Τρίτη 12 Απριλίου 2011

Η άκαρπη τέχνη του ζην


ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ

ΜΕΡΟΣ Β: 
 το έργο του

α) Συνοπτική απόδοση  των πιο γνωστών έργων του

Η δίκη
Η δίκη ξεκίνησε να γράφεται το 1914 και δημοσιεύτηκε μετά το θάνατό του, το 1925, από το φίλο του Μαξ Μπροντ.
Κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος είναι ο τραπεζοϋπάλληλος Γιόζεφ Κ. (το επώνυμο δεν αναφέρεται ποτέ), ενός συνηθισμένου ανθρώπου ανίκανου για οποιαδήποτε έξαρση και στου οποίου τη ζωή δεν συμβαίνει τίποτα το εξαιρετικό.
Ξαφνικά η ισορροπία της ζωής του ανατρέπεται όταν δύο άγνωστοι χτυπούν την πόρτα του και του ανακοινώνουν ότι ήρθαν να τον οδηγήσουν στον ανακριτή. Του ανακοινώνουν ότι θα περάσει από δίκη αλλά κανείς δεν του λέει για ποιο αδίκημα κατηγορείται και πότε θα δικαστεί. Από εδώ και στο εξής θα αναλώσει την υπόλοιπη σύντομη ζωή του προσπαθώντας να ανακαλύψει γιατί κατηγορείται, ποιοι θα τον δικάσουν και πότε. Αρχίζει λοιπόν να κινείται μέσα στους δαιδαλώδεις διαδρόμους του δικαστικού μεγάρου χωρίς κανείς να του δίνει απάντηση, ώσπου αντιλαμβάνεται πως το δικαστήριο δεν είναι ορισμένο, πως όσους συναντά ανήκουν στο δικαστήριο, δηλαδή πως δικαστήριο είναι όλος ο κόσμος.. Μετά την ανάκριση αφήνεται προσωρινά ελεύθερος, ωστόσο έχει χάσει πια την ηρεμία του. Δεν τον έχουν κατηγορήσει φανερά για τίποτα, όμως έχει την αίσθηση ότι τον θεωρούν ένοχο.
Όταν μετά από λίγες μέρες τον καλούν και πάλι για ανάκριση, ο Γιόζεφ Κ. βρίσκεται σ' ένα τεράστιο μουντό δικαστήριο, αντιμέτωπος με μία ομάδα από γέρους δικαστές που τον τυρρανούν με τις ερωτήσεις τους. Απόλυτα βέβαιος για την αθωότητά του προσπαθεί με όσες δυνάμεις διαθέτει να  υπερασπιστεί τον εαυτό του και φεύγει από το δικαστήριο με την εντύπωση ότι τους έχει πείσει.
Είναι αδύνατον πια να νιώσει ήσυχος και πιστεύει πως ένας δικηγόρος θα μπορούσε να αποδείξει ότι είναι άσχετος με την κατηγορία την οποία ακόμη δεν γνωρίζει. Όμως ο δικηγόρος, όργανο της εξουσίας ο ίδιος, σπρώχνει τον Γιόζεφ Κ. βαθύτερα στο λαβύρινθο που έχει μπλεχτεί. Αναζητά τότε τη βοήθεια ενός φίλου του ζωγράφου αλλά επικαλείται κι έναν ιερέα μήπως θα μπορούσαν λόγω της ιδιότητάς τους να επηρεάσουν ευνοϊκά τους δικαστές, μάταια όμως.
Ούτε η επιστήμη, ούτε η τέχνη, ούτε η θρησκεία μπορούν να τον βοηθήσουν. Ολόκληρο το περιβάλλον του, ολόκληρος ο κόσμος γίνεται προέκταση του δικαστηρίου. Στον κάθε συμπολίτη του βλέπει κι έναν δικαστή, στο κάθε βλέμμα και μια κατηγορία. Αρχίζει να πιστεύει πως όλοι τον κατασκοπεύουν, ψάχνοντας να βρουν ακόμη και στις πιο απλές πράξεις του αποδείξεις ενοχής. Σιγά σιγά βεβαιώνεται πως η δίκη ήδη γίνεται, με κατηγορούμενο τον ίδιο, για ένα έγκλημα που δεν γνωρίζει. Βλέποντας πως καμία προσπάθειά του δεν καρποφορεί, περιμένει υπομονετικά τη μέρα που θα μάθει την ποινή που θα του επιβάλουν.
Ένα βράδυ δύο μαυροντυμένοι άνδρες του ζητούν να τους ακολουθήσει ως την άκρη της πόλης. Ανίκανος πια να καταλάβει αλλά και να αντιδράσει, ο Γιόζεφ Κ. τους ακολουθεί σ' ένα έρημο λατομείο, για να εκτελεστεί σε λίγο ψυχρά και απάνθρωπα με μια μαχαιριά στο στήθος. Πεθαίνει «σαν ένα σκυλί», όπως λέει στα τελευταία του λόγια. Και ήταν σαν να επρόκειτο «η ντροπή να μείνει και μετά το θάνατό του».

Η δίκη και η καταδίκη του Γιόζεφ Κ. για ένα έγκλημα που δεν διέπραξε ή τουλάχιστον που δεν γνώριζε ότι διέπραξε, είναι μια ανοιχτή κριτική του συγγραφέα προς τη δύναμη της εξουσίας, αυτής που δίνει την αίσθηση στον κάθε πολίτη ότι όλα είναι πιο δυνατά απ' αυτόν και ότι κάθε αντίσταση είναι περιττή. Όπως ο Γιόζεφ Κ. έτσι κι ο κάθε άνθρωπος αφήνεται να παρασυρθεί από την εξουσία που τον απογυμνώνει από τα δικαιώματά του, του στερεί τη διάθεση για αντίσταση, αχρηστεύει κάθε νόμο και στο τέλος τον συνθλίβει Κανείς δεν μίλησε για τον νόμο και την εξουσία όπως ο Κάφκα. Και το δικαστήριο είναι η ύψιστη έκφραση του κράτους. Το δικαστικό μέγαρο της Δίκης δεν αποτελεί μόνο ίδρυμα της εξουσίας αλλά περιέχει και όλες τις εφιαλτικές προεκτάσεις της οι οποίες αγγίζουν τα απώτατα βάθη του ψυχικού βίου και ποτίζουν τη συνείδηση με το δηλητήριο του αισθήματος ενοχής

Η «Αμερική»,  αποτελεί το πλέον ρεαλιστικό έργο που έγραψε ο Κάφκα.
Ο Κάφκα έγραψε τον "Αγνοούμενο" (η "Αμερική" σύμφωνα με τον τίτλο που έδωσε αρχικά στο έργο ο Μαξ Μπροντ) πριν από τη "Δίκη" και τον "Πύργο"· ο ήρωάς του ο νεαρός Καρλ Ρόσμαν, που στέλνεται στην Αμερική από τους γονείς του, λόγω της ερωτικής του σχέσης με μια υπηρέτρια, φέρει κι αυτός το αρχικό Κ., όπως ο Γιόζεφ Κ. της "Δίκης" και ο Κ. του "Πύργου" - το αρχικό και του ίδιου του Κάφκα. Η Αμερική, που στις αρχές του 20ού αιώνα ήταν όντως η χώρα των απεριόριστων ευκαιριών, φάνταζε στα μάτια των μεταναστών ως η ευκαιρία για ένα νέο ξεκίνημα, μια νέα ζωή. Όπως όμως ο Γιόζεφ Κ. στη "Δίκη" έτσι και ο νεαρός Καρλ Ρόσμαν πολεμάει για ένα στόχο που παραμένει απρόσιτος: αυτός που επιθυμεί να γίνει, μέσα στο "σύστημα των εξαρτήσεων" -όπως ονόμαζε ο Κάφκα τον καπιταλισμό σε ιδιωτικές του συζητήσεις-, ένας χρήσιμος εργάτης, αποτυγχάνει ή πετυχαίνει μόνο πρόσκαιρα να διεισδύσει σ' αυτό τον κόσμο της απρόσωπης τελειότητας.
Ο «ήρωας» Ρόσμαν μεταναστεύει στην Αμερική. Ανα­ζητεί μια καλύτερη τύχη. Στην αρχή υ­ποφέρει πολύ. Αισθάνεται εγκαταλελειμμέ­νος και αβοήθητος. Τέλος διαβάζει μια αγ­γελία. Σ' ένα υπαίθριο θέατρο της  Οκλαχόμας ζητούν έναν υπάλληλο με καλούς όρους εργασίας. Ο Ρόσμαν θα ταξιδεύσει ως εκεί και θα προσληφθεί. ( εδώ κλείνει απότομα το μυθιστόρημα) .
Το μυθιστόρημα  ασκεί ανελέητη κριτική στον  επελαύνοντα, την εποχή του, καπιταλισμό. Στο συγκεκριμένο έργο του απαντώνται αρκετές φορές οι λέξεις απεργία, διαδηλωτές και σωματείο εργαζομένων, ενώ ποικιλοτρόπως δείχνει τη συμπάθειά του στα θύματα αυτού του συστήματος. Όλο το μυθιστόρημα συνιστά μια σαφέστατη κριτική απέναντι στη μηχανοποιημένη εργασία, την εκμηχάνιση της ζωής και την ολοκληρωτική επικράτηση του τεχνικού πολιτισμού έναντι του πνευματικού.
 Η «Αμερική» δείχνει ότι το καπιταλιστικό όνειρο έχει και μια “σκοτεινή πλευρά”, αυτή την οποία υφίστανται οι εργάτες. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Κάφκα, πέραν πάσης αρχιτεκτονικής λογικής, τοποθετεί το σπίτι του θείου στον έκτο όροφο ενός κτηρίου, στα πέντε πατώματα του οποίου, καθώς και στα τρία υπόγειά του, στεγάζεται η επιχείρησή του. Η άνεση και η πολυτέλεια πατά πάνω στο μόχθο των απάνθρωπα εργαζόμενων υπαλλήλων.


Η «Μεταμόρφωση»,
 είναι ένα σχετικό σύντομο διήγημα (μερικές δεκάδες σελίδων), που όμως προκαλεί πολλαπλάσιες σελίδες σκέψεων και θεωριών για τους συμβολισμούς της. Είναι από τα λιγοστά βιβλία του Κάφκα που εκδόθηκε (1915) ενώ αυτός ζούσε και ένα βιβλίο που ο ίδιος ο συγγραφέας του το θεωρούσε από τα καλύτερα που είχε γράψει .
 
Ο Γρηγόριος Σάμσα, έπειτα από μια εφιαλτική νύχτα, αισθάνεται να έχει με­ταμορφωθεί σ' ένα τεράστιο έντομο. Θα ζήσει το υπόλοιπο της ζωής του, στην ιστορία, με το σώμα ενός αποκρουστικού, γιγαντιαίου εντόμου, αλλά θα συνεχίσει να έχει τη σκέψη, την καλοσύνη και τις ψυχολογικές ανάγκες ενός ανθρώπου.
 Συναισθάνεται την αηδία, που προξενεί στο πε­ριβάλλον του και «φωλιάζει» συνεχώς κά­τω απ' το κρεβάτι του. Παράλληλα, και ενώ ο κεντρικός ήρωας διατηρεί την ανθρώπινη σκέψη του (παρά τη νέα του εμφάνιση), στις σκηνές οικογενειακών καυγάδων όλα τα μέλη της οικογένειας μοιάζουν να «μεταμορφώνονται» σε ένα εαυτό κοντινότερο στα ένστικτά τους, είτε αυτά είναι βίαια είτε είναι αισθησιακά .
H  αδελφή του και η μητέρα του   αισθάνονται οίκτο, αλλά ο πατέρας του αισθάνεται φρίκη, αποστροφή και εχθρότητα. Και μόνο η γηραιά υπηρέ­τρια αισθάνεται προς τον δύσμοιρο Σάμσα τρυφερότητα και στοργή.
Ένα βράδυ η οι­κογένεια έχει καλέσει μερικούς συγγενείς. Ο Σάμσα ελκύεται από το φως και βγαίνει από το κρησφύγετό του. Στη θέα του όλοι οι συγγενείς εκδηλώνουν τη φρίκη και την αηδία τους. Ο πατέρας εξαγριώνεται και του πετά ένα μήλο με δύναμη. Το μήλο τραυματίζει τον Σάμσα. Αποσύρεται στο κρησφύγετο του και αργοπεθαίνει από την ανοικτή πληγή του. Η γηραιά υπηρέτρια απομακρύνει το λείψανο του εντόμου και το πετά στο δοχείο απορριμμάτων, αφού ψι­θυρίζει με τρυφερότητα:
«Αρκετά υπέφε­ρες, δύσμοιρε! Ήρθε η ώρα να λυτρω­θείς!»

 Στο έργο αυτό, ο Κάφκα δεν αφορίζει το σύστημα, αλλά απλώς ασχολείται με τις συνέπειες που υφίστανται αυτοί που μένουν εκτός. Δεν υπάρχει καμιά εξήγηση και καμιά απορία για τη μεταμόρφωση του ήρωα, απλώς μελέτη των συνεπειών της. Πιθανόν, αυτό που θέλει να πει ο συγγραφέας είναι ότι δεν έχει σημασία το γιατί ο ήρωας απομονώνεται από το περιβάλλον του, αρκεί και μόνο το γεγονός ότι απομονώθηκε.

Η πιο δημοφιλής από τις ερμηνείες μιλάει για την απομόνωση στη σύγχρονη (του τότε ή και του τώρα), βιομηχανοποιημένη ή μη, κοινωνία (θυμόμαστε εδώ την απομόνωση του τέρατος στο δωμάτιό του και πως ο μεταμορφωμένος Gregor ακούει και καταλαβαίνει τους ανθρώπους -ενώ οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν τη φωνή του πλέον), τις ευθύνες του «σύγχρονου» τρόπου, τις τύψεις από την αμέλεια αυτών των ευθυνών και το σταδιακό παραγκωνισμό των «αποστατών».

Το μυθιστόρημα Ο Πύργος,  είναι ημιτελές.
Ο Κ. φτάνει νύχτα στο χωριό που εξαρτάται από τον Πύργο του κόμη Βεστβέστ. Ισχυρίζεται ότι τον κάλεσαν από τον Πύργο να αναλάβει καθήκοντα χωρομέτρη. Αυτό όμως είναι μάλλον ένας τυχαίος ισχυρισμός του Κ στην προσπάθειά του να τον αφήσουν να διανυκτερεύσει στο πανδοχείο του χωριού. Από το μυθιστόρημα προκύπτει ότι δεν τον κάλεσε κανείς και ότι ο Κ περιπλανιόταν προσπαθώντας να βρει μια οποιαδήποτε δουλειά. Από την αρχή ως το τέλος του μυθιστορήματος προσπαθεί να φτάσει στον Πύργο ή έστω να έρθει σε επαφή με κάποιον υπάλληλο του Πύργου, για να τακτοποιήσει τις υποθέσεις του με τις αρχές, όμως ο Πύργος είναι απρόσιτος και το χωριό αφιλόξενο.

Το έργο βαδίζει σε μια σειρά από αινίγματα: γιατί έρχεται ο Κ. στο χωριό, γιατί θέλει να φτάσει οπωσδήποτε στον Πύργο και γιατί τα πάντα και οι πάντες φαίνεται να συνωμοτούν εναντίον του;
Αντί να δώσει προοδευτικά απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα, ο Κάφκα θέτει υπό αμφισβήτηση κάθε δεδομένο και κάθε πληροφορία που αποκαλύπτεται στην πορεία του έργου, δημιουργεί αντιφάσεις, συσκοτίζει τα γεγονότα. Την κάτοψη της αφήγησης, την οποία έχει καλύψει με μυστήριο, καλείται να την ανακατασκευάσει ο αναγνώστης σε μια αέναη διαδικασία.

Αυτό το έσχατο έργο του Κάφκα, μοιάζει να μιλάει για την επιβίωση, για την άκαρπη τέχνη του ζην. 
Όλα παρουσιάζονται με το γνωστό, ελαφρώς «μαύρο», σαρκαστικό ύφος του Κάφκα, που μπορεί να παίζει με τη φανταστική διάσταση των πάντων, αλλά δεν υπολείπεται και σε νατουραλιστικές ακόμα λύσεις για να υποστηρίξει τον κόσμο του.


 Στην "σωφρονιστική αποικία "
ένας ερευνητής επισκέπτεται μια αποικία, αποδεχόμενος την πρόσκληση του διοικητή της με σκοπό να παρακολουθήσει μια δημόσια εκτέλεση. Υποψήφιο θύμα ένας στρατιώτης, ο οποίος τιμωρήθηκε για απειθαρχία και ανυπακοή ανωτέρου. Ο στρατιώτης θα υποστεί ένα φριχτό βασανιστήριο. Ένας εγγραφέας θα χαράξει πάνω στο κορμί του το απόσπασμα του νομικού κώδικα που παρέβη. Υπεύθυνος για τη σωστή λειτουργία -του φριχτού στη σύλληψη μέσου βασανισμού και πολύπλοκου στη χρήση- μηχανήματος είναι ένα αξιωματικός ο οποίος γεμάτος περηφάνια εξηγεί στον επισκέπτη πώς το μηχάνημα αυτό με τη βοήθεια ειδικών βελόνων και κατάλληλου προγραμματισμού χαράσσει στο κορμί του τιμωρημένου την εκάστοτε ποινή.
Στη συνέχεια και μετά από μία μακρά συζήτηση του αξιωματικού με τον επισκέπτη, και αφού γίνεται αντιληπτό ότι ο επισκέπτης δεν ενθουσιάζεται από τον τρόπο λειτουργίας του μηχανήματος και συγχρόνως δεν θεωρεί αναγκαία την ύπαρξη μιας τέτοιας μεθόδου, ο αξιωματικός απελευθερώνει τον κατάδικο και παίρνει αυτός τη θέση του. Η επίδειξη του μηχανήματος θα γίνει πάνω στο σώμα του τελευταίου υπερασπιστή του. Η ποινή που θα χαραχτεί τώρα στο δικό του κορμί είναι: «να είσαι δίκαιος». Εξαιτίας, όμως, μιας απροσδόκητης βλάβης, το μηχάνημα αρχίζει να λειτουργεί ακανόνιστα με αποτέλεσμα να καταξεσχίσει το σώμα του αξιωματικού.
το κείμενο που γράφτηκε το 1914, κατά τη διάρκεια των διακοπών του κι ενώ σκόπευε να δουλέψει το μυθιστόρημα του τη «Δίκη», ο Τσέχος συγγραφέας χρησιμοποιεί κατά την πάγια τεχνική του το μοτίβο του χρονικά και χωροταξικά απροσδιόριστου για να προβληματιστεί και να προβληματίσει σε γενικότερο επίπεδο.

Το γραπτό του Kafka έχει το χάρισμα της οργανικής μετάβασης απ’ το ειδικό στο γενικό. Μέσα από μια συγκεκριμένη ιστορία, ο προβληματισμός επεκτείνεται θέτοντας αλλά και αναζωπυρώνοντας ζητήματα οντολογικού περιεχομένου.
 Τα βασανιστήρια είναι το αποτέλεσμα ενός μηχανισμού της εξουσίας που υπερηφανεύεται για την δύναμή της πάνω στα σώματα και ταυτόχρονα αντλεί νέα δύναμη από αυτά. Η παραμικρή ανυπακοή θεωρείται προμήνυμα ανταρσίας και πρέπει να τιμωρηθεί παραδειγματικά. Το βασανισμένο κορμί αποτελεί εσαεί πειστήριο της νίκης της εξουσίας
 Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, ο Kafka πραγματεύεται στη «Σωφρονιστική αποικία» αυτό το παλιό αλλά πανταχού παρόν ζήτημα του βασανισμού. Η σχέση του έργου με όλες τις μορφές ολοκληρωτισμού, εξορίας, εγκλεισμού ή βασανισμού είναι παραπάνω από προφανής. Η φανερή του συγγένεια με το συγκεκριμένο ζήτημα των βασανιστηρίων ανθρώπου από άνθρωπο για παραδειγματισμό είναι τρομακτικά αναγνωρίσμη και διαχρονική.
Η ωμότητα του κειμένου, η απόλυτα ρεαλιστική περιγραφή, η διάθεση από πλευράς συγγραφέα να μην κρύψει τίποτα, να μην συγκαλύψει, να μην αποσιωπήσει οδήγησε ήδη απ’ την εποχή του σε ακραίες αντιδράσεις. Λέγεται ότι τον Νοέμβριο του 1916, στο Μόναχο, όταν ο Kafka διάβασε το διήγημα του σ’ ένα μικρό κύκλο ακροατών, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Rainer Maria Rilke, πολλές από τις ακροάτριες λιποθύμησαν κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης...



Κυριακή 10 Απριλίου 2011

«ο σκοπός ενός βιβλίου είναι να λειτουργεί σαν το τσεκούρι που σπάει την παγωμένη θάλασσα που βρίσκεται μέσα μας»


 
Παράλληλα με την Νεοελληνική Λογοτεχνία, ξεκινάμε μια περιδιάβαση  στην Νεότερη Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία, μελετώντας τη ζωή και το έργο σημαντικών μορφών της. Ένα παράθυρο στον υπόλοιπο κόσμο για να παρεισφρήσουν εικόνες, σημασίες και δρόμοι  από την αγωνία του συνανθρώπου μας που, τυπικά, δεν ζει στη διπλανή μας πόρτα.

ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ

ΜΕΡΟΣ Α:      Η ζωή του

Ο Φράντς Κάφκα γεννήθηκε στην Πρά­γα, στις 3 Ιουλίου 1883. Ο πατέρας του Έρμαν Κάφκα καταγόταν από ταπεινή ε­βραϊκή οικογένεια και διατηρούσε ένα  κα­τάστημα νεωτερισμών, αρκετά ανθηρό. Η μητέρα του Ιουλία Λέβυ ανήκε στην υψη­λή εβραϊκή τάξη της Πράγας κι' ανάμεσα στους προγόνους της αναφέρονται πολλοί γιατροί και ραβίνοι. Μετά απ' αυτόν γεννήθηκαν οι τρεις αδελφές του, η Έλλη, η Βάλυ και η ΄Οτλα. Ο Κάφκα θα φοιτήσει στην αρχή στο λαϊκό γερμανικό σχολείο της Πράγας. Μετά την αποφοίτηση του θα εγγραφεί στο κλασσικό γερμανικό Λύκειο, όπου πρωτεύον­τα μαθήματα είναι τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά. Το σύστημα διδασκαλίας δεν ενθουσιάζει τον Κάφκα. Θα σημειώσει αρ­γότερα στο «Ημερολόγια» του:
«Απ' ό,τι μπόρεσα να αντιληφθώ, στο σχολείο και στο σπίτι προσπαθούν να πνίξουν την ιδιοτυπία ενός ανθρώπου».
 Τα τε­λευταία χρόνια  της φοιτήσεως του στο Λύ­κειο ο Κάφκα διαβάζει Νίτσε, και ενδιαφέρεται επί­σης για το σοσιαλισμό. Πολύ πιθανό αρχίζει και να γράφει. Τίποτε πάντως δεν διασώθηκε απ' την περίοδο αυτή. Ο φίλος του Πόλλακ, που συνδέεται με στενή φιλία μαζί του, δεν παύει να τον ενθαρρύνει να γράψει.
Τον Ιούλιο του 1891 αποφοιτά από το Λύ­κειο. Εγγράφεται στο γερμανικό Πανεπι­στήμιο της Πράγας, στην αρχή στο τμήμα της Χημείας. Κατόπιν ακολουθεί μαθήμα­τα γερμανικής φιλολογίας και ιστορίας της τέχνης και τέλος εγγράφεται στο τμήμα της Νομικής. Την περίοδο αυτή θα συνδεθεί με τον Μαξ Μπρόντ, που θα γίνει ο επιστήθιος φίλος του ως το τέλος της ζωής του. Ακόμη την περίο­δο αυτή θα μελετήσει τα έργα του Γκαίτε, του Φλομπέρ, του Τολστόι, του Ντοστογιέφσκι, και θα γράψει το πρώτο έργο απ' όσα, εννοείται, διασώθηκαν. Έχει τον τίτλο: «H περιγραφή μιας πάλης».
 Στο έργο αυτό θα διαφανεί η διάσταση του νεαρού Κάφκα προς τον εξωτερικό κόσμο. Γράφει σ' ένα σημείο του έργου αυτού: «Αισθάνο­μαι και δυνατός, αλλά και δυστυχισμένος ε­πίσης. Ψαύω με το πρόσωπο μου το χώμα του δάσους για να μην ιδώ τα πράγματα του εξωτερικού κόσμου, που με περιστοι­χίζουν. Έχω την πεποίθηση ότι πιέζομαι, ότι όλοι μου επιτίθενται. Και δεν κάνω τί­ποτα άλλο παρά να προσπαθώ να κρύβο­μαι»
Και άλλου πάλι: «Δεν έκανα σε κα­νένα κακό και ούτε μου έκαναν επίσης. Ω­στόσο κανένας δεν θέλει να με βοηθήσει». 

Το 1906 ανακηρύσσεται Διδάκτωρ του Δι­καίου, αλλά δεν θέλει να ακολουθήσει το δρόμο των νομικών. Την 1 Οκτωβρίου 1907, θα δε­χθεί μια θέση στην «Εταιρία Ασφαλίσε­ων». Με τη θέση αυτή επιδιώκει κυρίως να χειραφετηθεί από την οικογένεια του και να γίνει οικονομικά ανεξάρτητος. Εν τού­τοις δεν τον ικανοποιεί από την πλευρά του ελεύθερου χρόνου. Λίγους μήνες μετά την πρόσληψη του γράφει: «H ζωή μου είναι τώρα ακατάστατη. Έχω μια θέση που μου δίνει 80 κορώνες τον μήνα και εργάζομαι 8 - 9 ώρες την ήμερα. Δεν παρα­πονούμαι για το φόρτο της εργασίας, όσο για την αποτελμάτωση στην οποία είμαι καταδικασμένος. Ο χρόνος του γραφείου κυλάει πολύ ανιαρά. Είναι σαν να βρίσκε­σαι μέσα σ' ένα τραίνο, όπου, καθώς είσαι κουρασμένος, δεν σου κάνουν εντύπωση ού­τε οι πεδιάδες ούτε τα βουνά. Μετράς μόνο τα λεπτά της ώρας, κρατώντας εμπρός στα μάτια σου το ρολόι. Όλοι αισθάνονται το ίδιο, όσοι ασκούν τουλάχιστον το ίδιο ε­πάγγελμα. Η χαρά έρχεται το τελευταίο λεπτό — τότε που λήγει η εργασία».

Τον Ιούλιο του 1908 ο Κάφκα παραι­τείται από τη θέση του στην «Εταιρία Α­σφαλίσεων» και προσλαμβάνεται στην «Ε­ταιρία Ασφαλίσεως Εργατικών Ατυχη­μάτων». Οι όροι εργασίας είναι εδώ πιο ευ­νοϊκοί. Ο Κάφκα είναι αγαπητός σε ό­λους και αναπτύσσει ιδιαίτερη δραστηριό­τητα για την πρόοδο της Εταιρίας.
Τον Αύγουστο του 1912, θα γνωρίσει στο σπίτι του Μάξ Μπρόντ την Φελίτσια Μπάουερ. Το Πάσχα του 1914 και της προτείνει να αρραβωνιαστούν. Απευθύνει μάλιστα κι' ένα γράμμα στον πατέρα της ζητώντας τη συγκατάθεσή του. Στο τέλος της επιστολής του σημειώνει: «Η κόρη σας κοντά μου θα γινόταν δυστυχισμένη, όσο μπορώ να φαντασθώ, δεν είμαι μόνο εξω­τερικά, μα σ' όλη την ύπαρξή μου ένας κλειστός, ανικανοποίητος άνθρωπος, χωρίς πάντως αυτό να σημαίνει ότι είμαι και δυσ­τυχής». Παρ' όλα αυτά ο πατέρας της Φε­λίτσια άπαντα θετικά. Τον Μάιο γίνονται επισήμως οι αρραβώνες τους στην Πράγα. Εν τω μεταξύ κηρύσσεται ο πρώτος παγ­κόσμιος πόλεμος. Ο Κάφκα δεν στρατεύε­ται εξ αιτίας της κλονισμένης υγείας του και συνεχίζει τη συγγραφική του δραστη­ριότητα.. Συνεχίζει την «Αμερική» και γράφει την «Αποικία των καταδίκων»

Αρχές Αυγούστου 1917, σημειώνει στο «Ημερο­λόγιο» του: «Είχα μια φοβερή αιμόπτυση σήμερα.(…) Η αρρώστια αυτή είναι για μένα μια διέξοδος. Μου δίνει την αφορμή να λυτρωθώ απ' όλες τις υποχρεώσεις μου. Να απαλ­λαγώ από το επαγγελματικό μου γραφείο, απ' τη Φελίτσια, απ' τον πατέρα μου».

 Παίρνει  μια άδεια οκτώ μηνών και εγκα­θίσταται στο Τσύραου, ένα ωραίο χωριό της Βοημίας, όπου η αδελφή του Ότλα διευθύνει μια γεωργική εκμετάλλευση. Λί­γες ημέρες αργότερα γράφει στον Μάξ Μπρόντ:
«Η ελευθερία, η ελευθερία πρώ­τα απ' όλα. Έχω ακόμη ανοιχτή την πλη­γή. Σύμβολό της είναι τα χαλασμένα μου πνευμόνια».
Η Φελίτσια επισκέπτεται τον Κάφκα στο Τσύραου. Συγκρούονται όμως και χωρίζουν οριστικά.
Τα 1918 , εν μέσω οξυμένων σχέσεων με τον πατέρα του- λόγω της διάλυσης του αρραβώνα του με τη Φελίτσια- θα εγκατασταθεί στο Σέλεζεν, όπου θα γνωρίσει την Ιουλία Βόρυτσεκ. Αποφασίζει να την παντρευτεί, παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα του για την ταπεινή της καταγωγή. Τελικά ούτε αυτή η σχέση ευδοκιμεί…
Τον Μάιο δημοσιεύει τη «αποικία των καταδίκων» και τον «αγροτικό γιατρό».

Ο πατέρας του αγανακτεί και για τα βιβλία και για την σχέση με την Βόρυτσεκ που προηγήθηκε. Ο συγγραφέας διασώζει τα υβριστικά λόγια που του απηύθυνε ο πατέρας του:  «Δεν σε καταλαβαίνω , ζεις σε μεγάλη πόλη και δεν σκέφτεσαι παρά να παντρευτείς μια τυχαία! Δεν υπάρχουν επιτέλους άλλες δυνατότητες; Ας πηγαίνεις στα πορνεία. Θα έρχομαι κι εγώ μαζί σου.»

Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, ο Κάφκα  γράφει την πιο οδυνηρή  βιογραφική μαρτυρία που γράφτηκε ποτέ, την «Επιστολή προς τον πατέρα», ανεπίδοτη φυσικά..

Θεωρώ σκόπιμο να σταθούμε λίγο στη σχέση με τον πατέρα του , γιατί σίγουρα στιγμάτισε και τον συγγραφέα και τα έργα του.
Όπως ο ίδιος έλεγε, από μικρός, ένιωθε να πνίγεται από τον πατέρα του· το ογκώδες σώμα του Χέρμαν Κάφκα, η θορυβώδης παρουσία του, η αυτοπεποίθηση και η απόλυτη εξουσία του, τον έκαναν να νιώθει σαν δίπλα σε γίγαντα: «Ένιωθα ένας μικρός σκελετός, ανασφαλής, όταν άλλαζα δίπλα του στα λουτρά. Φοβόμουν το νερό, δεν μπορούσα να μιμηθώ τις δικές του κολυμβητικές κινήσεις.»
Ο πατέρας του ήταν ένα μοντέλο ενήλικης αυτοπεποίθησης που ο Κάφκα δεν κατάφερε ποτέ να φτάσει·  η χαμηλή του αυτοεκτίμηση καθρεφτίζεται σε πολλά από τα έργα του. Η λογοτεχνία ήταν ένας τρόπος να ξεφύγει από τον κόσμο του πατέρα του: «Όλα μου τα κείμενα ήταν για σένα ·παραπονιόμουν σ’ αυτά για όσα πράγματα δεν μπορούσα να παραπονεθώ στην αγκαλιά σου…» , ομολογεί ο ίδιος.
(Ας σκεφτούμε πόσοι τρομακτικοί πατεράδες υπάρχουν στα έργα του...)

Γενικότερα ομολογεί πολλαπλές εσωτερικές συγκρούσεις και ματαιώσεις:
«Είμαι, όχι μόνο εξ αιτίας των εξωτερικών περιστάσεων, αλλά πιο πολύ εξ αίτιας της βαθύτερης φύσης μου, ένα επιφυλακτικό, σιωπηρό, ακοινώνητο, ανικανοποίητο πρό­σωπο, χωρίς όμως να μπορώ να τ' ονομάσω αυτό δυστυχία, γιατί είναι μόνο η αντα­νάκλαση του πεπρωμένου μου. Συμπερά­σματα μπορούν τουλάχιστο να βγουν από το είδος της ζωής που περνώ στο σπίτι. Λοιπόν, ζω με την οικογένεια μου, ανάμεσα στα καλύτερα και πιο αγαπητά πρόσωπα, περισσότερο ξένος απ' όσο ένας ξένος. Δεν έχω πει περισσότερες από είκοσι λέξεις τη μέρα στη μητέρα μου τα τελευταία χρόνια, δύσκολα περισσότερο από μια «καλημέρα» στον πατέρα μου. Δεν μιλώ καθόλου στις παντρεμένες αδελφές και ατούς γαμπρούς μου κι αυτό όχι γιατί έχω τίποτε μαζί τους. Ο λόγος είναι απλά τούτο, δεν έχω τίποτε να συζητήσω μαζί τους για το παραμικρό. Κάθε τι που δεν είναι λογοτεχνία μ' ενο­χλεί και το μισώ γιατί με στενοχωρεί ή μ' αργοπορεί. Μου λείπει κάθε ικανότητα για οι­κογενειακή ζωή, εκτός , στην καλύτερη πε­ρίπτωση, για παρατηρητής. Δεν έχω οικο­γενειακό συναίσθημα κ' οι επισκέπτες με κάνουν να νιώθω σχεδόν σα να δεχόμουν κακεντρεχή επίθεση. " («Τα ημερολόγια του Φράντς Κάφκα 1910 - 1923», έκδοση του Μάξ Μπρόντ).

Τα έργα του ( που θα δούμε στην επόμενη ανάρτηση) ,καθρεφτίζουν την ψυχή του. Η αγωνία, η καταθλιπτική απαι­σιοδοξία, τα εφιαλτικά όνειρα, οι φοβίες και οι φαντασιώσεις των «ηρώων» του Κάφ­κα, είναι «προϊόν» της ψυχολογίας του ίδιου του  συγγραφέα, είναι συνέπειες των «συμπλε­γμάτων» τα όποια κουβαλούσε.

Στα τέλη του 1923, φαίνεται πως καταφέρνει να ζήσει ένα κομμάτι χαράς στην «ανεκπλήρωτη» ζωή του: με την 20χρονη παιδαγωγό Ντόρα Ντυμάντ, συγκατοικούν στο Βερολίνο ευτυχισμένοι. Όμως η φυματίωση, που τον βασανίζει απο τα παιδικά του χρόνια, εξελίσσεται  σοβαρά και το 1924 μεταφέρεται στην Πράγα.
Πεθαίνει στις  3 Ιουνίου  1924 .

Ο Κάφκα στη διαθήκη - που έγραψε το 1921- έκανε αποδέκτη του έργου του τον φίλο του Μαξ Μπροντ καταγράφοντας την επιθυμία του να καταστρέψει ό,τι υπήρχε "σε ημερολόγια, χειρόγραφα, επιστολές άλλων και δικές μου, σχεδιάσματα και τα λοιπά, να καούν ανελλιπώς και χωρίς να διαβαστούν, καθώς επίσης και όλα όσα έχω γράψει ή σχεδιάσει [...] "

Ο φίλος Μπροντ όμως αγνόησε το αίτημα του, έχοντας ως βασικό επιχείρημα, το γεγονός πως όταν ζητούσε κάτι τέτοιο, γνώριζε κατά βάθος ότι δεν θα μπορούσε να ικανοποιήσει μια τέτοια απαίτηση, χαρίζοντας έτσι στην ανθρωπότητα μια από τις μεγαλύτερες λογοτεχνικές μορφές της.

Έτσι μετά το θάνατο του Κάφκα, ο Μπροντ ετοίμασε την έκδοση των μυθιστορημάτων, αφού προέβη σε ορισμένες τροποποιήσεις των χειρογράφων του Κάφκα (μεταφορά κεφαλαίων, προσθήκη σημείων στίξης κ.λπ.), "Ο Πύργος" (1925), "Η Δίκη" (1925) και "Αμερική " (1927), έργα που θεωρούνται ουσιαστικά ημιτελή. 


Ο Κάφκα έχει πάρει πλέον τη θέση που του αξίζει στο πάνθεο της παγκόσμιας λογοτεχνίας, δικαίως έχει χαρακτηριστεί ως ο σπουδαιότερος μοντερνιστής γερμανόφωνος πεζογράφος και το έργο του έχει αναλυθεί εκτενώς. 
Δημιούργησε δε με το έργο αυτό μια μεγάλη τομή στην παγκόσμια λογοτεχνία.

Ανάμεσά  τους "Η Μεταμόρφωση" (1915) και τα μυθιστορήματα "Η Δίκη " (1925), "Ο Πύργος" (1926) και "Αμερική" (1927) που θεωρούνται αυτονόητες υπάρξεις κάθε βιβλιοθήκης.


Ο όρος καφκικό, που έχει καθιερωθεί ως ορολογία, συμπυκνώνει την ατμόσφαιρα που αποπνέει το σύνολο του έργου του και χρησιμοποιείται σήμερα για τον χαρακτηρισμό κάθε έργου τέχνης που εμφανίζει κοινά χαρακτηριστικά:


  •   ο άνθρωπος αλλοτριωμένος, στον κόσμο της σκληρής μοναξιάς,
  • σε συνεχή αλλά μάταιη αναζήτηση,
  • σε αμείλικτη ανίχνευση του εσωτερικού βίου,
  • σε ονειρικό παραλήρημα,
  • μέσα σε εφιαλτική ατμόσφαιρα 



ΠΗΓΕΣ:
  • Κωνσταντίνα Τζανιδάκη, Νεότερη Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία, εκδόσεις Σαββάλας
  • Βασίλης Λαζανάς , Η ζωή και το έργο του Κάφκα, περιοδικό  ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ  τεύχος 1156 , 1975
  • Αναστάσης  Βιστωνίτης, Φραντς Κάφκα, άρθρο στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 8/7/2007

  • Κάφκα, του Nicholas Murray εκδόσεις: Ίνδικτος,
  • Φραντς Κάφκα, του Κλάους Βάγκενμπαχ εκδόσεις Θεμέλιο Αθήνα 1986
  • Φραντς Κάφκα, του Βάλτερ Μπένγιαμιν εκδόσεις Έρασμος, Αθήνα 1980
  • Φραντς Κάφκα, του Κώστα Δεσποινιάδη, εκδόσεις Πανοπτικόν, Αθήνα 2007
  • Σύγχρονός μας ο Κάφκα, της Λιλή Ζωγράφου εκδόσεις Αλεξάνδρεια Αθήνα



Παρασκευή 8 Απριλίου 2011

" Τα πάθια είναι κοινά ..."



ΚΕΡΥΝΕΙΑ



Η κ. Αγάθη Γεωργιάδου είχε την ευγένεια


να μας παραχωρήσει κάποια πεζά και



ποιήματα , της  κυπριακής λογοτεχνίας, που


μιλούν για το θέμα του ξεριζωμού και της


προσφυγιάς και μπορούν να αναγνωσθούν


"παράλληλα" με τα πεζογραφήματα του


Γιώργου Ιωάννου.



Την ευχαριστούμε θερμά!





Κυριάκος Χαραλαμπίδης (1931-)


ΑΡΔΑΝΑ ΙΙ

Να της μιλήσω Τουρκικά δεν ήξερα.

- Μιλάτε Αγγλικά;
- Καταλαβαίνω.
- Αυτό είναι το σπίτι μου;
- Αυτό είναι το σπίτι σου.
Κι αρχίνησα ένα κλάμα μες στον ύπνο μου. Εκείνο του αποχαιρετισμού. Μα τ' αναφιλητά μου μ' ανασήκωναν σαν καρυδότσουφλο και ξύπνησα, Πυλάδη.
Βρεγμένο το κρεβάτι μου - τ' όνειρο μήπως έσταζε από την οροφή του;-εμείς οι δυό το βλέπουμε, το ξέρουμε, το ζούμε κιόλας: "Χάθηκε ο στρατός μας!" Τίποτα πιά, κανένα πλοίο εν όψει, καμιά στεριά, κανένα σπίτι, φίλε.
Και όμως το ξωπόρτιν ήταν το ίδιο, το στενοσόκακο ίδιο, ο λάκκος ήταν ίδιος, η τερατσιά, ο φούρνος, το τρακτέρ, η μάντρα ήταν ίδια. Κι εγώ καμία σχέση με το σπίτι. Δεν τ' αναγνώριζα. Στεκόμουν στην αυλή μου κι ένιωθα τόσον άβολα. στοιχηματίζω, αν με θωρούσες, θα 'βαζες τα κλάματα.
Μες στην αυλή μου και δεν ήμουν πιά στο σπίτι μου, δεν ήμουν στο χωριό μου - ένας ξένος, που η ψυχή του αναπαμό δεν είχε.
- Τι φής; Απέξω από το σπίτι σου κι ούτε πού τ' αναγνώριζες, αλήθεια;
- Δεν ήτανε δικό μου πιά, δεν ήταν. Το σπίτι που γεννήθηκα, Πυλάδη! Και μάλιστα τη ρώτησα: Κυρία, αυτό είναι το σπίτι που γεννήθηκα; Is this the house I was born? Και μου 'πεν η Τουρκάλα: "Ναι, αυτό είναι".
Μυστήριο! Πού ήξερε πως ήταν το σπίτι αυτό που εγώ το φως του ήλιου πρωτόειδα, πώς ήταν τόσο βέβαιη;



ΑΡΧΗ ΙΝΔΙΚΤΟΥ


Τι είναι ο Πνυταγόρας όλοι ξέρουμε
ή θα μπορούσαμε να μάθουμε
(της Σαλαμίνας λένε που ήταν βασιλιάς).
την Πνυταγόρου όμως, τη μικρή του Πνυταγόρου
ανάμεσα Τίμιο Σταυρό και Αγία Ζώνη,
την ξέρω εγώ και μόνο εγώ. Αλίμονο σε μένα:
Ζηλεύω τις ποντίκες τουτουνού του δρόμου,
τ' αδέσποτα σκυλιά, τους άγριους γάτους
που ερχόμενοι Ακροπόλεως και κατεβαίνοντας
οδό Πεντέλης και Ιλαρίωνος εκβάλλουν
στην Πνυταγόρου μου - καλότυχα παιδιά!

Ήθελα νά 'μουνα η ποντίκα του σπιτιού μου,

τ' αδέσποτο σκυλί που μπαίνει στην αυλή μου
κι ο άγριος γάτος που ανοίγει ψυγείο
να βρει το ξεχασμένο του κοτόπουλο.

Και νά 'μουνα το φίδι κι η τσουκνίδα,

το δέντρο που ξεράθηκε, η σπασμένη πόρτα,
πόθος ελίχρυσος που σκοτωμένος πέφτει
να κοιμηθεί σε δίχτυα της αράχνης.

 


ΓΛΥΚΟ ΤΟΥ ΚΟΥΤΑΛΙΟΥ




ΝΑ ΙΔΩ ΠΟΙΟΣ ΕΙΜΑΙ ζύγωσα και πούθε


το χώμα μου κρατά. Μπήκα και στάθηκα

στο σπίτι τ' αλμυρό, σιμά σε λάκκο.

Μια μαντιλοδεμένη μου 'φερε νερό,


μου πρόσφερε γλυκό . ευχαριστώ την.

Έκοψε και καρπούς από τον Κήπο


του ποθητού σπιτιού μου, φρούτα λαμπερά

ό,τι λογής, διάχυτα με χείλη

πραγματικά και μέλη εμποτισμένα

στην καλοσύνη της χαράς αντιδωρήματα.

Της είπα ευχαριστώ, αναθάρρησα και



ζήτησα το σπίτι μου να ιδώ, αν επιτρέπεται.

« Και βέβαια επιτρέπεται », μου λέει -


« μπορείς να 'ρθείς και στην κρεβατοκάμαρα"

Μπαίνω, θωρώ τη μάνα μου στον τοίχο


να με κοιτάει από 'να κάδρο. Αφήνω

την εντροπή και γύρεψα να πάρω

τη μάνα μου ο δόλιος απ' την Τροία.

« Πάρτηνε », λέει αυτή σαν καλογέλαστη,


« τι να την κάνω τώρα πια που ξέρω;

Να πούμε την αλήθεια, τη νομίσαμε

ηθοποιό με κείνη την κοτσίδα

και τα λουλούδια γύρω της και με τη χάρη

που την ομπρέλα της κρατεί».

Άξιζε βέβαια να προσθέσει και το χέρι


που γαντοφορεμένο, ραδινό

σε καναπέ ακουμπούσε . αλλά τι περιμένεις ;

Σάμπως γνωρίζει πόσοι αιώνες κύλησαν


ίσαμε που να φτάσουμε στη σύνταξη

γλυκού του κουταλιού; μεγάλο θέμα.

Πάλι καλά πού μ' άφησε και μπήκα


στο σπίτι μου το πατρικό η γυναίκα.

Μη συνεχίσουμε άλλο και αγριέψει.

Το μόνο που εύχομαι: από καιρού εις καιρό

να 'χω την άδειά της να ξανάβλεπα

την όψη τη γλυκιά του ποθητού μου.



Παιδί με μια φωτογραφία

 
Παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι

με μια φωτογραφία στα μάτια του βαθιά
και κρατημένη ανάποδα με κοίταζε.

Ο κόσμος γύρω του πολύς∙ κι αυτό

είχε στα μάτια του μικρή φωτογραφία,
στους ώμους του μεγάλη και αντίστροφα–
στα μάτια του μεγάλη, στους ώμους πιο μικρή,
στο χέρι του ακόμα πιο μικρή.

Ήταν ανάμεσα σε κόσμο με συνθήματα

και την κρατούσε ανάποδα∙ μου κακοφάνη.

Κοντά του πάω περνώντας πινακίδες

αγαπημένων είτε αψίδες και φωνές
που 'χαν παγώσει και δε σάλευε καμιά.

Έμοιαζε του πατέρα του η φωτογραφία.

Του τηνε γύρισα ίσια κι είδα πάλι
τον αγνοούμενο με το κεφάλι κάτω.

Όπως ο ρήγας, ο βαλές κι η ντάμα

ανάποδα ιδωμένοι βρίσκονται ίσια,
έτσι κι αυτός ο άντρας ιδωμένος ίσια
γυρίζει ανάποδα και σε κοιτάζει.



Αιγιαλούσης επίσκεψις



ένα ποίημα και ένα σχόλιο (2003)

Κυριάκος Χαραλαμπίδης


(Απόσπασμα)

[…]

Μια μέρα είπαν του μουχτάρη να μας πει


να φύγουμε, να κάμουμε μια δήλωση

πως " εθελοντικά ", ειδάλλως του Μαγιού

τα σχίνα και η σπάθα του Αρχαγγέλου

θ' αναταξινομήσουν το κεφάλι μας.

Γοργά τα ρούχα μας σε μια βαλίτσα .


τες τσάπες, τ' άλετρα, τες σκάφες και να θέλαμε

δεν τα ορίζαμε, που μέρα μεσημέρι

μες στην αυλή μας άρπαγες τ' αρπάζαν.

Δυο μέρες πριν να φύγουμε ήρτε κείνος


που θα στρογγυλοκάθονταν στο σπίτι.

Γυρεύει το κλειδί. Του λέω : «Εγώ κλειδί

δεν έχω και δεν έχει το χωριό μας.

Εμείς ξεκλείδωτα είχαμε τα σπίτια

γιατί κανένας δεν καταδεχόταν

να μπει μέσα στου άλλου την αυλή».

Δεν είπε τίποτα, έφυγε, ξανάρτε


την άλλη μέρα. Του είπα: «Έλα πιάσε

τούτο το πιάτο, φώναξε τον σκύλο

να του το δώσεις να σε συνηθίσει,

για να μην κλαίει το κτηνόν μας όταν

θα 'χουμε φύγει". Το έπιασε, του φώναξε,

όμως ό σκύλος του 'δειξε τα δόντια.

Χαμαί το πιάτο. Κίνησε να φύγει.


Του λέω : «Μίαν χάριν από σένα .

έπαρε ως αύριον ’πομονήν στ' ανάθεμαν να πάμεν

κι ύστερα νά 'ρτεις νά 'μπεις μες στο σπίτι».

Δεν είπε τίποτε και γύρισε να φύγει

της Ιοκάστης παίρνοντας μαζί του τη σιωπή.

Την άλλη μέρα έδεσα τον σκύλο


να μην μας ακλουθά, το πλάσμαν του Θεού.

Του έβαλα φαΐ, νερό κι εμπήκαμε

ο άντρας μου κι εγώ στο φορτηγό.

Στο δρόμο που πηαίναμεν ελάλουν


έχει δυόμισι χρόνους να τους δω

τους τρεις παλίκαρούς μου. Ήμουν ήρεμη.

Άμα εφτάσαμε κοντά στο Λήδρα Πάλας,


δυο-τρεις ειρηνευτές εσκαρφαλώσαν

να κατεβάσουσιν τα πράματα μας. Στη



βιασύνη,
 
χωρίς περίσκεψη, επετάξαν μου τες γλάστρες

και μου τες έσπασαν ανυπεράσπιστες.

Δεν άντεξα κι όσα είχα μαζεμένα


ψιχάδια τ' ουρανού και της θαλάσσου


τ' αφήκα να μουσκέψουνε το χώμα ».




ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ


από την κ .Αγάθη Γεωργιάδου




Με αυτό το ποίημα οι μαθητές θα γνωρίσουν τον ξεριζωμό και τον πόνο του αποχωρισμού από το πατρικό σπίτι και από τα πράγματα που αγαπά κανείς, έμψυχα και άψυχα, τη στιγμή ακριβώς που συντελείται η τραγωδία. Θα πρέπει να γνωρίζουν ότι στο ποίημα Αιγιαλούσης επίσκεψις ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης στηρίχτηκε στην αυθεντική μαρτυρία μιας απλής και ανεπιτήδευτης γυναίκας, αλλά αρχοντικής ψυχής, ξεριζωμένης από τη Αιγιαλούσα (κοινώς Γιαλούσα), ένα κατεχόμενο χωριό της Κύπρου. Η μαρτυρία της Γιαλουσίτισσας (Έλλης Χατζηδημήτρη)
[1] αποδίδεται στην κυπριακή ιδιόλεκτο, με λέξεις που διεισδύουν στην ψυχή του αναγνώστη και προβάλλουν το θησαυρό που κρύβει η λαϊκή ψυχή. Αφού οι φόβοι της για τ’ αγνοούμενα παιδιά της καταλάγιασαν, ένας άλλος φόβος, εξίσου δυνατός, την συνεπαίρνει: «να μην μας ξεριζώσουν το χωριό μας». Ο «έρως» της γης προβάλλει εξίσου δυνατός με τη μητρική αγάπη. Είναι ενδιαφέρον, μάλιστα, ότι ο ξεριζωμός δεν αναφέρεται στους ανθρώπους, αλλά στο χωριό, αφού όταν φεύγουν οι άνθρωποι, το χωριό ουσιαστικά ξεριζώνεται. Με πυκνό και λιτό ύφος που θυμίζει παραλογή, ο ποιητής διαγράφει την αρχή του τέλους: «Γοργά τα ρούχα μας σε μια βαλίτσα». Ο καίριος λόγος και η ειρωνεία που κρύβει το επίρρημα «γοργά» σκιαγραφούν την τραγωδία του ξεριζωμού. Το αποκορύφωμα της τραγικότητας του ποιήματος βρίσκεται στην τελευταία «σκηνή» του, στο ξέσπασμα της μάνας όταν οι «ειρηνευτές» τής έσπασαν απρόσεχτα («χωρίς περίσκεψη») και χωρίς αιδώ τις «ανυπεράσπιστες» (σαν τους πρόσφυγες) γλάστρες. Με την κίνηση αυτή, σαν να θρυμμάτιζαν ολόκληρο τον κόσμο της, αυτόν που μετέφερε συμβολικά μέσα στις γλάστρες της κι η μάνα αφήνει τα δάκρυά της να κυλήσουν στη γη.

Ο φιλόλογος μπορεί να βοηθηθεί και, κατ’ επέκταση, να βοηθήσει τους μαθητές του με το Σχόλιο του ποιητή, από το οποίο παραθέτουμε το παρακάτω απόσπασμα:

[…]

«Όσο για τη γυναίκα της Γιαλούσας, που συδαυλίζει τη μνήμη κι αναταράσσει τον φυλετικό πόνο τού ανθρώπου Όσο για τη γυναίκα της Γιαλούσας, που συδαυλίζει τη μνήμη κι αναταράσσει τον φυλετικό πόνο τού ανθρώπου -θέλω να πω τον πόνο της ανθρώπινης φυλής-, η προαιώνια έννοια του ελληνικού είναι σύμ­φυτη με αυτήν. Καθώς πουρνό σηκώνονταν να ταΐσει τα βόδια «με τα πρώτα πρώτα Δόξα σοι », προγραμ­ματισμένη να κινείται στον άξονα της μεταφυσικής αίσθησης, ανάσαινε και βίωνε κατευθείαν την ίδια τη φύση των πραγμάτων. Η ακρίβεια και ή χάρη των κινήσεων συσχηματίζονταν με τον κανόνα και θα έλεγες ανήκαν στο ρυθμό του κόσμου. Ή μυρωδιά του σκίνου που πύρωνε το φούρνο έδινε στο ψωμί ένα ήθος. Κι αυτό πολλαπλασιάζονταν από την ορμέμφυτη ανάγκη της γυναίκας να δώσει «του γειτόνου » πρώτα πρώτα « ψουμίν βραστόν» […]

Βάλε τώρα κοντά σ' αυτό τον ισορροπημένο, με­τρημένο κόσμο τον κεραυνό και τη διαρπαγή: ξεριζωμός, ξεσπίτωμα και προσφυγιά. Οι βέβηλοι δεν αφά­νισαν μόνο τα πουλιά, χαλάσανε και τη φωλιά τους. Στο ποίημα μέσα δίνονται στοιχεία μαρτυρημένων συμφορών. Τα πάθια είναι κοινά και για τα ζώα, ακόμα και για τα φυτά. Πλάσματα του Θεού είναι κι αυτά. Θυμάμαι ή μητέρα μου συχνά, όταν ήμασταν στην Αμμόχωστο, έλεγε για το σκύλο μας: «Το πλάσμαν του Θεού ». Μπορούσα κάλλιστα να μετα­φέρω τη φυσική ομορφιά της αληθείας μιας τέτοιας φράσης -πού έκρυβε έναν κόσμο τρυφερότατης κοι­νωνίας ζώων και ανθρώπων- στο στόμα της γυναίκας από τη Γιαλούσα, και αυτό έπραξα. Με τούτο θέλησα να εκθέσω αντιστικτικά τους άρπαγες-κόρακες, που κρύβει στις χειρότερες στιγμές της η ανθρώπινη φύ­ση. Κι ακόμα θέλησα να καταλάβω τη συμπεριφορά των Ειρηνευτών (τους λέμε και Οηέδες), που συντο­νίζουν επαγγελματικά τον πόνο και διαρρυθμίζουν ομαλά και « ανθρωπιστικά» τη δεδομένη κατοχή.

Αν τώρα κάποιος ήθελε ρωτήσει και τι φυτά είχαν οι γλάστρες που πετάχτηκαν σαν να 'ταν άψυχα όντα, θα πρέπει ν' ανατρέξουμε στις ευωδιές των παιδικών μας χρόνων: βασιλικός και γιασεμί τα βασικά, και πιθανόν ό,τι κρατεί στη μνήμη την οσμή, που σβήνει πάντα τελευταία.

Αυτά λοιπόν καθώς και τ' άλλα φανερώνουν το έγκλημα που γίνηκε εις βάρος της Κύπρου: τη διά­λυση ενός κόσμου συμπαγούς σε όλη την κλίμακα των αξιών του. Όταν « κείνος » ο ξένος απαιτεί από τη Γιαλουσίτισσα να του δώσει στο χέρι το κλειδί του σπιτιού της, αυτή ορθώνεται στην ξώπορτα σαν κυ­παρίσσι. Κι όπως ψηλώνει ο νους και το κορμί της, μαζί μ' αυτά η ψυχή της γιγαντώνεται- ταυτίζεται μ' ολάκερο τον τόπο […]»

Με το σχόλιο αυτό, οι μαθητές θα μπορέσουν να διεισδύσουν στην ψυχή του ανθρώπου και να κατανοήσουν τη βαθιά θλίψη του όταν διώχνεται βίαια από τον τόπο του κι αποχωρίζεται τις μικρές καθημερινές συνήθειές του, κυρίως αυτά που δεν μπορεί να πάρει κανείς μαζί του μέσα σε μια βαλίτσα: την ιστορία του σ’ εκείνη τη γη, το καθημερινό ξύπνημα στον τόπο του, το όργωμα της γης του, το ζύμωμα του ψωμιού με αλεύρι από τη γη του κ.ά.. Μόνο οι μνήμες του απομένουν και ίσως κάποιες γλάστρες, αν δεν τις θρυμματίσουν κι αυτές, με λίγο χώμα από τον τόπο του. Με τα κείμενα αυτά, οι μαθητές μας θα νιώσουν βαθιά μέσα τους τα λόγια του ποιητή από το Σχόλιο: «μπο­ρούν να πάρουνε τη γη μας, μα δεν μπορούν να βλάψουν την ψυχή μας. Αυτή είναι, το κλειδί, της Παρα­δείσου η πύλη».




[1]
Η μαρτυρία στην οποία στηρίχτηκε ο ποιητής αναδημοσιεύεται στον τόμο Η κατεχόμενη γη μας, έκδοση του Υπουργείου Παιδείας της Κύπρου.




 Κλείνοντας να θυμηθούμε πώς  μίλησε για το θέμα της προσφυγιάς και του ξεριζωμού,
ο  Μπέρτολτ Μπρέχτ 


"Λαθεμένο μου φαινόταν πάντα το όνομα που μας δίναν:

«Μετανάστες»
Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους. Εμείς, ωστόσο,
δε φύγαμε γιατί το θέλαμε,
λεύτερα να διαλέξουμε μιαν άλλη γη. Ούτε
και σε μιαν άλλη χώρα μπήκαμε
να μείνουμε για πάντα εκεί, αν γινόταν.
Εμείς φύγαμε στα κρυφά. Μας κυνηγήσαν, μας προγράψανε.
Κι η χώρα που μας δέχτηκε, σπίτι δε θα ΄ναι, μα εξορία.
Εμείς απομένουμε δω πέρα, ασύχαστοι, όσο μπορούμε πιο κοντά
στα σύνορα,
προσμένοντας του γυρισμού τη μέρα, καραδοκώντας το παραμικρό
σημάδι αλλαγής στην άλλην όχθη, πνίγοντας μ΄ερωτήσεις
κάθε νεοφερμένο, χωρίς τίποτα να ξεχνάμε, τίποτα
ν΄ απαρνιόμαστε,
χωρίς να συχωράμε τίποτα απ΄ό σα έγιναν, τίποτα δε συχωράμε.
Α, δε μας ξεγελάει τούτη η τριγύρω σιωπή! Ακούμε ίσαμ΄ εδώ
τα ουρλιαχτά που αντιλαλούν απ΄ τα στρατόπεδά τους. Εμείς
οι ίδιοι
μοιάζουμε των εγκλημάτων τους απόηχος, που κατάφερε
τα σύνορα να δρασκελίσει. Ο καθένας μας,
περπατώντας μες στο πλήθος με παπούτσια ξεσκισμένα,
μαρτυράει την ντροπή που τη χώρα μας μολεύει.
Όμως κανένας μας
δε θα μείνει εδώ. Η τελευταία λέξη
δεν ειπώθηκε ακόμα."