Σάββατο, 13 Νοεμβρίου 2010

ΒΙΖΥΗΝΟΣ- Η θέση και η φύση του αμαρτήματος

 Ξεκινώντας σιγα σιγά το επόμενο κείμενο της ύλης μας, ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ του Γ.Βιζυηνού, να θυμηθούμε μερικά χρήσιμα για την κατανόησή του στοιχεία. Αφορούν τα γενικά χαρακτηριστικά του διηγήματος, της δομής και των τεχνικών του που είδαμε σε προηγούμενη ανάρτηση.
Θα τα βρείτε διαβάζοντας εδώ
Να δούμε όμως και κάποια πιο ειδικά θέματα στο αριστουργηματικό  αυτό έργο του Βιζυηνού.Με πρώτο τη φύση και τη θέση του αμαρτήματος ή καλύτερα των αμαρτημάτων στο διήγημά μας.


Το αντικείμενο της αφήγησης είναι η αναζήτηση του αμαρτήματος της μητέρας.Στο διήγημα βλέουμε οτι ο ενικός παίρνει τη θέση του πληθυντικού ή το αντίστροφο.
("Ἄλλην ἀδελφὴν δὲν εἴχομεν παρὰ μόνον τ ὴν Ἀννιὼ.", θα πει ο αφηγητής στην αρχή, αλλά αργότερα η μητέρα του θα του αποκαλύψει πως η Αννιώ"  δὲν ἦτο τὸ μόνον μου κορίτσι" ).Επίσης, εξαρχής στο διήγημα γίνεται διάκριση μεταξύ των προθέσεων (συναισθημάτων) —την «αδέκαστο ενδό­μυχο στοργή»— και των πράξεων της μητέρας, πού γεννούν ζηλοτυπίες, ιδίως επειδή απευθύνονται προς ζεύγη αντιθέτων (νεκρούς/ζωντανούς, αγόρια/κορίτσια). Με αποτέλεσμα, η απο­ρία να παίρνει τη θέση της γνώσης στο λόγο τού αφηγητή, με τον ίδιο τρόπο που ο πληθυντικός εκτοπίζει τον ενικό. Διότι όσο πλανάται η πρώτη πρόταση που εξαγγέλλει μια αδελφή, άλλο τόσο πλανάται και ο τίτλος που αναγγέλλει ένα αμάρτημα.

Το αμάρτημα ορίζεται ως παράβαση του ηθικού ή του θείου νόμου. Στο διήγημα η μητέρα αναφέρεται στην αμαρτία της, όταν εξηγεί στον αφηγητή-το γιό της το Γιώργη- πως, έχοντας περάσει ένα βράδυ χορού και διασκέδασης, πήγε να θηλάσει το παιδί της, την πήρε ό ύπνος από την κούραση, «το πλάκωσε» κι όταν ξύπνησε «ήταν αποθαμένο» (21-23). Η αμέλεια της οδήγησε στο θάνατο τού παιδιού της, διότι παρέβη τον ηθικό νόμο πού καθορίζει τα μητρικά της καθήκοντα. Αυτό είναι το αμάρτημα της μητέρας, ή μάλλον το πρώτο της αμάρτημα στο χρόνο της ιστορίας. Είναι όμως το δεύτερο της αμάρτημα στο χρόνο —και στο χώρο— της αφήγησης: το πρώτο είχε ήδη διαπραχθεί  όταν ή μητέρα είχε μεταφέρει την Αννιώ, τη δεύτερη της κόρη, στην εκκλησία, άρρωστη βαριά, στα πόδια τού Θεού. Στην εκκλησία, η μητέρα έφερε και τα αγόρια της και κράτησε το βράδυ μαζί της τον αφηγητή (7-8). Οι σκηνές πού αυτός περιγράφει, σκηνές πού έζησε ένα ούτε καν «δεκαετές παιδίον» (18), είναι ανατριχιαστι­κές. Ακόμα ανατριχιαστικότερη όμως είναι η σκηνή του αμαρ­τήματος της μητέρας, που την γεννά το ιστορικά πρώτο αμάρτημα, αλλά που αποτελεί το κατεξοχήν αμάρτημα στην αφήγηση:

«Μίαν ήμέραν τήν έπλησίασα απαρατήρητος, ένω έκλαιε γονυπετής πρό τής εικόνος τού Σωτηρος.

—Πάρε μου οποίο θέλεις, έλεγε, καί άφησε μου τό κορίτσι. Τό βλέπω πώς είναι γιά νά γένη. Ενθυμήθηκες τήν άμαρτίαν μου καί έβάλθηκες νά μοϋ πάρης τό παιδί, γιά νά μέ τιμωρήσης. Ευχαρι­στώ σε, Κύριε!

Μετά τινας στιγμάς βαθείας σιγής, καθ' ήν τά δάκρυα της ήκούοντο στάζοντα έπί των πλακών, άνεστέναξεν έκ βάθους καρδίας, έδίστασεν ολίγον καί έπειτα έπρόσθεσεν:

—Σου έφερα δύο παιδιά μου στά πόδια σου ... χάρισε μου τό κορίτσι!

"Οταν ήκουσα τάς λέξεις ταύτας, παγερά φρικίασις διέτρεξε τά νεύρα μου καί ήρχισαν τά αυτιά μου νά βουίζουν(…), επωφελήθην της ευκαιρίας νά φύγω έκ της εκκλησίας, τρέχων ως έξαλλος καί εκβάλλων κραυγάς, ώς εάν ήπείλει να με συλλαβει ορατός αυτός ο Θάνατος.

Οι οδόντες μου συνεκρούοντο ύπό του τρόμου, καί εγώ έτρεχον, καί ακόμη έτρεχον.(…)
"Ηρχισα λοιπόν νά συνέρχωμαι ολίγον κατ' ολίγον, καί ήρχισα νά συλλογίζωμαι.
Άνεκάλεσα εις τήν μνήμην μου όλας τάς πρός τήν μητέρα τρυφερότητας καί θωπείας μου. Προσεπάθησα νά ενθυμηθώ μήπως της έπταισά ποτε, μήπως τήν αδίκησα, αλλά δέν ήδυνή­θην. Απεναντίας εύρισκον, ότι άφ' ότου έγεννήθη αυτή ή αδελφή μας, έγώ, όχι μόνον δέν ήγαπήθην, όπως θά τό έπεθύμουν, αλλά τουτ' αυτό, παρηγκωνιζόμην όλονέν περισσότερον.»

Η εκπεφρασμένη επιθυμία της μητέρας να «πάρει» ό Θεός τα αγόρια της και να της «αφήσει» το κορίτσι συνιστά αμάρτημα, και μάλιστα στο βαθμό πού αναγκάζει ένα από τα αγόρια να ζήσει για μέρες και νύχτες στην υγρή εκκλησία. Ό λόγος τού αφηγητή —έστω και ανηλίκου— παρουσιάζει ξαφνικά, και σε πλήρη αντίθεση με το απόσπασμα της πρώτης σελίδας που παρατίθεται, μια αδυσώπητη μητέρα. Έτσι υπονομεύεται η γνώση του αφη­γητή ότι η στοργή της μητέρας «έτέλη αδέκαστος καί ίση πρός όλα της τά τέκνα».

Το δεύτερο, ως προς τον ιστορικό χρόνο, αμάρτημα είναι το πρώτο ως προς τον αφηγηματικό χρόνο, διότι μόνο έτσι γίνεται σαφής η σημασία της επιθυμίας ως συστατικού στοιχείου τού αμαρτήματος
Η μητέρα αισθάνεται αυτό πού ό Φρόυντ ορίζει ως την «ανάγκη για τιμωρία», μια ανάγκη ενδότερη, πού δεν προέρ­χεται από κάποια πράξη αλλά από το «αίσθημα της ένοχης».

Στο επίπεδο της αφήγησης λοιπόν, το πρώτο αμάρτημα είναι το αμάρτημα της επιθυμίας, αυτό πού γεννάται μαζί με το αίσθημα της ένοχης, το όποιο και αποτελεί το κίνητρο για το δεύτερο, στον αφηγηματικό χρόνο, αμάρτημα, την πράξη, στην οποία προσδένεται το ασύνειδο αίσθημα ενοχής. Αυτά, φυσικά, στον αφηγηματικό χρόνο —ή στον αφηγηματικό χώρο—, που αποτε­λεί το πεδίο το όποιο διανύει ο αναγνώστης. Στο επίπεδο της ιστορίας η σειρά αντιστρέφεται, η ιστορία όμως αποτελεί την εκλογίκευση της αφήγησης και στο χώρο τού λογικού παραβλέ­πει κανείς το ασυνείδητο.

ΠΗΓΕΣ:
1)Μιχάλης Χρυσανθακόπουλος:Γ.Βιζυηνός, Μεταξύ φαντασίας και μνήμης.Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ
2)Π.Μουλλάς:Το νεοελληνικό δι'ηγημα και ο Γ.Βιζυηνός,εκδόσεις ΕΡΜΗΣ







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου