Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

Η ΜΕΓΑΛΗ ΧΙΜΑΙΡΑ

 

 


Η Μεγάλη Χίμαιρα . Ένα βιβλίο που πρωτοδιάβασα φοιτήτρια και τώρα 40 χρόνια μετά το ξαναπιάνω στα χέρια μου, σε μια νέα συνάντηση με τον Καραγάτση . Τότε έβλεπα  έναν έρωτα φλεγόμενο που καταστρέφει , μια θυελλώδη γλώσσα κι έναν προικισμένο μυθοπλάστη. Τώρα ξαναβλέπω πόσο ηθικά αμφίσημοι είναι οι ήρωές του. Βλέπω τη Μαρίνα να προσπαθεί να σπάσει τους τοίχους που την περιβάλλουν , να ζει παγιδευμένη ανάμεσα σ΄αυτό που ποθεί και σ΄αυτό που τελικά την καταστρέφει. Μια ηρωίδα που αναμετριέται με τα όριά της.   Όλοι οι ήρωες του Μ. Καραγάτση  ωθούνται στα άκρα   ίσως αυτά τα άκρα που ήθελε κι ο ίδιος να ζήσει και δεν έζησε.

       Ο « ερωτοσαρκικός» ( όπως τον χαρακτήρισε ο Ν.Καρούζος) Καραγάτσης  ίσως ήθελε πάντα κάτι άλλο από αυτό που ζούσε .  Ακόμη και το όνομά του  δεν το ήθελε ( η συγκρουσιακή σχέση με τον πατέρα του ίσως έχει κάποια ευθύνη γι αυτό) . Τρία χρόνια πριν πεθάνει νομιμοποίησε το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο , το  Μ. Καραγάτσης . Το όνομα της οικογένειας , Δημήτρης Ροδόπουλος, άλλαξε με έναν τρόπο που ακόμη κι η κόρη του δεν  ήταν ποτέ απόλυτα σίγουρη να εξηγήσει. Τα καλοκαίρια της νιότης  του τα περνούσε στη Ραψάνη κι εκεί στην αυλή μιας εκκλησίας καθόταν με τις ώρες   διάβαζε κι έγραφε . Κάτω από ένα ψηλό δέντρο , μια μεγάλη φτελιά , ένα καραγάτσι. Και κάπως έτσι μετά  ο Δημήτρης κρύφτηκε και πίσω από ένα Μ. που επαλήθευε τα λόγια του « φαντάζομαι πως είμαι κάτι άλλο από αυτό που είμαι. Πως κάνω πράγματα αλλιώτικα από αυτό που κάνω …» . Αυτό το Μ.  είναι κατά πολλούς δανεισμένο από τη ρωσική λογοτεχνία , από τον Ντοστογιέφσκι και τους  αδελφούς  Καραμάζοφ (ο Ντιμίτρι / Μίτια, ο πιο ατίθασος από τα αδέλφια ).Ζούσε λοιπόν με τις αντιθέσεις, όπως κι οι ήρωές του . Κι η « Χίμαιρά» του , η χίμαιρά μας ; η καταδίκη μας να πιστεύουμε πως πάντα η ευτυχία είναι αλλού …

 

                                  Απόσπασμα από το βιβλίο

« Γιὰ ὥρα πολλὴ παρακολούθησε τὴ ζωὴ τοῦ ρηχοῦ καὶ μικροῦ βυθοῦ. Δὲν συλλογιζόταν τίποτα, οὔτε κι αἱσθανόταν. Εἶχε κουραστῆ ἀπ' τὴν προσπάθεια μιᾶς ἀνεπιθύμητης ζωῆς. Κι ἔξαφνα θυμήθηκε πὼς κάπου ἐδῶ κοντὰ ἔβγαλε ἡ θάλασσα τὸ κουφάρι τοῦ Μηνᾶ. « Ναί, ναι. Ἔτσι ἄκουσα νὰ λέν. Ἐδῶ, ἐδῶ...» Θάρρεψε πὼς τὸν ἔβλεπε ἀνάσκελα, μὲ ἀνοιχτὰ χέρια κι ἀνοιχτὰ μάτια, μιὰ νὰ τὸν φέρνη τὸ κύμα στη στεριά, μιὰ νὰ τὸν ἀποδιώ χνη στη θάλασσα τὸ ἀντιμάμαλο : « Οὔτε ἡ γῆς, οὔτε ἡθάλασσα τὸν ἤθελαν τὸν ἁμαρτωλό, τὸν πικροαίματο. » Κάτι σὰ δάκρυ ἦρθε στὴν ἄκρη τοῦ βλεφάρου της· μὰ τ᾿ ἀπόδιωξε : « Ὄχι· οὔτε μ' ἀγάπησε, οὔτε τὸν ἀγάπησα. Οἱ σατανάδες φώλιασαν στὰ σωθικά μας καὶ μηχανεύτηκαν νὰ τὰ σμίξουν σὲ ἡδονὴ θανατερή. Ἔλυωσαν ἀπὸ ἐπιθυμία τὰ κορμιά μας, φλογίστηκαν ἀπὸ ἐγωισμὸ οἱ ψυχές μας, σπάραξαν ἀπὸ γλύκα οἱ σάρκες μας· κι ἔσπειραν τὸ Χάρο παντοῦ, παντοῦ, παντοῦ... Ὄχι, δὲν τὸν ἀγάπησα. Μονάχα ὀρέχτηκα νὰ ἐξουσιάσω τὸ κρέας καὶ τὴν ψυχή του. ῎Ἄλλον ἄντρα ἀπ' τὸ Γιάννη δὲν ἀγάπησα. "Άλλον ἄντρα ἀπ᾿ τὸν ἄντρα μου, δὲν ἀγαπῶ. » Σήκωσε τὰ μάτια κι εἶδε πέρα, στὸν Τσικνιά, ἀνάμεσα Τήνο καὶ Μύκονο, τὸν ἄνεμο νὰ ξεσέρνη ἕναν καπνό. Κιτρίνισε. Τὰ χέρια της, ὅλο νεύρο, γαντζώθηκαν στὰ χαλίκια τῆς γῆς. Στήλωσε τὰ ἐκστατικά της μάτια στὸ καπνὸ καὶ στὸ μαῦρο σημαδάκι ποὺ κρεμόταν κάτωθέ του, ἀνάμεσα οὐρανὸ καὶ θάν λασσα. Το μελτέμι ἔπαιρνε τὸν καπνὸ καὶ τὸν πήγαινε κατά τη Μύκονο. Τὸ σημαδάκι ὅμως ἔρχονταν πρὸς τὰ ἐδῶ,πλησίαζε, μεγάλωνε, ἔπαιρνε μορφή βαποριού

- Η " Χίμαιρα".Η "Χίμαιρα"....»

Κυριακή 20 Ιουλίου 2025

" Τροχιές" , Samantha Harvey

 



 

 

Η ιστορία έξι αστροναυτών που περιφέρονται γύρω από τη Γη, με ταχύτητα 27.000 χλμ./ ώρα, λειτουργεί ως αφορμή για έναν υπέροχο στοχασμό πάνω στη ζωή, στην ευθραυστότητα του πλανήτη μας και στη βαθύτερη ενότητα της ανθρωπότητας. Το βλέμμα από το διάστημα αφαιρεί τα σύνορα, τις εθνικότητες, τις κοινωνικές διαφορές και αναδεικνύει τον άνθρωπο στην πιο καθαρή και ουσιαστική του μορφή: ως μέρος ενός ευάλωτου, πολύτιμου συνόλου.

Απόσπασμα:

" Ίσως ἡ φύση τῶν πραγμάτων νὰ εἶναι ἡ ἐπισφάλεια, ἡ ἀσταθὴς ισορροπία στὸ κεφάλι τῆς καρφίτσας τῆς ὕπαρξης, ἡ ἀποκέντρωση τοῦ ἑαυτοῦ μας

πόντο τὸν πόντο ὅπως κάνουμε καὶ στὴ ζωή, καθὼς ἀρχίζουμε νὰ ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι αὐτὴ ἡ ἐκπληκτικὴ ἐξάπλωση της μηδαμινότητάς μας εἶναι μιὰ θυελλώδης καὶ φουρτουνιασμένη προσφορὰ εἰρήνης. Ὡς τότε, τι ἄλλο μποροῦμε νὰ κάνουμε, μέσα σ' αὐτὴ τὴ μοναχικὴ αἴσθηση ἐγκατάλειψης, ἀπ᾿ τὸ νὰ ἀτενίζουμε τὸν ἑαυτό μας; Νὰ ἐξετάζουμε τὸν ἑαυτό μας σὲ ἀτελείωτες κρίσεις περισπαστικῆς σαγήνης, νὰ ἐρωτευόμαστε καὶ νὰ μισοῦμε τὸν ἑαυτό μας, νὰ τὸν κάνουμε θέατρο, μύθο καὶ λατρεία. Γιατὶ τί ἄλλο ὑπάρχει; Νὰ ἀριστεύουμε σὲ τεχνολογία, γνώση καὶ διανόηση, νὰ τρωγόμαστε ἀπὸ πόθο γιὰ πραγμάτωση ποὺ μένει πάντα ἀνικανοποίητος· νὰ κοιτᾶμε τὸ κενό (ποὺ ἀκόμα δὲν ἀπαντᾶ) καὶ νὰ κατασκευάζουμε διαστημόπλοια ἔτσι κι ἀλλιῶς, νὰ κάνουμε ἀμέτρητους κύκλους γύρω ἀπὸ τὸν μοναχικό πλανήτη μας καὶ μερικὲς ἐξορμήσεις στὸ μοναχικό μας φεγγάρι και σκέψεις σαν αυτές μέσα στο αβαρές σάστισμά μας και το συνεχές δέος μας" .

Gutenberg, 2025

 

" Η ζωή με το δικό σου φως " Abdellah Taïa

 



Ο Abdellah Taïa, ο μοναδικός ανοιχτά γκέι συγγραφέας του Μαρόκου, τολμά να μιλήσει για την ελευθερία και την ταυτότητα μέσα από ένα λογοτεχνικό μανιφέστο καρδιάς, ένα μυθιστόρημα-ποταμό που ισορροπεί ανάμεσα στην προσωπική εξομολόγηση και την κοινωνική καταγγελία. Με ποιητικό λόγο και τρυφερή ενάργεια, επιχειρεί να μπει στο μυαλό της μητέρας του – της Μαλίκα, μιας φτωχής, αγράμματης αλλά δυναμικής γυναίκας .

Η Μαλίκα, άλλοτε σκληρή και άλλοτε ευάλωτη, γίνεται σύμβολο αντίστασης και αξιοπρέπειας. Πολεμάει με τον δικό της τρόπο τη γαλλική αποικιοκρατία στο Μαρόκο και αντιστέκεται για να βοηθήσει τα παιδιά της να είναι ελεύθερα.

Ο Taïa την παρουσιάζει χωρίς ωραιοποιήσεις, αλλά με ενσυναίσθηση, αποδοχή και συγχώρεση, μεταμορφώνοντας τον «αντι-δυτικό» κόσμο της σε τόπο όπου οι άνθρωποι μπορούν, έστω για λίγο, να δουν πραγματικά ο ένας τον άλλον, να ερωτευτούν πέρα από ταυτότητες, να λύσουν τα δεσμά τους.

Μέσα από τη φωνή της Μαλίκα αναδύονται τα καταδικασμένα όνειρα των απλών ανθρώπων, αλλά και η διαρκής πάλη για αξιοπρέπεια, όταν παντού γύρω υπάρχει διαφθορά και υποκρισία.

 

Εκδόσεις Πόλις, Απρίλης 2024

Μετάφραση: Δημήτρης Δημακόπουλος

 


 

Σάββατο 31 Μαΐου 2025

ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ 2025 Γιώργος Ιωάννου

 

 

                                                     « Εξαίσια αστική μας κοινωνία»

 

« Ανεβαίνω στο γραφείο κι αμέσως ζαρώνει η καρδιά μου. Οι αγαπητοί μου συνάδελφοι καταφθάνουν λαχανιασμένοι. Κάθε πρωί μελετώ σχολαστικά την καλημέρα τους, το ύφος τους και τη ματιά τους. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς έγινε και μαζεύτηκαν όλες οι μπαγιάτικες φάτσες πάνω στο δικό μου το κεφάλι. Εκείνο όμως που με απελπίζει περισσότερο είναι, πως το ίδιο σχεδόν συμβαίνει και σε όλα τα άλλα γραφεία. Αυτό το διεπίστωσα μόνος μου τελευταία, όταν πάνω στην αγανάκτησή μου, είπα ν’ αλλάξω και πάλι δουλειά, για να μην τους βλέπω όλη μέρα μπροστά μου. Κατόπι σκέφτηκα πως θα τους έχει αποξεράνει έτσι, σώμα και καρδιά, το πολύ διάβασμα, το κλείσιμο ή η βαθιά σκέψη. Σηκώθηκα και ξαναπήγα στις διάφορες μεγάλες σχολές για να τους δω νεαρούς και φρέσκους φρέσκους. Χώθηκα βέβαια στις αίθουσες των πρωτοετών. Εδώ, είπα, μέσα σ’ αυτό το φυτώριο, θα φανεί το πράγμα. Κι όμως η εντύπωσή μου ήταν εξίσου αποκαρδιωτική· το επόμενο κύμα, δεν αποκλείεται, να είναι χειρότερο.

       Σκέφτομαι μήπως πρέπει ν’ αλλάξω επάγγελμα και όχι μονάχα γραφείο. Τώρα όμως είναι μάλλον αργά· ούτε τέχνη ξέρω, ούτε για να πάω μαθητευόμενος έχω την ηλικία και το κουράγιο, αλλά ούτε τα χαρτιά και τα κατάστιχα χωνεύω. Θα ήθελα, είναι αλήθεια, προ πολλού να ήμουν εργάτης· παράλληλα όμως να έχω αυτή την ίδια ψυχή, τις ίδιες γνώσεις και τα ίδια μυαλά» .

 

 Απόσπασμα. Από τη συλλογή « Για ένα φιλότιμο» , εκδόσεις Κέδρος 1980 . Σελ. 56- 57

 

Μια ερμηνευτική ματιά … χωρίς όριο λέξεων

 

Το απόσπασμα του Γιώργου Ιωάννου από τη συλλογή «Για ένα φιλότιμο» αποτελεί μια βαθιά υπαρξιακή και κοινωνική τοιχογραφία, η οποία αποτυπώνει με πικρή ειλικρίνεια τη ψυχική φθορά του σύγχρονου ανθρώπου στο εργασιακό περιβάλλον και όχι μόνο.  Ο Ιωάννου  με την οξυδέρκεια του παρατηρητή  και με την ευθραυστότητα  της ιδιότυπης αφηγηματικής του φωνής , που θυμίζει καθημερινή ομιλία , κατασκευάζει έναν  λόγο εις εαυτόν   για να αποδώσει την απογοήτευση που νιώθει    . Η εναρκτήρια φράση – «ανεβαίνω στο γραφείο κι αμέσως ζαρώνει η καρδιά μου» –μεταφορικά αποδίδει  όχι μόνο την αποστροφή του προς τον χώρο εργασίας, αλλά και την ψυχοσωματική πίεση που βιώνει εκεί , την εσωτερική του  συρρίκνωση, την πνευματική και συναισθηματική του παραίτηση. Η ειρωνεία είναι ένα κυρίαρχο εκφραστικό του  εργαλείο: οι «αγαπητοί  …οι μπαγιάτικες φάτσες»,   αισθητοποιούν την αλλοτρίωση που επικρατεί στο περιβάλλον του , η οποία πιθανότατα να  συνδέεται με  μια ψυχολογική προβολή: η εσωτερική του φθορά, το δικό του πένθος για τη ζωή που δεν ζει , προβάλλονται πάνω στους άλλους. Δεν είναι οι άλλοι «μπαγιάτικοι»· είναι η δική του ψυχική εξάντληση που τους βλέπει έτσι. Σε όλο το απόσπασμα παρατηρούμε  μια κλιμάκωση από την παρατήρηση και την οργή προς την απογοήτευση και τελικά την αποδοχή μιας προσωπικής ήττας: δεν είναι μόνο το περιβάλλον τοξικό, αλλά και οι επερχόμενες γενιές, σύμφωνα με τον αφηγητή, μοιάζουν ήδη να φέρουν τα σημάδια της κόπωσης. Το πανεπιστήμιο που επισκέπτεται , που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ελπίδα ή  φορέας  αναγέννησης, αποδεικνύεται κι αυτό μια απογοήτευση. Επιπλέον, η συνεχής παρατήρηση των άλλων («μελετώ σχολαστικά την καλημέρα τους, το ύφος τους και τη ματιά τους ») υποδηλώνει και  μια ανάγκη επιβεβαίωσης, αλλά και μια  βαθιά ανασφάλεια: ο αφηγητής ζει «μέσα»  από τους άλλους, προσπαθώντας να εντοπίσει στο βλέμμα και τη στάση τους αν ανήκει κάπου ή όχι . Τελικά καταλήγει μετέωρος και απογοητευμένος,  σε έναν κόσμο αποστραγγισμένο από την αυθεντικότητα .  Η εργασία, που θα έπρεπε να είναι μέσο δημιουργίας και κοινωνικής προσφοράς, έχει μετατραπεί σε χώρο καταπίεσης και στασιμότητας. Το αίτημά του  να γίνει «εργάτης» με «την ίδια ψυχή και τα ίδια μυαλά» δεν είναι απλώς επιθυμία αλλαγής επαγγέλματος, αλλά κραυγή για επιστροφή στην ουσία, στην αλήθεια του . Ο εργάτης ως συμβολική - φιγούρα της ζωής χωρίς φτιασίδια, γραφειοκρατίες και προσποιήσεις -    είναι για κείνον  η αναζήτηση μιας  απλής , τίμιας  ζωής  , μακριά από την  ψυχική διάβρωση της υπαλληλικής ζωής . Πρόκειται   τελικά  για το αίτημα  ενός  ανθρώπου που επιζητεί συμφιλίωση με τον εαυτό του ,  αναζητώντας όχι απλώς μια νέα δουλειά, αλλά έναν νέο τρόπο να υπάρχει. Μια ύστατη κραυγή να βρει κάπου χώρο να υπάρξει με αυθεντικότητα,  να νιώσει ξανά ότι ανήκει, να βρει μια άλλη ζωή που να χωράει την ψυχή του. Μια  επιθυμία τραγική γιατί είναι ουτοπική και απραγματοποίητη.