Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

Η Θεία Κωμωδία του Dante Alighieri σε παράλληλη ανάγνωση με τον Κρητικό του Δ. Σολωμού




 
O Dante Alighieri (1265-1321) γεννήθηκε στη Φλωρεντία και πέθανε στη Ραβέννα, σε ηλικία 56 ετών. Σπούδασε φιλοσοφία, θεολογία και νομικά. 
 Θεωρείται ο πρώτος σημαντικός δημιουργός στην ιταλική ποίηση ενώ το περίφημο έργο του, η Θεία Κωμωδία, θεωρείται  ως ένα από τα σημαντικότερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.


Αποφασιστικό ρόλο στη ζωή του και την όλη του ποιητική δημιουργία έπαιξε ο μεγάλος έρωτάς του προς την Βεατρίκη Πορτινάρι, την οποία  για πρώτη του φορά συνάντησε σε ηλικία μόλις εννιά ετών. Μετά από άλλα εννιά χρόνια, την ξανασυνάντησε και την αγάπησε βαθύτατα  και αγνά. Την έβλεπε σαν «άγγελο σε σχήμα γυναίκας» ή τέλος σαν «πηγή βαθύτατης και υψηλότατης συγκίνησης» γι’ αυτόν. Η Βεατρίκη πέθανε  σε ηλικία μόνο 25 ετών.


ΘΕΙΑ ΚΩΜΩΔΙΑ


 La Divina Commedia



Το ποίημα χωρίζεται σε τρία κύρια μέρη – Κόλαση, Καθαρτήριο και Παράδεισος – και αφηγείται το φανταστικό ταξίδι του Δάντη στον Άδη  ( στο βασίλειο της Κόλασης, του Καθαρτηρίου και του Παραδείσου), με οδηγούς τον δάσκαλό του  Βιργίλιο και την αγαπημένη του  Βεατρίκη, που θα οδηγήσουν τον ποιητή  στη  θέαση της θείας ουσίας.

Είναι ένα ταξίδι γνώσης και “άσκησης”, που οδηγεί στην αλήθεια και τη σωτηρία.

 Η αρχή:

Nel mezzo del cammin di nostra vita

Mi ritrovai per una selva oscura

Che la diritta via era smarrita


Στης ζωής μας εγὼ τὸ μισοστράτι

βρέθηκα σ' ένα σκοτεινὸ ρουμάνι

γιατί είχα το ίσιο χάσει μονοπάτι.




Η επίδραση που άσκησε η ποίηση του  Dante Alighieri στο Σολωμό είναι γνωστή και ιδιαίτερα εμφανής στον  « Κρητικό».



Να δούμε από κοντά το θέμα της δαντικής επιρροής στον Κρητικό, μέσα από κάποια αποσπάσματα:




Κάποιες αναλογίες:


  •   η αληθινή, αιώνια αγάπη, η πνευματική διάσταση του Έρωτα
  •   η πρόωρη  απώλεια της αγαπημένης
  •   η νεκρανάσταση
  •  η εξύμνηση  της εξιδανικευμένης ομορφιάς της αγαπημένης
  •  η μεγαλοπρεπής εμφάνιση της Βεατρίκης στον κήπο της Εδέμ, αντίστοιχη με την εμφάνιση της αρραβωνιαστικιάς του Κρητικού στην πύλη του Παραδείσου στη Δευτέρα Παρουσία.
  •   ο ανεκλάλητος ήχος μάς θυμίζει τους υπερκόσμιους ύμνους- ψαλμούς που άκουγε ο Δάντης στον Παράδεισο  ( « με τάραξε του ήχου η γλύκα τόσο, που άλλοτε στη ζωή μου τόση γλύκα δεν μ΄είχε ξαναγγίξει» )
  •  η εγκοσμίωση του μεταφυσικού και ιερού τόπου
  • οι δοκιμασίες που πρέπει να περάσει ο ήρωας/αφηγητής/ποιητής για να προσεγγίσει την υπερκόσμια , θεία , πνευματική ουσία του κόσμου.




ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ





Καθαρτήριο, Άσμα XXX



Λάμπαν τα ουράνια μπλάβα-

 σκιαδερή γινόταν η όψη του ήλιου,

κι ως τυλιγμένος ήταν στην αντάρα

πολλή ώρα τον δεχότανε το μάτι.

Τότε μέσα από σύννεφο, λουλούδια

που αγγελικά χέρια τα ρίχναν γύρω,

 και μέσα κ’ έξω πέφτανε στο αμάξι,

είδα κυρά με πράσινο μανδύα

και πέπλο αστραφτερό αγριελιά ζωσμένο,

με φλόγας ζωντανής χρώμα ντυμένη.

Κ’ έξαφνα ο νους μου που είχε τόσα χρόνια

 να τρέμει απ’ τη θεϊκή της παρουσία,

κι από το σάστισμα συνεπαρμένος,

χωρίς καν να τη δουν τα μάτια, νιώθει,

απ’ την κρυμμένη ορμή που αυτή σκορπούσε,

αβάσταχτο καημό παλιάς αγάπης.

 Η δύναμη ως μου χτύπησε τα μάτια,

που με είχε πληγωμένο πριν ακόμη

 τα παιδικά μου να περάσουν χρόνια,

Γυρίζω αριστερά μ’ εμπιστοσύνη καθώς στη μάνα τρέχει το παιδάκι

σαν το τρομάξει φόβος είτε θλίψη,

Και στο Βιργίλιο κάνω: «Ούτε μια στάλα δε μου έμεινε αίμα πια που να μην τρέμει- Γνωρίζω της παλιάς φλόγας τ’ αχνάρια».

Αλλά ο Βιργίλιος χάθηκε στο αγέρι ( …)





Παράδεισος,  Άσμα XXIX



(……)



Κι όπως πηγαίνουν οι νεράιδες μόνες στους ίσκιους των δασών,

και λαχταρίζουν τον ήλιο άλλες, κι άλλες την ισκιάδα,

ίδια κ’ ετούτη ανέβηκε στην όχθη

κ’εγώ, πέρα απ’το ρέμα ακολουθούσα,

με πόδι αργό το σιγανό της βήμα.

 Δε θα είχαμε εκατό βήματα κάνει

 κι αριστερά μας στράφηκαν τα ρείθρα,

που βρέθηκα κοιτάζοντας αντήλιο.

πολύ δε θα τραβήξαμε στο δρόμο

και στρέφει προς εμέ η Κυρά και λέει:

«Για κοίταξε καλά, αδερφέ μου, κι άκου».

Και ξαφνικά, περνάει λάμψη από φλόγα,

που το μεγάλο δάσος άστραψε όλο·

και νόμισα αστραπή θα ήταν μεγάλη.

Αλλ’ όπως η αστραπή χάνεται αμέσως

 κ’ ετούτη η φεγγοβολή αυξανόταν,

«τι να είναι τούτο Θεέ μου,  είπα με το νου μου; »





Κι ως προχωρούσα ανάμεσα σε τέτοια         

Πρωτόγνωρη χαρά συνεπαρμένος,

κι άλλες χαρές ακόμα λαχταρώντας,

τ΄ αγέρι σαν φωτιά έγινε αρπαγμένη

μπροστά μας στα χλωρά κλαδιά από κάτω,
Κ’ εφάνη ο γλυκός ήχος ψαλμωδία

Πιο πέρα λίγο νόμισα πως είδα εφτά δέντρα χρυσά,

ξεγελασμένος  απ’ το πολύ το ανάμεσό μας μάκρος

αλλά σαν έφτασα κοντά, το σχήμα το γενικό, που πριν με ξεγελούσε

δεν το έκρυβε η απόσταση όπως πρώτα,

η δύναμη που το μυαλό μας τρέφει

μου φανερώνει ότι ήταν καντηλέρια και ψέλνανε «Ωσαννά» οι φωνές τους.

Τα ωραία λαμποκοπούσαν καντηλέρια,

 λαμπρότερα απ’ το αθόλωτο φεγγάρι στα μέσα του μηνός στο μεσονύχτι.





Άσμα  XXX



Κι ως έρχεται η ολάσπρη ψυχοκόρη του ήλιου πιο ψηλά,

τα ουράνια κλείνουν,

κι όλες, κ’ η πιο λαμπρή, έχουν σβήσει λάμψεις

Απ’ τη ματιά μου σβήσαν λίγο-λίγο

γι’αυτό, μη βλέποντας, μ΄ αδημονία γυρίζω τη ματιά στη Βεατρίκη.

Κι ό,τι καλό γι’ αυτή κι αν είπα ως τώρα,

και σ’ έναν έπαινο αν χωρούσε ακόμα,

λειψός θα ήταν για την ώρα ετούτη.

Η ομορφιά της δεν ξεπέρναε μόνο το ανθρώπινο μυαλό,

μα τη χαιρόταν μονάχα Εκείνος που την έχει πλάσει.

Στο θέμα αυτό, λογιέμαι νικημένος

όσο ποιητής ποτέ δεν ενικήθη

σε κωμικό, είτε τραγικό του έργο.

 Γιατί, όπως ήλιος στα θαμπά τα μάτια,

κ’ η μνήμη έτσι, απ’ το γλυκό της γέλιο,

το νου μου θάμπωσε τον κουρασμένο.

Απ’ όταν πρωτοείδα τη θωριά της στη ζήση ετούτη,

ως τώρα που την είδα, δεν είχε το τραγούδι μου στερέψει-

Μα πρέπει τώρα οι στίχοι μου να πάψουν ν’ ακολουθούν την καλλονή της,

όπως  στο απόγειό του ως φτάσει ο καλλιτέχνης.

Τέτοια ομορφιά να τη σαλπίσει αφήνω

 μια πιο καλή τρουμπέτα απ’τη δική μου,

αφού τελειώνει πια το δύσκολο έργο.

Και με φωνή ταγού και βιάση εκείνη, ξαναρχινά:

 «Απ’ το πιο μεγάλο σώμα στον ουρανό ανεβήκαμε,

που είναι φως νοητό κι αγνό, γεμάτο αγάπη,

αγάπη αληθινή, χαρά γεμάτη,

χαρά που ξεπερνάει κάθε αναγάλλια.

τη στρατιά θα δεις του Παραδείσου,

τη μία και την άλλη εδώ, με όψη που θα έχει μια, στην ύστερη την κρίση».

Ξάφνου όπως αστραπή, που διασκορπώντας τη δύναμη της όρασης, τυφλώνει,

Και πια δε βλέπει τίποτα η ματιά μας,

παρόμοια με κυκλόφερε μια λάμψη,

 με πέπλο φωτεινό σκεπάζοντάς με,

Που τίποτα να δω πια δεν μπορούσα.







( Η θεία κωμωδία, Ντάντε Αλιγκιέρι


μετάφραση: Γιωργής Κότσιρας
Ζαχαρόπουλος Σ. Ι., 1986 )



2 σχόλια:

  1. Πολίνα, Χριστός Ανέστη!

    Ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη η συνανάγνωση των δύο κειμένων!Αν και φέτος δε διδάσκω λογοτεχνία, θα παροτρύνω τους μαθητές μου να προσέξουν ιδιαίτερα αυτή την ανάρτηση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ελένη μου χρόνια πολλά!
    Δύσκολο έργο, πολυδιάστατο.

    Καλή συνέχεια και δύναμη για τις εξετάσεις που έρχονται σε σκοτεινό τοπίο

    ΑπάντησηΔιαγραφή