Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

Η ναυς των ονείρων

 

















Οι  χαρισματικοί ζωγράφοι του Γθ1, εμπνεύστηκαν απο την περιγραφή της Μοσχούλας απο  τον Παπαδιαμάντη και μας χάρισαν αυτές τις δύο εξαιρετικές ζωγραφιές της!
Την πρώτη  ζωγράφησε η Σοφία Ανδρούλη και τη δεύτερη ο Γιάννης Κωστόπουλος. 

Στο διήγημα " Όνειρο στο κύμα" το όνειρο και η πραγματικότητα  συμπορεύονται και  τα όριά τους γίνονται δυσδιάκριτα. Η νεαρή Μοσχούλα, το αντικείμενο του ερωτικού πόθου του νεαρού βοσκού, ενσαρκώνει την ίδια την Ομορφιά  για κείνον, στη ποιητική και μαγική περιγραφή που κάνει ο Παπαδιαμάντης  .Ο ήρωας  μας  τη βλέπει να πέφτει γυμνή στη θάλασσα  για να κολυμπήσει και  εκστασιασμένος από την ομορφιά της  αποδιδράσκει από την πραγματικότητα  για να απολαύσει το μαγικό θέαμα. Ο ποιητής, που κρύβεται μέσα στο μηχανισμό της  πεζογραφίας του Παπαδιαμάντη, αναδύεται για να δώσει  μια από τις πιο λυρικές και  ερωτικές περιγραφές του γυναικείου σώματος :
 
«Την ανεγνώρισα πάραυτα εις το φως της σελήνης το μελιχρόν, το περιαργυρούν όλην την άπειρον οθόνην του γαληνιώντος πελάγους, και κάμνον να χορεύουν φωσφορίζοντα τα κύματα. Είχε βυθισθή άπαξ καθώς ερρίφθη εις την θάλασσαν, είχε βρέξει την κόμην της, από τους βοστρύχους της οποίας ως ποταμός από μαργαρίτας έρρεε το νερόν, και είχεν αναδύσει· έβλεπε κατά τύχην προς το μέρος όπου ήμην εγώ, κ' εκινείτο εδώ κ' εκεί προσπαίζουσα και πλέουσα. Ήξευρε καλώς να κολυμβά.(…)
Ήτον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα. Είχεν απομακρυνθή ως πέντε οργυιάς από το άντρον, και έπλεε, κ' έβλεπε τώρα προς ανατολάς, στρέφουσα τα νώτα προς το μέρος μου. Έβλεπα την αμαυράν και όμως χρυσίζουσαν αμυδρώς κόμην της, τον τράχηλόν της τον εύγραμμον, τας λεύκας ως γάλα ωμοπλάτας, τους βραχίονας τους τορνευτούς, όλα συγχεόμενα, μελιχρά και ονειρώδη εις το φέγγος της σελήνης. Διέβλεπα την οσφύν της την ευλύγιστον, τα ισχία της, τας κνήμας, τους πόδας της, μεταξύ σκιάς και φωτός, βαπτιζόμενα εις το κύμα. Εμάντευα το στέρνον της, τους κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχομένους όλας της αύρας τας ριπάς και της θαλάσσης το θείον άρωμα. Ήτο πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα· ήτον νηρηίς, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναυς μαγική, η ναυς των ονείρων...»

 
Βλέπουμε βέβαια πως η  περιγραφή  της ομορφιάς  της Μοσχούλας δεν αυτονομείται στο διήγημα, αλλά  παρουσιάζεται  σαν κομμάτι της ομορφιάς της φύσης, ολοκληρώνεται μέσα σ’ αυτήν.  Έτσι ο νεαρός βοσκός  μιλώντας για  « όνειρο στο κύμα»   ακουμπά  και  το αρμονικό δέσιμο φύσης- ανθρώπου, όχι μόνο  την εξιδανικευμένη ομορφιά της αγαπημένης του. Πρόκειται για μια κατάφαση στη ζωή, ένα βάπτισμα στην εξαγιασμένη φύση...

Ο ύμνος για την ομορφιά του γυναικείου σώματος  συχνά στην ποίηση συμπλέκεται με την ομορφιά της φύσης. Να θυμηθούμε το υπέροχο ποίημα του Ν.Εγγονόπουλου απο τη συλλογή " ΕΛΕΥΣΙΣ":

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε σαν τα ρόδια
έρχονται και μας βρίσκουνε
τις νύχτες
όταν βρέχη
με τους μαστούς τους καταργούν τη μοναξιά μας
μεσ' τα μαλλιά μας εισχωρούν βαθειά
και τα κοσμούνε
σα δάκρυα
σαν ακρογιάλια φωτεινά
σα ρόδια

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε κύκνοι
τα πάρκα τους
ζουν μόνο μέσα στην καρδιά μας
είν' τα φτερά τους
τα φτερά αγγέλων
τ' αγάλματά τους είναι το κορμί μας
οι ωραίες δεντροστοιχίες είν' αυτές οι ίδιες
ορθές στην άκρια των ελαφρών ποδιών
τους
μας πλησιάζουν
κι είναι σαν μας φιλούν
στα μάτια
κύκνοι

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε λίμνες
στους καλαμιώνες τους
τα φλογερά τα χείλια μας σφυρίζουν
τα ωραία πουλιά μας κολυμπούνε στα νερά τους
κι ύστερα
σαν πετούν
τα καθρεφτίζουν
- υπερήφανα ως ειν' -
οι λίμνες
κι είναι στις όχθες τους οι λεύκες λύρες
που η μουσική τους πνίγει μέσα μας
τις πίκρες
κι ως πλημμυρούν το είναι μας
χαρά
γαλήνη
είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε
λίμνες

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε σαν σημαίες
στου πόθου τους ανέμους κυματίζουν
τα μακρυά μαλλιά τους
λάμπουνε
τις νύχτες
μεσ' στις θερμές παλάμες τους κρατούνε
τη ζωή μας
είν' οι απαλές κοιλιές τους
ο ουράνιος θόλος
είναι οι πόρτες μας
τα παραθύρια μας
οι στόλοι
τ' άστρα μας συνεχώς ζούνε κοντά τους
τα χρώματά τους είναι
τα λόγια της αγάπης
τα χείλη τους
είναι ο
ήλιος το φεγγάρι
και το πανί τους είν' το μόνο σάβανο που μας αρμόζει :
είν' οι γυναίκες που αγαπούμε σαν σημαίες

είν' οι γυναίκες που αγαπούμε δάση
το κάθε δέντρο τους είν' κι ένα μήνυμα του πάθους
σαν μεσ' σ' αυτά τα δάση
μας πλανέψουνε
τα βήματά μας
και χαθούμε
τότες είν'
ακριβώς
που βρίσκουμε τον εαυτόνε μας
και ζούμε
κι όσο από μακρυά ακούμε νάρχωνται οι μπόρες
ή και μας φέρνει
ο άνεμος
τις μουσικές και τους θορύβους
της γιορτής
ή τις φλογέρες του κινδύνου
τίποτε - φυσικά - δε μπορεί να μας φοβίση
ως οι πυκνές οι φυλλωσιές
ασφαλώς μας προστατεύουν
μια που οι γυναίκες π' αγαπούμε είναι σα δάση

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε σαν λιμάνια
(μόνος σκοπός
προορισμός
των ωραίων καραβιών μας)
τα μάτια τους
είν' οι κυματοθραύστες
οι ώμοι τους είν' ο σηματοφόρος
της χαράς
οι μηροί τους
σειρά αμφορείς στις προκυμαίες
τα πόδια τους
οι στοργικοί
μας
φάροι
- οι νοσταλγοί τις ονομάζουν Κατερίνα -
είναι τα κύματά τους
οι υπέροχες θωπείες
οι Σειρήνες τους δεν μας γελούν
μόνε
μας
δείχνουνε το δρόμο
- φιλικές -
προς τα λιμάνια : τις γυναίκες που αγαπούμε

έχουνε οι γυναίκες π' αγαπούμε θεία την ουσία
κι όταν σφιχτά στην αγκαλιά μας
τις κρατούμε
με τους θεούς κι εμείς γινόμαστ' όμοιοι
στηνόμαστε ορθοί σαν άγριοι πύργοι
τίποτε δεν είν' πια δυνατό να μας κλονίση
με τα λευκά τους χέρια
αυτές
γύρω μας γαντζώνουν
κι έρχονται όλοι οι λαοί
τα έθνη
και μας προσκυνούνε
φωνάζουν
αθάνατο
στους αιώνες
τ' όνομά μας
γιατί οι γυναίκες π' αγαπούμε
την μεταδίνουν
και σ' εμάς
αυτή
τη θεία τους
ουσία.

 


  Μέρος του "παραδείσου" και ο ίδιος ο ήρωας, ο νεαρός βοσκός,  που πολλές φορές έχει δηλώσει την ενότητά του με τη φύση και την ευτυχία του μέσα σ' αυτήν:

« Μίαν εσπέραν, καθώς είχα κατεβάσει τα γίδια μου κάτω εις τον αιγιαλόν, ανάμεσα εις τους βράχους, όπου εσχημάτιζε χιλίους γλαφυρούς κολπίσκους και αγκαλίτσες το κύμα, όπου αλλού εκυρτώνοντο οι βράχοι εις προβλήτας και αλλού εκοιλαίνοντο εις σπήλαια· και ανάμεσα εις τους τόσους ελιγμούς και δαιδάλους του νερού, το οποίον εισεχώρει μορμυρίζον, χορεύον με άτακτους φλοίσβους και αφρούς, όμοιον με το βρέφος το ψελλίζον, που αναπηδά εις το λίκνον του και λαχταρεί να σηκωθή και να χορεύση εις την χείρα της μητρός που το έψαυσε — καθώς είχα κατεβάσει, λέγω, τα γίδια μου διά ν' “αρμυρίσουν” εις την θάλασσαν, όπως συχνά εσυνήθιζα, είδα την ακρογιαλιάν που ήτον μεγάλη χαρά και μαγεία, και την “ελιμπίστηκα”, κ' ελαχτάρησα να πέσω να κολυμβήσω. Ήτον τον Αύγουστον μήνα.(…)Επέταξα αμέσως το υποκάμισον μου, την περισκελίδα μου, κ' έπεσα εις την θάλασσαν. Επλύθην, ελούσθην, εκολύμβησα επ' ολίγα λεπτά της ώρας. Ησθανόμην γλύκαν, μαγείαν άφατον, εφανταζόμην τον εαυτόν μου ως να ήμην έν με το κύμα, ως να μετείχαν της φύσεως αυτού, της υγράς και αλμυράς και δροσώδους.»
Πόσο κοντά  σε αυτήν  την μεταφυσική σχεδόν εμπειρία της φύσης  βρίσκονται οι στίχοι του Σολωμού στον «Πόρφυρα»!..

" Kι η φύσις όλη τού γελά και γένεται δική του.
Eλπίδα, τον αγκάλιασες και του κρυφομιλούσες
και του σφιχτόδεσες το νου μ' όλα τα μάγια πόχεις.
Nιος κόσμος όμορφος παντού χαράς και καλοσύνης "

Η ομορφιά του κοριτσιού λοιπόν αντικρίζεται ως  ιδανική γιατί  ο  ίδιος ο ήρωας  έχει τα μάτια του γεμάτα από την ομορφιά του παραδείσου που ζει·  και μέσα σ’ ένα τέτοιο  φυσικό τοπίο ομορφιάς και αγνότητας  πώς να μην μεταθέσει  την πληρότητα που νιώθει, το φυσικό κάλλος που θαυμάζει, στο πρόσωπο της Μοσχούλας ; Δεν έχει ερωτευτεί μόνο αυτήν, αλλά έχει ερωτευτεί  όλα όσα βλέπει, όλα όσα χαρακτηρίζει « δικά του»:
«Όλα εκείνα ήσαν ιδικά μου. Οι λόγοι, αι φάραγγες, αι κοιλάδες, όλος ο αιγιαλός, και τα βουνά»

Κόσμος και ομορφιά της φύσης είναι ένα για τον Παπαδιαμάντη.
« Η ναυς των ονείρων» λοιπόν ήταν γι αυτόν  η Μοσχούλα, « όνειρο στο κύμα».
Το όνειρο όμως θα τελειώσει  για τον ήρωα  αφού  μετέπειτα θα ζήσει μια ζωή υποτέλειας και ανελευθερίας  στη πόλη, παρέα με τις νοσταλγικές  αναμνήσεις  της  αγνής νεότητας του. Άλλωστε  «στο κύμα»  το έζησε , στη θάλασσα που είναι ρευστή, απρόσιτη, μυστηριώδης και απόρθητη για τον άνθρωπο…


Ζώντας πια  στον αστικό "πολιτισμό" μας αποκαλύπτει ανέπαφο ένα κομμάτι του εαυτού του, εκείνο που μπορεί ακόμη να ονειρεύεται και να αντιστέκεται στην ασχήμια που ζει...
Ο ώριμος πια δικηγόρος ξαναζεί στη απρόσωπη πόλη ,μέσα απο τις μνήμες του, το χαμένο όνειρό του και ο Παπαδιαμάντης στην αφιλόξενη  πόλη  "της δουλοπαροικίας" - όπως λέει την Αθήνα - ξαναζεί τις στιγμές της αθωότητας της νεανικής του ζωής μέσα απο τις περιγραφές των διηγημάτων του.Περιγραφές με μοναδικό πάθος που αποτελούν γι αυτόν λυτρωτικές διαφυγές προς τη φύση και το χαμένο του παράδεισο...  




Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011

Πέρασμα στην εμπειρία και στη μνήμη


Το διήγημα
« Όνειρο στο κύμα» μπορείτε να διαβάσετε πατώντας εδώ.





Το «Όνειρο στο κύμα» είναι ένα από τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη που καταχωρίζεται στα «αυτοβιογραφικά», γεγονός όμως που έχει δημιουργήσει πολλές ενστάσεις και αντιπαραθέσεις για την έκταση και το βαθμό κατάθεσης πραγματικών βιωμάτων του ίδιου του συγγραφέα.
Υπάρχουν πολλά στοιχεία του κειμένου που θα επιβεβαίωναν τον αυτοβιογραφικό χαρακτήρα του έργου:
  •  Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση.
  •  Ο εξομολογητικός χαρακτήρας του έργου.
  •  Η βαθιά θρησκευτικότητα και η χριστιανική αγωγή που διακατέχει τον ήρωα- αφηγητή, μας παραπέμπει στη  σχέση που είχε ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης με τη θρησκεία.
  •  Οι χώροι της Σκιάθου και της Αθήνας που αναφέρονται είναι αυτοί που πραγματικά έζησε ο Παπαδιαμάντης τη ζωή του.
  •  Η νοσταλγία του ήρωα για τη ζωή κοντά στη φύση και η ασφυκτική ζωή του στην πρωτεύουσα, αντικατοπτρίζει τη κοσμοθεωρία του ίδιου του Παπαδιαμάντη· σύμφωνα μ’ αυτήν στα αστικά κέντρα ο άνθρωπος ασφυκτιά, χάνει τη φυσική του αγνότητα και οδηγείται στη δυστυχία. Έτσι συντελείται η οριστική  έκπτωση από τον παράδεισό του και η οριστική απώλεια της αθωότητας. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα της διάψευσης και της χαμένης Εδέμ εντάσσεται και η ισοπεδωτική και απαξιωτική αναφορά του αφηγητή για τις «θυγατέρες της Εύας», όπως χαρακτηρίζει τις γυναίκες, αλλά και για τη μισθωτή εργασία που του δημιουργεί αίσθημα εξάρτησης και ανελευθερίας.
Ο Παπαδιαμάντης παράλληλα γνωρίζουμε πως δεν ανεχόταν τον κόσμο των συμβάσεων και της υποκρισίας, ενώ καταδίκαζε τις επιφανειακές και ανούσιες σχέσεις,( κατηγορήθηκε για «μισογυνική» διάθεση, και μετά βίας ανεχόταν την αναγκαστική- για βιοποριστικούς λόγους-εργασία του στη Αθήνα , που θεωρούσε έκφραση υποτέλειας και αισθητοποίηση της ανελεύθερης ζωής στη πόλη ).

Από την άλλη μεριά όμως υπάρχουν στοιχεία που θέτουν υπό αμφισβήτηση την αυτοβιογραφική «αποτύπωση» του Παπαδιαμάντη στο έργο:
  •  Τα εισαγωγικά που υπάρχουν στην αρχή και το τέλος του διηγήματος.
  •  Η υπογραφή στο τέλος του: « Δια την αντιγραφήν» Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Η εισαγωγή του σχολικού μας βιβλίου άλλωστε λέει πως « ο συγγραφέας με την υπογραφή του στο τέλος αποποιείται κάθε ταύτισή του με τον αφηγητή.
  •  Τα αναφερόμενα στοιχεία από τη ζωή του αφηγητή που δεν ταυτίζονται με πραγματικά βιογραφικά στοιχεία του ίδιου του Παπαδιαμάντη ( π.χ. ο ίδιος δεν εργάστηκε ποτέ ως δικηγόρος).
Η αλήθεια για το « θολό» ζήτημα της αυτοβιογραφικότητας βρίσκεται ,πιστεύω, στην οπτική με την οποία πρέπει να δούμε την αποτύπωση των αυτοβιογραφικών στοιχείων σε ένα λογοτεχνικό κείμενο.
Είναι βέβαιο πως κάθε συγγραφέας αντλεί τα θέματα και τους ήρωές του από τον κύκλο των παραστάσεων, των γνώσεων , των βιωμάτων και των εμπειριών του.
Είναι επίσης πιθανό -και αυτό συμβαίνει συχνά στον Παπαδιαμάντη- καθώς βρίσκεται σε εξέλιξη η υπόθεση ενός λογοτεχνικού έργου, ο συγγραφέας να κάνει σύντομη παρεμβολή ενός δικού του αυτοβιογραφικού στοιχείου, όχι μόνο γιατί «δένει» με την όλη αφήγηση, αλλά κυρίως γιατί του δίνεται η ευκαιρία να ενσταλάξει τη δική του προσωπική πικρία, τον δικό του προσωπικό πόνο, και αυτό δρα λυτρωτικά για τον ίδιο. Αν τώρα συμβεί το συγκεκριμένο στοιχείο να μνημονεύεται από τους βιογράφους του, παρασύρεται κανείς εύκολα, γενικεύει και, με αφορμή τη μικρή αυτή αυτοβιογραφική παρεμβολή, θεωρεί αυτοβιογραφικό το σενάριο στο σύνολο του.


Αυτό θεωρώ ότι συμβαίνει με τον Παπαδιαμάντη, για παράδειγμα, στη «Νοσταλγό». Αναφέρει για τον Μαθιό, που εντελώς αψήφιστα κλέβει τη βάρκα και φεύγει με τη γυναίκα του Μοναχάκη, ότι εκείνη τη χρονιά τον απέβαλαν από το Γυμνάσιο «... ένεκα λογομαχίας τινός προς ένα των καθηγητών, όστις του εφαίνετο πλέον του δέοντος αγράμματος». Αυτό είχε συμβεί με τον ίδιο όταν ήταν μαθητής στη Χαλκίδα. Να λοιπόν πώς «δένει» το αυτοβιογραφικό στοιχείο, το οποίο κάνει το σενάριο πιο πειστικό και άρα εξυπηρετεί τις σκηνοθετικές ανάγκες της αφήγησης.
 Η ίδια άποψη τεκμηριώνεται περισσότερο στη «Μαυρομαντηλού». Είναι φανερό ότι εκεί, σε πολλά ση­μεία, ο αφηγητής προβάλλει τον εαυτό του, και πολλά στοιχεία αποτελούν αυτοβιογραφικές αναφορές. Όμως όχι όλα. Έτσι, για παράδειγμα, ο αδελφός του Παπαδιαμά­ντη δεν έφυγε στην Αμερική, όπως συμβαίνει με τον αδελ­φό του Γιαννιού. Κατά τον ίδιο τρόπο ο Γιαννιός, πρόσω­πο στο οποίο ο αφηγητής προβάλλει εν μέρει τον εαυτό του, έμεινε ορφανός από πολύ μικρός, ενώ κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει με τον Παπαδιαμάντη -και άλλα παρόμοια. Μο­λονότι δηλαδή κι εδώ ο συγγραφέας φαίνεται κατά κάποι­ον τρόπο να προβάλλει τον εαυτό του στο πρόσωπο του Γιαννιού, πολλά από τα στοιχεία που προσδίδονται σ' αυ­τόν δεν έχουν καμιά σχέση με το πρόσωπο του συγγραφέα μας.

Το ίδιο συμβαίνει με το «όνειρο στο κύμα».
Ο Παπαδιαμάντης «ακουμπά» στο διήγημα σκέψεις, όνειρα, εμπειρίες και αντιλήψεις του για τη ζωή και τον κόσμο χωρίς να εγκλωβίζει το έργο του στα στενά πλαίσια της αυτοβιογραφίας. Περιπλέκει το αυτοβιογραφικό στοιχείο μέσα σε μυθοπλαστικές κατασκευές ηρώων και βέβαια επιτυγχάνει ,με την πειστικότητα που τον διακρίνει,  να συμπαρασύρει τον αναγνώστη στην
 « πλάνη της αυτοβιογραφικότητας». 
Είναι ο λεγόμενος « συγγραφικός δόλος». Αυτή η τεχνική είναι , σύμφωνα με τον Γ.Παγανό, μια τεχνική σκηνοθεσίας της αφήγησης, ένας φυσικός τρόπος αφήγησης απέναντι σ’ ένα υποθετικό ακροατή-αναγνώστη.
  Ο Παπαδιαμάντης με σπουδαία «σκηνογραφική» ικανότητα, δημιουργεί την εντύπωση  μέσα από τα διηγήματά του, ότι τα έζησε όλα αυτά που γράφει, ακόμη κι όταν καταλαβαίνουμε ότι τούτο είναι λογικά αδύνατο. Αυτές οι αλλότριες ιστορίες γίνονται αφορμή για να αναπλάσει τη ζωή όπως εκείνος την αγάπησε ή την φαντάστηκε.
 Αυτό απέχει πολύ από την «ενσωμάτωση στο διή­γημα των σελίδων από το προσωπικό ημερολόγιο του συγγραφέα», άποψη που υποστηρί­ζεται από τον Παναγιώτη Μουλλά. Βέβαια ο ίδιος υποστηρίζει κάπου αλλού πως 
« δύσκολα θα μπορούσαμε να καθορίσουμε με ακρίβεια  σε τι ποσοστό  μεταφέρονται εδώ πραγματικά βιώματα του Παπαδιαμάντη».

 Αντίθετα πιο κοντά  μας νομίζω πως βρίσκεται η άποψη του Γ. Ιωάννου: «ο Παπαδιαμάντης είναι πιο πολύ βιωματικός παρά αυτοβιογραφικός συγγραφέας». «Οι ιστορίες του δεν είναι αυτοβιογραφικές αλλά  αποτελούν αφορμές για ανάπλαση ζωής».

Πάντως το βέβαιο είναι πως  ο διαχωρισμός αυτός χαρακτηρίζει γενικότερα στη Λογοτεχνία τη σχέση συγγραφέα- αφηγητή: ο συγγραφέας είναι ένα πραγματικό πρόσωπο με αληθινή ζωή και υπάρχει έξω από το κείμενο, ενώ αντίθετα ο αφηγητής είναι ένα πρόσωπο του κειμένου, ένα κατασκεύασμα από λέξεις.

Τελικά ίσως αυτό που μένει από το « Όνειρο στο κύμα» δεν είναι η αγωνία του αναγνώστη για το βαθμό μετάδοσης των προσωπικών βιωμάτων του Παπαδιαμάντη σ’ αυτό, αλλά η βεβαιότητα πως το διήγημα  « κραυγάζει» την ψυχή του περισσότερο και όχι τόσο πραγματικές εμπειρίες....

Απογοήτευση, μεταμέλεια, ηττημένη

διάθεση,αίσθηση αποτυχίας, έλλειψη

προσαρμογής στις πρακτικές μέριμνες του

βίου, απουσία αυθεντικής ζωής, ρομαντική

νοσταλγία...




ΠΗΓΕΣ:
1)      Γ.Πυργιωτάκης: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
2)      Π. Μουλάς: Παπαδιαμάντης αυτοβιογραφούμενος
3)      Γ.Ιωάννου:  « Ο της φύσεως έρως»

Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011


Η ματιά  της Μυρτιώτισσας για  το ήθος του μεγάλου Σκιαθίτη λογοτέχνη:
 
 
Παπαδιαμάντης, μέγας διηγηματογράφος

Ὁ Παπαδιαμάντης δὲν εἶναι μόνο ὁ μεγαλύτερος διηγηματογράφος τῆς ἐποχῆς του, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν ἐποχῶν. Μ᾿ ἐλάχιστα τεχνικὰ μέσα ἀνέβασε τὸ ἔργο του στὴν ἀπόλυτη τελειότητα. Εἶναι ὁ πιὸ ἁπλός, ὁ πιὸ ταπεινός, ὁ πιὸ ἀνθρώπινα εἰλικρινὴς συγγραφέας ποὺ ἔβγαλε ὁ τόπος μας. Στὸ ἔργο του μιλεῖ ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο γιὰ τοὺς «ἀνθρώπους του», γι᾿ αὐτοὺς ποὺ τοὺς αἰσθάνεται τέλεια δικούς του, καὶ μᾶς μιλεῖ γι᾿ αὐτοὺς ὅπως ποτὲ κανένας πατέρας δὲ μίλησε γιὰ τὰ παιδιά του.
Εἶναι ἄπειρη ἡ στοργὴ ποὺ τοὺς ἔχει. Ἔξω ὅμως ἀπ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο τῶν ταπεινῶν, τίποτ᾿ ἄλλο σχεδὸν δὲν τὸν ἐνδιαφέρει, θάλεγε κανεὶς πὼς δὲν πρόσεξε τίποτ᾿ ἄλλο, πὼς δὲν ἔριξε οὔτε κἂν μία ματιὰ στὶς ἄλλες τάξεις τῶν ἀνθρώπων. Ἡ προσοχή του κι ὅλη του ἡ ἀγάπη συγκεντρώθηκε στὸ νησί του. Τὸ τοποθέτησε στὸ πρῶτο πλάνο τῆς ζωῆς, καὶ τὸ ἔργο του ἀντλεῖ ἀπ᾿ αὐτὸ τὴ λαμπρότητά του. Ἀπ᾿ τὴ φτώχεια τοῦ νησιώτη πλουτίζεται, ἀπ᾿ τὴν ἁγία του ὑπομονὴ στὴ δυστυχία καὶ στὸ θάνατο στεριώνεται, ἀπ᾿ τὴν ἁγνότητα τῆς Σκιαθίτισσας κοπέλλας ἐξαϋλώνεται, καὶ φτάνει ἐκεῖ ὅπου λίγοι κατάφεραν νὰ φτάσουν.
Γνώρισα τὸν Παπαδιαμάντη ἀπὸ κοντὰ μόνο τὸν τελευταῖο χρόνο ποὺ βρισκόταν στὴν Ἀθήνα. Κάποιος φίλος τὸν ἔφερε στὸ σπίτι μας ἕνα βράδυ, μὰ κι᾿ ὁ ἴδιος ἀποροῦσε πῶς τὸν κατάφερε, αὐτὸν τὸν ἀπόμονο, τὸν ἀπρόσιτο ἄνθρωπο, νὰ πάει σὲ σπίτι ξένο καὶ σ᾿ ἀνθρώπους ἔξω ἀπ᾿ τὴ δική του «οἰκογένεια». Ὡστόσο τὸν κατάφερε, κι᾿ ἀπὸ τότε, ἴσως γιατὶ μᾶς βρῆκε ἁπλοὺς καὶ κάπως τῆς ἀρεσκείας του, ἐρχότανε πότε-πότε κατὰ τὶς ἐννιὰ τὸ βράδυ. Καθότανε πάντα παράμερα μὲ σταυρωμένα στὸ στῆθος τὰ χέρια, μὲ σκυμμένο τὸ κεφάλι, καὶ μοῦ ἔδινε τὴν ἐντύπωση σὰ νά ῾λεγε ἀπὸ μέσα του μιὰ προσευχή. Σπάνια μιλοῦσε. Ἐγὼ τὸν θαύμαζα καὶ τὸν ἀγαποῦσα πολὺ ἀπὸ τότε, δύσκολα ὅμως κατάφερνα ν᾿ ἀνοίξω κουβέντα μαζί του.
Ἕνα βράδυ μοῦ εἶπε ξαφνικά: -Ἔμαθα πὼς τιμᾶτε διὰ τῆς προστασίας σας τὴ «Φόνισσα». Τὸν κύτταξα κατάπληκτη. Ἂν δὲν τὸν ἤξερα τόσο ἁπλὸ καὶ ταπεινὸν ἄνθρωπο, θἄλεγα πὼς μὲ κορόϊδευε. - Ἔχει ἀνάγκη αὐτὸ τὸ ἀριστούργημα ἀπὸ προστασία, καὶ μάλιστα δική μου; τοῦ ἀπάντησα. Ἕνα πικρὸ χαμόγελο φώτισε γιὰ μία στιγμὴ τὸ πρόσωπό του, κι᾿ ἀμέσως ἔσβυσε. Ἕν᾿ ἄλλο βράδυ, βροχερὸ καὶ κρύο, τοῦ δώσαμε ἕνα φλυτζάνι τσάι γιὰ νὰ ζεσταθεῖ, μὰ δὲν τὸ δέχτηκε. Τὄσπρωξε μὲ κάποιαν ἀπέχθεια, καὶ μᾶς εἶπε ἁπλά: «Δὲν τὸ συνηθίζω». Ἴσως γιατὶ εἶναι φράγκικο πιοτό, σκέφθηκα, καὶ τ᾿ ἄλλο βράδυ τοῦ ἑτοιμάσαμε ζεστὴ φασκομηλιά. Μὲ πόση εὐχαρίστηση, θυμᾶμαι, τὴ ρούφηξε μονομιᾶς.
Ἦταν σιωπηλός, ὅταν ὅμως θίγαμε κάτι ποὺ τὸν ἐνδιέφερε ἢ ποὺ τ᾿ ἀγαποῦσε, μιλοῦσε συνεχῶς γιὰ κάμποση ὥρα, μὲ μιὰ φωνὴ σιγανή, ψιθυριστὴ θά ῾λεγα, ποὺ μοῦ φαινότανε σὰ νὰ ῾ρχόταν ἀπὸ πολὺ μακριά. Σύχναζε τότε στὸ Μοναστηράκι, γιατὶ ἐκεῖ κοντὰ ἦταν ἕνα μικρὸ ἐκκλησάκι ὅπου πήγαινε κι᾿ ἔψελνε ταχτικά. - Μπορεῖτε καὶ γράφετε στὸ καφενεῖο; τὸν ρώτησα. Σήκωσε τότε τὸ κεφάλι του κι᾿ ἄρχισε νὰ μᾶς μιλεῖ γιὰ τὸ περίφημο ἐκεῖνο καφενεῖο τοῦ Μοναστηρακιοῦ, πλέκοντας τὸ ἐγκώμιο τοῦ καφετζῆ μὲ θέρμη, σὰ νὰ ἦταν καμιὰ προσωπικότητα ξεχωριστή.- Μοῦ δίνει καμιὰ φορὰ χαρτὶ καὶ γράφω. Εἶναι ἄνθρωπος τοῦ θεοῦ. Ὥστε αὐτὸ ἦταν! Ἂς εἶν᾿ εὐλογημένος στὸν αἰῶνα ὁ ἀγαθὸς ἐκεῖνος καφετζής! Ἴσως χωρὶς αὐτὸν πολλὰ ἀπ᾿ τὰ γοητευτικά του ἀνιστορίσματα δὲ θἄβλεπαν τὸ φῶς ...Κατὰ τὶς δέκα σηκωνόταν νὰ φύγει. Νύσταζε. Μεγάλη κούραση τὸν κρατοῦσε πάντα. Ἕσφιγγε λίγο τὸ σκοινὶ ποὺ ἔζωνε τὴ μέση του, μᾶς ἔδινε τὸ χέρι, καὶ μὲ ὕφος μαθητῆ ποὺ ντρέπεται γιὰ κάποια ἀταξία, μᾶς ἔλεγε: - Καλή σας νύχτα, καὶ νὰ μοῦ συγχωρεῖτε τὰς ἐλλείψεις μου.
Ὅταν ἦταν νὰ φύγει γιὰ τὴ Σκιάθο, ἦρθε μόνος του αὐτὴ τὴ φορά, γιὰ νὰ μᾶς ἀποχαιρετήσει. Ἡ φωνή του εἶχε ἕναν ἀλλιώτικο τόνο, ἦταν θερμὴ καὶ πολὺ συγκινημένη. Μᾶς κάλεσε νὰ πᾶμε στὸ νησί του, ὅπου θὰ μᾶς φιλοξενοῦσε στὸ σπιτάκι του. Σεῖς οἱ γυναῖκες θὰ κοιμᾶστε σὲ ροῦχα φτωχικὰ μέν, πλὴν πολὺ καθαρά. Ἐμεῖς οἱ ἄντρες μποροῦμε νὰ κοιμηθοῦμε στὸ ὕπαιθρον, ὑπὸ τὰ δέντρα. Ἔπειτα ἄρχισε νὰ μᾶς μιλεῖ γιὰ κάποια του ἀνήψια, παιδιὰ τοῦ ἀδερφοῦ του, νομίζω, γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν μπόρεσε ποτὲ νὰ κάνει τίποτα. Μιλοῦσε σὰ νἄθελε ν᾿ ἀπολογηθεῖ καὶ σύγχρονα νὰ ξαλαφρωθεῖ ἀπὸ ἕνα βάρος ποὺ τοῦ πίεζε τὴν καρδιά. - Χρέος μου ἦταν νὰ τὰ προστατέψω, ἀλλὰ δὲν εἶχα τὴν δύναμιν. Δὲν μπόρεσα νὰ τοὺς χρησιμεύσω εἰς τίποτε, ὅπως ἐπιθυμοῦσα. Ἂς εἶναι... Τί νὰ τὰ λέμε τώρ᾿ αὐτά; θλιβερὰ πράγματα... Τὸν κύτταζα. Τὰ μάτια του ἦταν βουρκωμένα, καὶ δυὸ δάκρυα εἶχαν ἀρχίσει νὰ κυλοῦν στὸ χλωμομελάχροινο πρόσωπό του. Ἔφυγε. Ὕστερ᾿ ἀπὸ λίγους μῆνες, προτοῦ προφτάσουμε νὰ τὸν ξαναϊδοῦμε στὸ νησί του, μᾶς ἦρθε τὸ μήνυμα τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ του θανάτου...
(Μυρτιώτισσα, Νέα στία, Χριστούγεννα 1941)


"Δὲν μπόρεσα νὰ τοὺς χρησιμεύσω εἰς τίποτε, ὅπως ἐπιθυμοῦσα"....
Να δανειστούμε την ανεκπλήρωτη επιθυμία του για  να την κάνουμε ευχή μας στο καινούργιο χρόνο: 
Μακάρι να' χουμε τη δύναμη και την αξιοσύνη να βοηθάμε εκείνους που το έχουν ανάγκη...

Καλή χρονιά! 


Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2010

Καλά Χριστούγεννα



Ας αποχαιρετιστούμε για τις χριστουγεννιάτικες διακοπές, μ' ένα ωραίο διήγημα του Παπαδιαμάντη.




Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

''ΤΑ ΠΤΕΡΟΕΝΤΑ ΔΩΡΑ''


Ξένος του κόσμου και της σαρκός κατήλθεν την παραμονήν από τα ύψη συστείλας τας πτέρυγας, όπως τας κρύπτει θείος άγγελος. Έφερε δώρα από τα άνω βασίλεια, δια να φιλεύση τους κατοίκους της πρωτευούσης.
Ήτον ο καλός άγγελος της πόλεως.
Εκράτει εις την χείραν εν άστρον και επί του στέρνου του έπαλλε ζωή και δύναμις και από το στόμα του εξήρχετο πνοή θείας γαλήνης. Τα τρία ταύτα δώρα ήθελε να μεταδώση εις όλους όσοι προθύμως τα δέχονται.
Εισήλθεν εν πρώτοις εις εν αρχοντικόν μέγαρον. Είδεν εκεί το ψεύδος και την σεμνοτυφίαν, την ανίαν και το ανωφελές της ζωής, ζωγραφισμένα εις τα πρόσωπα του ανδρός και της γυναικός και ήκουε τα δύο τέκνα να ψελλίζωσι λέξεις εις άγνωστον γλώσσαν. Ο Άγγελος επήρε τα τρία ουράνια δώρα του και έφυγε τρέχων εκείθεν.

Επήγεν εις την καλύβαν πτωχού ανθρώπου. Ο ανήρ έλειπεν όλην την ημέραν εις την ταβέρναν. Η γυνή επροσπάθει ν’ αποκοιμήση με ολίγον ξηρόν άρτον τα πέντε τέκνα, βλασφημούσα άμα την ώραν που είχεν υπανδρευθή. Τα μεσάνυχτα επέστρεψεν ο σύζυγός της• αυτή τον έβρισε νευρική, με φωνήν οξείαν, εκείνος την έδειρε με την ράβδον την οζώδη και μετ’ ολίγον οι δύο επλάγιασαν, χωρίς να κάμουν την προσευχήν των και ήρχισαν να ροχαλίζουν με βαρείς τόνους.

Έφυγεν εκείθεν ο Άγγελος.
Ανέβη εις μέγα κτήριον, πλουσίως φωτισμένον. Ήσαν εκεί πολλά δωμάτια με τραπέζας κι επάνω των έκυπτον άνθρωποι, μετρούντες αδιακόπως χρήματα, παίζοντες με χαρτιά. Ωχροί και δυστυχείς, όλη η ψυχή των ήτο συγκεντρωμένη εις την ασχολίαν ταύτην. Ο Άγγελος εκάλυψε το πρόσωπον με τας πτέρυγάς του, δια να μην βλέπη, κι έφυγε δρομαίος.
Εις τον δρόμον συνήντησε πολλούς ανθρώπους, άλλους εξερχομένους από τα καπηλεία, οινοβαρείς και άλλους κατερχομένους από τα χαρτοπαίγνια, μεθύοντας χειροτέραν μέθην. Τινάς είδε ν’ ασχημονούν και τινάς ήκουσε να βλασφημούν τον Άη-Βασίλην ως πταίστην.
Ο Άγγελος εκάλυψε με τας πτέρυγάς του τα ώτα, δια να μην ακούη, και αντιπαρήλθεν.
Υπέφωσκεν ήδη η πρωία της πρωτοχρονιάς και ο Άγγελος, δια να παρηγορηθή, εισήλθεν εις την εκκλησίαν. Αμέσως πλησίον εις τας θύρας είδεν ανθρώπους να μετρούν νομίσματα, μόνον πως δεν είχον παιγνιόχαρτα εις τας χείρας και εις το βάθος αντίκρυσεν ένα άνθρωπον χρυσοστόλιστον και μιτροφορούντα ως Μήδον σατράπην της εποχής του Δαρείου, ποιούντα διαφόρους ακκισμούς και επιτηδευμένας κινήσεις. Δεξιά και αριστερά, άλλοι μερικοί έψαλλον με πεπλασμένας φωνάς: Τον Δεσπότην και αρχιερέα!

Ο Άγγελος δεν εύρε παρηγορίαν. Επήρε τα πτερόεντα δώρά του – το άστρον το προωρισμένον να λάμπη εις τας συνειδήσεις, την αύραν, την ικανήν να δροσίζη τας ψυχάς και την ζωήν, την πλασμένην δια να πάλλη εις τας καρδίας, ετάνυσε τας πτέρυγας και επανήλθεν εις τας ουρανίας αψίδας.

Καλά Χριστούγεννα σε όλους!




Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2010

"Μετεβλήθη εντός μου και ο ρυθμός του κόσμου"

Χθες το βράδυ είδαμε με τη θεωρητική κατεύθυνση του Λυκείου μας το 
« Αμάρτημα της μητρός μου», στο θέατρο ΒΑΦΕΙΟ, με πρωταγωνιστές τον Ηλία Λογοθέτη και τη Μαρία Ζαχαρή.

Ήταν δοσμένη με διαφορετική άποψη απ’ αυτήν που είχαμε δει στο Θέατρο Τέχνης. Τη σκηνοθεσία είχε αναλάβει τώρα ο ίδιος ο Ηλίας Λογοθέτης και αυτό αποτυπώθηκε θετικά στο έργο, μιας που φαινόταν να ορίζει απόλυτα τις λεπτομέρειες του χώρου και των κινήσεων πάνω στο ξεδίπλωμα της ψυχής του Γεωργίου Βιζυηνού.Μια σκηνοθεσία που απο μόνη της μιλούσε για τους δαίμονες της ψυχής  του Βιζυηνού!.. 
Είδαμε , λοιπόν,  μέσα από την ανανεωμένη σκηνοθετική ματιά του μια θεατρική ποιητική αφήγηση, την οποία υποστήριζε υπέροχα η μεστή και ποιητική καθαρεύουσα του κειμένου γοητεύοντας ακόμη και τα παιδιά που ήταν μαζί μας εκτός Θεωρητικής κατεύθυνσης!

Ο Ηλίας Λογοθέτης με ιλιγγιώδη τρόπο απέδωσε τον επίσης ιλιγγιώδη τρόπο γραφής και συναισθηματικής έκφρασης του Βιζυηνού· κάποια παιδιά είπαν πως δυσκολεύτηκαν με τη ταχυγλωσσία του, όμως κατάλαβαν πως αλλιώς δεν γινόταν να αποτυπωθούν τα φοβικά σύνδρομα της ταραγμένης ψυχής του συγγραφέα ( και ίσως δε γινόταν να μπει σε όρια ο χειμαρρώδης λόγος ενός… επτανήσιου μεγάλου ηθοποιού!...).
Μας καθήλωσε με την ερμηνεία του ο Η.Λογοθέτης που περιδιάβαινε άψογα και ανεμπόδιστα στο ρόλο του αφηγητή- παιδί που σπαράζει από τη μια, και του ώριμου αφηγητή που ανοίγει μπροστά μας μια ψυχή ρημαγμένη από ενοχές και ματαιώσεις…

Συνταρακτική η Μαρία Ζαχαρή ως Μάνα, με τα δάκρυα να μην στεγνώνουν ποτέ από τα μάτια της· μας συγκλόνισε στη σκηνή που αποχαιρετούσε την Αννιώ με το υπέροχο μοιρολόγι που τραγούδησε με τη συνοδεία της φωνής του μουσικού Ν. Ψαριανού.
Ένα μοιρολόγι που συνέθεσε η ίδια η Μαρία Ζαχαρή, μέσα από μια περιδιάβασή της στο χώρο του δημοτικού μας τραγουδιού!

Θα το μοιραστώ μαζί σας, μιας που και η ίδια με ευγένεια  μου το παραχώρησε : 

«αηδόνια της ανατολής και σεις πουλιά της δύσης
λαλήστε να ξυπνήσετε τη νιά όπου κοιμάται.
Ξύπνα πουλί μου να μου πεις
πότε σκοπεύεις να’ρθεις.
Πού πας δενδρί, πού πας ανθί,
πού πας χρυσό κλωνάρι,
πού πας διαμάντι να κρυφτείς,
της γης μαργαριτάρι…
Παιδάκι μου τον πόνο μου πού να τον απιθώσω,
αν τον αφήσω στα κλαριά τον παίρνουν τα πουλάκια,
κι αν τον σφαλίσω στην καρδιά
γρήγορα σ’ ανταμώνω…»

Οι "οφθαλμοί μας επληρώθησαν δακρύων"...
και η σιωπή  μας  πήρε το μπόι που της έπρεπε για να περιγράψει την μοναδικότητα της Ιερής Συγκίνησης που νιώσαμε...

Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2010

Η χαμένη παιδικότητα

Προχθές στο μάθημα με το Γθ1, με αφορμή τα λόγια του αφηγητή " Εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν ἤμην κυρίως ἐναντίος τῆς ἀδυναμίας τῆς μητρός μου. Τὴν πρὸς τὰ κοράσια κλίσιν της τὴν εὔρισκον σύμφωνον πρὸς τὰ αἰσθήματα καὶ τοὺς πόθους μου", ανοίξαμε πάλι μια μεγάλη κουβέντα...
Λέγαμε για την «προς τα κοράσια κλίσην του», που ήταν ανάλογη με αυτήν της μητέρας του· μια κλίση που έδειχνε τις δικές του ενοχές:  ενοχή γιατί  γεννήθηκε αντί της κόρηςΣτα τρία χρόνια κ' στερα 'γεννήθηκες σύ. - ταν πολλας χάραις 'πο πρα. 'Σν γεννήθηκες σ κατάκατσεν καρδιά μου, μα δν μέρεψε. πατέρας σου σ θελε κορίτσι. Κα μίαν μέρα μ τ επε.
- Κι' ατ καλς μς ρισε, Δεσποινιώ, μ τ θελα κορίτσι
Ενοχή γιατί δεν την υποκατέστησε στο θάνατό της («λα πατέρα -ν μ πάρς μένα - γι ν γιάν τ ννι! -ἀνεφώνησα ἐγὼ διακοπτόμενος ὑπὸ τῶν λυγμῶν μου. Καὶ ἔρριψα ἐπὶ τῆς μητρός μου παραπονετικὸν βλέμμα, διὰ νὰ τῇ δείξω πὼς γνωρίζω, ὅτι παρακαλεῖ ν' ἀποθάνω ἐγὼ ἀντὶ τῆς ἀδελφῆς μου.»

Επίσης ακούστηκε η άποψη  πως την στερημένη παιδικότητά του "εβγαζε" ο Βιζυηνός με διάφορους τρόπους: ποιήματα και αφηγήματα παιδικά που με ιδιαίτερο ζήλο έγραφε, αγάπη  για τα παιδιά- έρωτα για μια πολύ μικρή κοπέλα είπαν οι πιο ...τολμηροί...
Και , όπως είπαμε , την ίδια με εσάς  άποψη έχουν συμπτωματικά και αρκετοί έγκριτοι μελετητές του Βιζυηνού!
(Τελικά , στη Λογοτεχνία, τα παιδιά ξεπερνούν με την ευαισθησία και τη φαντασία τους πολλούς ειδήμονες..).
Ένας απο τους μελετητές του Βιζυηνού που έχει την ίδια οπτική... με το Γθ1- και τη Σοφία κυρίως-  είναι ο Β.Αθανασόπουλος, που αναφέραμε και στη τάξη.


Μίλησε για έναν άνθρωπο που πάντα μέσα του ήταν παιδί, αλλά προσπαθούσε να προβάλλει την εικόνα ενός επιτυχημένου ενήλικου .
 Αυτό επι­βεβαιώθηκε και στο φρενοκομείο, όταν όσοι τον επισκέπτο­νταν ένιωσαν σαν να βρίσκονται μπροστά σε ένα απονήρευτο κι ανυπεράσπιστο παιδί. Η εντύπωση αυτή αποδείκνυε ότι η εικόνα εκείνη ήταν πραγματική, επειδή, όπως έγραψε για τον Βιζυηνό ο Σπύρος Μελάς, «Τίποτα καινούργιο δεν είναι, όταν έρχεται η τρέλα στον άνθρωπο. Είναι η συνηθισμένη του κατάσταση, χωρίς τον έλεγχο.Ο τρελός δεν είναι άλ­λος, παρά ο ίδιος ο φρόνιμος που παύει να κρύβεται».
 Ο Βιζυηνός δεν πρόλαβε να ζήσει την παιδική ηλικία του( στέρηση μητρικής στοργής, μικρός στη βιοπάλη), και τη στέρηση αυτή την έσερνε σε όλη του τη ζωή. Αυτή η προ­σπάθεια όψιμης αναπλήρωσης του παιχνιδιού γίνεται φανε­ρή και από το γεγονός ότι ως θέμα της διδακτορικής διατρι­βής του διαλέγει το παιδικό παιχνίδι. Τη νοσταλγία του για τη χαμένη παιδική ηλικία του απηχεί και η αγάπη του για τα παιδιά, αγάπη που μαρτυρείται και από τη διήγηση της Τζιβάνης Τριανταφυλλίδου —γυναίκας του μικρότερου αδελ­φού τού Βιζυηνού, Μιχαήλου — στον Μαρίνο Ξηρέα. Στις αναμνήσεις, λοιπόν, της Τζιβάνης από τις επισκέψεις του ποιητή στη Βιζύη, μεταξύ των άλλων αναφέρεται πως « Άμα τελείωνε τη δουλειά του, η χαρά του ήτανε να παίζει με τα ανιψάκια του, που τα αγαπούσε πολύ και τους έφερνε απ' έξω λογής παιχνίδια. Τα σήκωνε στα χέρια του, τα έτρεχε, τους έκανε του κόσμου τα παιχνίδια. Έλεγε στον αδερφό του: «να παίζεις με τα παιδιά σου όχι να τα κάνετε μονάχα· τα παιδιά θέλουν παιχνίδια»...
Να  ένα από τα παιδικά του ποιήματα –τραγούδια που σίγουρα όμως δεν είναι ποτέ εντελώς παιδικά…
Κρύβουν και θλίψη και ματαίωση· εκεί μαζί με την αυθεντική παιδικότητα λανθάνει και ο τραγικός πόνος…

Τρυγόνι 

Ταίρι ταίρι τα πουλιά
στη βοσκή πηγαίνουν
ταίρι ταίρι στη φωλιά
σα νυχτώσει, βγαίνουν.
Ένα μόνο, το φτωχό,
με καρδιά θλιμμένη,
όλη μέρα μοναχό
κι όλη νύχτα μένει.
Είχεν άλλοτε κι αυτό
ταίρι μπιστεμένο,
κι έψαλλε ζευγαρωτό
και ευτυχισμένο.
Μα σα βόσκαν μιαν αυγή
κι έπαιζαν στη φτέρη,
σκότωσαν οι κυνηγοί
το γλυκό του ταίρι.
Ούτε θέλησ' άλλη μια
να χαρεί, να ψάλλει,
ούτε κάμνει γνωριμιά
και φιλίαν άλλη.
Μόνο, τόσο θλιβερό
λογυρνά στα δάση,
που θολώνει το νερό
πριν το δοκιμάσει.
Από λύπη και στοργή
λίγο λίγο λιώνει
κι αποθνήσει στη σιγή-
και το λεν τρυγόνι.





Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2010

ΚΕΙΜΕΝΟ ΓΙΑ ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΜΕ ΤΟ " ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ"



Ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα της Φιλομήλας Λαπατά, το Lacryma Christi, δάκρυ του Χριστού.
Το διάβασα και  μαγεύτηκα! Τη δεύτερη φορά- τώρα για τις ανάγκες της ανάρτησης- ακόμη περισσότερο, όπως γίνεται πάντα με τη δεύτερη φορά.
Θα προσπαθήσω να σας αποδώσω το κλίμα του έργου και αφήνω εσάς να ανιχνεύσετε τις παραλληλίες με το «Αμάρτημα της μητρός μου», που είναι πράγματι πολλές και σε επίπεδο αναλογιών αλλά και σε επίπεδο  διαφορών, που ανοίγουν όμως δρόμο για την κατανόηση της επίδρασης της  οικογένειας στη διαμόρφωση του ψυχισμού ενός παιδιού· δείχνουν με καθαρότητα την αίσθηση της απόρριψης που μπορεί να νιώσει ένα παιδί, τη στέρηση της μητρικής στοργής, τον εναγώνιο εναγκαλισμό του ανθρώπου, σε δύσκολες στιγμές, με  δυνάμεις υπέρτερες του εαυτού του, όπως είναι η θρησκεία · δείχνουν το ανομολόγητο παιγνίδι ανάμεσα στις ενοχές και στις επιθυμίες, το ανεξερεύνητο σύμπαν της ψυχής της Μάνας…
Πρόκειται για την ιστορία μιας ασυνήθιστης γυναίκας, Ελληνίδας που ζει στα μέσα του 19ου αιώνα στην Σικελία· η απόρριψη που βίωσε από την οικογένειά της και κυρίως τη μητέρα της σημάδεψαν ολόκληρη τη ζωή της· έγινε ορκισμένη εχθρός του εαυτού της ,πέρασε μια εφηβεία τραυματισμένη, μια νιότη σπαταλημένη και μια ωριμότητα πονεμένη…
Κάπου κοντά στα 50 της χρόνια βρέθηκε αντιμέτωπη με τους δαίμονες που μεγάλωνε μέσα της και ξεκινάει ένα οδυνηρό οδοιπορικό προς την αυτογνωσία..
Τ’ όνομά  της παράδοξο ,σαν τη μοίρα της: Lacryma Christi  αυτή τη μοίρα θα προσπαθήσω να σας αποδώσω με αποσπάσματα του βιβλίου και συνδετικές περιλήψεις:
«Στο δικό μου σόι όλοι έχουν επιδερμίδα λευκή, γαλάζια μάτια και ξανθά μαλ­λιά. Μόνο εγώ, θαρρείς για να τους χαλάσω τη συντα­γή της ευγένειας, γεννήθηκα με δέρμα στο χρώμα του παλιού χρυσού, μαύρα μάτια, φρύδια γραμμένα και ίσια κατάμαυρα μαλλιά, τα οποία συνήθως στο φως παίρνουν μπλε απόχρωση. Και αυτή η μαυρίλα μου μαζί με το α­νάστημα μου, που είναι παραπάνω από το κανονικό για τις γυναίκες της ράτσας μου, με έθεσαν από την πρώτη στιγμή στα απαράδεκτα. Ιδίως η μαύρη ελιά που έχω στο μάγουλο και που όλοι στα κρυφά λένε πως είναι το ση­μάδι από το φιλί του Διαβόλου.
Εγώ, λοιπόν, από την αρχή υπήρξα ένα μεγάλο λά­θος. 'Οταν γεννήθηκα, χάλασα τη συνταγή της ευγένειας της οικογένειας μου, γιατί οι αριστοκράτες από κούνια Κάνταροι, δηλαδή ο γοητευτικός πατέρας μου ο Τζουάννι και η ωραία εύθραυστη μητέρα μου η Ντούλτσε -Ιωάννης και Γλυκερία δηλαδή στα ελληνικά-, και οι δυο τους κατάξανθοι και γαλανομάτηδες, απέκτησαν έπει­τα από πολλές άκαρπες προσπάθειες και αποτυχίες, ό­πως ονόμαζαν τότε στην αριστοκρατική γλώσσα τις α­ποβολές, πρωτότοκη κόρη εμένα, την απαράδεκτη, και αυτή τη συμφορά δεν μπόρεσε να την αντέξει το αρχοντιλίκι τους. «Μαυροτσούκαλο» με αποκάλεσε και η οι­κονόμος μας, η τσία Αντιόγα Πιντίου, μόλις με είδε εξαμηνίτικη κι ετοιμοθάνατη στα σπάργανα, και, επειδή τελικά δεν τα τίναξα, αλλά έζησα μόνο και μόνο για να βασανίζω την οικογένεια μου, όπως υποστήριζε, 
με κατέταξε  αμέσως στα παράξενα και ανυπόφορα της ζωής. Σ' αυτά που, όταν τα συναντάς στο δρόμο σου, κάνεις το σταυρό σου, φτύνεις τον κόρφο σου και γυρίζεις από την άλλη μεριά το κεφάλι για να μην τραβήξεις πάνω σου τη γρουσουζιά. Μια τιμωρία ήμουν εγώ για τους ωραίους α­ριστοκρατικούς γονείς μου. Μια κατάρα. Ένα στίγμα. Αυτό ήμουν!»
Με καταπληκτική μαεστρία η συγγραφέας αλλάζει αφηγηματικό επίπεδο  και σε λίγο βρίσκεται , με μια αναδρομική αφήγηση, στη στιγμή της γέννησης της ηρωίδας. Περιγράφεται  ο δύσκολος τοκετός και οι αντιδράσεις της μητέρας της:
«Φέρνω ζεστό νερό και καθαρά πανιά, γιατρέ», είπε με τη συγκρατημένη φωνή της και άφησε να περάσουν μέσα οι δυο κοπέλες που κουβαλούσαν τους κουβάδες με το νερό που άχνιζε.
"Μείνετε, σας παρακαλώ, να με βοηθήσετε», την πα­ρακάλεσε ο γιατρός, γιατί η γριά Πεπέντα μέσα στην ταραχή της εκτός από χάδια και γλυκόλογα στην ετοι­μόγεννη δεν ήταν σε θέση να προσφέρει τίποτε άλλο. Όμως και μόνο η παρουσία της γριάς ήταν αρκετή για να δώσει ανακούφιση στη δόνα Ντούλτσε. Ο γιατρός Σε­μπαστιάνο Μερέα έπνιξε έναν αναστεναγμό και πλη­σίασε το κρεβάτι.
"Να τη σώσεις, Σεμπαστιάνο!" είχε διατάξει μόλις λίγο νωρίτερα ο Τζουάννι Κάνταρος. Αν είναι αγόρι, προσπάθησε να σώσεις και το παιδί, αλλιώς...» ετοι­μάστηκε να συνεχίσει, αλλά δεν αποτέλειωσε τη φρά­ση του. Την άφησε έτσι να αιωρείται ανάμεσα τους κα­ταδικαστική. Μόνο αγόρια, λοιπόν, άξιζαν την προσπά­θεια για να σωθούν, αλλιώς...
«Θα κάνω ό,τι μπορώ... και ό,τι θέλει ο Θεός!» του είχε απαντήσει ψυχρά και τυπικά ο γιατρός Σεμπαστιά­νο Μερέα, και τώρα μόνον το Θεό καλούσε για βοήθεια.
Η Ντούλτσε Κάνταρου μισογερμένη στην αγκαλιά της γριάς Πεπέντα ένιωθε να της ξεριζώνονται τα σω­θικά. Ήθελε να φωνάξει και να βλαστημήσει και να κα-ταραστεί τον κόσμο όλο, γιατί το πιο φυσιολογικό πράγ­μα, μια εγκυμοσύνη κι ένα παιδί, αυτό που για κάθε γυ­ναίκα ήταν δικαίωμα αναντίρρητο δηλαδή, για εκείνη, την Ντούλτσε Κάνταρου, ήταν απαγορευμένο. Σαν να ζήταγε από τη ζωή να της κάνει χάρη κι έπρεπε να πα­ρακαλέσει πολύ και να βάλει σε κίνδυνο και την ίδια τη ζωή της. Και δεν έφτανε μόνο αυτό, αλλά έπρεπε να α­νεχτεί την κριτική του κοινωνικού τους περίγυρου, για­τί το να μην μπορεί να κάνει παιδιά εκείνους τους και­ρούς σήμαινε ολοκληρωτική ατίμωση.
"Είναι στέρφα!» έλεγαν όλοι στον κύκλο τους με κρυ­φή ευχαρίστηση. Μη ζηλεύετε τα καλά της, την ομορ­φιά της και τον πλούσιο γάμο της. Τι να τα κάνει, αφού είναι στέρφα;»
Κι έπρεπε με χαμόγελα να υπομένει τα υποτιμητι­κά βλέμματα των φιλενάδων της, που είχαν ήδη από δυο τρία παιδιά η καθεμιά τους, ενώ εκείνη κανένα. Και τα χρόνια περνούσαν και όλο και περισσότερο αισθανόταν στο πετσί της την ανυπομονησία του Κάνταρου ο οποίος ήθελε να κάνει το γιο, για να συνεχίσει τ' όνομα και να γίνει ακριβώς όπως κι εκείνος και όπως όλοι οι Κάνταροι των περασμένων γενεών, ανάθεμα τους, αυταρχικός, δεσποτικός, αδιάλλακτος, ισχυρογνώμων και άλλα πολ­λά. Και να την τώρα, μια σκέτη αποτυχία πάλι. Αυτή, που την είχε παντρευτεί ο Κάνταρος από έρωτα μεγάλο και ήταν είκοσι χρόνια μικρότερη του, τον είχε τελικά ε­ξαπατήσει, αφού δεν μπορούσε να κάνει παιδιά, ενώ ο ί­διος είχε σπείρει δεξιά και αριστερά στις διάφορες αγαπητικές μισή ντουζίνα μπάσταρδα που του έμοιαζαν εκ­πληκτικά, και, όταν η Ντούλτσε τα συναντούσε στο δρό­μο, γιατί αυτά βέβαια δεν κρύβονται, αισθανόταν ντρο­πή μεγάλη. Ε, λοιπόν, το ότι δεν είχε καταφέρει να κά­νει ακόμα παιδί ίσως ήταν η τιμωρία που τους έστελνε ο Θεός για τα μπάσταρδα. Και με όλες αυτές τις δυσά­ρεστες σκέψεις η δόνα Ντούλτσε Κάνταρου ένιωσε να μισεί αυτό το κομμάτι κρέας που ήθελε να βγει από μέ­σα της πριν την ώρα του και να την καταδικάσει ακόμα μια φορά στην περιφρόνηση της τάξης τους και στο θυ­μό του Τζουάννι. Όμως οι πόνοι τώρα δυνάμωναν και η ωραία γυναίκα δεν μπορούσε να κρατηθεί άλλο(….)
Η ωραία αρχόντισσα ένιωσε τώρα τον πόνο να ξανάρχεται αφόρητος. Μέσα σε σφιξίματα και κοντανάσες κάτι, επιτέλους, ξεριζώθηκε για τα καλά α­πό μέσα της.
Να το πάρει ο Διάβολος!» ούρλιαξε η δόνα Ντούλ­τσε Κάνταρου και... ο Διάβολος φαίνεται με πήρε και με σήκωσε, γιατί γλίστρησα, ένα μισοπεθαμένο κομμάτι κρέας, ανάμεσα στα ματωμένα πόδια της αριστοκρατικής μητέρας μου!
«Έλα, Μαντόνα μου, τι μαυροτσούκαλο είναι αυτόξε­φώνισε η τσία Αντιόγα Πιντίου από την έκπληξη της, καθώς είδε το σκούρο δέρμα μου στο χρώμα της κανέ­λας και τη μαύρη τούφα μαλλιά που είχα στο κεφάλι μου. Αμέσως κοίταξε γύρω της ντροπιασμένη και ξερό­βηξε, τάχα για να καθαρίσει το λαιμό της. Όμως κανέ­νας δεν την πρόσεχε εκείνη τη στιγμή, γιατί το μαλλια­ρό κρέας που είχε αποβάλει σαν ξένο σώμα η μήτρα της μητέρας μου, δηλαδή εγώ αυτοπροσώπως, ήταν μελα­νιασμένο κι έτοιμο να τα τινάξει. Ο δον Σεμπαστιάνο Μερέα ήθελε να βεβαιωθεί πως αναπνέω και, με την ιατρι­κή του ευσυνειδησία και τον όρκο που είχε δώσει στον Ιπ­ποκράτη, θα έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να με κρατήσει στη ζωή έστω και μια ώρα παραπάνω. Κα­τόπιν θα γύριζε να περιποιηθεί την Ντούλτσε Κάνταρου που είχε επιτέλους πάψει να ξεφωνίζει. Η ωραία γυναί­κα, γεμάτη ανακούφιση τώρα, είχε ξαπλώσει πίσω στα μαξιλάρια και κοίταζε με μισόκλειστα μάτια τις προ­σπάθειες του.
«Σώστε την κόρη μου, γιατρέ», είπε ξαφνικά σιγανά αλλά χωρίς μεγάλη όρεξη, σαν να προσπαθούσε περισ­σότερο να πείσει τον εαυτό της. «Κόρη καταμελάχρινη και τριχωτή, άσχημη κι ετοιμοθάνατη, ε, αυτό πια κι αν είναι τιμωρία!» σκέφτηκε και τα δάκρυα κύλησαν σιω­πηλά στο ωχρό πρόσωπο της.

Τρεις μέρες μετά κι ενώ η μητέρα μου έκανε προσπά­θειες για να συνέλθει από την αποβολή που όλοι στο σπί­τι ονόμασαν ευγενικά γέννα, για να μην ταράξουν τη λε­πτεπίλεπτη ιδιοσυγκρασία της, ήταν πια περισσότερο από φανερό πως δε θα την έβγαζα καθαρή και δε θα κα­τάφερνα στο τέλος να ζήσω.
«Εξαμηνίτικη! Είναι πολύ μικρή και τα εσωτερικά της όργανα είναι ασχημάτιστα ακόμη. Αν ζήσει, θα ο­φείλεται μάλλον σε θαύμα!» είπε ο δον Σεμπαστιάνο Με­ρέα, που είχε σχεδόν εγκατασταθεί στο σπίτι μας εκεί­νες τις μέρες, για να φροντίζει τη λεχώνα και την ετοι­μοθάνατη αποβολή της.»(…)

« ο Τζουάννι Κάνταρος, αφού βεβαιώθηκε πως η γυναίκα του θα γινόταν τελικά καλά, αρνήθηκε να κοιτάξει την κόρη του, μόνον τη διέγραψε με μιαν απόφαση σαν να ή­ταν ήδη πεθαμένη. Γύρισε αμέσως στις δουλειές του και τις προετοιμασίες του για το ταξίδι που λογάριαζε να κάνει στο Λονδίνο…
Τότε έφεραν το φέρετρο, ειδική παραγγελία παρακα­λώ, όπως ταίριαζε σε αποβολή από αρχοντόσογο, λευκό από ξύλο τριανταφυλλιάς, σκαλιστό με αγγέλους και χε­ρουβείμ αλλά μικρό σαν ένα κουτί από παπούτσια. Κι ενώ όλοι στο σπίτι μιλούσαν ψιθυριστά και περίμεναν να τα τινάξω, ήρθε η ώρα για κάτι πιο βαθύ και θεμελια­κό: τη θρησκεία.
«Τάξ' το, πιπία μου, στον Χριστό και πήγαινε το στην εκκλησία του Αγίου Αυγουστίνου, που λένε πως τόσα και τόσα θαύματα γίνονται εκεί. Άσε το ένα βράδυ κάτω α­πό το άγαλμα του Εσταυρωμένου Χριστού. Τι έχεις να χάσεις; Έτσι κι αλλιώς χαμένο είναι, το κακορίζικο. Μπορεί και να ζήσει, πού ξέρεις;» είπε η γριά Πεπέντα στην Ντούλτσε, αφού είχε φροντίσει πρώτα να κλείσει καλά όλες τις πόρτες για να μην την ακούσει κανένας.
«Και να ζήσει, τι να την κάνω τέτοια αποβολή της ντροπής;» πρόφερε η ωραία μητέρα μου τα καταδικα­στικά λόγια. «Μη, πιπία μου, μη λες τέτοια λόγια! Είναι αμαρτία!»
(…)
Βια­στικές, μην τις δει κανένα μάτι και τις αναγνωρίσει, μπήκαν στην παμπάλαια εκκλησία του Αγίου Αυγου­στίνου. Συνένοχες και οι δυο στο με­ταφυσικό, πέρασαν γρήγορα την ξύλινη πόρτα. Τις τύ­λιξε αμέσως η σιωπή του ιερού χώρου. Ήταν σούρουπο, περασμένη η ώρα, και ο ναός φαινόταν άδειος. Σταυροκοπήθηκαν μουδιασμένες. Η μητέρα μου μ' έσφιξε ασυ­ναίσθητα στην αγκαλιά της και προχώρησε προς το ιε­ρό. Στα δεξιά δέσποζε επιβλητικό το θαυματουργό ά­γαλμα του Εσταυρωμένου Χριστού. Ήταν γεμάτο λου­λούδια και βαρύτιμα κοσμήματα, προσφορές των πιστών που είχαν ζητήσει βοήθεια για τις δυστυχίες τους. Ε­κείνη τη στιγμή τούς ένιωσε όλους αδέλφια της. Με άφησε στα πόδια του Ε­σταυρωμένου Χριστού, εκεί στη βάση του αγάλματος, σ' ένα μικρό κοίλωμα που έμοιαζε με κούνια. Έμεινε α­κίνητη για λίγο και κατόπιν, χωρίς να το θέλει, άρχισε να κλαίει. Ολόκληρη η ζωή της πέρασε σαν αστραπή α­πό τα μάτια της. Παρελθόν, παρόν και μέλλον, δεν μπο­ρούσε να ξεχωρίσει, όλα ένα ανακάτεμα. Δεν έκλαιγε για μένα, την ετοιμοθάνατη κακορίζικη κόρη της, την α­ποβολή της ντροπής, έκλαιγε για τον εαυτό της. Η Ντούλτσε Κάνταρου τρόμαξε από το εσωτερικό χάος που αντίκρισε. Όλη της τη ζωή έψαχνε την ουτοπία. Χαρές μισές. Όνειρα ξεφτισμένα. Το ακαθόριστο μπροστά της. Πουθενά νοσηλεία. Ήθελε να σταματήσει το χρόνο και να ξαναρχίσει τη ζωή της από την αρχή. Όλα από την αρχή, γιατί ένιωθε πως κάπου είχε λαθέψει. Πως είχε μπερδέψει τις αξίες της. Πως δεν επέμενε, όσο έπρεπε, για τον άντρα που αγαπούσε τον καιρό που ο πατέρας της την παζάρευε με τον Κάνταρο και πως από αδυνα­μία και μόνο πούλησε την αθωότητα της σ' αυτόν που πίστευε πως οι γυναίκες υπάρχουν μόνο για την ευχαρί­στηση του. Και ήταν τέτοιος ο σπαραγμός της, που μέ­σα στην ησυχία της μισοσκότεινης εκκλησίας ένιωσε το άγαλμα ζωντανό να πάλλεται από συμπόνια για εκείνη και την "αποβολή της ντροπής» που είχε αποθέσει στα πόδια του. Με πόνο σήκωσε το κεφάλι της. Εκείνη τη στιγμή έπαιρνε όρκο πως ο Εσταυρωμένος Χριστός μέ­σα από το σκαλισμένο στο ξύλο μαρτύριο του την κοί­ταζε με αγάπη. Έμεινε όμως αποσβολωμένη. Από τα μάτια του αγάλματος κυλούσαν δάκρυα.
«Θαύμα, θαύμα! Χριστέ μου, μεγάλη η χάρη σου!» τραύλιζε δίπλα της διπλωμένη στα δυο η γριά Πεπέντα.
Η Ντούλτσε Κάνταρου νόμισε πως ονειρευόταν. Ά­πλωσε το χέρι της για να βεβαιωθεί πως ήταν ξύπνια κι ένιωσε την υγρασία των δακρύων στα δάχτυλα της. Με τρεμάμενα χέρια τα σκούπισε στο πρόσωπο μου. "Της δίνω το όνομα των δακρύων σου, Χριστέ μου! Σώ­σε την κόρη μου και θα την ονομάσω Λάκρυμα Κρίστη!», προσευχήθηκε σιωπηλά βάζοντας επιτόπου την ψυχή της ενέχυρο. Η γριά Πεπέντα δίπλα της, πεσμέ­νη στα γόνατα, δόξαζε το μεγαλείο της πίστης. Όταν βγήκαν από την εκκλησία, είχε πέσει για τα καλά το βράδυ.
«Ό,τι θέλει ο Θεός», είπαν και οι δυο εξουθενωμένες από το μεταφυσικό και βιαστικά, γιατί ήταν ήδη περα­σμένη η ώρα, γύρισαν στο σπίτι να νανουρίσουν τον πό­νο τους. Θα επέστρεφαν το πρωί να με πάρουν. Ζωντα­νή ή πεθαμένη. Δεν είχε σημασία. Αυτές θα επέστρεφαν. Εγώ έμεινα ένα ετοιμοθάνατο μπογαλάκι μάλλινα ρούχα μπροστά στα πόδια του Χριστού. Δεν ξέρω για πόση ώρα. Δεν ξέρω αν ζούσα ή αν είχα περάσει στην άλλη διάσταση. Ξαφνικά δυο χέρια με σήκωσαν με α­γάπη και μια ζεστή αγκαλιά που μύριζε μύρτο με έ­κλεισε μέσα της. Αρπάχτηκα με λαχτάρα από το γυ­μνό μαστό που μου προσφερόταν. Το στόμα μου γέμισε γάλα και... είπα «καλημέρα» στη ζωή!

Θα ακολουθήσει, μέσα από μια εστίαση μηδενική, η παράλληλη αφήγηση της ιστορίας της μυστηριώδους γυναίκας που έσωσε τη μικρή Lacryma εκείνη τη νύχτα στη παγερή εκκλησία:
Ήταν η Μαρίκα, μια νέα πανέμορφη κοπέλα, που έζησε μια ζωή γεμάτη από τις χαρές των αισθήσεων, μια κοπέλα  πληθωρική και αισθησιακή που ξύπναγε  επιθυμίες φλογερές σ’ όποιον άντρα συναντούσε.  Η Μαρίκα έμεινε έγκυος από έναν περιστασιακό εραστή και για να μην ταράξει την οικογένειά της , στην οποία ήδη την θεωρούσαν  «όνειδος», καταφεύγει σε μια μάγισσα για να της δώσει φάρμακο  να αποβάλλει.
«Η Μαρίκα πέρασε το κατώφλι διστακτική. Στο μι­σοσκόταδο η γριά καθισμένη στην καρέκλα της την κοί­ταζε με τα λαμπερά μάτια της. Έμεινε για μια στιγμή αναποφάσιστη. Πριν παραδοθεί στο φόβο που ένιωθε να την κυριεύει, άκουσε τη φωνή της φάτα Εφίζια.
«Δεν μπορώ να σε βοηθήσω ν' απαλλαγείς από το βάρος που κουβαλάς», είπε, πριν η Μαρίκα προλάβει ν' ανοίξει το στόμα της."Άλλα ορίζουν τα πεπρωμένα για σένα, κόρη μου, γιατί αυτό που έχεις στην κοιλιά σου εί­ναι γραφτό να σώσει μιαν άλλη ζωή. Πρέπει να το κρα­τήσεις μέχρι το τέλος και κανένα βότανο δεν μπορεί να το ξεριζώσει τώρα από μέσα σου», είπε η γριά με λύπη.(…)
Η Μαρίκα θα γεννήσει το παιδί νεκρό: «  Γεμάτη υγεία κι έχοντας βρει τον παλιό εαυτό της, δηλαδή τη χαρά της ζωής, η όμορφη Νουορέζα γέννησε μιαν αυγουστιάτικη αυγή, εύκολα και μ' έναν πόνο, όπως γεννούν οι φτωχές, ένα αγοράκι πε­θαμένο. Δεν το έκλαψε. Το τύλιξε με το πουκάμισο της και το έθαψε σε μια γωνιά της αυλής. Όχι στο λάκκο που πετούσαν τους νεκρούς. Όχι! Στη ρίζα ενός μύρτου το έθαψε. Έκοψε κατόπιν ένα κλαράκι από το δέντρο, για να θυμάται το παιδί της, και πέρασε για πρώτη φο­ρά, έπειτα από δυο μήνες έγκλειστη, την πόρτα που ο­δηγούσε στον έξω κόσμο.
Περπατώντας μπήκε στην πόλη. Η ζέστη του Αυ­γούστου ήταν αφόρητη. Η Μαρίκα Κάρα είχε έναν κό­μπο στο λαιμό, που την εμπόδιζε να καταπιεί. Είχε και μια μαχαιριά στην καρδιά, που την εμπόδιζε ν' ανα­πνεύσει. Δεν ήξερε τι να κάνει. Δεν ήξερε πού να πάει. Τη διεύθυνση της αδελφής της στο Κάλιαρι την είχε χά­σει δυο μήνες πριν. Περιπλανήθηκε για ώρες άσκοπα. Η πόλη ολόκληρη της φαινόταν τεράστια και απειλητική. Είδε το κάστρο, τους ωραίους δρόμους, τα σπίτια με περιποιημένους  κήπους. Ένιωθε τα στήθη της γεμάτα με το γάλα. που δε θα έδινε ποτέ στο παιδί της και ήθε­λε να φωνάξει, αλλά φωνή δεν έβγαινε από μέσα της. Σαν έπεσε το σούρουπο, χώθηκε κατάκοπη στην πρώ­τη εκκλησία που βρήκε μπροστά της. Η δροσιά αμέσως την ανακούφισε. Σύρθηκε με κόπο στα στασίδια και ά­φησε το πονεμένο σώμα της ν' αναπαυτεί στην ησυχία και στο μισοσκόταδο του ιερού χώρου. Ήταν ολόκληρη μια πληγή που πονούσε. Ένιωθε το γάλα να πετρώνει στο στήθος της και για πρώτη φορά στη ζωή της, ύ­στερα απ' όσα είχε υποφέρει, ευχήθηκε να πέθαινε. Έ­μεινε μισοξαπλωμένη στο σκληρό ξύλο. Δεν μπορούσε να πει πόση ώρα είχε περάσει. Ίσως και ν' αποκοιμή­θηκε. Κάποια στιγμή άκουσε την πόρτα της εκκλησίας ν' ανοίγει. Δυο γυναίκες μπήκαν με προφύλαξη μέσα. Ή Μαρίκα πρόλαβε και χώθηκε στην πιο σκοτεινή γωνιά. Τις είδε να πλησιάζουν το άγαλμα του Εσταυρωμένου Χριστού. Από το ντύσιμο τους της φάνηκαν πλούσιες. Γονάτισαν. Η πιο νέα άφησε ένα μικρό δέμα στη βάση του αγάλματος. Έμεινε ακίνητη για λίγο, σαν να προ­σευχόταν, και μετά άρχισε να κλαίει. Ήταν ένα κλάμα-σπαραγμός. Η Μαρίκα συμπόνεσε τη γυναίκα που κα­τέθετε την ψυχή της στον Εσταυρωμένο Χριστό και, ό­ταν είδε τα δάκρυα να κυλούν από τα μάτια του αγάλ­ματος, έμεινε έκθαμβη. Χωρίς να το θέλει, άρχισε τότε και η ίδια το θρήνο, σιγανό, λυτρωτικό, κι ένιωσε τα δά­κρυα να της καθαρίζουν την ψυχή και να παρασύρουν ό,τι άχρηστο είχε μαζέψει μέσα της τόσα χρόνια. Εκεί ήταν μαζεμένα. Εκεί υπήρχαν όλα. Στη σιωπή. Θάνα­τος και πόνος και το κοριτσάκι που η ίδια ήταν κάποτε. Εκείνη τη στιγμή μπορούσε να το αγγίξει, να το παρη­γορήσει. Αισθάνθηκε τις εσωτερικές ουλές από την κα­κομεταχείριση του πατέρα της, την πονεμένη γεμάτη α­γάπη καρδιά τής μάνας της, την αγωνία των αδελφών της και κατόπιν το δικό της γιγάντιο μίσος για τον Κλεμέντε Κάρα να της κατατρώει τα σωθικά, και παρακά­λεσε τον Εσταυρωμένο Χριστό, που μπορούσε ακόμα και στο αγαλματένιο μαρτύριο του να κλαίει για τα βά­σανα των ανθρώπων, να της δώσει μιαν ακόμα ευκαιρία στη ζωή, για να μπορέσει να συγχωρέσει και να σωθεί. Έμεινε έτσι για κάμποσο χωμένη στη γωνιά της, αποτραβηγμένη στο δικό της πόνο. Κάποτε συνήλθε .Οι γυναίκες  είχαν φύγει, όμως εκεί, στη βάση του αγάλματος, ξεχώρισε ξεχασμένο το δέμα που είχαν φέρει μαζί τους.( πρόκειται για τη μητέρα της Λάκρυμα και την υπηρέτρια…)
 Βγήκε από την κρυψώ­να της και πλησίασε τον Χριστό. Κοίταξε στα πόδια του και γεμάτη έκπληξη ανακάλυψε πως αυτό που νόμιζε πακέτο ήταν ένα μωρό. Η καρδιά της λαχτάρισε. Ήταν μικρούλικο, μια σταλιά, και της φάνηκε πεθαμένο. Μα πώς το είχαν εγκαταλείψει εκεί; Πώς μπόρεσαν να κά­νουν κάτι τέτοιο εκείνες οι δυο άκαρδες; Το σήκωσε στην αγκαλιά της και το έσφιξε με λαχτάρα πάνω της. Ήταν ζεστό και μοσχομύριζε καθαριότητα. Το δύστυχο, μάλλον θα πεινούσε. Τότε, χωρίς να διστάσει, έβγαλε α­πό το ρούχο το μαστό της, που ξεχείλιζε το γάλα της ζωής, και τον πρόσφερε στο μισάνοιχτο στόμα που κρα­τούσε στην αγκαλιά της. Εκείνο αρπάχτηκε λαίμαργα από πάνω της και μ' ένα βαθύ αναστεναγμό ανακούφι­σης... είπα «καλημέρα» στη ζωή!

Μοιραία συνάντηση για τη ζωή όλων…