Πέμπτη, 26 Μαΐου 2011

Πέθανε ο Γιάννης Βαρβέρης


Ο ποιητής, θεατρικός κριτικός και μεταφραστής Γιάννης Βαρβέρης, ο οποίος αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας τον τελευταίο καιρό, πέθανε από ανακοπή καρδιάς το βράδυ της Τετάρτης (χτες) , σε ηλικία 56 ετών.
Ο Γιάννης Βαρβέρης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1955. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάστηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών. Πρωτοεμφανίστηκε ως ποιητής το 1972 με ποίημά του στο περιοδικό Νέα Εστία. Από το 1976 ασκούσε κριτική θεάτρου στα περιοδικά Η Λέξη, Τομές και στην εφημερίδα Η Καθημερινή. Ανήκε στους ποιητές της λεγόμενης γενιάς του 1970.

Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές Εν φαντασία και λόγω (1975), Το ράμφος (1978), Αναπήρων πολέμου (1982), Ο θάνατος το στρώνειΠιάνο βυθού (1991), Ο κύριος Φογκ (1993), Άκυρο θαύμαΠοιήματα, 1975-1996 (2000), Στα ξένα (2001), Πεταμένα λεφτά (2005), Ο άνθρωπος μόνος (2009), τις κριτικές θεάτρου Η κρίση του θεάτρου (Α΄, 1976-1984, 1985, Β΄, 1984-1989, 1991, Γ΄, 1989-1994, 1995, Δ΄, 1994-2003, 2003, Ε΄ 2003-2010, 2010), Πλατεία θεάτρου. Περίπατοι σε πρόσωπα και απρόσωπα της σκηνής (1994) και τα δοκίμια Ποιητικές (σ)τάσεις στον Γ. Θ. Βαφόπουλο (1995), Για τον Τάσο Κόρφη (1997), Σωσίβια λέμβοςΚρίτων Αθανασούλης (2000). Συνεργάστηκε με τον Κώστα Γ. Παπαγεωργίου στην επιμέλεια της Ελληνικής ποιητικής ανθολογίας θανάτου του 20ού αιώνα (1995) και στη διεύθυνση του περιοδικού κριτικής «Κ». (1986), (1996), (1999). 

Ιδιαίτερη θέση στη συγγραφική του παραγωγή έχει το μεταφραστικό έργο του, στο οποίο συγκαταλέγονται πολλές μεταφράσεις θεατρικών έργων, κυρίως αρχαίου δράματος, που χρησιμοποιήθηκαν σε θεατρικές παραστάσεις. Μετέφρασε πολλά έργα του Αριστοφάνη και του Μένανδρου, αλλά και Μαριβό, Μολιέρο και Μρόζεκ, καθώς και ξένη ποίηση, Μπρασέν, Σεντράρ, Πρεβέρ, Γουίτμαν.

Η ποίησή του χαμηλόφωνη, υπαρξιακή, ενεργοποιείται από τη λειτουργία της μνήμης, νοσταλγεί αγαπημένους νεκρούς και τη χαμένη αθωότητα της παιδικής ηλικίας και κινείται προοδευτικά από τον σαρκαστικό στοχασμό σε έναν λόγο εσωτερικό, ειρωνικό και βαθιά δραματικό. Η φθορά και ο θάνατος είναι σταθερά θέματα ενός ποιητικού κόσμου ο οποίος δεν παραδίδεται στο σκοτάδι αλλά καταφάσκει στωικά στη ζωή.

Ο Βαρβέρης τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο δοκιμίου-κριτικής (1996) και το Βραβείο ποίησης του περιοδικού Διαβάζω (2002). Εφέτος έλαβε το Βραβείο του Ιδρύματος Πέτρος Χάρης της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου του. Από το νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν λόγω προβλημάτων υγείας είχε δηλώσει στο «Βήμα»: «Το συγκεκριμένο βραβείο σημαίνει έναν σταθμό μέσα σε μια πορεία καθαρώς ποιητική. Είναι όπως ένα τρένο, το οποίο σταματά σε έναν σταθμό όπου οι άνθρωποι το καλωσορίζουν, αλλά μετά πρέπει να συνεχίσει την πορεία του με τον ίδιο ρυθμό, και κάπως επιβαρημένη από την επιδοκιμασία των άλλων». Χαμηλών τόνων, ευγενής και με συναίσθηση ευθύνης, ήταν από τους πνευματικούς ανθρώπους που καθοδηγούν με το παράδειγμά τους. Παρέμεινε δραστήριος και δημιουργικός ως την τελευταία στιγμή. Από τον περασμένο Μάρτιο, ήταν από τους ιδρυτές, και συνδιευθυντής με τον Κ. Γ. Παπαγεωργίου, του νέου περιοδικού ποίησης Τα ποιητικά.
( απο την εφημερίδα " ΤΟ ΒΗΜΑ " ) 

Οι στίχοι του για αποχαιρετισμό:


Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές»

Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές
αν μάλιστα τυχαίνει να μένουμε στην ίδια πόλη
να τους βλέπουμε πού και πού
γιατί εκεί που ζούμε ήσυχοι
βέβαιοι πως ζούνε κι αυτοί – ξεχασμένοι έστω
εκεί έρχεται το μαντάτο τους.

Οι καλοί ποιητές μάς φεύγουνε μια μέρα
όχι γιατί πεθαίνουνε
από έμφραγμα ή από καρκίνο
αλλά γιατί φυτρώνουνε στα βλέφαρά τους
λουλούδια τρομερά.

Ανοίγουνε κιτάπια στην αρχή
πάνε μετά στον οφθαλμίατρο
ρωτάνε κηπουρούς βοτανολόγους
η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά
λόγια φοβισμένα κι αόριστα
οι περαστικοί κι οι γείτονες σταυροκοπιούνται.

Έτσι σιγά σιγά οι ποιητές μαζεύονται
αποτραβιούνται σπίτι τους
ακούγοντας δίσκους παλιούς
γράφοντας λίγο
όλο και πιο λίγο
πράγματα μέτρια.
Στο μεταξύ μες στην κλεισούρα
τα τρομερά λουλούδια αρχίζουν να ξεραίνονται
και να κρεμάνε
κι οι ποιητές δε βγαίνουν πια
μήτε για τα τσιγάρα τους στο διπλανό περίπτερο.
Μόνο σκεβρώνουνε κοντά στο τζάκι
ζητώντας την απόκριση από τη φωτιά
που πάντα ξεπετάει στο τέλος μια της σπίθα
κι αυτή γαντζώνεται
στα ξεραμένα φύλλα πρώτα
ύστερα στα ξερά κλαριά
σ’ όλο το σώμα
και τότε λάμπει το σπίτι
λάμπει ο τόπος
για μια μόνο στιγμή

κι αποτεφρώνονται.


Γιάννης Βαρβέρης, «Αναπήρων πολέμου», Εκδ. Ύψιλον, 1982




4 σχόλια:

  1. Άλλη μια πολλαπλή απώλεια, Πολίνα. ΚΑι ως ποιητής και ως κριτικός θεάτρου υπήρξε πολύτιμος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Και πολύ ταλαιπωρημένος στη ζωή του, απ' ότι έμαθα...
    Κρίμα..
    Γι αυτό τόσο θλίψη στα ποιήματά του

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Καλό ταξίδι...
    Η ποίηση συντροφιά του

    ΑπάντησηΔιαγραφή