Σάββατο, 16 Οκτωβρίου 2010

Ο ΤΟΠΟΣ ΤΗΣ ΣΟΛΩΜΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ




Ο τόπος στον Διονύσιο Σολωμό
αποπνέει μιαν ιερότη­τα. 

Τελεί υπό την εκδοχή, την ανάπτυξη ή την παρουσία του ιερού,

που πνευματοποιεί και αγιάζει τον κόσμο.
Το ιερό διέρχεται με λανθάνοντα τρόπο,  με τρόπο διακριτικό και ανεπαίσθητο, στα φυσικά και ιστορικά τοπία της ποίησης του Σολωμού.

Στην τελευταία φάση της ποίησης του Διονυσίου Σολωμού, με τον Κρητικό, τους Ελεύθερους Πολιορκη­μένους του Γ' Σχεδιάσματος και τον Πόρφυρα, το τοπίο καθίσταται τόπος του μυστικού βιώματος και των μυστηριακών δρωμένων. Όσα συντελούνται στην ποίηση της ωριμότητας του Σολωμού, τελούν πέραν του τό­που και του χρόνου. Τα τοπία δεν κατονομάζονται ή, αν κατονομάζονται, υπερβαίνουν σαφώς τα όρια του φυσικού ή ιστορικού τόπου. Γι' αυτό και μετατοπίζονται, μετα­στοιχειώνονται, για να αποκαλύψουν τον μυστικό, πλέον, και συγκλονιστικό τόπο της ιερότητας, του μεταφυσικού και μυστικού φωτός. Είμαστε πια στον τόπο της μυστικής ιερό­τητας.
O τόπος στον Κρητικό δεν είναι φυσικός. Είναι τόπος μυστικός, τόπος της αποκάλυψης. Γι' αυτό και μας μετα­θέτει σε μιαν άλλη προοπτική θέασης. Όλο το τοπίο του Κρητικού, ενώ εκκινεί από την ιστορία, τελεί ή κείται πέ­ραν της ιστορίας. Κάθε πραγματολογική ανάπτυξη του ποι­ήματος, οποιαδήποτε εμμονή στα ιστορικά συμφραζόμενα ή υπονοούμενα θα βίαζε το ποιητικό σώμα του Κρητικού.


Δεν έχουμε εδώ ένα ιστορικό ποίημα, ούτε συνακόλουθα μια επικέντρωση σ' ένα τοπίο της ιστορίας ή της ιστορικής πε­ριπέτειας του έθνους. Πρόκειται για ένα ποίημα αποκαλυ­πτικό, με την έννοια πώς έχουμε να κάνουμε με την απο­κάλυψη του ιερού, τη μυστική, μετα-ιστορική προβολή και αποκάλυψη της ανθρώπινης μοίρας και περιπέτειας.
Στα άχραντα μυστήρια και στην ημέρα τη στερνή της ανάστασης των νεκρών ομνύει ο Κρητικός, πού παραπέ­μπει, συγχρόνως, στο κυρίαρχο μυστικό βίωμα του φόβου και του τρόμου, που διαπερνά όλο το σώμα του ποιήματος.
Στην φρικτή, εν φόβω καί τρόμω, ημέρα της Αναστά­σεως των νεκρών και στον φρικτό, φοβερό τόπο της νεκρι­κής Κοιλάδας, κατά τη συντέλεια του αιώνος, παραπέμπουν και οι στίχοι πού ακολουθούν. Είμαστε πια στον μυστικό αποκαλυπτικό τόπο, στον τόπο της συντέλειας του κόσμου. Στον μεταϊστορικό τόπο της ανάστασης των νεκρών, σ' ένα τόπο άγιο, μ' ένα ουρανό" νιό", ξαναγεννημένο. Από το φυ­σικό και ιστορικό τοπίο έχουμε μετακινηθεί στον μεταφυσικό και μετα-ιστορικό τόπο. Τον τόπο της αποκάλυψης της μυστικής εμπειρίας, όπως τη συναντούμε και στη συγκλο­νιστική «Αποκάλυψη του Ιωάννου». .
«Λάλησε, Σάλπιγγα, κι εγώ το σάβανο τινάζω,
και σχίζω δρόμο και τσ' αχνούς αναστημένους κράζω:
«Μην εiδατε την ομορφιά που την Κοιλάδα αγιάζει;
Πέστε, νά ιδείτε τό καλό εσείς κι δ,τι σας μοιάζει.
Καπνός δε μένει άπό τή γη νιος ουρανός εγίνη.
Σαν πρώτα εγώ την αγαπώ καί θα κριθώ μ' αυτήνη».
«Ψηλά τήν είδαμε πρωί' τής τρέμαν τά λουλούδια,
στη θύρα τής Παράδεισος που εβγήκε με τραγούδια"
έψαλλε τήν Ανάσταση χαροποιά η φωνή της,
κι έδειχνε άνυπομονιά για νά 'μπει στο κορμί της'
ο Ουρανός ολόκληρος άγρίκαε σαστισμένος,
τό κάψιμο αργοπορούνε ό κόσμος ο αναμμένος"
καί τώρα ομπρός την είδαμε ογλήγορα σαλεύει
δμως κοιτάζει εδώ κι εκεί καί κάποιονε γυρεύει».



Έχουμε, στους πιο πάνω στίχους από τον Κρητικό, μιαν άλλη σολωμική νέκυια, μια άλλη κάθοδο στον Άδη. Μόνο που αυτή τη φορά είμαστε στον τόπο της αποκάλυ­ψης. Είναι ο τόπος της ανάστασης των νεκρών, με τον με­ταμορφωμένο πλέον κόσμο.Ο τόπος της αποκάλυψης του μυστηρίου της Ανάστασης των νεκρών.
Είναι σημαντικό, ακόμα, να υποδείξουμε πως η γυναι­κεία μορφή δεν είναι πλέον φυσική. Γι' αυτό και ή είσοδος της συντελείται μ' ένα τρόπο συγκλονιστικό, σ' έναν άλλο, πλέον, τόπο, που δεν μπορεί και δεν είναι φυσικός.
Ο τόπος του Κρητικού γίνεται τόπος αποκάλυψης του μυστικού φωτός. Τόπος αποκάλυψης του Ιερού. Έτσι, είναι η νύχτα που πλημμυρίζει «από φώς μεσημερνό», η χτίσις που γίνεται «ναός κι ολούθε λαμπυρίζει». Το τοπίο πλημμυ­ρίζει από ένα άλλο, αλλόκοτο, μυστικό φώς.
«Ακόμη έβάστουνε ή βροντή.............
Κι ή θάλασσα, πού σκίρτησε σαν τό χοχλό πού βράζει,
ησύχασε και έγινε δλο ησυχία και πάστρα,
σαν περιβόλι εόώδησε κι έδέχτηκε δλα τ' άστρα'
κάτι κρυφό μυστήριο έστένεφε τή φύση
κάθε ομορφιά νά στολιστεί καί τό θυμό ν' αφήσει.
Δεν εϊν' πνοή στον ουρανό, στή θάλασσα, φυσώντας
ού'τε δσο κάνει στον ανθό ή μέλισσα περνώντας,
δμως κοντά στήν κορασιά, πού μ' έσφιξε κι έχάρη
έσειόνταν τ' ολοστρόγγυλο καί λαγαρό φεγγάρι"
και ξετυλίγει ογλήγορα κάτι πού 'εκειθε βγαίνει,
κι ομπρός μου Ίδου πού βρέθηκε μία φεγγαροντυμένη.
Έτρεμε τό δροσάτο φώς στή θεϊκιά θωριά της,
στά μάτια της τά ολόμαυρα και στά χρυσά μαλλιά της».


Η αποκάλυψη της Ιερότητας και του μυστικού φωτός που κομίζει η φεγγαροντυμένη συντελείται σ' ένα τόπο με­ταθανάτιας γαλήνης. Όλα ακινητοποιούνται, σταματούν, τελούν σε στιγμή βαθύτατης έκστασης και μυστικής μαγεί­ας. Δεν είναι τυχαίο που το ίδιο μυστηριακό, αποκαλυπτικό σκηνικό θα συναντήσουμε και στο «Τρίτο Σχεδίασμα» των Ελεύθερων Πολιορκημένων
«Αλλά στης λίμνης το νερό, π' ακίνητο 'ναι κι άσπρο,
ακίνητ' όπου κι αν ιδείς, καί κάτασπρ' ως τον πάτο,
με μικρόν ίσκιον άγνωρον επαιξ' η πεταλούδα,
πού 'χ' ευωδίσει τσ' ύπνους της, μέσα στον άγριο κρίνο.
—«Άλαφροΐσκιωτε καλέ, γιά πες απόψε τί 'δες;»
—«Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα νά πνένε,
ούδ' δσο κάν' ή μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
γύρου σε κάτι ατάραχο π' ασπρίζει μες στή λίμνη,
μονάχο ανακατώθηκε τό στρογγυλό φεγγάρι,
κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του!».
Αυτή η ακινησία,η μυστηριακή γαλήνη, παραπέμπει σε μιαν άλλη πραγματικότητα και σ' έναν άλλο τόπο, πού δεν είναι του κόσμου τούτου. Υπερβαίνει τα φυσικά τοπία πού καθίστανται τόπος μυστικός, μυστηριακός, τόπος αποκάλυ­ψης.
Η  αποκάλυψη του Ιερού προϋποθέτει την υπέρβαση της φύσεως. Η φύση ιερώνεται, μεταστοιχειώνεται, μετα­ποιείται, μεταμορφώνεται. Το φως δεν είναι πλέον φως φυ­σικό, αλλά μυστικό.Η φύση, ως πειρασμός, υπερβαίνεται, γι' αυτό και τα φυσικά τοπία ακινητούν, γι' αυτό και προ­βάλλει μια μεταθανάτια γαλήνη, προκειμένου να αποκαλυ­φθεί η άλλη φύση,ο  άλλος τόπος, που δεν είναι του κό­σμου τούτου. Είναι ο κόσμος της μυστικής αποκάλυψης.
Στο πιο πάνω ποίημα η φύση καθίσταται ένθεη. Έχου­με την πλησμονή της μυστικής αγάπης, που οδηγεί στην ανθοφορία, στην αποκάλυψη της μυστικής ενότητας του κό­σμου.Ο τόπος δεν είναι πλέον φυσικός, άλλα μυστικός, ιε­ρός, όπως αποκαλύπτεται στην ολοκλήρωση της ποιητικής πορείας του Διονυσίου Σολωμού. Μιας πορείας που μας αποκαλύπτει ένα ποιητή ένθεο, ένα ποιητή της ιερότητας και του μυστικού, ένα ποιητή του μεταφυσικού μετα-ιστορικού δράματος του φωτός.
 Καταλήγοντας θα λέγαμε πως ο τόπος στο έργο του Διονυσίου Σολωμού δεν είναι το­πίο της επιφάνειας. Δεν παραπέμπει στο ανάλαφρο και στο ειδυλλιακό. Είναι τόπος της αποκάλυψης.
Στα τοπία του διέρχεται το ιερό πού ανθοφορεί  και πλημμυρίζει με ένα άλλο φώς τον κόσμο και τη φύση.

ΠΗΓΕΣ:
  •          Νίκου Ορφανίδη, Ο ιερός τόπος (εκδόσεις Ακτή, Λευκωσία 2007)
  •          Αλεξίου Στυλιανός, Σολωμικά. (Αθήνα, Στιγμή, 1994.)
  •          Αθανασόπουλος Βαγγέλης, «Φως – Σώμα. Φως και υπερβατική σωματικότητα στο ποιητικό τοπίο του Σολωμού»,( Αθήνα, Καστανιώτης, 1995.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου