Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

Η ναυς των ονείρων

 

















Οι  χαρισματικοί ζωγράφοι του Γθ1, εμπνεύστηκαν απο την περιγραφή της Μοσχούλας απο  τον Παπαδιαμάντη και μας χάρισαν αυτές τις δύο εξαιρετικές ζωγραφιές της!
Την πρώτη  ζωγράφησε η Σοφία Ανδρούλη και τη δεύτερη ο Γιάννης Κωστόπουλος. 

Στο διήγημα " Όνειρο στο κύμα" το όνειρο και η πραγματικότητα  συμπορεύονται και  τα όριά τους γίνονται δυσδιάκριτα. Η νεαρή Μοσχούλα, το αντικείμενο του ερωτικού πόθου του νεαρού βοσκού, ενσαρκώνει την ίδια την Ομορφιά  για κείνον, στη ποιητική και μαγική περιγραφή που κάνει ο Παπαδιαμάντης  .Ο ήρωας  μας  τη βλέπει να πέφτει γυμνή στη θάλασσα  για να κολυμπήσει και  εκστασιασμένος από την ομορφιά της  αποδιδράσκει από την πραγματικότητα  για να απολαύσει το μαγικό θέαμα. Ο ποιητής, που κρύβεται μέσα στο μηχανισμό της  πεζογραφίας του Παπαδιαμάντη, αναδύεται για να δώσει  μια από τις πιο λυρικές και  ερωτικές περιγραφές του γυναικείου σώματος :
 
«Την ανεγνώρισα πάραυτα εις το φως της σελήνης το μελιχρόν, το περιαργυρούν όλην την άπειρον οθόνην του γαληνιώντος πελάγους, και κάμνον να χορεύουν φωσφορίζοντα τα κύματα. Είχε βυθισθή άπαξ καθώς ερρίφθη εις την θάλασσαν, είχε βρέξει την κόμην της, από τους βοστρύχους της οποίας ως ποταμός από μαργαρίτας έρρεε το νερόν, και είχεν αναδύσει· έβλεπε κατά τύχην προς το μέρος όπου ήμην εγώ, κ' εκινείτο εδώ κ' εκεί προσπαίζουσα και πλέουσα. Ήξευρε καλώς να κολυμβά.(…)
Ήτον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα. Είχεν απομακρυνθή ως πέντε οργυιάς από το άντρον, και έπλεε, κ' έβλεπε τώρα προς ανατολάς, στρέφουσα τα νώτα προς το μέρος μου. Έβλεπα την αμαυράν και όμως χρυσίζουσαν αμυδρώς κόμην της, τον τράχηλόν της τον εύγραμμον, τας λεύκας ως γάλα ωμοπλάτας, τους βραχίονας τους τορνευτούς, όλα συγχεόμενα, μελιχρά και ονειρώδη εις το φέγγος της σελήνης. Διέβλεπα την οσφύν της την ευλύγιστον, τα ισχία της, τας κνήμας, τους πόδας της, μεταξύ σκιάς και φωτός, βαπτιζόμενα εις το κύμα. Εμάντευα το στέρνον της, τους κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχομένους όλας της αύρας τας ριπάς και της θαλάσσης το θείον άρωμα. Ήτο πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα· ήτον νηρηίς, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναυς μαγική, η ναυς των ονείρων...»

 
Βλέπουμε βέβαια πως η  περιγραφή  της ομορφιάς  της Μοσχούλας δεν αυτονομείται στο διήγημα, αλλά  παρουσιάζεται  σαν κομμάτι της ομορφιάς της φύσης, ολοκληρώνεται μέσα σ’ αυτήν.  Έτσι ο νεαρός βοσκός  μιλώντας για  « όνειρο στο κύμα»   ακουμπά  και  το αρμονικό δέσιμο φύσης- ανθρώπου, όχι μόνο  την εξιδανικευμένη ομορφιά της αγαπημένης του. Πρόκειται για μια κατάφαση στη ζωή, ένα βάπτισμα στην εξαγιασμένη φύση...

Ο ύμνος για την ομορφιά του γυναικείου σώματος  συχνά στην ποίηση συμπλέκεται με την ομορφιά της φύσης. Να θυμηθούμε το υπέροχο ποίημα του Ν.Εγγονόπουλου απο τη συλλογή " ΕΛΕΥΣΙΣ":

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε σαν τα ρόδια
έρχονται και μας βρίσκουνε
τις νύχτες
όταν βρέχη
με τους μαστούς τους καταργούν τη μοναξιά μας
μεσ' τα μαλλιά μας εισχωρούν βαθειά
και τα κοσμούνε
σα δάκρυα
σαν ακρογιάλια φωτεινά
σα ρόδια

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε κύκνοι
τα πάρκα τους
ζουν μόνο μέσα στην καρδιά μας
είν' τα φτερά τους
τα φτερά αγγέλων
τ' αγάλματά τους είναι το κορμί μας
οι ωραίες δεντροστοιχίες είν' αυτές οι ίδιες
ορθές στην άκρια των ελαφρών ποδιών
τους
μας πλησιάζουν
κι είναι σαν μας φιλούν
στα μάτια
κύκνοι

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε λίμνες
στους καλαμιώνες τους
τα φλογερά τα χείλια μας σφυρίζουν
τα ωραία πουλιά μας κολυμπούνε στα νερά τους
κι ύστερα
σαν πετούν
τα καθρεφτίζουν
- υπερήφανα ως ειν' -
οι λίμνες
κι είναι στις όχθες τους οι λεύκες λύρες
που η μουσική τους πνίγει μέσα μας
τις πίκρες
κι ως πλημμυρούν το είναι μας
χαρά
γαλήνη
είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε
λίμνες

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε σαν σημαίες
στου πόθου τους ανέμους κυματίζουν
τα μακρυά μαλλιά τους
λάμπουνε
τις νύχτες
μεσ' στις θερμές παλάμες τους κρατούνε
τη ζωή μας
είν' οι απαλές κοιλιές τους
ο ουράνιος θόλος
είναι οι πόρτες μας
τα παραθύρια μας
οι στόλοι
τ' άστρα μας συνεχώς ζούνε κοντά τους
τα χρώματά τους είναι
τα λόγια της αγάπης
τα χείλη τους
είναι ο
ήλιος το φεγγάρι
και το πανί τους είν' το μόνο σάβανο που μας αρμόζει :
είν' οι γυναίκες που αγαπούμε σαν σημαίες

είν' οι γυναίκες που αγαπούμε δάση
το κάθε δέντρο τους είν' κι ένα μήνυμα του πάθους
σαν μεσ' σ' αυτά τα δάση
μας πλανέψουνε
τα βήματά μας
και χαθούμε
τότες είν'
ακριβώς
που βρίσκουμε τον εαυτόνε μας
και ζούμε
κι όσο από μακρυά ακούμε νάρχωνται οι μπόρες
ή και μας φέρνει
ο άνεμος
τις μουσικές και τους θορύβους
της γιορτής
ή τις φλογέρες του κινδύνου
τίποτε - φυσικά - δε μπορεί να μας φοβίση
ως οι πυκνές οι φυλλωσιές
ασφαλώς μας προστατεύουν
μια που οι γυναίκες π' αγαπούμε είναι σα δάση

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε σαν λιμάνια
(μόνος σκοπός
προορισμός
των ωραίων καραβιών μας)
τα μάτια τους
είν' οι κυματοθραύστες
οι ώμοι τους είν' ο σηματοφόρος
της χαράς
οι μηροί τους
σειρά αμφορείς στις προκυμαίες
τα πόδια τους
οι στοργικοί
μας
φάροι
- οι νοσταλγοί τις ονομάζουν Κατερίνα -
είναι τα κύματά τους
οι υπέροχες θωπείες
οι Σειρήνες τους δεν μας γελούν
μόνε
μας
δείχνουνε το δρόμο
- φιλικές -
προς τα λιμάνια : τις γυναίκες που αγαπούμε

έχουνε οι γυναίκες π' αγαπούμε θεία την ουσία
κι όταν σφιχτά στην αγκαλιά μας
τις κρατούμε
με τους θεούς κι εμείς γινόμαστ' όμοιοι
στηνόμαστε ορθοί σαν άγριοι πύργοι
τίποτε δεν είν' πια δυνατό να μας κλονίση
με τα λευκά τους χέρια
αυτές
γύρω μας γαντζώνουν
κι έρχονται όλοι οι λαοί
τα έθνη
και μας προσκυνούνε
φωνάζουν
αθάνατο
στους αιώνες
τ' όνομά μας
γιατί οι γυναίκες π' αγαπούμε
την μεταδίνουν
και σ' εμάς
αυτή
τη θεία τους
ουσία.

 


  Μέρος του "παραδείσου" και ο ίδιος ο ήρωας, ο νεαρός βοσκός,  που πολλές φορές έχει δηλώσει την ενότητά του με τη φύση και την ευτυχία του μέσα σ' αυτήν:

« Μίαν εσπέραν, καθώς είχα κατεβάσει τα γίδια μου κάτω εις τον αιγιαλόν, ανάμεσα εις τους βράχους, όπου εσχημάτιζε χιλίους γλαφυρούς κολπίσκους και αγκαλίτσες το κύμα, όπου αλλού εκυρτώνοντο οι βράχοι εις προβλήτας και αλλού εκοιλαίνοντο εις σπήλαια· και ανάμεσα εις τους τόσους ελιγμούς και δαιδάλους του νερού, το οποίον εισεχώρει μορμυρίζον, χορεύον με άτακτους φλοίσβους και αφρούς, όμοιον με το βρέφος το ψελλίζον, που αναπηδά εις το λίκνον του και λαχταρεί να σηκωθή και να χορεύση εις την χείρα της μητρός που το έψαυσε — καθώς είχα κατεβάσει, λέγω, τα γίδια μου διά ν' “αρμυρίσουν” εις την θάλασσαν, όπως συχνά εσυνήθιζα, είδα την ακρογιαλιάν που ήτον μεγάλη χαρά και μαγεία, και την “ελιμπίστηκα”, κ' ελαχτάρησα να πέσω να κολυμβήσω. Ήτον τον Αύγουστον μήνα.(…)Επέταξα αμέσως το υποκάμισον μου, την περισκελίδα μου, κ' έπεσα εις την θάλασσαν. Επλύθην, ελούσθην, εκολύμβησα επ' ολίγα λεπτά της ώρας. Ησθανόμην γλύκαν, μαγείαν άφατον, εφανταζόμην τον εαυτόν μου ως να ήμην έν με το κύμα, ως να μετείχαν της φύσεως αυτού, της υγράς και αλμυράς και δροσώδους.»
Πόσο κοντά  σε αυτήν  την μεταφυσική σχεδόν εμπειρία της φύσης  βρίσκονται οι στίχοι του Σολωμού στον «Πόρφυρα»!..

" Kι η φύσις όλη τού γελά και γένεται δική του.
Eλπίδα, τον αγκάλιασες και του κρυφομιλούσες
και του σφιχτόδεσες το νου μ' όλα τα μάγια πόχεις.
Nιος κόσμος όμορφος παντού χαράς και καλοσύνης "

Η ομορφιά του κοριτσιού λοιπόν αντικρίζεται ως  ιδανική γιατί  ο  ίδιος ο ήρωας  έχει τα μάτια του γεμάτα από την ομορφιά του παραδείσου που ζει·  και μέσα σ’ ένα τέτοιο  φυσικό τοπίο ομορφιάς και αγνότητας  πώς να μην μεταθέσει  την πληρότητα που νιώθει, το φυσικό κάλλος που θαυμάζει, στο πρόσωπο της Μοσχούλας ; Δεν έχει ερωτευτεί μόνο αυτήν, αλλά έχει ερωτευτεί  όλα όσα βλέπει, όλα όσα χαρακτηρίζει « δικά του»:
«Όλα εκείνα ήσαν ιδικά μου. Οι λόγοι, αι φάραγγες, αι κοιλάδες, όλος ο αιγιαλός, και τα βουνά»

Κόσμος και ομορφιά της φύσης είναι ένα για τον Παπαδιαμάντη.
« Η ναυς των ονείρων» λοιπόν ήταν γι αυτόν  η Μοσχούλα, « όνειρο στο κύμα».
Το όνειρο όμως θα τελειώσει  για τον ήρωα  αφού  μετέπειτα θα ζήσει μια ζωή υποτέλειας και ανελευθερίας  στη πόλη, παρέα με τις νοσταλγικές  αναμνήσεις  της  αγνής νεότητας του. Άλλωστε  «στο κύμα»  το έζησε , στη θάλασσα που είναι ρευστή, απρόσιτη, μυστηριώδης και απόρθητη για τον άνθρωπο…


Ζώντας πια  στον αστικό "πολιτισμό" μας αποκαλύπτει ανέπαφο ένα κομμάτι του εαυτού του, εκείνο που μπορεί ακόμη να ονειρεύεται και να αντιστέκεται στην ασχήμια που ζει...
Ο ώριμος πια δικηγόρος ξαναζεί στη απρόσωπη πόλη ,μέσα απο τις μνήμες του, το χαμένο όνειρό του και ο Παπαδιαμάντης στην αφιλόξενη  πόλη  "της δουλοπαροικίας" - όπως λέει την Αθήνα - ξαναζεί τις στιγμές της αθωότητας της νεανικής του ζωής μέσα απο τις περιγραφές των διηγημάτων του.Περιγραφές με μοναδικό πάθος που αποτελούν γι αυτόν λυτρωτικές διαφυγές προς τη φύση και το χαμένο του παράδεισο...  




2 σχόλια:

  1. Πόσες, αλήθεια, περιγραφές γυναικείας ομορφιάς διαχρονικώς και παγκοσμίως. Ναυς; Στόλοι επί στόλων, ατελείωτοι, που ακόμα φωτίζουν τη μακρινή γραμμή των οριζόντων..( Ή να γράψω καλύτερα "τη μακρινή γραμμή του χαμένου παραδείσου;;) :-)

    ΥΓ. Σοφία, Γιάννη, σας ζηλεύω!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Διονύση, έτσι είναι για να φωτίζει, αλλά χάνεται γρήγορα...

    in arcadia και ο Γιάννης και η Σοφία

    ΑπάντησηΔιαγραφή