Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2011

«κι έδειξε πάσαν ομορφιά και πάσαν καλοσύνη»





Yπάρχει στη νεοελληνική λογοτεχνία ένας σημασιακός κώδικας σύμφωνα με τον οποίο η συνάρτηση του κάλλους με το αγαθό εμφανίζεται σταθερά ως σχέση ισοδυναμίας ή ταυτότητας
( κατά τον Ε. Καψωμένο ), η οποία λειτουργεί σε πολλά επίπεδα και παίρνει διάφορες ισότιμες εκφράσεις:


κάλλος=αγαθό,
                                             ομορφιά=καλοσύνη,
           ηθικές αξίες=αισθητικές αξίες.



O κώδικας αυτός ανιχνεύεται τόσο στην ποίηση όσο και στην πεζογραφία.

Ο Σολωμός είναι ο ποιητής που καθιέρωσε τον αντίστοιχο κώδικα, μέσα στην προσωπική λογοτεχνία.

"Μικρός προφήτης έριξε σε κορασιά τα μάτια

και στους κρυφούς του λογισμούς, χαρά γιομάτους, είπε:

Κι αν για τα πόδια σου, Καλή, κι αν για την κεφαλή σου

κρίνους ο λίθος έβγανε, χρυσό στεφάνι ο ήλιος,

δώρο δεν έχουνε για σε και για το μέσα πλούτος.

Όμορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος!"

(Σολωμού Αυτόγραφα Έργα [:ΑΕ] 504.13-18)



Είναι το περίφημο ποίημα του Σολωμού «Εις Φραγκίσκα Φράιζερ», ένας ύμνος σε μια ιδανική κόρη. Ποια είναι τα στοιχεία που συνθέτουν το ιδεώδες που γίνεται αντικείμενο θαυμασμού και ύμνου από τον ποιητή; «αν για τα πόδια σου», «κρίνους ο λίθος έβγανε», «αν για την κεφαλή σου» «ο ήλιος (έβγανε, εννοείται) χρυσό στεφάνι».

Τα πόδια και η κεφαλή παραπέμπουν στο φυσικό κάλλος, που αναγνωρίζουν και επιβραβεύουν ο λίθος (μετωνυμία της γης) και ο ήλιος, με κρίνους και χρυσό φωτοστέφανο.



Μέσα στην ποιητική παράδοση, η υπέρτατη έκφραση τιμής και αναγνώρισης προέρχεται από τη φύση, από τα maxima membra mundi, ουρανό/ήλιο, γη, θάλασσα. Η έκφραση αυτή ισοδυναμεί με έπαινο σε υπερθετικό βαθμό, καθώς η φύση αποτελεί το μέγιστο μέτρο που δίνει στο αντικείμενο του θαυμασμού και του επαίνου συμπαντική αξία.

Η μια λοιπόν υμνούμενη αξία, που παίρνει μέσα απ’ αυτήν την εικονοπλασία κοσμικές διαστάσεις, είναι το φυσικό κάλλος. Η άλλη είναι η ηθική υπόσταση της κόρης: «δώρο δεν έχουνε για σε και για το μέσα πλούτος». Αν για το φυσικό κάλλος βρίσκεται έκφραση τιμής, το ήθος είναι ανεκτίμητο, δεν υπάρχει δώρο αντάξιό του.

Έχομε λοιπόν μια κλιμάκωση υπερθετικών εκφράσεων, που ορίζουν τα συστατικά στοιχεία της ιδανικής κόρης, το κάλλος και το αγαθό:

Όμορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος.



Ο προσδιορισμός «αγγελικά πλασμένος» προσθέτει ένα ακόμη ουσιαστικό στοιχείο σ’ αυτή τη σημασιοδότηση. Ο όμορφος και ηθικός κόσμος που συνιστά την υπόσταση της κόρης, είναι πλασμένος όπως οι άγγελοι, που κι αυτοί, επομένως, συνδυάζουν το κάλλος με το αγαθό. Κι αυτός ο συνδυασμός, με τη σειρά του, εφόσον χαρακτηρίζει τη φύση των αγγέλων, συμπεριλαμβάνει την κατηγορία της «θειότητας». Μ’ άλλα λόγια, ο συνδυασμός κάλλους-αγαθού ορίζει κατηγορίες που αποδίδονται στο θείο.

Μέσα στη σολωμική ανθρωπολογία και κοσμολογία, το κάλλος και το αγαθό δεν είναι μόνο ιδιότητες του ανθρώπου και του θεού. Είναι πρώτα απ’ όλα ιδιότητες της φύσης:



το χώμα το γεμάτο καλοσύνη κι ομορφιά

(Σχεδίασμα, Σολωμού Άπαντα 2π, 120.8-9)



Παντού νιος κόσμος ομορφιάς, χαράς και καλοσύνης

(Ο Πόρφυρας, ΑΕ 508 Α3)



Νιος κόσμος με τριγύρισε χαράς και καλοσύνης

(Ο Πόρφυρας, ΑΕ 507.17)



Άρα η φύση είναι θεία, ο άνθρωπος είναι θείος. Έχομε λοιπόν έναν σημασιακό κώδικα όπου οι ιδιότητες του κάλλους και του αγαθού αποτελούν μια εξίσωση. Όπου υπάρχει το κάλλος, υπάρχει και το αγαθό και αντίστροφα. Δε νοείται ομορφιά χωρίς καλοσύνη και καλοσύνη δίχως ομορφιά.

Συνιστούν επομένως μιαν αναγκαστική αλληλοσυνάντηση και σ’ αυτό έγκειται η πρωτοτυπία της σολωμικής μυθολογίας, που υπερβαίνει το επίπεδο της κοινότοπης μεταφοράς:

Άνθρωπος, φύση, θείο είναι ομοειδή. Ορίζονται από τις κοινές κατηγορίες του κάλλους και του αγαθού, που είναι αξεχώριστα. Δεν πρόκειται λοιπόν για απλή εικονοπλασία, αλλά για έναν σημασιακό κώδικα που δηλώνει ένα ενιαίο σύμπαν.

Η φύση είναι ο χώρος της ομορφιάς και της καλοσύνης.

 Συγκεντρώνει όλες τις αξίες. Είναι λοιπόν και ο χώρος της θεότητας, η οποία κάθε τόσο κάνει την εμφάνισή της μέσα στη φύση,μπροστά στα έκθαμβα μάτια ενός αλαφροΐσκιωτου:



Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τί ’δες;

Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!

Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε

ουδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,

μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι

κι όμορφη βγαίνει κορασιά και θεϊκιά στο φως του.



(Ελεύθεροι Πολιορκημένοι Γ’, Ο Πειρασμός, ΑΕ 467 Α3-12)





Έτρεμε το δροσάτο φως στη θεϊκιά θωριά της,

στα μάτια της τα ολόμαυρα και στα χρυσά μαλλιά της.

Εκοίταξε τ’ αστέρια κι εκείνα αναγαλλιάσαν

και την αχτινοβόλησαν και δεν την εσκεπάσαν.

Κι από το πέλαο που πατεί χωρίς να το σουφρώνει

κυπαρισσένιο ανάερα τ’ ανάστημα σηκώνει

κι ανεί τσ’ αγκάλες μ’ έρωτα και με ταπεινοσύνη

κι έδειξε πάσαν ομορφιά και πάσαν καλοσύνη.

Τότε από φως μεσημερνό η νύχτα πλημμυρίζει

κι η χτίσις έγινε ναός που ολούθε λαμπυρίζει.

(Ο Κρητικός, Άπ.1, 198.20)



Αυτή είναι η εμπειρία της θείας Επιφάνειας (ή Θεοφάνειας) μέσα στη φύση, χαρακτηριστική της μυθολογίας του Σολωμού, ο οποίος έτσι εγκοσμιώνει τις μεταφυσικές αξίες («έτσι η μεταφυσική έγινε φυσική», για να χρησιμοποιήσουμε μια δική του έκφραση).

Μ’ αυτό τον τρόπο ο ποιητής αναδείχνει την πνευματική υπόσταση του υλικού κόσμου και αποκαθιστά την ενότητα του σύμπαντος.

Ο θεός δεν είναι αλλού, επέκεινα, είναι εδώ, μαζί μας, γύρω μας, στη δεύτερη, μυστική διάσταση αυτού του κόσμου. Αυτός είναι ο κώδικας, που βασίζεται στην ταύτιση του κάλλους με το αγαθό και που εγκαθιδρύει μια παράδοση μέσα στην προσωπική νεοελληνική λογοτεχνία, που συνεχίζεται ως τον Ελύτη και τη γενιά του Μεσοπολέμου, αλλά και πέρα απ’ αυτήν.

Ο Παλαμάς συλλαμβάνει τη γύμνια ως φυσική, αισθητική και ηθική κατηγορία, στο μέτρο

που το ζεύγος: αλήθεια-ψεύδος συναρτάται με το ζεύγος: ηθικό-ανήθικο:

Γύμνια είναι κι η αλήθεια

Και γύμνια κι η ομορφιά!

(“O Σάτυρος”, στρ.12, στ.7-8: H Πολιτεία και η Mοναξιά,.

K. Παλαμά, Άπαντα, τ. 5:421)



Στο ίδιο ποίημα η γύμνια ως αισθητική αξία συνεπάγεται την ιδιότητα της ευγένειας και του θείου:

Ρουμπίνια εδώ, μαλάματα,

Μαργαριτάρια, ασήμια,

Μοιράζει η θεία σου γύμνια

Τρισεύγενη Αττική!

(“Ο Σάτυρος”, στρ.3, στ.5-8, από την Πολιτεία και Μοναξιά),

K.Παλαμά, Άπαντα, τ.5:418)



Ο Σικελιανός, με τη σειρά του, αποδίδει στη θεότητα ως ουσιώδες και  αναπόσπαστο γνώρισμα, το κάλλος:

Ω μυστική μεγάλη Πρωτοεικόνα,

[…] ως πότε θα σε βλέπω σταυρωμένη

στο σταυρό της ιερής Θηλύτητάς Σου,

στο μεγάλο σταυρό της ομορφιάς Σου….

(Άγγελου Σικελιανού «Λιλίθ», Λυρικός Βίος Ε’, Ίκαρος 1978:102)



Στον Καβάφη, η ηθική συμπεριφορά εκφράζεται μετωνυμικά, ως καλαισθησία:

Μα αν ήμουν ακαλαίσθητος κι αν μυστικά το είχα προστάξει-

θά ’βγαζαν πρώτο, οι κόλακες, και το κουτσό μου αμάξι.

(“Eύνοια Aλεξάνδρου Bάλα”, K.Π.Kαβάφης, B’,1978:23)

Το ενδοκειμενικό πρόσωπο στο οποίο αποδίδονται τα λόγια αυτά είναι ένας νέος Aντιοχεύς που παίρνει μέρος σε αγώνες αρματοδρομίας, ευνοούμενος του Αλέξανδρου Βάλα της Συρίας, ηγεμόνα της ελληνιστικής εποχής. Και χαρακτηρίζει ως «ακαλαίσθητη» την ανήθικη μεθόδευση να μετάσχει σε έναν αγώνα στημένο, που θα του έδινε το πρώτο βραβείο. Και ως Έλληνας δεν καταδέχεται να παραβιάσει την αρχή της καλαισθησίας. Η ηθική του είναι ζήτημα καλού γούστου.

Και η αισθητική του δεν του επιτρέπει μια ανήθικη συμπεριφορά. Έτσι, η αισθητική γίνεται εγγύηση για την ηθική.

Ο Ελύτης διακηρύσσει σε χίλιους τόνους, ότι το θείο, το αγαθό και το κάλλος αποτελούν μια ενδοκοσμική ταυτότητα:

Ωραίε μου αρχάγγελε, γειά σου με τις ηδονές,

καθώς φρούτα στο τραπέζι.

(O. Eλύτη, O Mικρός Nαυτίλος, “Mυρίσαι το άριστον”,

XIX, 1986:87)

Εικονίσματα θα ’χω τ’ άχραντα κορίτσια

ντυμένα στου πελάγου μόνο το λινό

(O. Eλύτη, Tο Άξιον Eστί, Tα Πάθη, ια’, 1980:64)



Την κατηγορία της θειότητας ο Ελύτης την αποδίδει στην πιο υλική πλευρά του ανθρώπου, στα γυμνά σώματα των κοριτσιών, που τα ονομάζει «άχραντα» ή αλλού, «αγγεία των μυστηρίων», και τα καθιστά αντικείμενα λατρείας και προσκύνησης. Περισσότερο από κάθε άλλον ποιητή, ο Ελύτης διακηρύσσει την ιερότητα του σώματος και την πνευματική διάσταση του υλικού κόσμου.

Η παράδοση αυτή δεν είναι βέβαια χωρίς προηγούμενο.

Πριν από το Σολωμό τη συναντούμε στο Δημοτικό τραγούδι:



Άγγελος είσαι, μάτια μου, κι αγγελικά χορεύγεις

κι αγγελικά πατείς στη γης και μένα με παιδεύγεις.

(M. Λιουδάκη, Λαογραφικά Kρήτης, τόμ.A’. Mαντινάδες, 24.1)



Η περίσταση που τραγουδιέται αυτή η μαντινάδα είναι ο χορός. Και στο χορό, αυτό που δείχνει η κόρη είναι βέβαια η ομορφιά και η χάρη, δεν είναι η καλοσύνη. Όπως φαίνεται όμως, και στη λαϊκή αντίληψη το κάλλος συνδέεται αξεχώριστα με το αγαθό. Έτσι ο άγγελος προσφέρει το πληρέστερο πρότυπο για σύγκριση, καθώς ο άγγελος συνδυάζει αξεχώριστα το αγαθό με το κάλλος.

Η κόρη, αφού έχει ομορφιά και χάρη, έχει και καλοσύνη, αυτονόητα. Είναι σαν άγγελος. Γιατί αυτά πάνε μαζί.




ΠΗΓΕΣ:

Ερ.Καψωμένος,  Η ταύτιση του κάλλους με το αγαθό στην Ελληνική λογοτεχνία

Ευριπίδης Γαραντούδης, Οι Επτανήσιοι και ο Σολωμός




6 σχόλια:

  1. Πολίνα,
    Τι δουλειά έχεις κάνει!
    Σκεφτόμουν πως καθώς εισάγονται τα παιδιά στο σολωμικό έργο, είναι ανάγκη να "αγγίξουν" το σολωμικό σύμπαν στις βασικές του συνιστώσες. Αυτή η συνύπαρξη κάλλους και αγαθού, π.χ, είναι μια. Άλλη, ας πούμε, είναι η σχέση του ανθρώπου με τη φύση ή η ηθική του πάλη. Κι όσο κι αν είναι λίγο δύσκολα θέματα, είναι νομίζω και απαραίτητα για να προσεγγίσουν (και) τον Κρητικό.

    Πολλά ευχαριστούμε για τη δουλειά σου:-)

    Διονύσης Μάνεσης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Διονύση μου το διάβασμα είναι η πολλή δουλειά.Σας ματέφερα όσα διάβασα απο τον Καψωμένο και έκρινα πως θα βοηθούσαν στη κατανόηση του Κρητικού.

    Πολλοί θα αρχίσουν φέτος απο το "Αμάρτημα", επειδή έπεσε πέρσυ ο Σολωμός. Εσύ τι θα κάνεις;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Πολίνα, όλο και πιο βαθιά βουτάμε στα νερά, ε;
    (Ελπίζω να μη ναυαγήσουμε...)
    Καλή χρονιά!
    Εγώ θα αρχίσω από Κρητικό, πάντως...
    Φιλιά
    Λία

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Μάλλον στην πεπατημένη, Πολίνα, παρόλο που διαφωνώ με τη λογική που έχουν "ταξινομήσει" τα προς διδασκαλία κείμενα.
    ( Όχι, όχι, όχι για λόγους σχετικούς με την εργασιακή εφεδρεία!!) :-)

    Διονύσης

    ΑπάντησηΔιαγραφή