρόσωπα, αλλά δεν υποψιάζονται. Ο βοσκός αφοσιωμένος στη φλογέρα του δεν είχε αντιληφθεί  την παρουσία της Ακριβούλας. Και η γριά Λούκαινα νομίζει πώς είναι ο βοσκός που πετά πέτρες στο γιαλό. Τα λόγια της γριάς Λούκαινας παίρνουν για τον αναγνώστη, που ξέρει περισσότερα, το βάρος τραγικής ειρωνείας.

Πίσω από τις λέξεις

Ύστερα από τον θάνατο του παιδιού ο κόσμος συνεχίζει την αέναη κίνησή του: η γριά συνεχίζει το μονοπάτι της, ο βοσκός το  σουραύλι, η γολέτα  με τις βόλτες της. Ο κόσμος συνεχίζει την κίνησή του με τη διπλή του υπόσταση του άσπρου – μαύρου. Οι άνθρωποι δεν υποψιάζονται την άβυσσο που ανοίγεται δίπλα τους, είτε γιατί παραμένουν στην ειδυλλιακή επιφάνεια, όπως ο βοσκός, είτε γιατί δεν μπορούν να συλλάβουν το μέγεθος της ανθρώπινης συμφοράς, ακόμα κι όταν την έχουν δοκιμάσει, όπως η γριά Λούκαινα.

Ενώ ο θάνατος καραδοκεί δίπλα μας και αφαιρεί τη ζωή από άλλους, η ζωή συνεχίζεται για μας σαν να μη συνέβηκε τίποτα. Ο θάνατος παρουσιάζεται σαν μοίρα προσωπική. Η γριά Λούκαινα και ο βοσκός τόσο κοντά στο ατύχημα είναι εντελώς ανίδεα.

Το διήγημα αρχίζει με μοιρολόγι (της γριάς  Λούκαινας) και τελειώνει με μοιρολόγι (της φώκιας). Το   μοιρολόι της γριάς είναι για θανάτους που συντελέστηκαν, σε χρόνια περασμένα, φθάνουν στον   αναγνώστη σαν αριθμοί αποδυναμωμένοι. Ο άδικος θάνατός της Ακριβούλας, που συντελέστηκε    μπροστά στα μάτια του αναγνώστη, δεν μπορεί να γίνει ανθρώπινο μοιρολόι. Θα φθάσει στα αυτιά μας  με μια σειρά από ενδιάμεσους: τη φώκια, το γέρο ψαρά, το συγγραφέα – ώσπου να πάρει διαμόρφωση    καλλιτεχνική πια.  

Η επανάληψη του ρήματος «εξηκολούθει»

Επιβάλλεται να επισημάνουμε την εξακολουθητική παρουσία του ρήματος «εξακολουθώ» που ήδη προοικονομήθηκε με τα ρήματα παραπάνω και συνεχίζεται στα «ακόμη μοιρολογά» και  «σαν να’χαν ποτέ τελειωμό…» Η επανάληψη δείχνει ότι οι άνθρωποι συνεχίζουν ανυποψίαστοι τις ασχολίες τους. Όλοι οι εναπομείναντες συνεχίζουν να είναι απορροφημένοι στις ταλαιπωρίες και στα βάσανα της ζωής. Η ζωή επιβάλλεται να συνεχιστεί.

Τα πρόσωπα

Η μορφή της γριάς Λούκαινας

Στοιχείο συντελεσμένου θανάτου είναι η παρουσία της γριάς Λούκαινας. Η γριά Λούκαινα έθαψε τα πέντε παιδιά της, αποτελεί τον ενσαρκωμένο σπαραγμό, ο οποίος φανερώνεται με το ασταμάτητο μοιρολόγι το μόνο τραγούδι της ερειπωμένης ζωής της. Είναι μια λαϊκή γυναίκα, φτωχή και βασανισμένη, που δέχεται σ’ όλη της τη ζωή βαριά πλήγματα, χωρίς η ίδια να τα προκαλέσει. Η Λούκαινα είναι παρουσία υπαρκτή δεν είναι από σκέψη, από φαντασία, είναι από την ζωή και γι’ αυτό είναι αληθινή και αξιόλογη. Είναι κάτι ανάλογο με τους τύπους των δημοτικών τραγουδιών όπου δεν ξεχωρίζουν ως  καθαρά ατομικές φυσιογνωμίες. Είναι μορφή της νεοελληνικής υπαίθριας ζωής. Τέτοιες παρουσίες βρίθουν στο έργο του Παπαδιαμάντη. 

Η μορφή του νεαρού βοσκού

Ο βοσκός περιγράφεται πολύ αδρά, αχνά, σα σε σκίτσο. Δε φαίνεται στο πρόσωπό του είναι ένας βοσκός (χαρακτηριστική απουσία οριστικού άρθρου), χωρίς όνομα, χωρίς βάσανα, χωρίς ιστορία, κρυμμένος. Ο κάθε αναγνώστης προσπαθεί να ανασυνθέσει τη μορφή του, να τον αναδύσει και η προσπάθεια αυτή έχει γοητεία, ασκεί υποβολή. Η ακαθόριστη φιγούρα θέλγει, ο ήχος της φλογέρας γοητεύει, η ώρα είναι μυστική. Λες και είναι γηγενής βγαίνει, χωρίς να αποκαλύπτεται, μέσα από το τοπίο. Είναι αρχέγονος, αρκαδικός. 

Ακριβούλα:

Ο θάνατος του ενός είναι πάντοτε ο θάνατος του ακριβού. Και η Ακριβούλα προβαίνει ανύποπτη για την παγίδευσή της. Εδώ έχουμε την τραγωδία της Ακριβούλας, της εγγονής της χαροκαμένης γριάς, η οποία ξεκίνησε να τη συναντήσει στο ακροθαλάσσι.

Στο τέλος του διηγήματος ο «νεαρός βοσκός» του πρώτου μέρους γίνεται «ο βοσκός». Η  «μία γολέτα» γίνεται «η γολέτα» Η μία φωνή  γίνεται «η φωνή». Όμως η μία κόρη γίνεται στην ίδια πρόταση η Ακριβούλα.



Ο Παπαδιαμάντης  μέσα από το διήγημα , με τον αυθορμητισμό και την αυθεντικότητα που χαρακτηρίζει τη γραφή του, γίνεται  ο απόλυτος εκφραστής του χαροποιού πένθους, που χαρακτηρίζει τον παράξενο τρόπο των Ελλήνων. Η λύπη πάντα μπαίνει στην άκρη, για να έρθει να πει η ζωή το μεγάλο «ναι», το ατελεύτητο.


Διαβάστε και μια διαφορετική  ,κάπως αιρετική,  άποψη για το  διήγημα:


Το επίφοβο μυρολόγι της φώκιας

Χριστόφορος Μηλιώνης
"Σημαδιακός κι αταίριαστος"
Β΄ έκδοση συμπληρωμένη, Εκδόσεις Νεφέλη Αθήνα, 2002


( Μ.Θεοδοσοπούλου )

Ομολογούμε πως ακουστά είχαμε μόνο τα κροκοδείλια δάκρυα, που, ως γνωστόν, χαρακτηρίζουν όσους ζητούν να εξαπατήσουν χύνοντας ψεύτικα δάκρυα ως ο κροκόδειλος που, για να προσελκύσει τα θύματά του, εκπέμπει θρηνώδεις κραυγές, προσομοιάζουσες με αυτές κλαίοντος παιδιού. Αν και ο κροκόδειλος, ανήκοντας στην συνομοταξία των ερπετών, ουδέποτε κλαίει μετά πραγματικών δακρύων, σε αντίθεση με τη φώκια, ζώο θηλαστικό, άκρως παράξενο, η οποία, όχι μόνο κλαυθμηρίζει μετά ζωηρών γογγυσμών, αλλά και χύνει ποταμούς δακρύων. Αγνοούσαμε, ωστόσο, τόσο τη σκοπιμότητα, μάλλον τη χρησιμότητα των δακρύων της φώκιας όσο και την συνακόλουθη έκφραση, "κλαίει σαν την φώκια". Παροιμία, όπως μαθαίνουμε, διαβάζοντας το βιβλίο του Χρ. Μηλιώνη, αποθησαυρισμένη τουλάχιστον από τα μέσα του 19ου αιώνα, που λέγεται για "τους δεικνύοντας θλίψιν επί εξαπατήσει και πλαγίω σκοπώ".
Πέραν, όμως, της παροιμίας, τα δάκρυα της φώκιας, ως φαίνεται, απαντώνται σε ποικίλες παλαιότερες πηγές, ως, λ. χ., στο "Βιβλίον περί της συμφοράς και αιχμαλωσίας του Μορέως" του γιαννιώτη στιχουργού Μάνθου Ιωάννου, ο οποίος και ενεπνεύστηκε το ποίημά του από τα πολλά δεινά που υπέστη, όταν οι Τούρκοι πήραν την Πελοπόννησο από τους Ενετούς, το 1715. Το βιβλίο του τυπώθηκε στη Βενετία και, όπως δείχνουν οι πολλαπλές εκδόσεις του, θα πρέπει να έγινε ένα μπεστ σέλλερ της εποχής, για να το συμπεριλάβει, ενάμισι σχεδόν αιώνα αργότερα, ο Λεγκράν στην περιώνυμη Βιβλιοθήκη του. Ο Μάνθος, λοιπόν, παρομοιάζει τα δάκρυα των γυναικών με αυτά της φώκιας, που, αδυνατώντας να φάει ένα κουφάρι, κλαίει από πάνω του, ώστε να το λειώσει και μετά να το καταβροχθίσει. Θα θέλαμε να διαβάζαμε την αντίστοιχη περικοπή, καθώς πολύ μας παραξενεύει η παρομοίωση στο εν λόγω κείμενο, που αναφέρεται στην τούρκικη κατάληψη της Πελοποννήσου. Όπως κι αν έχει, περισσότερο οικεία φαίνεται μια παλαιά παράδοση από τα μέρη της Βιθυνίας, κοντινή με το μύθο της γοργόνας, αδελφής του Μεγαλέξαντρου. Μια πολύ λαίμαργη βασιλοπούλα μεταμορφώθηκε, λέει, σε φώκια, που, ψευτοκλαίγοντας, έτρωγε τους περαστικούς, αφού, προηγουμένως, τους ρωτούσε, αν ζει ο πατέρας της, ο βασιλιάς.
Δίπλα σε αυτά τα δυσπρόσιτα, ο Χρ. Μηλιώνης, όπως περιδιάβαζε στα "Απομνημονεύματα" του Μακρυγιάννη, αλίευσε και την εξής άκρως ενδιαφέρουσα όσο και οργίλη φράση: "Κλαίτε την πατρίδα και τους αγωνιστάς, καθώς κλαίγει η φώκια τον πνιγμένον - είναι τα δάκρυά της καυτερά, σαπίζει τον πνιγμένον και κάθεται και τον τρώγει." Σε αυτά τα συμφραζόμενα, όταν οι παλαιότεροι, ακόμη στις αρχές του 20ού αιώνα, ίσως και αργότερα, διάβαζαν για τα δάκρυα της φώκιας ή, αν γινόταν κάπου λόγος για το μοιρολόγι της φώκιας, θα πρέπει να δημιουργούσαν αμέσως την αντίστοιχη εικόνα. Εμείς, όμως, αποκομμένοι από τις δοξασίες και τη γλώσσα τους, ξένοι προς τον κόσμο τους, δεν κατανοούμε ή και προσπερνούμε τα αυτονόητα για εκείνους, παραλλάσσοντας, συχνά και αλλοιώνοντας το νόημα.
Το 1981, εκδόθηκε η συναγωγή δοκιμίων "Νεοελληνικά, Διδακτικά δοκίμια για το Λύκειο", όπου, στο κείμενό του, ο Χρ. Μηλιώνης ανέλυε το διήγημα, "Το μοιρολόγι της φώκιας", που αρχικά διδασκόταν στην τρίτη τάξη του Γυμνασίου και μετά, στη δεύτερη Λυκείου. Από τον τίτλο του διηγήματος αλλά και από το ίδιο το διήγημα, την προσοχή του αναγνώστη, πιστεύουμε πως κερδίζει, το μοιρολόγι παρά η φώκια. Ενδεικτικά, σε σχετικό σχόλιό του, ο Χ. Μαλεβίτσης αναφέρει: "Το διήγημα του Παπαδιαμάντη "Το μοιρολόγι της φώκιας" δεν πρόκειται ποτέ να το ξεχάσεις, όπως δεν ξεχνάς το δημοτικό μοιρολόγι... τις πικρές παραλογές, σαν αυτή "Του νεκρού αδελφού" ...εκεί είναι η Αρετή ...κι' εδώ είναι η Ακριβούλα... Στον Παπαδιαμάντη τουλάχιστον υπάρχει μία απόπειρα λυρικής διαφυγής..."
Παρομοίως, η Ελ. Πολίτου-Μαρμαρινού παρατηρεί: "...Το αριστουργηματικό "Μοιρολόγι της φώκιας", διήγημα στην αρχή του νατουραλιστικό από πολλές απόψεις, με την ολοκλήρωση όμως του οποίου βρισκόμαστε όχι μόνο μακριά από το ρεύμα αυτό ειδικά, αλλά και από την πεζογραφία γενικά ...έχουμε μεταφερθεί ουσιαστικά και κυριολεκτικά στο χώρο της ίδιας της ποίησης..."
Στην ανάλυσή του, ο Χρ. Μηλιώνης αναδεικνύει τα δύο βασικά μοτίβα, της ζωής και του θανάτου, που συνυπάρχουν σε ολόκληρη την έκταση του διηγήματος. Επί τροχάδην, η ιστορία ή μάλλον το περιστατικό γύρω από το οποίο στήνεται το διήγημα, έχει ως εξής: Η γριά-Λούκαινα, "μια χαροκαμένη πτωχή γραία", που "θητεύει" πλησίον της παντρεμένης "με μισήν δωδεκάδα παιδιά" κόρης της, πηγαίνοντας να πλύνει τα ρούχα, παρά θίν' αλός, αντικρύζει εκ του μακρόθεν τα Μνημούρια και αρχίζει το μυρολόγι για τα πέντε μικρά παιδιά της και τον άντρα της που είχε χάσει αλλά και για τους δυο ξενιτεμένους γιούς της. Ακριβούλα ονομάζεται η μεγαλύτερη εγγονή της, που πηγαίνει να την βρει, ίσως σταλμένη από τη μάννα της, το πιθανότερο, όμως, διαφεύγοντας από την επιτήρησή της. Ο ήχος από τον αυλό ενός βοσκού παρασύρει την Ακριβούλα σε λάθος μονοπάτι, ιδιαζόντως απότομο, οπότε και γλιστράει, "μπλουμ! εις το κύμα" (τόσο βραχύλογα και επιγραμματικά), και πνίγεται. Ενδιαμέσως, μία φώκια, βόσκουσα στα βαθιά, ίσως άκουσε το μυρολόγι της γριάς, το σίγουρο, την ήλκυσε ο αυλός, και, ως γίνεται συνήθως με τις φώκιες, ήρθε στα ρηχά. Ουδείς αντελήφθηκε τον πνιγμό. Για βράχο ριγμένο από το βοσκό, που αποκαλεί "σημαδιακό κι αταίριαστο", εξέλαβε η γερόντισσα τον πλαταγιασμό που άκουσε. "...Κ' η φώκη... ηύρε το μικρόν πνιγμένον σώμα της πτωχής Ακριβούλας, και άρχισε να το περιτριγυρίζει και να το μυρολογά, πριν αρχίση το εσπερινόν δείπνον της..."


Ο Χρ. Μηλιώνης αναφέρει, σε υποσημείωση, την απορία που διατύπωσε ένας μαθητής για το είδος του δείπνου της φώκιας (  είναι το δείπνο της το πτώμα της άτυχης Ακριβούλας;) Παρόμοια, όμως, ερμηνεία ή και εκλογίκευση παρατηρεί πως θα τίναζε το διήγημα στον αέρα. Ωστόσο, δεκαπέντε χρόνια αργότερα επανέρχεται, έχοντας πλέον διαβάσει τον Μακρυγιάννη και τις σχετικές δοξασίες, οπότε και τινάζει στον αέρα τις προηγηθείσες αναγνώσεις. Παρότι ο Παπαδιαμάντης αποφεύγει την ωμότητα του Μακρυγιάννη στην έκφραση, διατηρεί εναργή την ίδια τρομακτική εικόνα, που εμείς πιστεύουμε πως γίνεται εναργέστερη από τον τίτλο, για όσους, βεβαίως, ο τίτλος σημαίνει το συγκεκριμένο περιεχόμενό του.
Τελικά, ουδόλως συγκεκαλυμμένη η αφήγηση, δείχνει, μετά πικρής ειρωνείας, προς μια πραγματικότητα, που εξ αντικειμένου γνώριζε ο Παπαδιαμάντης. Όταν μάλιστα, ανέκαθεν στις Σποράδες συνέρρεαν οι φώκιες και πριν φτιαχτεί το θαλάσσιο πάρκο για την προστασία τους. Από εκεί και πέρα, ο γέροντας ψαράς της τελευταίας παραγράφου, που μεταφράζει σε ανθρώπινα λόγια το μυρολόγι της φώκιας, και μαζί του, ο Παπαδιαμάντης, δεν εξανθρωπίζουν τη φώκια, όπως ήθελαν οι παλαιότερες αναγνώσεις, αλλά μάλλον επιμένουν στο απατηλό και επίφοβο του μυρολογήματος της φώκιας.
Όπως υπογραμμίζει ο Χρ. Μηλιώνης στην ανάλυσή του, το εξαιρετικό του διηγήματος εναπόκειται στη "σκηνοθεσία" του Παπαδιαμάντη. Κι ερχόμαστε εμείς σήμερα και τον διαβάζουμε, έστω με σεβασμό και προσήλωση, ή κάποιοι άλλοι, με ευφάνταστες και πλουμιστές ερμηνείες, αλλά, έτσι κι αλλιώς, αποκομμένοι από τον κόσμο του, χωρίς την αναγκαία γλωσσική ευαισθησία, την οποία επί μακρόν σχολιάζει ο Χρ. Μηλιώνης σε έτερο κείμενο του βιβλίου του. Πιστεύουμε πως στη γλωσσική, τουλάχιστον, αποκοπή, συμβάλλουν και οι ορθογραφικές απλοποιήσεις, καθώς αποσυνδέουν τις λέξεις από τα πράγματα. Μένουμε με την εντύπωση πως, λ.χ., το μυρολόγι γραμμένο με ύψιλον, κρατά από το μύρομαι, χύνω ποταμηδόν δάκρυα, χωρίς, αναγκαστικά, και τον αντίστοιχο σπαραγμό, ενώ, με όμικρον γιώτα, παραπέμπει στη μοίρα, οδηγώντας ευκολότερα στον εξανθρωπισμό της φώκιας.
Πρωτοδημοσιευμένο το διήγημα στις 13 Μαρτίου 1908, το μοναδικό διήγημα του Παπαδιαμάντη στην εφημερίδα του Σπύρου Σίμου, η "Πατρίς", με το σημείωμα, "Δημοσιεύομεν κατωτέρω εν ανέκδοτον διήγημα του διακεκριμένου διηγηματογράφου...", δεν αποκλείεται να ήταν γραμμένο νωρίτερα. Όπως κι αν έχει, με την παρατήρηση του Χρ. Μηλιώνη, πιστεύουμε πως έρχεται πλησιέστερα στη "Φόνισσα", βγαλμένο από την ίδια θεματική μήτρα για την τύχη των γυναικών εκείνα τα παλαιά χρόνια. Αν, μάλιστα, συλλογιστούμε την ευθύνη της γριάς-Λούκαινας, όχι τόσο στον πνιγμό της Ακριβούλας, όσο στο γεγονός πως έμεινε άταφη, βορά της φώκιας, την οποία "ίσως το σιγανόν μυρολόγι της γραίας" έφερε στα ρηχά.
Από "Το μυρολόγι της φώκιας", ο Χρ. Μηλιώνης πήρε τον τίτλο του βιβλίου του, αν και δεν αποκλείεται να τον εμπνεύστηκε από το πρώτο, πασχαλινό ταξίδι του στη Σκιάθο, όταν ξαναδιάβασε Παπαδιαμάντη, αυτή τη φορά, "πάνω στα πράγματα" και συναπαντήθηκε με ογδοντάχρονους, που τον είχαν γνωρίσει και όλοι τους έμοιαζαν σαν "σημαδιακοί κι αταίριαστοι". Αυτά τα ανιστορεί στο εναρκτήριο του βιβλίου κείμενο, γέννημα κι αυτό του πεζογράφου Μηλιώνη, ενώ το τομίδιο κλείνει με δύο μελετήματα του φιλόλογου Μηλιώνη. Στο πρώτο αποδελτιώνει συστηματικά και εξονυχιστικά τις απόψεις των πανεπιστημιακών για την ηθογραφία και τον Παπαδιαμάντη, ενώ στο δεύτερο και πλέον πρόσφατο, αναφέρεται στην "καλλιτεχνική συνείδηση του Παπαδιαμάντη", εμμένοντας στις απόψεις του Κ. Θ. Δημαρά. Απαξιωτικές οι απόψεις του ή μήπως, απλώς, εντός του λογοτεχνικού κανόνα, γλωσσικού και μορφικού, της εποχής του;


































4 σχόλια:

  1. πολύ καλή η οργάνωση της ανάρτησης. Πραγματικά αιρετικό και πρωτότυπο το κείμενο του Μηλιώνη. Να σου ευχηθώ, Πολίνα, καλό χειμώνα (για μένα τουλάχιστον οι διακοπές τελείωσαν) και να συνεχίσεις να μας προσφέρεις δημιουργικές και χρήσιμες αναρτήσεις!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ελένη μου ευχαριστώ πολύ!
    Είμαι ακόμη σε διακοπές.Καλό υπόλοιπο καλοκαιριού και καλό χειμώνα να έχουμε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Συγχαρητήρια, Πολίνα, εξαιρετική δουλειά. Γενικότερα πολύ καλό το μπλογκ σου!

    Είχα υπόψη μου την "αιρετική" άποψη του Μηλιώνη, την οποία κάθε χρόνο παρουσιάζω στην τάξη. Πάντα κάποια παιδιά με προλαβαίνουν, έχοντας καταλάβει κι αυτά ότι το δείπνο της φώκης είναι η Ακριβούλα. Καταλήγουμε πάντα ότι αυτό δε δίνει μακάβρια αίσθηση στον αναγνώστη, αντίθετα επιτείνει την τραγικότητα, εφόσον ο θάνατος της Ακριβούλας γίνεται μέρος του φυσικού βιολογικού κύκλου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Γεια σας . Ειμαι μαθητρια στην Α λυκειου και εχω μια εργασια για το κοινωνικο περιβαλλον της σκιαθου (οικονομικες και κοινωνικες συνθηκες , κυριαρσχες αντιληψεις) .Ξερω οτι παρομοιο θεμα εχετε γραψει σε καποιες αναρτησεις σας που εχω διαβασει αλλα για το αποσπασμα "ΤΟ μοιρολογι της φωκιας " δεν ειναι τα ιδια και ετσι δεν μπορω να βγαλω ακρη ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή