Η Μεγάλη Χίμαιρα . Ένα βιβλίο που πρωτοδιάβασα φοιτήτρια και τώρα 40 χρόνια μετά το ξαναπιάνω στα χέρια μου, σε μια νέα συνάντηση με τον Καραγάτση . Τότε έβλεπα έναν έρωτα φλεγόμενο που καταστρέφει , μια θυελλώδη γλώσσα κι έναν προικισμένο μυθοπλάστη. Τώρα ξαναβλέπω πόσο ηθικά αμφίσημοι είναι οι ήρωές του. Βλέπω τη Μαρίνα να προσπαθεί να σπάσει τους τοίχους που την περιβάλλουν , να ζει παγιδευμένη ανάμεσα σ΄αυτό που ποθεί και σ΄αυτό που τελικά την καταστρέφει. Μια ηρωίδα που αναμετριέται με τα όριά της. Όλοι οι ήρωες του Μ. Καραγάτση ωθούνται στα άκρα ίσως αυτά τα άκρα που ήθελε κι ο ίδιος να ζήσει και δεν έζησε.
Ο « ερωτοσαρκικός» ( όπως τον χαρακτήρισε ο Ν.Καρούζος) Καραγάτσης ίσως ήθελε πάντα κάτι άλλο από αυτό που ζούσε . Ακόμη και το όνομά του δεν το ήθελε ( η συγκρουσιακή σχέση με τον πατέρα του ίσως έχει κάποια ευθύνη γι αυτό) . Τρία χρόνια πριν πεθάνει νομιμοποίησε το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο , το Μ. Καραγάτσης . Το όνομα της οικογένειας , Δημήτρης Ροδόπουλος, άλλαξε με έναν τρόπο που ακόμη κι η κόρη του δεν ήταν ποτέ απόλυτα σίγουρη να εξηγήσει. Τα καλοκαίρια της νιότης του τα περνούσε στη Ραψάνη κι εκεί στην αυλή μιας εκκλησίας καθόταν με τις ώρες διάβαζε κι έγραφε . Κάτω από ένα ψηλό δέντρο , μια μεγάλη φτελιά , ένα καραγάτσι. Και κάπως έτσι μετά ο Δημήτρης κρύφτηκε και πίσω από ένα Μ. που επαλήθευε τα λόγια του « φαντάζομαι πως είμαι κάτι άλλο από αυτό που είμαι. Πως κάνω πράγματα αλλιώτικα από αυτό που κάνω …» . Αυτό το Μ. είναι κατά πολλούς δανεισμένο από τη ρωσική λογοτεχνία , από τον Ντοστογιέφσκι και τους αδελφούς Καραμάζοφ (ο Ντιμίτρι / Μίτια, ο πιο ατίθασος από τα αδέλφια ).Ζούσε λοιπόν με τις αντιθέσεις, όπως κι οι ήρωές του . Κι η « Χίμαιρά» του , η χίμαιρά μας ; η καταδίκη μας να πιστεύουμε πως πάντα η ευτυχία είναι αλλού …
Απόσπασμα από το βιβλίο
« Γιὰ ὥρα πολλὴ παρακολούθησε τὴ ζωὴ τοῦ ρηχοῦ καὶ μικροῦ βυθοῦ. Δὲν συλλογιζόταν τίποτα, οὔτε κι αἱσθανόταν. Εἶχε κουραστῆ ἀπ' τὴν προσπάθεια μιᾶς ἀνεπιθύμητης ζωῆς. Κι ἔξαφνα θυμήθηκε πὼς κάπου ἐδῶ κοντὰ ἔβγαλε ἡ θάλασσα τὸ κουφάρι τοῦ Μηνᾶ. « Ναί, ναι. Ἔτσι ἄκουσα νὰ λέν. Ἐδῶ, ἐδῶ...» Θάρρεψε πὼς τὸν ἔβλεπε ἀνάσκελα, μὲ ἀνοιχτὰ χέρια κι ἀνοιχτὰ μάτια, μιὰ νὰ τὸν φέρνη τὸ κύμα στη στεριά, μιὰ νὰ τὸν ἀποδιώ χνη στη θάλασσα τὸ ἀντιμάμαλο : « Οὔτε ἡ γῆς, οὔτε ἡθάλασσα τὸν ἤθελαν τὸν ἁμαρτωλό, τὸν πικροαίματο. » Κάτι σὰ δάκρυ ἦρθε στὴν ἄκρη τοῦ βλεφάρου της· μὰ τ᾿ ἀπόδιωξε : « Ὄχι· οὔτε μ' ἀγάπησε, οὔτε τὸν ἀγάπησα. Οἱ σατανάδες φώλιασαν στὰ σωθικά μας καὶ μηχανεύτηκαν νὰ τὰ σμίξουν σὲ ἡδονὴ θανατερή. Ἔλυωσαν ἀπὸ ἐπιθυμία τὰ κορμιά μας, φλογίστηκαν ἀπὸ ἐγωισμὸ οἱ ψυχές μας, σπάραξαν ἀπὸ γλύκα οἱ σάρκες μας· κι ἔσπειραν τὸ Χάρο παντοῦ, παντοῦ, παντοῦ... Ὄχι, δὲν τὸν ἀγάπησα. Μονάχα ὀρέχτηκα νὰ ἐξουσιάσω τὸ κρέας καὶ τὴν ψυχή του. ῎Ἄλλον ἄντρα ἀπ' τὸ Γιάννη δὲν ἀγάπησα. "Άλλον ἄντρα ἀπ᾿ τὸν ἄντρα μου, δὲν ἀγαπῶ. » Σήκωσε τὰ μάτια κι εἶδε πέρα, στὸν Τσικνιά, ἀνάμεσα Τήνο καὶ Μύκονο, τὸν ἄνεμο νὰ ξεσέρνη ἕναν καπνό. Κιτρίνισε. Τὰ χέρια της, ὅλο νεύρο, γαντζώθηκαν στὰ χαλίκια τῆς γῆς. Στήλωσε τὰ ἐκστατικά της μάτια στὸ καπνὸ καὶ στὸ μαῦρο σημαδάκι ποὺ κρεμόταν κάτωθέ του, ἀνάμεσα οὐρανὸ καὶ θάν λασσα. Το μελτέμι ἔπαιρνε τὸν καπνὸ καὶ τὸν πήγαινε κατά τη Μύκονο. Τὸ σημαδάκι ὅμως ἔρχονταν πρὸς τὰ ἐδῶ,πλησίαζε, μεγάλωνε, ἔπαιρνε μορφή βαποριού
- Η " Χίμαιρα".Η "Χίμαιρα"....»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου