Σάββατο, 28 Αυγούστου 2010

Ποιήματα για παράλληλη ανάγνωση με το ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ




  •   ΑΛ.ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ «ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ»  Απόσπασμα

Και ανερριχήθην πάλιν σιγά-σιγά προς τα επάνω και εις την κορυφήν του βράχου, καλυπτόμενος όπισθεν των θάμνων έκυψα να ίδω την κολυμβώσαν νεανίδα.
Ήτον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα. Είχεν απομακρυνθή ως πέντε οργυιάς από το άντρον, και έπλεε, κ' έβλεπε τώρα προς ανατολάς, στρέφουσα τα νώτα προς το μέρος μου. Έβλεπα την αμαυράν και όμως χρυσίζουσαν αμυδρώς κόμην της, τον τράχηλόν της τον εύγραμμον, τας λεύκας ως γάλα ωμοπλάτας, τους βραχίονας τους τορνευτούς, όλα συγχεόμενα, μελιχρά και ονειρώδη εις το φέγγος της σελήνης. Διέβλεπα την οσφύν της την ευλύγιστον, τα ισχία της, τας κνήμας, τους πόδας της, μεταξύ σκιάς και φωτός, βαπτιζόμενα εις το κύμα. Εμάντευα το στέρνον της, τους κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχομένους όλας της αύρας τας ριπάς και της θαλάσσης το θείον άρωμα. Ήτο πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα· ήτον νηρηίς, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναυς μαγική, η ναυς των ονείρων...
Ούτε μου ήλθε τότε η ιδέα ότι, αν επάτουν επάνω εις τον βράχον, όρθιος ή κυρτός, με σκοπόν να φύγω, ήτον σχεδόν βέβαιον, ότι η νέα δεν θα μ έβλεπε, και θα ημπορούσα ν' αποχωρήσω εν τάξει. Εκείνη έβλεπε προς ανατολάς, εγώ ευρισκόμην προς δυσμάς όπισθεν της. Ούτε η σκιά μου δεν θα την ετάραττεν. Αύτη, επειδή η σελήνη ήτον εις τ' ανατολικά, θα έπιπτε προς το δυτικόν μέρος, όπισθεν του βράχου μου, κ' εντεύθεν του άντρου.
Είχα μείνει χάσκων, εν εκστάσει, και δεν εσκεπτόμην πλέον τα επίγεια….

Η ποιητική  περιγραφή  του   Παπαδιαμάντη  υμνεί το γυναικείο σώμα με άμεση και συνεχή αναφορά στα  στοιχεία της φύσης τα οποία το προσδιορίζουν και το περιγράφουν.
 Τον ίδιο δρόμο διάλεξε και ο Γ. Ρίτσος
                             Γ.ΡΙΤΣΟΥ ,ΕΡΩΤΙΚΑ



Θέλω να περιγράψω το σώμα σου. Το σώμα σου είναι απέραντο. Το σώμα σου
είναι ένα λεπτό ροδοπέταλο σ' ένα ποτήρι καθαρό νερό. Το σώμα σου
ένα άγριο δάσος με σαράντα μαύρους ξυλοκόπους. Το σώμα σου
βαθειές νοτισμένες κοιλάδες πριν βγει ο ήλιος. Το σώμα σου
δυό νύχτες με καμπαναριά, με διάττοντες και μ' εκτροχιασμένα τραίνα.
. Το σώμα σου
. Το σώμα σου
είναι ένα ρόδινο μικρό κορίτσι· κάθεται κάτω απ' τη μηλιά και τρώει
μια φέτα φρέσκο ψωμί και μια κόκκινη αλατισμένη ντομάτα· κάθε τόσο
χώνει κ' ένα άνθος της μηλιάς στα στήθη της. Το σώμα σου
ένα τζιτζίκι στ' αυτί του τρυγητή ρίχνει μια σκιά μενεξελιά
στον μελαμψό λαιμό του
και τραγουδάει μονάχο του όσα δεν μπορούν να πουν όλα μαζί τα σταφύλια.
Το σώμα σου
είναι ένα ξάγναντο μεγάλο αλώνι στην κορφή του λόφου
. Το σώμα σου είναι απέραντο.
Το σώμα σου απερίγραπτο. Και θέλω να το περιγράψω,
να το κρατήσω πιο σφιχτά στο σώμα μου, να το χωρέσω και να με  χωρέσει.
Το μέλλον ανυποψίαστο
Παρόντες
μες στην πλήρη στιγμή
μες στην αιωνιότητα»


  •      Ο  Νικηφόρος Βρεττάκος υμνεί τη  μοναδική σχέση του ανθρώπου με τη φύση και την αδιάσπαστη ενότητά τους . Αυτό δεν κάνει και ο Παπαδιαμάντης όταν βάζει το νεαρό βοσκόπουλο να καταθέτει την απέραντη αγάπη και ευτυχία του  για τον επίγειο παράδεισό του στο νησί;
 

Η ΒΡΥΣΗ ΤΟΥ ΠΟΥΛΙΟΥ
Κάνε με αηδόνι Θεέ μου, πάρε μου όλες
τις λέξεις κι άφησέ μου τη φωτιά,
τη λαχτάρα, το πάθος, την αγάπη,
να τραγουδώ έτσι απλά, όπως τραγουδούσαν
οι γρύλοι μια φορά κι αντιλαλούσε
η Πλούμιτσα τη νύχτα. Όπως η βρύση
του Πουλιού μες στη φτέρη. Να γιομίζω
με το μουμούρισμά μου τη μεγάλη
κυψέλη τ' ουρανού. Να θησαυρίζω
τα νερά των βροχών και τις ανταύγειες
απ' το θαύμα του κόσμου. Να μ' απλώνουν
τις φούχτες τους οι άνθρωποι κι ένας ένας
να προσπερνούν. Κι αδιάκοπα να ρέω
τη ζωή, την ελπίδα, τη λάμψη του ήλιου,
του ηλιογέρματος το γαρουφαλένιο
ψιχάλισμα στα όρη, τη χαρά,
τα χρώματα να ρέω του ουράνιου τόξου
και τη βροχούλα της αστροφεγγιάς.
Ω τι καλά που 'ναι σ' αυτόν τον κόσμο!


  •     Ο Πάμπλο Νερούντα  υμνεί τον έρωτα για την αγαπημένη, έναν έρωτα εξιδανικευμένο, ονειρικό, ζωγραφισμένο στον πιο κατάλληλο ποιητικό χώρο: αυτόν της θάλασσας που στην απεραντοσύνη της μαγείας της δημιουργεί τη ρευστότητα του ονειρικού έρωτα που μας θυμίζει το Όνειρο στο κύμα…

 
Νύχτα στο νησί

Ολονυχτίς κοιμήθηκα κοντά σου
δίπλα στη θάλασσα, στο νησί.
Ήσουν ατίθαση και τρυφερή ανάμεσα στη χαρά και στο όνειρο,
ανάμεσα στο νερό και στη φωτιά.

Μπορεί αργότερα να ‘σμίξαν τα όνειρά μας
στα ύψη ή στα βάθη,
πάνω σαν κλωνιά που σάλευαν στον ίδιον άνεμο,
κάτω σαν κοκκινόριζες που αγγίζονταν.

Μπορεί το όνειρό σου
απ’ το δικό μου να ξεμάκρυνε
και στο μουντό το πέλαγος
να μ’ έψαχνε
σαν τότε,
που ακόμα δεν υπήρχες,
τότε που αρμένιζα στο πλάι σου
δίχως να σε θωρώ,
και γύρευαν τα μάτια σου
αυτά που τώρα
τα χέρια σου γιομίζω
-ψωμί, κρασί, έρωτα και θυμό –
γιατί είσαι εσύ το κύπελλο
που πρόσμενε τα δώρα της ζωής μου.
Κοιμήθηκα κοντά σου
ολονυχτίς ενώ
η σκούρα γη γύριζε
με ζωντανούς κι αποθαμένους,
κι άξαφνα ξυπνώντας
μες στο σκοτάδι
το μπράτσο μου τη μέση σου αγκαλιάζει.
Μήτε τη νύχτα, μήτε το όνειρο
θα μας χωρίσουν πια.

Κοιμήθηκα κοντά σου
και στο ξύπνημα, το στόμα σου
ήρθε απ’ το όνειρό σου,
και μου ‘φερε τη γεύση απ’ τη γη,
απ’ το θαλασσονέρι, τα φύκια,
απ’ της ζωής τα βάθη,
και δέχτηκα το φίλημά σου
βρεγμένο από τη χαραυγή
λες και βγήκε
απ’ το πέλαγος που μας κυκλώνει


 
OI EIKONEΣ: oneiractive.pblogs.gr/ glykia-zoi.pblogs.gr






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου