Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Η νόσος ως λύτρωση στον Βιζυηνό






 


Ο συγγραφέας, παράλληλα με τη μελαγχολική ενατένιση του φαινομένου της ζωής, μεταφέρει ένα ελπιδοφόρο μήνυμα παρουσίας της θείας χάρης στα εγκόσμια και ομολογεί την πίστη του σε μια (ανώτερη από την υλική) μεταθα­νάτια πραγματικότητα. Προκειμένου να αναδείξουμε τα μεταφορικά νοήμα­τα, με τα οποία ο Βιζυηνός επενδύει τη νόσο, θα καταφύγουμε στη χριστιανι­κή διδασκαλία και στη μεταφυσική αισθητική του Πλωτίνου -δύο θεωρήσεις της ύπαρξης και της τέχνης αντίστοιχα-, οι οποίες ως γνωστόν επέδρασαν καταλυτικά στη διαμόρφωση του Βιζυηνού ως λογοτέχνη.
Στο «Αμάρτημα της μητρός μου» η αρρώστια της Αννιώς δεν ερμηνεύεται ορθολογικά ή, για να το πούμε ορθότερα, αυτό που απασχολεί τον συγγραφέα δεν είναι να περιγράψει το «φυσικόν πάθος» της ηρωίδας, αλλά να παρουσιά­σει τις μεθόδους που δοκιμάζουν οι υπόλοιποι ήρωες στην προσπάθεια τους να τη σώσουν. Και τότε η ασθένεια προσδιορίζεται ως «πάθος σατανικόν». Ο χαρακτηρισμός αυτός δεν διαβάζεται μόνο ως ειρωνικό σχόλιο του ώριμου (αφηγητή) στις προκαταλήψεις των ανθρώπων της υπαίθρου. Επιπλέον σχετί­ζεται με την πρόθεση του συγγραφέα να αναδείξει μια υπερβατική ερμηνεία της ύπαρξης του κακού στον κόσμο.
Το διήγημα ξεκινά με τη χωρίς όρια φροντίδα της μητέρας και των αδερ­φών προς την Αννιώ, η οποία απολαμβάνει την οικογενειακή μέριμνα χωρίς να γίνεται υπεροπτική. Αντίθετα, όσο χειροτερεύει η κατάσταση της, τόσο αυξάνεται η μεγαλοψυχία της. Την προσοχή μας κερδίζει τότε το καταληκτικό σχόλιο του αφηγητή: «Εν τούτοις η ασθένεια της Αννιώς ολονέν εδεινούτο». Παρά τη χριστιανική συμπεριφορά των ηρώων, εύρωστων και νοσούντων, η υγεία της Αννιώς δεν βελτιώνεται. Ο αφηγητής επισημαίνει, έστω και δειλά, την έλλειψη θεϊκής δικαιοσύνης, αφού οι καλοί και αγαθοί δεν επιβραβεύο­νται για τη συμπεριφορά τους.
Κατόπιν παρουσιάζει τις μεθόδους, στις οποίες καταφεύγει η μητέρα, προ­κειμένου να σώσει την Αννιώ- βότανα, ξόρκια, πίστη σε τυχοδιώκτες. Και τότε ο ενήλικος αφηγητής μάς πληροφορεί για τη στάση των ανθρώπων της υπαί­θρου απέναντι στην αρρώστια, όταν αυτή δεν καταλήξει γρήγορα στον θάνα­το. Οι χωρικοί από άγνοια αποδίδουν κάθε χρόνια ανίατη ασθένεια σε «υπερ­φυσικός αιτίας» και την χαρακτηρίζουν ως «εξωτικόν»: «Ο ασθενής εκάθησεν εις άσχημον τόπον. Επέρασε νύκτα τον ποταμόν, καθ' ην στιγμήν αι Νηρηίδες ετέλουν αόρατοι τα οργιά των. Εδιασκέλισε μαύρον γάτον, ο οποίος ήτο κυρίως "ο έξω από εδώ" μεταμορφωμένος» (σ. 5). Ο Γιώργης συμπληρώνει ότι η μητέρα του δεν πιστεύει στις δεισιδαιμονίες, αλλά στον Θεό. Απέναντι στον κόσμο των προλήψεων δεν τοποθετείται η επιστήμη, αλλά η θεία χάρη. Ας το κρατήσουμε αυτό και ας δούμε τι γίνεται κατόπιν.
Η αρρώστια αλλάζει τον άνθρωπο. Η μητέρα, αφού δοκιμάζει ανεπιτυχώς τα ευχολόγια της εκκλησίας, καταλήγει ότι θρησκεία και δεισιδαιμονία πρέπει να συμβιβασθούν. Δίπλα στον σταυρό της κόρης κρεμά ένα φυλακτό, δένει το ρούχο της σε ένα θαυματουργό σημείο. Ως έσχατο «ιατρικό» παρουσιάζεται η παραμονή της Αννιώς στην εκκλησία, «ίνα σωθή από το σατανικόν πάθος, το οποίον εμφώλευσαν ήλεθε τόσον αμειλίκτως το τρυφερόν της ζωής αυτής δέντρον». Η εικόνα των καλικάντζαρων, που τροχίζουν το δέντρο της ζωής, συμπληρώνεται με την επισήμανση ότι τα δαιμόνια αντιστέκονται «εις τον αόρατον πόλεμον μεταξύ αυτών και της θείας χάριτος» για σαράντα μέρες. Μετά «το κακόν ηττάται και υποχωρεί κατησχυμένον» (σ. 6). 

Δεν περνά απαρατήρητη η χρήση της μεταφοράς του πολέμου που λαμβάνει χώρα στο σώμα της άρρωστης. Η μεταφορά της στρατιωτικής ορολογίας στη θεώρηση των ασθενειών χρησιμοποιείται συχνά στov 20ό αιώνα. Στο διήγημα του Βιζυηνού η πάλη δεν διεξάγεται ανάμεσα στα φάρμακα και στα κύτταρα κάποιου νοσογόνου ιού. Αντίθετα παρουσιάζεται η ανηλεής σύρραξη του Θεού με τα δαιμόνια.

 Το απόσπασμα συνεχίζει με την εικόνα του Θεού να νικά την αρρώστια: «Οι πάσχοντες αισθάνονται εν τω οργανισμώ των τους τρομερούς σφαδασμούς της τελευταίας μάχης και βλέπουσι τον εχθρόν αυτών φεύγοντα εν παραδόξω  σχήματι, προ πάντων, καθ' ην στιγμήν διαβαίνουσι τα Άγια» (σσ. 6-7). Υπάρχουν όμως και κάποιοι που δεν αντέχουν .Οι αδύνατοι συντρίβονται υπό το μέγεθος του εν αυτοίς τελουμένου θαύματος. Αλλά δεν μετανοούσι διά τούτο. Διότι αν χάνουν την ζωήν, τουλάχιστον κερδαίνουν το πολυτιμότερον. Σώζουν την ψυχήν των» (σ. 7). 

 Την προσοχή μας  κερδίζει πάλι το τέλος της ενότητας. Ακόμα και στην περίπτωση του θανάτου το θαύμα έχει συντελεστεί, αφού ο άνθρωπος κερδίζει τη σωτηρία της ψυχής και ο θεός νικά «το κακό», την αρρώστια. Η αρχική άτολμη κριτική για την απουσία  θεϊκής ευσπλαχνίας, σε αυτό το σημείο αντιστρέφεται. Ο αφηγητής καταφεύγει στο «άγνωσται αι βουλαί του Κυρίου» οι οποίες, ακόμα καιόταν φαίνονται άδικες ή οδηγούν στον θάνατο, κρύβουν ένα μήνυμα ελπίδας, ανοίγουν τις πύλες της ανώτερης και ουσιαστικότερης ζωής της ψυχής.
Κατόπιν ξεκινά ένας νέος κύκλος αφήγησης, ο οποίος μας εισάγει σε έναν πιο μυστηριώδη κόσμο από αυτόν των προλήψεων. Η μητέρα καλεί το πνεύμα του νεκρού  πατέρα. Ο ενήλικος αφηγητής δεν αξιολογεί αρνητικά την υποχώρηση σε έναν υπερβατικό κόσμο.  Κάνει κάτι  εντυπωσιακότερο. Περιγράφει το πέρασμα της ψυχής με τη μορφή χρυσαλλίδας ως θαυματουργό. Δημιουργεί την εντύπωση  ότι η Αννιώ, πίνοντας από το αγιασμένο νερό, όπου ακούμπησε η ψυχή του πατέρα  θεραπεύεται: «Η ασθενής δεν ήνοιξε τους οφθαλμούς,αλλά (…) ερρόφησεν ολίγας σταγόνας από του ύδατος εκείνου, το οποίον έμελλλεν  τω όντι να την ιατρεύση». 

Ωστόσο η εικόνα δεν ολοκληρώνεται με την επιστροφή    της Αννιώς στον κόσμο των υγιών, αλλά με το πέρασμα της στον κόσμο των νεκρών: «Μόλις το εκατάπιε και ήνοιξε τους οφθαλμούς (...) επανέπεσε βαρεία επί της ωλένης της μητρός μου. Το καϋμένο μας το Αννιώ! εγλύτωσεν από τα βάσανα του!» (σ. 13).
Νωρίτερα ο αφηγητής τόνισε ότι όσοι πεθαίνουν σώζουν την ψυχή τους. Εδώ συμπληρώνει ότι ο θάνατος θεραπεύει τον άνθρωπο από τα επίγεια δει­νά. Κατόπιν ο ώριμος Γιώργης, με αφορμή την αποκάλυψη της «αμαρτίας» της μητέρας (της ολιγωρίας την ώρα που θήλαζε την πρώτη Αννιώ) και ανα­λογιζόμενος την εναλλαγή ζωής και θανάτου, που διέπει τον οικογενειακό βίο, κατανοεί ότι η ζωή της μητέρας στη γη είναι μια «φρικτή και αμείλικτος Κόλασις». Σε σχέση με τον θάνατο, που νωρίτερα είχε παρουσιαστεί να λυτρώ­νει τους ανθρώπους από τα επίγεια βάσανα, η ζωή αντίστροφα αποδίδεται ως μια διαρκής διαδικασία εξιλέωσης. Τότε, ο ενήλικος αφηγητής αποφασίζει να αποδείξει στη μητέρα του την «άκραν του Θεού ευσπλαγχνίαν, την δικαιοσύνην αυτού» (σ. 25).
Ο Θεός εμφανίζεται ως αρωγός, που βοηθά τους θνητούς να συμβιβα­στούν με την πραγματικότητα της νόσου και με τον αναπόδραστο θάνατο. Η κορυφαία στιγμή της παρουσίας του, σε σχέση με το δίπολο νόσος-θάνατος, είναι όταν ο παπάς σταυρώνει την Αννιώ με την Αγία Λόγχη (εκκλησιαστικό σκεύος που συμβολίζει τη λόγχη με την οποία ο Ρωμαίος στρατιώτης κέντησε την πλευρά του Ιησού πριν αυτός ξεψυχήσει) και της ψιθυρίζει τη φράση από την Ακολουθία των Μεγάλων Ωρών της Μεγάλης Παρασκευής: «Σταυρωθέντος σου Χριστέ, ανηρέθη η τυραννίς, επατήθη η δύναμις του εχθρού...» (σ. 8). Η συνέχεια της ημιτελούς φράσης τονίζει το σωτήριο μήνυμα του θανάτου του υιού του Θεού ο οποίος σύμφωνα με τη χριστιανική πίστη εντάσσεται στο ευρύτερο θεϊκό σχέδιο για τη σωτηρία της ψυχής των θνητών, που ολοκλη­ρώνεται με το χαρμόσυνο μήνυμα της ανάστασης του θεανθρώπου.
(…)
Δικαιολογημένα παρατηρεί κάποιος πως ο Βιζυηνός δεν απεικονίζει στα διηγήματά του το καλό ή το ωραίο , αλλά το κακό , την οδύνη που προκαλούν η νόσος και ο θάνατος. Όμως η νόσος ή ο θάνατος δεν βυθίζουν το υποκείμενο σε έναν αδιέξοδο πεσιμισμό, αφού παράλληλα παρουσιάζεται ως αντίβαρο στο πένθος και την μελαγχολία, ένα ελπιδοφόρο μήνυμα, που στηρίζεται στην ύπαρξη του Θεού.
(...)

Ο  Βιζυηνός στη μελέτη του " Η φιλοσοφία του καλού παρά τω  Πλωτίνω " παρουσιάζει πως ο αρχαίος φιλόσοφος συνδέει το Εν ή Αγαθόν  με την πηγή του (  ορατού και αοράτου ) κόσμου και με την ανάγκη  η τέχνη να μεταφέρει πρότυπα ομορφιάς , αρετής και καλοσύνης . Ο Βιζυηνός γοητεύεται από το ότι ο Πλωτίνος πάνω από κάθε ιδέα και αρχή τοποθετεί το Εν, τον Θεό, " την αρχή και τον ύψιστο σκοπό του παντός ". Το καλό και το κακό, η ασχήμια και η ομορφιά εμπεριέχονται στη θεία τάξη των πραγμάτων.


Κέλυ Δασκαλά
Λέκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης.

2 σχόλια: