Σάββατο, 4 Οκτωβρίου 2014

" Η Κάκια μας " του Ι.Κονδυλάκη σε παράλληλη ανάγνωση με το "Όνειρο στο κύμα" του Α.Παπαδιαμάντη

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΟΝΔΥΛΑΚΗΣ
1861- 1920

Η Κάκια μας

( διήγημα, από τη συλλογή Όταν ήμουν δάσκαλος, εκδ.Εστία  1991 )
α΄ έκδοση 1916

Εκείνη ήτο η κόρη του αφέντη του κτήματος και εγώ ο υιός ενός των γεωργών, ενός των υπηρετών του κτήματος. Μεγάλη η μεταξύ μας απόστασις αλλά την εξεμηδένιζεν η ηλικία μας ή    μάλλον η ηλικία της.
Εγνωριζόμεθα από μικρά. Όταν ήρχοντο εις το κτήμα, έτρεχε και μ’ εύρισκε, μόλις έφθανε, διά να παίζωμεν, δεικνύουσα προς εμέ ιδιαιτέραν προτίμησιν μεταξύ των κορασίων και των παιδίων του χωρίου. Και ερρίπτετο εις τον τράχηλόν μου και με κατεφίλει και μ’ έθώπευε με τ’ άβρά της χεράκια, ως αδελφόν. Έγώ δε ησθανόμην την  παιδικήν μου καρδίαν κατανυσσομένην υπό ανεκφράστου συγκινήσεως και υπερηφανείας, διότι, καίτοι μικρός την ηλικίαν, είχα συναίσθησιν της αποστάσεως η οποία μας εχώριζε. Μ ’ όλον ότι δε μ’ ευχαρίστουν αι θωπείαι της μικράς αρχοντοπούλας καί μ’ επλήρου υπερηφανείας η  φιλία της, συνεστελλόμην και δεν ετόλμων να της αποδώσω τας θωπείας της. Άλλ’ ουδέν ήττον επροθυμοποιούμην να της γίνωμαι ευχάριστος και την εβοήθουν, ενίοτε δε και την εσήκωνα δια να περνά τα δύσβατα μέρη, ανερριχώμην εις τούς βράχους διά να κόψω ωραίον άνθος και της το προσφέρω, συνελάμβανα πεταλούδες των οποίων το ποικίλον πτέρωμα της εκίνει τον θαυμασμόν, επεδίωκα ευκαιρίας δια να γίνωμαι ο μικρός της αφοσιωμένος. Και επλανώμεθα καθ ’ όλην σχεδόν την ημέραν εις τούς αγρούς, τρέχοντες, γελώντες, παίζοντες με την ηχώ των κοιλάδων.
        Άλλ’ ήμέραν τινά, ενώ επεστρέφαμεν εκ της εκδρομής μας, συνηντήσαμεν πλησίον της επαύλεως τους γονείς της, οι οποίοι  εφάνησαν μεγάλως δυσαρεστηθέντες.
Δεν σου΄πα, Κάκια, να μη πηγαίνης μ’ αυτόν πουθενά; είπεν  ο πατήρ σύνοφρυς. Αγόρι είσαι σύ να τρέχης με τ’ αγόρια;
Και δεν ’ντρέπεσαι, προσέθηκεν η κυ­ρία, να πηγαίνης μ’ αυτό το χωριατόπαιδο, τον              υπηρέτη σου;
       Οι λόγοι ούτοι μ’ επλήγωσαν κατάκαρδα και δάκρυα πικρά, δάκρυα πληβείου προς τον όποιον ρίπτουν κατάμουτρα την ευτέλειαν της καταγωγής του, επλήρωσαν τούς οφθαλμούς μου.  Αλλ ’ ή Κάκια έδραμε πλησίον μου, ως δια να με  προστατεύση, καί με χαρίεν χόλιασμα είπε προς τους γονείς της:
Εγώ με το Μήτσο θέλω να παίζω... ο Μήτσος είναι καλός, δεν είναι χωριατόπαιδο... Κι’ αν μ’ εμποδίσετε να παίζω μαζί του, θ’ αρρωστήσω!
         Η Κάκια έθιξε την ευαίσθητον χορδήν των γονέων της, γνωρίζουσα πόσον έτρεμαν, οσάκις ησθένει. Τωόντι δε οι γονείς της, προς ους οι ιατροί είχαν συστήσει να την αφήνωσι να μένη όσον το δυνατόν περισσότερον εις το ύπαιθρον, διότι ήτο ολίγον φιλάσθενος, δεν επέμειναν εις την απαγόρευσιν.
   Η πικρία όμως, την οποίαν ενεστάλαξεν εις την παιδικήν μου καρδίαν  το επεισόδιον εκείνο, εξητμίσθη ταχέως υπό τας θωπείας της Κακίας και ταχέως επανηύρον  την αμεριμνησίαν  της ηλι­κίας μου.            
        Τα  έτη παρήρχοντο και μετά της ηλικίας  ηύξανε η ζωηρότης της μικράς μου φίλης Ο βίος τον όποιον διήγε  καθ΄έκαστον  θέρος εις την εξοχήν την μετεμόρφωνεν εις  εύρωστον και ροδοκόκκινον κοράσιον. Επήδα ως ερίφιον εις τα δέντρα ή εις τους ώμους μου δια να κόπτη οπώρας ή άνθη, επετροβόλει, αεικίνητος, γελαστή, θορυβοποιός, θεότρελλη, αλλά πάντοτε  χαριτωμένη, πάντοτε πλήρης αγάπης προς τον Μήτσον της, ως με απεκάλει.
           Και εγώ την ελάτρευα· Δεν λέγω υπερβο­λήν την ελάτρευα και από  συναίσθησιν του μεγέθους της συγκαταβάσεώς της,  καταδεχόμενης να θεωρή ως άδελφόν έμέ τον χωρικόν, τον υπηρέτην.
      Ήμουν μεγαλύτερος  αυτής κατά δύο έτη. Αλλά και όταν η Κάκια υπερέβη το δωδέκατον έτος και εγώ το δέκατον τέταρτον, η αυτή άδολος αγάπη μας συνέδεεν. Εγώ είχα αρχίσει να βοηθώ τον πατέρα μου εις τας εργασίας του κτήματος, ενίοτε δέ επετήρουν και μικρόν ποίμνιον εξ αιγών και προβάτων. Αλλά απ΄όπου και ήμουν  μ΄εύρισκε η καλή μου Κάκια και  με παρελάμβανε σύντροφον εις τας εκδρομάς της. Και εγώ όμως ησθανόμην ότι δεν ηδυνάμην πλέον να ζήσω χωρίς να την βλέπω, χωρίς να ακούων την εύθυμον και γλυκείαν φωνήν της να με αποκαλεί «Μήτσο μου». Και όταν κατά τό φθινόπωρον  ανεχώρησε κατελήφθην υπό μεγαγχολίας απεριγράπτου. Ο χειμών εκείνος υπήρξε δι’ έμέ μαρτύριον φοβερόν καί νομίζω ότι, εάν δεν με υπεστήριζεν η ελπίς ότι θα την επανέβλεπα, ίσως θ’ απέθνησκα. Μαντεύετε επομένως την χαράν μου όταν την επανείδα κατά το έαρ.
-          Κάκια μου, της είπα με φωνήν τρέμουσαν, αν έκανα ακόμη δέκα μέρες να σε ’δώ, δεν θα μ’ εύρισκες ζωντανό.
Και οι οφθαλμοί μου εβούρκωσαν.
   Η Κάκια έλαβεν ήθος σοβαρόν και με ητένισε με οξύ εξεταστικόν βλέμμα τελείας γυναικός, εννοησάσης τους λόγους μου περισσότερον αφ’ όσον εγώ τους εννόουν. Έπειτα εγέλασε και μου είπε, προσβλέπουσά με ατενώς:
Μ’ αγαπάς λοιπόν πολύ, πολύ;
Ναι, σ’ άγαπώ πολύ... όσο δεν αγαπώ κανένα... δεν μπορώ να σου ’πώ πόσο!
Ανόητε! μου είπε με θελκτικόν μειδία­μα και μου έδωκεν ελαφρόν ράπισμα.


Εγώ εκ του επεισοδίου εκείνου δεν εννόησα παρά μόνον ότι η προς την Κάκιαν αγάπη μου ηύξανε και ότι ή Κάκια ήτον απαραίτητος εις την ζωήν μου. Το βέβαιον είναι ότι η προς την Κάκιαν αγάπην μου είχεν αλλοιωθή, είχε χάσει πολύ έε τής πρώτης αθωότητος, αντ ’ αυτής δε είχε προσλάβει μιαν περιπάθειαν φλογεράν. Και τώρα υπό τας θωπείας αυτής εσκίρτων ως ηλεκτριζόμενος και φρικίασις αμυθήτου ήδύτητος διέτρεχε τα νεύρα μου.
         Αλλά το θέρος παρήρχετο και μετά θλίψεως έβλεπα ότι επλησίαζεν ο καιρός καθ’ ον θα έχωριζόμεθα. Ύπό των θλιβερών δε τούτων δια­λογισμών κατεχόμενος, εκαθήμην μίαν φθινοπω­ρινήν ημέραν εις το άκρον μικρού άλσους, ότε αίφνης δύο μικραί χείρες ετέθησαν επί των οφθαλ­μών μου.
—Αν νοιώσης! μου είπε φωνή, την οποίαν συνώδευεν ο κρυστάλλινος γέλως της Κάκιας.
Κι’ αν νοιώσω, τί μου δίδεις;
Ένα... φιλάκι.
Εγερθείς διά μιας την ενηγκαλίσθην και εκόλλησα τα χείλη μου επί των χειλέων της.
Άλλά μετά την στιγμιαίαν αυτήν παραφο­ράν, κατελήφθημεν αμφότεροι υπό αμηχανίας και επί πολύ εμείναμεν αφωνοι.  Η Κάκια έγινε περι πόρφυρος και έτιλλε τα πέταλα του ρόδου, το όποιον εκράτει, εν αμηχανία. Αγνοώ δε πως μόνον την στιγμήν εκείνην παρετήρησα ότι είχε πλέον αναπτυχθή εις τελείαν κόρην, άποκτήσασα όλην την χάριν της ήβης, την ανάπτυξιν του αναστήματος και την θελκτικήν του στήθους καμπύλωσιν. Αλλά κατόπιν επανεύρομεν την αφελή μας οικειότητα και  με την συνήθη αμεριμνησίαν ηρχίσαμε να διατρέχωμεν τους αγρούς. Όταν δε εφτάσαμε υπό μιαν γηραιά καρυάν, η Κάκια σταματήσασα και δεικνύουσα αιώραν δεμένην εις πλάγιον κλάδον της καρυάς, μου είπε, σκιρτώσα εκ χαράς:
-          Τι ωραία! να μια κούνια! Να ανέβω να με κουνήσεις;
Την εβοήθησα να ανέβη εις την αιώραν. Ενώ δε την  ανύψωνα, τα χείλη μας ήλθον εις επαφήν και ηνώθησαν εις  εν ταχύ φίλημα. Αφού δ΄εκάθησεν επί της αιώρας, έλαβα το σχοινίον και του έδωσα ισχυράν ώθησιν. Και η Κάκια ήρχισε να διαγράφει μακρά ημικύκλια εις τον αέρα εις τον οποίον διέχυνε τα κρύσταλλα του δροσερού της γέλωτος και όπως εφέρετο εσχημάτιζεν ως  γραμμή διάττοντος, εις την οποίαν  έλαμπε η χάρις της δροσεράς της νεότητος. Και ενώ διήρχετο ως μετατάρσιος μουσική , μου έριχνε βλέμματα τόσον γοητευτικλα, ώστε εμέθυα ολίγον κατ΄ολίγον.Επίτελους δε έδωκα εις το σχοινίον τόσο ισχυράν ώθησιν, ώστε η αιώρα έχασε την κανονικήν της τροχιάν και εις την επιστροφήν ήρχετο ούτως ώστε οι πόδες της κόρης, προτεταμένοι όπως ήσαν, διηυθλυνοντο κατά του στήθους μου και θα με ανέτρεπε, αν η καλή Κάκια δεν ελάμβανε την πρόνοιαν να τους διαστείλη. Ούτω δε η κεφαλή μου ενέπεσεν εις τον στρόβιλον των μεσοφορίων…και αμφότεροι εκ της συγκρούσεως επέσαμε επί της παχείας χλόης, αγκαλιασμένοι και συμπεπλεγμένοι.Και δεν εθυμούμην τι συνέβη  κατόπιν.Τούτο μόνον παραμένει εις την μνήμη μου, ότι η Κακια έφυγεν αιφνιδίως και ότι δεν την επανείδα, διότι την επιούσαν ανεχώρησαν εις Αθήνας.
        Παρήλθον τρία ολόκληρα  έτη κατά τα οποία δεν επανήλθεν η Κάκια εις την έπαυλιν. Δεν δύναμαι να διηγηθώ τι υπέφερα κατά τα τρία εκείνα έτη τα ανεκδιήγητα! Τι  απέγινε η Κάκια; διατί δεν ήρχετο εις το κτήμα; Δεν ηδυνάμην να μάθω τίποτε ακριβές. Οι μεν έλεγαν ότι εταξίδευε μετά των γονέων της κατά θέρος εις την Ευρώπην  , άλλοι δε ότι οι γονείς της ητοιμάζοντο να την υπανδρεύσουν, κατά δε τόοτρίτον έτος μάλιστα έμαθα ότι είχε ήδη αρραβωνισθή μετά τίνος νέου πλουσίου.
         Εγώ είχα γίνει οριστικώς ο ποιμήν της επαύλεως καιί διηρχόμην τας ημέρας μου κατάμο­νος εις τα λαγκάδια και τα βουνά, όπου πάντοτε εσυλλογιζόμην την καλήν, την ωραίαν μας Κάκιαν. Η ιδέα ότι ηρραβωνίσθη,ότι θα υπανδρεύετο δεν με  επλήγωνε πολύ, διότι το πράγμα μου εφαίνετο φυσικόν, το επερίμενα. Μιαν ημέραν θα ύπανδρεύετο, και ο σύζυγος τον όποιον θα της εξέλεγαν οι γονείς της ή και η ιδία δεν θα ήτο βεβαίως χωρικός και πτωχός, ως εγώ, αλλά πλού­σιος και μορφωμένος, ως αυτή. Άλλ ’ εφοβούμην ότι θά μ ’ έλησμόνει, ότι δεν θα την επανεβλεπα πλέον συχνά ως πριν, ότι δεν θα μ ’ ελεγε πλέον με την γλυκείαν φωνήν της: «Μήτσο μου».
      Ήμουν πλέον απηλπισμένος, ότε κατά τον μήνα Ιούλιον έμαθα μετ ’ ανεκφράστου χαράς ότι ήλθεν η Κάκια. Την στιγμήν εκείνην, περί την δύσιν του ηλίου, επέστρεφα εκ των αγρών και ενώ επλησίαζα εις την έπαυλιν  είδα την Κακίαν εξερχομένην, αλλ ’ ουχί μόνην ως άλλοτε- εστηρίζετο εις τον βραχίονα ενός νέου ξανθού, λίαν λεπτο­φυούς και ωχρού, ο οποίος εφαίνετο ως προ ολίγου αναρρώσας εκ μακράς ασθενείας . Έσκίρτησα εκ χαράς και έσπευσα το βήμα, έτοιμος να την φωνάξω: «Κάκια μου!»
          Άλλ’ ή Κάκια μας δεν ήτο πλέον η ιδία- είχε γίνει μεγάλη και σοβαρά κυρία και  δι’ ενός βλέμματος παγερού με εμαρμάρωσεν εις  απόστασιν.
                    Είναι  ο  τσοπάνος μας, είπε προς τον νεανίαν ο  όποιος την συνώδευε.
Καί αφού απεμακρύνθησαν ολίγα βήματα, του είπε κάτι τι άλλο εις τό ους, γελώσα βεβιασμένον γέλωτα.  Ο δε νέος εστράφη και αφού με παρετήρησεν επί στιγμήν μετά περιφρονητικής εκπλήξεως, εγέλασε και αυτός. Εγώ είχα ίσως μεγαλύτερον δικαίωμα να γελά­σω- άλλ’ αντί να γελάσω έκλαυσα και κλαίω ακόμη.
 

ΑΝΑΛΟΓΙΕΣ  με το  «Όνειρο στο κύμα» του Α.Παπαδιαμάντη
       
        Ενδεικτικά:

  • η ανάμνηση ως στοιχείο βίου, η νοσταλγική αναπόληση
  • η έξαρση του συναισθήματος
  •  ο ανέφικτος έρωτας
  • ο βιωματικός , εξομολογητικός χαρακτήρας
  • ψυχογραφικό υπόβαθρο
  • η παιδική / εφηβική ηλικία, ως σύμβολο της ευτυχίας. Η ενηλικίωση, η ζωή στην πόλη και η απώλεια της αθωότητας. Οι μορφές των νεαρών ηρώων συμβολίζουν τον κόσμο της αθωότητας
  • Γαλήνη, πραότητα, φυσικό και απονήρευτο πνεύμα κοντά στη φύση που αφυπνίζει ερωτικά συναισθήματα  άγουρα, νεανικά, αθώα, εξιδανικευμένα
  • Η διάσταση ανάμεσα στις επιθυμίες και τις επιλογές
  • η διάψευση και η ματαίωση
  • «Επήδα ως ερίφιον εις τα δέντρα ή εις τους ώμους μου δια να κόπτη οπώρας ή άνθη, επετροβόλει, αεικίνητος, γελαστή, θορυβοποιός, θεότρελλη, αλλά πάντοτε  χαριτωμένη» η Κάκια,  «Μικρή επήδα από βράχον εις βράχον, έτρεχεν από κολπίσκον εις κολπίσκον, κάτω εις τον αιγιαλόν, έβγαζε κοχύλια κ' εκυνηγούσε τα καβούρια. Ήτον θερμόαιμος και ανήσυχος ως πτηνόν του αιγιαλού» η Μοσχούλα
  • οι κοινωνικές  ανισότητες , διάκριση ανάμεσα στον πλούτο και στη φτώχεια και οι διαφορές που αυτή γεννά. Ο έρωτας  των δύο νέων απαγορευμένος και ηθικά επιλήψιμος .

 




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου