Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2012

Για να φύγεις, οφείλεις να λύσεις τα σκοινιά που σε δένουν

 

Ο Δημήτρης Κοσμόπουλος  γεννήθηκε το 1964 στο Κοντογόνι  (Παπαφλέσσα) Πυλίας στη Μεσσηνία. Μεγάλωσε στην Καλαμάτα, σήμερα ζει  και εργάζεται στην Αθήνα.Δοκίμια και μεταφράσεις του έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί  σε ευρωπαϊκές  γλώσσες και έχουν περιληφθεί σε ελληνικές και ξένες ανθολογίες. Το 2005 του απονεμήθηκε το Βραβείο Έλληνα Λυρικού Ποιητή (Λάμπρος Πορφύρας) της Ακαδημίας Αθηνών.


Το Κρούσμα, είναι το έκτο ποιητικό βιβλίο του Δημήτρη Κοσμόπουλου. Κυκλοφορήθηκε στις 3 Ιανουαρίου 2011, δηλαδή την ημέρα που συμπληρώνονταν ακριβώς 100 χρόνια από την κοίμηση του κυρ Αλέξανδρου της Σκιάθου.

Πρόκειται για ένα ενιαίο ποίημα σε είκοσι τέσσερα μέρη, τα περισσότερα από τα οποία γράφτηκαν το 1989 στο Άγιον Όρος – όπου βρέθηκε ο ποιητής - και στην Σκιάθο. Το ποίημα ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2009. 

Ο ίδιος δηλώνει πως σε ηλικία 7 ετών η μητέρα του , που ήταν δασκάλα, του έδωσε να διαβάσει Παπαδιαμάντη, και από τότε ο μεγάλος Σκιαθίτης είναι συνεχώς παρών στο έργο του.  Η γενιά μου , δηλώνει, με τον θρυμματισμό όλων των βεβαιοτήτων, διψασμένη,  χρειάζεται να πιεί νερό από μια πεντακάθαρη πηγή σαν αυτή του παπαδιαμαντικού έργου. Αυτό που κομίζει ο κόσμος του Παπαδιαμάντη – σύμφωνα με τον Δ.Κοσμόπουλο - είναι η σαρκωμένη αντίληψη κοινοτικής ζωής ενάντια στο εγώ μας, όπου ο ένας υπάρχει δια του άλλου.

Ο  Κοσμόπουλος σκάβει στις ρίζες κι αναζητά τη συνέχεια σε νεώτερους και παλαιότερους. Οργανώνει δηλαδή, κατά κάποιον τρόπο, μια δική του ποιητική γενεαλογία μέσα από αναγνώσεις που παλεύουν με την εμπειρία του βίου.

 Στο "Κρούσμα" -τίτλος που παραπέμπει σε παπαδιαμαντικά διηγήματα (*) - ο Κοσμόπουλος χρησιμοποιώντας σύμβολα, ονόματα και τόπους από τον κόσμο του Σκιαθίτη, άλλοτε καταφεύγει στον ασματικά ευρύ διασκελισμό ενός εσωτερικά εμπλουτισμένου έμμετρου στίχου και άλλοτε στα θραύσματα εξιστορήσεων από την προσωπική του περιπέτεια και τις ματαιώσεις της γενιάς του.
Στο βιβλίο υπάρχει έντονη η παρουσία των « κοιμηθέντων φίλων», όπως δηλώνει ο ίδιος, αλλά κυρίως η παρουσία του παπαδιαμαντικού κόσμου. Δύσκολο να προσλάβει κάποιος – ουσιαστικά- το ΚΡΟΥΣΜΑ αν δεν έχει διαβάσει τον Παπαδιαμάντη. Αναφορές στη ζωή και στο έργο του είναι συνεχείς στα ποιήματα της συλλογής, αναφορές ακόμη και στην αλληλογραφία του Παπαδιαμάντη με τον πατέρα του και τον Βλαχογιάννη.


Για την παράδοση,  η σχέση του με την οποία συνεχώς δηλώνεται στην ποίησή του , λέει: «Ας δραπετεύσουμε επιτέλους από τις αγκυλώσεις και την αιχμαλωσία που επιβάλλουν οι θεωρητικές μητρομανίες. Κι ας αποτινάξουμε τη σκόνη του σημειωτικού δράματος. Θέλω να πω, του δράματος από την τρομακτική αλλοίωση των κριτηρίων και την αφαίμαξη των σημασιών, την οποία επιφέρει η διόγκωση του τηλεοπτικού και «δημοσιογραφικού» λόγου. Τότε θα δούμε την παράδοση όπως τη βαριά πέτρα που εξαντλεί τους αγκώνες του καθενός μας. Θα αντιληφθούμε επίσης ότι –εάν τη σπουδάσουμε στην προσωπική μας βιοτή αλλά και στην ιστορική σάρκα, στα κρυσταλλώματά της– ως σημερινοί άνθρωποι οφείλουμε να αναμετρηθούμε με τα κύματά της. Ως ζωντανή εμπειρία ή σύντονο απήχημα μπορεί να μας χαρίσει κλειδιά για σημερινές πόρτες ερμητικά κλειστές. Αφού έξω από τη δίκλωνη και στείρα νεοελληνική ελαφράδα (μιλώ για εκείνους που, βροντωδώς αγνοώντας την, βγάζουν φλύκταινες, μολαταύτα ακούγοντας τ’ όνομά της, επειδή ίσως τους γκρεμίζει την καταναλωτική ιδεοληψία, αλλά και για τους άλλους που τη μετατρέπουν σε θερμοκήπιο παρελθοντολαγνείας), αφού, λέω, «όλα τα μεγάλα ζητήματα παραμένουν ανοικτά», κατά τη φράση του Παναγιώτη Κονδύλη. Με άλλα λόγια, η τίμια και αληθινή σχέση με το παραδομένο είναι άρση για τη νοηματοδότηση του σήμερα. Αλλά και του αύριο. Γιατί η δίψα του νοήματος είναι, εντέλει, η κινητήρια δύναμη για τον εξανθρωπισμό της ιστορίας. Στην ύστερη νεωτερικότητα το νιώθουμε επώδυνα, τσαλαβουτώντας στον απέραντο παφλασμό του μηδενός. Για να φύγεις, οφείλεις να λύσεις τα σκοινιά που σε δένουν. Το «πρόσω» προϋποθέτει εκκίνηση και διαδρομή. Οι μη έχοντες ρίζα, είναι πρόσκαιροι, κατά τον ευαγγελικό λόγο.»


Η Ποίηση είναι , για τον Δ.Κοσμόπουλο,  τέχνη  και του νου και της καρδιάς:

« Τι μας έμαθε ο Σολωμός; Πρέπει πρώτα να συλλάβη ο νους και μετά να αισθανθή η καρδιά. Η δυναμική της παράδοσης, για την οποίαν μιλήσαμε, βρίσκεται έξω από τις απόλυτες αυθαιρεσίες των κατακερματισμών που επέβαλε η νεωτερική συνθήκη. Ο άνθρωπος καλείται να επανεύρει την ενότητα και την καθολικότητα των ενεργειών και του προσώπου του, σήμερα όπως πάντα. Ο τρόπος υπάρχει στις συλλογικές πνευματικές εμπειρίες και στον νεωτερικό κόσμο στην ενότητα που φανερώνουν, είτε ως επίτευγμα είτε ως αίτημα, οι ποιητικές μορφές. Κι ο τρόπος είναι η αλληλοπεριχώρηση των λειτουργιών του ανθρώπινου προσώπου. Και καρδιά και νους και αίσθηση λοιπόν αλλά στην προοπτική ενός πεδίου ανοικτού και μεταμορφούμενων σημασιών» λέει ο ίδιος. 

( *ΣΗΜΕΙΩΣΗ:
Τα φαντάσματα ταύτα, στοιχειά, εξωτικά, λογιών-τών-λογιών κρούσματα, δεν έπαυαν να έμφανίζωνται την νύκτα, να έπισκέπτωνται μελαγχολικώς τα ερείπια, να περιφοιτώσιν εις τάς κατεδαφισμένας οικίας [...] και να έχη να του διηγηται ότι είδε τόσα κρούσματα, τόσα στοιχειά, εις το "Ερημο Χωριό, και «δεν ίδρωσε το μάτι του».

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τά κρούσματα, 1903

Όπωσδήποτε, το κρούσμα έφαίνετο μάλλον παθολογικον ή  άλλο τι.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Έξοχικόν κρούσμα, 1906


Αίφνης ήκούσθη ήρεμον και διακριτικόν κρούσμα εις την θύραν του οικήματος.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τό Χατζόπουλο, 1912









Κάποια ποιήματά του που ξεχώρισα από την συλλογή ΚΡΟΥΣΜΑ.

Σιγησάτω το κρούσμα.  Σιγησάτω το σώμα, τρεχούμενο
 εν ύδασι μελλουμένοις.

Από τον πόνο και τον σπαραγμό μας κρίνει
ό δι' άγάπησιν άκραν, σάρκα λαβών.
 Για τους άλλους οι αρετές.

Δεν μπόρεσα αγγελτήρια θανάτου βαμμένα
 αντί μαύρα, με χρυσαλοιφές.
Ούτε το βόλεμα μέσα στον θάνατο,
που τόνε λεν ζωή, μπόρεσα· έφυγα,
γύρισα στην πέτρα.

Σιγησάτω τό κρούσμα. Πλοιάριον άνευ πηδαλίου
 στα κατώγια και στα καπνισμένα υπόγεια
 υπό των μαινομένων ίππων καταπεπατημένον
τό τριπλοβασίλειόν μου
-εκεί σε βρήκα, Αλέξανδρε,
Τηλέμαχος, μονώτατος απολειφθείς.

(Άπό Λαγκάδι σ' Άνθηρό και σε Μαυρολιθάρι
κι από την Φτέρη στην Όξυά ποιο κύμα θα με πάρει)

Χάρισμά τους η θάλασσα, αν είναι
αλμυρή, γαλάζια απελπισιά
κατάληξη αδηφάγα.
Άλλο αλωνάκι κι άλωμα
κι άλλο του κλαψομουνισμού το μηδενάκι.
Χάρισμά τους, Αλέξανδρε.

Τότε ήρθε από τους κομματιασμένους ίσκιους φίλων
εκείνο που μέσα μου άναψε και σβήνει
κυλώντας, φεγγαρόφωτο, στου χρόνου τα νερά.
 Εκ τινος ανάγκης και βίας προσήλθον,
 Αλέξανδρε, κρατώντας μαύρα βότσαλα.
 Σιγησάτω το κρούσμα. Στον ήλιο.

(…..)

(Σά μεθύσω πέφτω κάτου και λασπώνουμαι βάνω μπρος τα δυο μου χέρια και σηκώνουμαι)

Στην σιωπή των ασθενών και των βαρέως πασχόντων
, λέξη δεν χώρεσε και μίλημα κανένα.
Φύλαξε το μελάνι, μαύρο δάκρυ των πεσόντων,
 δαρμούς και πυρετούς, χρόνια σακατεμένα.

Τυφλός προφήτης κελαηδά στην γλώσσα των πουλιών
με κομποσχοίνι, συνεχώς, μονολογίστως,
και το παλτό του κουρελού στα δόντια των σκυλιών
-άλλα τα βήματά του αγέρινα. Πρωτίστως

μαζί θα πούνε το τραγούδι - «γειά σου προσφυγιά
 πατρίδα λυσσαγμένη, κακιά Μάνα» -
και βγαίνοντας από το μπαρ θα ξεφωνίζουν τα παιδιά.
Θα ηχεί ένα σήμαντρο και μια σφυρήλατη καμπάνα.

Θα πέσει μεθυσμένος. Πριν σηκωθεί,
θα βρέξει από τον ίσκιο του φτερώματα.
Χνούδια από ημέρες φωτερές. Θα λασπωθεί.
Θα βάλει μπρος τα δυό του χέρια. Θα φυσούν αρώματα.
Μαρτυρεί τώ πατρί, ο τηκόμενος και χαμαί κείμενος,
κουρταλώντας
τήν πόρτα του κελιού του,
στην πιο θλιμμένη τ' ουρανού γωνία,
 σ΄ εκείνο το κατάμερο,
στα κρυορέματα της μουσικής,
που δεν τα βλέπουνε στις πλατείες και στις λεωφόρους
άλλα είναι 'κεί, πάντοτε αναθρώσκων καπνός
 στα σπλάγ­χνα των μεγαλουπόλεων

Μαρτυρεί με σκισμένο μπλού-τζήν, χακί πουκάμισο
με τόσες πέτρες στο χώμα της μνήμης, βάρος πυρφόρο
στ' αριστερά του στήθους
κι όσο ξεσαλωμένοι αγέρηδες τον δρεπανίζουν
τόσο κρούει της παληόπορτας το ξύλο
σερνάμενος, ολονυχτίς,
μετά λύχνου ρεμβάζων,
 κι αναμένει στην κόψη
επιχεομένη ρανίδα εκ Χριστοξύλου,
 υπό σκληροτάτων
ψηλωμάτων του νοός ταλανιζόμενος

Μαρτυρεί τώ πατρί καταλεπτώς τα βάσανα
κι ο θυμός του γίνεται μέλι,
 πλημμυρίζοντας τον κόσμο συγχώρεση
αρπαγμένο αναβλάστημα κλαδί ζωής
έξω απ' τον χρόνο για ν' ανάψει ο χρόνος τα
ην ιερή λαμπάδα του κι ύστερα
φτάνει καθρέφτισμα από νοσταλγικά νερά
 και μες στην λίμνη τους τρέμει
βελανιδίσια φύτρα υπομονής
, ο πάππους-Γιώργης καθι­σμένος μοναχός στο παραγώνι
μαδώντας τα χιονάκια και τα κρούσταλλα
 απ' τό χαραγ­μένο πρόσωπο,
κοιτάζει στις μισοσβησμένες φλόγες
όσους φύγανε στα μαύρα ξένα
ξυπόλητα παιδιά με την ανάμνηση τους
 δέντρο μοναχό
στην αγκαλιά
(…..)
«'Εγώ, σ' αυτόν τον κόσμο, από μικρό παιδί, ήμουνα για
τα χαράμια
και τα τυφλοψώμια, αλλά μονάχα
για να κρατήσω ασημωμένα τα βουνά μου
με ελιές
κι όλους μου τους κόρφους
χλωρά στρωμένους βελάσματα αθώων
 κι αγριάδες
από παιδί μικρό σκέπασα την ψυχή με μαύρο ράσο
κι εκείνοι βλέπανε λερωμένο πανωφόρι

Τι στέκεσαι κι αναμετράς μες στης φυγής μου
τον αντίλαλο,
 όπως ο βράχος,
στα κάματα διψάει φύλλα και δροσερά πουλιά,
τέτοια που μόνο
βάσανα
φωλιάζουνε στων λέξεών μου τα έγκατα
……………………………………..

Εδώ μπορείτε να δείτε μια συνέντευξη του για τον Παπαδιαμάντη:



ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ:

ΠΟΙΗΣΗ

Λατομείο, Κέδρος 2002,
Too νεκρού αδελφού, Κέδρος 2003 (Βραβείο Έλληνα Λυρικού Ποιητή «ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΡΦΥΡΑΣ»,της Ακα­δημίας Αθηνών)
Πουλιά της Νύχτας, Κέδρος 2005
Άνάστασις τού Ανδρέα Ταρκόφσκι, Ερατώ 2008
βραχύ χρονικό, Κέδρος 2009
Κρούσμα, Κέδρος 2010


ΔΟΚΙΜΙΟ
Τα όρια της φωνής (Δοκίμια για την νεοελληνική λογο­τεχνία), Κέδρος 2006
Ή πτήση τού ιπτάμενου (Μιά εισαγωγή στην ποίηση τού Νάσου βαγενά), "Ινδικτος 2007
Ό απόκρημνος λυρισμός: Μελέτες γιά την ποίηση τού Ήλία Λάγιου, Ερατώ 2011


ΠΗΓΕΣ
  • απομαγνητοφωνημένες συνεντεύξεις του ποιητή από το διαδίκτυο
  • συνέντευξη στον  Maurizio De Rosa,  camerastyloonline.wordpress.com/2008/07/15
  • Συνέντευξη στον Σταμάτη Μαυροειδή Εφ. «Κυριακάτικη Αυγή», 21 Νοεμβρίου 2004



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου