Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΑΦΗΓΗΣΗΣ








ΑΦΗΓΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ 



(όρος T. Todorov 1969)


Αποκαλείται έτσι η λογοτεχνική σημειωτική, η οποία αναπτύχθηκε στο πλαίσιο του γαλλικού δομισμού κατά τα μεταπολεμικά χρόνια. Ορίζεται ως ο λόγος για την αφήγηση, ως η ανάλυση των δομικών συστατικών μιας αφήγησης. Την επεξεργάστηκαν, κυρίως, οι G. Genette, T. Todorov, D. Kohn, M. Bal. Πρωτοπόρος υπήρξε ο C. Levi-Strauss, ο οποίος επισήμανε σταθερές καθολικές δομές όπου μπορεί να αναχθεί κάθε μύθος ή μυθολογική εκδοχή.

Η θεωρία της αφήγησης αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο για την περιγραφή ενός αφηγηματικού κειμένου και έμμεσα οδηγεί στην ερμηνεία. Η αφηγηματολογία εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις εγκυρότερες ερμηνευτικές προσεγγίσεις λογοτεχνικών κειμένων.

Πράξη επικοινωνίας με την οποία παρουσιάζεται, προφορικά ή γραπτά, μια σειρά πραγματικών ή πλασματικών γεγονότων.





 ΠΟΜΠΟΣ              ΜΗΝΥΜΑ                             ΔΕΚΤΗΣ
       
  αφηγητής         αφηγηματικό περιεχόμενο        αποδέκτης

          

Είδη αφήγησης

         Εννοούμε κυρίως πεζά κείμενα, όχι μόνο λογοτεχνικά αλλά και χρηστικά, όπως είναι το ρεπορτάζ, η υπηρεσιακή αναφορά κτλ.
            Ιστοριογραφία, χρονικογράφημα, ημερολόγιο, απομνημονεύματα,(αυτο)βιογραφία, επιστολή, χρονογράφημα, μυθιστόρημα, διήγημα, παραμύθι κ.ά.
·         Αφηγηματικά κείμενα θεωρούνται επίσης, εκτός από τα πεζά, και το έμμετρο αρχαίο και νεότερο έπος, οι μπαλάντες κ.ά. (ομηρικά έπη, ιπποτικά μεσαιωνικά μυθιστορήματα, κρητικό θέατρο, παραλογές όπως «Του νεκρού αδελφού», «Της Άρτας το γιοφύρι» κ.ά.).

Κατηγορίες αφηγηματικών ειδών

  •          Αφήγηση πραγματικών γεγονότων (ιστοριογραφία, επιστολή, ημερολόγιο, απομνημονεύματα, αυτοβιογραφία).
  •     Αφήγηση πλασματικών γεγονότων (παραμύθι, μυθιστόρημα, διήγημα,   νουβέλα).
  •     Μικτή αφήγηση πραγματικών και πλασματικών γεγονότων (ιστορικόμυθιστόρημα, μυθιστορηματική βιογραφία).
    Κάθε είδος αποβλέπει σε ορισμένο σκοπό (πληροφοριακό, διδακτικό, ψυχαγωγικό κτλ.) και γράφεται σε ανάλογο ύφος (επίσημο, οικείο, λογοτεχνικό, επιστημονικό κτλ.).



ΑΦΗΓΗΤΗΣ



                Διάκριση συγγραφέα – αφηγητή

         Συγγραφέας και αφηγητής δεν πρέπει να συγχέονται, ακόμη και στην περίπτωση πρωτοπρόσωπης αφήγησης, όπου είναι δυνατόν να ανιχνεύονται αυτοβιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα.

  •          Συγγραφέας: είναι πραγματικό πρόσωπο με αληθινή ζωή, υπάρχει έξω από το κείμενο.
  •          Αφηγητής: επινοείται από τον συγγραφέα για να πει την 'ιστορία', είναι ο διαμεσολαβητής ανάμεσα στον συγγραφέα και στον αναγνώστη. Είναι πρόσωπο του κειμένου, υπάρχει μόνο στο πλαίσιο του πλασματικού λόγου, συνιστά ένα κατασκεύασμα από λέξεις. Πρόκειται για το υποκείμενο ή τον φορέα της αφήγησης, ο οποίος είναι δυνατόν να αφηγείται σε πρώτο /δεύτερο /τρίτο πρόσωπο.


                                 Τύποι αφήγησης

·         Αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο

      Έχει τη δύναμη της προσωπικής μαρτυρίας, εξασφαλίζει αμεσότητα, πειστικότητα και αληθοφάνεια στην αφήγηση, της προσδίδει εμπιστευτικό, εξομολογητικό χαρακτήρα (όπως στα πεζογραφήματα του Γ. Ιωάννου).

       Η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο ή η ταυτότητα αφηγητή και ήρωα δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι η αφήγηση είναι εστιασμένη στον ήρωα.

·         Αφήγηση σε δεύτερο πρόσωπο

      Αποτελεί αποστροφή εις εαυτόν, μονόλογο. Το δεύτερο πρόσωπο ουσιαστικά υποκρύπτει ένα «εγώ» (όπως στο έργο του Στρ. Τσίρκα «Η Λέσχη»).
      Είναι πιθανόν να αποτελεί αποστροφή και προς τον αναγνώστη (όπως στα αφηγηματικά ποιήματα του Κ.Π. Καβάφη).

      Προσδίδει δραματικότητα στην αφήγηση.

·         Αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο

      Αποδίδεται συνήθως με αυτήν η απόλυτη παντογνωσία ή η σχετική γνώση του αφηγητή.
      Δημιουργεί την αίσθηση της αντικειμενικότητας, της αποστασιοποίησης από τα δρώμενα.
     Σε ένα αφηγηματικό έργο, ο αφηγητής μπορεί να είναι ένας ή και περισσότεροι. Σε πεζά νεωτερικής γραφής μιλάμε συνήθως για αφηγητές, και όχι για αφηγητή.



                                  ΤΥΠΟΙ ΑΦΗΓΗΤΗ

         Ανάλογα με το 'ποιος βλέπει' την ιστορία {προοπτική, εστίαση, αφηγηματική σκοπιά, οπτική γωνία: η θέση από την οποία «κοιτάζει» κανείς - κυριολεκτικά ή μεταφορικά- τα δρώμενα}


α) Αφηγητής-θεός

  •       Παντογνώστης αφηγητής, «πανταχού παρών και πουθενά ορατός», σύμφωνα με τον Φλωμπέρ (1852). Ξέρει περισσότερα από τα πρόσωπα της ιστορίας, γνωρίζει ακόμη και τις πιο ενδόμυχές τους σκέψεις. Η απόλυτη γνώση ισοδυναμεί με έλλειψη σκοπιάς, η αφήγηση δεν εστιάζεται σε κανένα πρόσωπο (μηδενική εστίαση).
  •       Εκφέρεται σε τρίτο γραμματικό πρόσωπο. Συναντάται κυρίως στα ιστορικά κλασικά  μυθιστορήματα.
  •       Υποβαθμίζεται, ιδίως μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, μέσα σε ένα κλίμα γενικότερης αμφισβήτησης και σχετικότητας.

β) Αφηγητής-άνθρωπος

  •          Σχετική γνώση μέσα στα όρια του ανθρώπου. Η αφήγηση μάς αποκαλύπτει μόνον όσα γνωρίζει κάποιος δεδομένος ήρωας. Ο αφηγητής συμμετέχει και αυτός στην ιστορία είτε ως πρωταγωνιστής είτε ως αυτόπτης μάρτυρας και αφηγείται συνήθως σε πρώτο πρόσωπο (π.χ. διηγήματα Καρκαβίτσα, Βιζυηνού και Παπαδιαμάντη).
  •          Η εστίαση είναι εσωτερική και μπορεί να λάβει τις ακόλουθες μορφές:
>    σταθερή εστίαση: ακολουθεί την οπτική γωνία ενός ανθρώπου (λ.χ. μονόλογος).

>    Μεταβλητή εστίαση: η ιστορία δίνεται διαδοχικά μέσα από την προοπτική πολλών προσώπων (λ.χ. επιστολικό μυθιστόρημα).

>    πολλαπλή εστίαση: το ίδιο γεγονός φωτίζεται πολλές φορές από τη σκοπιά διαφορετικών προσώπων (λ.χ. αστυνομικό μυθιστόρημα - π.χ. Ν. Κάσδαγλη «Κεκαρμένοι»).


γ) Αφηγητής-πράγμα

  •          Σχετική άγνοια αφηγητή, λέει λιγότερα από όσα γνωρίζει ο ήρωας, εξωτερική εστίαση. Πρόκειται για αφήγηση-αίνιγμα, που παραπέμπει στην τεχνική του κινηματογράφου. Αφηγητής-κάμερα, ουδέτερος φακός που καταγράφει απλώς εικόνες στο παρόν (κυρίαρχος ρόλος του Ενεστώτα), χωρίς αναδρομές ή προδρομές και χωρίς να σχολιάζει.
  •          Συναντάται κυρίως σε μυθιστορήματα μυστηρίου, καθώς και στο γαλλικό "Νέο Μυθιστόρημα"  - αντιμυθιστόρημα, το οποίο διακρίνεται για την επίπεδη γραφή και την έλλειψη διαλόγων (π.χ. Αλ. Καμύ «Ο Ξένος», Ε. Χεμινγουέι «Λόφοι σαν άσπροι ελέφαντες», Τ. Γκρίτση- Μιλλιέξ, Γ. Χειμωνάς, Ν. Μπακόλας).







Συνοπτικός πίνακας για τους τύπους του αφηγητή


Αφηγητής-θεός
Απόλυτη
παντογνωσία
Μηδενική εστίαση
Αφηγητής > πρόσωπα
Αφηγητής-άνθρωπος
Σχετική γνώση
Εσωτερική εστίαση
Αφηγητής = πρόσωπα
Αφηγητής-πράγμα
Σχετική άγνοια
Εξωτερική εστίαση
Αφηγητής < πρόσωπα



                      Ανάλογα με το «ποιος μιλάει» 

         {με τη φωνή ποιου ακούμε την ιστορία}

  •           α) Εξωδιηγητικός αφηγητής
      Αφηγητής που τοποθετείται έξω από την ιστορία που διηγείται και που συνήθως αγνοούμε την ταυτότητά του (π.χ. Ιλιάδα του Ομήρου).

  •          β) Ενδοδιηγητικός αφηγητής
      Αφηγητής δευτέρου βαθμού, ο οποίος μπορεί να είναι ένας από τους ήρωες της πρώτης ιστορίας και που αναλαμβάνει να διηγηθεί μια άλλη ιστορία (μεταδιήγηση) με ήρωα τον εαυτό του ή άλλα πρόσωπα.

         Πρόκειται για το φαινόμενο εγκιβωτισμού μιας ιστορίας μέσα στην άλλη (π.χ. «Χίλιες και μια νύχτες»). Η διαρκής επανάληψη εγκιβωτισμών αποκαλείται δομή της αβύσσου.

*    Εγκιβωτισμός: ένθετη ή ενθετική αφήγηση μέσα στην κύρια αφήγηση - π.χ. «Το τρίτο στεφάνι» του Κ. Ταχτσή





             Ανάλογα με τον βαθμό συμμετοχής του αφηγητή στην ιστορία




 α) Ομοδιηγητικός αφηγητής



       Αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο.


 Ο αφηγητής μετέχει στην ιστορία:

-     Ως κεντρικός ήρωας - αυτοδιηγητικός αφηγητής (τεχνική πλαστής αυτοβιογραφίας, π.χ. Στρ. Δούκα «Η ιστορία ενός αιχμαλώτου»).


- Ως δευτερεύον πρόσωπο (π.χ. στα διηγήματα του Γ. Βιζυηνού).

- Ως μάρτυρας /θεατής - αλλοδιηγητικός αφηγητής (π.χ. Γ. Ιωάννου)



 β) Ετεροδιηγητικός αφηγητής


         Αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο.

 Ο αφηγητής δεν μετέχει καθόλου ως πρόσωπο στην ιστορία που αφηγείται.
         
      Από τον συνδυασμό των δύο παραπάνω σχέσεων προκύπτουν οι ακόλουθοι τύποι:


 α) εξωδιηγητικός-ετεροδιηγητικός αφηγητής (αφηγητής α' βαθμού που διηγείται την ιστορία στην οποία δεν συμμετέχει, π.χ. Ιλιάδα), 

β) εξωδιηγητικός-ομοδιηγητικός αφηγητής (αφηγητής α' βαθμού που διηγείται την ιστορία του, λ.χ. αυτοβιογραφία)

γ) ενδοδιηγητικός-ετεροδιηγητικός αφηγητής (αφηγητής β' βαθμού που διηγείται ιστορίες στις οποίες δεν συμμετέχει, π.χ. η Σεχραζάντ στο «Χίλιες και μια νύχτες»),

δ) ενδοδιηγητικός-ομοδιηγητικός αφηγητής (αφηγητής β' βαθμού που διηγείται την ιστορία του, π.χ. ο Οδυσσέας, Οδύσσεια θ'-ιβ').



ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΟΙ ΤΡΟΠΟΙ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΕΣ




Τρόποι αφήγησης



Ο αφηγητής οργανώνει και παρουσιάζει το υλικό της αφήγησης με δύο βασικά τρόπους:

  • 1.    Κρατώντας τον λόγο, έτσι που να αφηγείται ο ίδιος τα γεγονότα και να μεταδίδει με πλάγιο ύφος τα λεγόμενα των ηρώων του  (διήγησις /telling /summary).


       2. Δίνοντας τον λόγο στους ήρωές του, πριμοδοτώντας τον διάλογο και "δείχνοντας" τα γεγονότα, όπως συμβαίνει στο θέατρο (μίμησις / showing scene).



      Η αντίθεση λέγω /δείχνω είναι ουσιαστικά η γνωστή από την αρχαιότητα και ρητά διατυπωμένη από τον Πλάτωνα («Πολιτεία» Γ' 392ά-3946) και τον Αριστοτέλη («Ποιητική» 1448α, 20-24) αντίθεση των όρων διήγησις /μίμησις.


 Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, όσον αφορά τα ποιητικά είδη, ισχύουν τα ακόλουθα:



  •   Δραματική ποίηση - εξαφάνιση αφηγητή (διά μιμήσεως όλη εστιν).
  •   Λυρική ποίηση - αποκλειστική παρουσία αφηγητή (δι' απαγγελίας αυτού του ποιητού).
  •   Επική ποίηση - παρουσία και απουσία αφηγητή (συνδυασμός αμφοτέρων).

      Η μίμηση /σκηνική αφήγηση κερδίζει συνεχώς έδαφος   στη σύγχρονη πεζογραφία.






                         Τεχνικές αφήγησης


  •          Διήγηση: εξιστόρηση γεγονότων, αφήγηση (ο αφηγητής περιγράφει τι συνέβη με δικά του λόγια ή εκθέτει σκέψεις και συναισθήματα των προσώπων, χωρίς άμεση παράθεση των λόγων τους).
         Περιγραφή: λεπτομερής απόδοση, αναπαράσταση τόπων, καταστάσεων και χαρακτήρων.

  •       Διάλογος:
-     Διάλογος σε αφηγηματικό κείμενο, όπου αποδίδεται πιστά ο λόγος των προσώπων (ύφος, ιδίωμα, λεξιλόγιο κτλ.) με τη χρήση παύλας /εισαγωγικών.

-     Θεατρικός διάλογος, όπου απουσιάζει εντελώς ο αφηγητής και η υπόθεση εξελίσσεται με διαλογικό τρόπο - θεατρική τεχνική (π.χ. «Μνήμη» Στρ. Τσίρκα).

  •    Μονόλογος /εσωτερικός μονόλογος (λόγος χωρίς ακροατή, «ροή της συνείδησης» - ακραία περίπτωση απόσυρσης του αφηγητή).
  •     Ελεύθερος πλάγιος λόγος: πιστή απόδοση από τον αφηγητή σκέψεων και συναισθημάτων ενός προσώπου της ιστορίας σε τρίτο πρόσωπο και σε χρόνο παρελθοντικό. Σύμμειξη του λόγου του αφηγητή και του λόγου των ηρώων.
  •    Σχόλιο: γνώμες, κρίσεις, σχόλια του αφηγητή που οδηγούν σε γενικεύσεις.
  •  Εγκιβωτισμός: ένθετη αφήγηση, ενσωματωμένη σε εκτενέστερη αφήγηση.




Ρόλος - λειτουργία του διαλόγου


·         Προσδίδει στην αφήγηση δραματικότητα, φυσικότητα και ζωντάνια.

·         Συντελεί στην πειστικότερη διαγραφή των χαρακτήρων - τα πρόσωπα αποκτούν αληθοφάνεια.

·         Προσιδιάζει στην ανθρώπινη ιδιότητα του αφηγητή, που δεν μπορεί να είναι παντογνώστης. Ο αναγνώστης αντλεί μέσω του διαλόγου πληροφορίες για πρόσωπα και γεγονότα.

·         Εξυπηρετεί την εξέλιξη της δράσης - προετοιμάζει σκηνές που θα ακολουθήσουν.



Ρόλος - λειτουργία της περιγραφής



·         Σκιαγραφεί τα πρόσωπα, στήνει το σκηνικό της δράσης και γενικά φωτίζει την αφήγηση με διάφορες άμεσες ή έμμεσες πληροφορίες.

·         Συντελεί στη μετάβαση από το ένα αφηγηματικό μέρος στο άλλο.

·         Προκαλεί αγωνία και αναμονή στον αναγνώστη με την επιβράδυνση της δράσης.


·         Προσφέρει αισθητική απόλαυση στον αναγνώστη.



Ηθογραφία προσώπων



      Τα πρόσωπα μιας αφήγησης ηθογραφούνται - ψυχογραφούνται μέσω των ακόλουθων τεχνικών:

  •      Μέσα από την περιγραφή και τα σχόλια που κάνει γι' αυτά ο αφηγητής.
  •     Μέσα από τη διήγηση των πράξεών τους.
  •      Μέσα από τον μονόλογο (ή τον εσωτερικό μονόλογο - ενδοσκόπηση), τον διάλογο και τη σχέση τους με τα άλλα πρόσωπα της αφήγησης.
  •    Μέσα από τα λόγια και τις κρίσεις των άλλων προσώπων της αφήγησης.


      Ο λόγος των προσώπων είναι δυνατόν να εκφέρεται /αποδίδεται:

·         Σε ευθύ λόγο, μέσω του διαλόγου ή του μονολόγου.
·         Σε πλάγιο λόγο, εξαρτημένο ή ανεξάρτητο.





Η περιγραφή αποτελεί στατικό και άχρονο στοιχείο του κειμένου σε διάκριση /αντίθεση με την αφήγηση που θεωρείται δυναμικό στοιχείο του κειμένου. Τα όρια αφήγησης - περιγραφής δεν είναι πάντοτε ευδιάκριτα.]








                                Εξωκειμενικός χρόνος


  •       Χρόνος πομπού
 Χρονική στιγμή κατά την οποία ο πομπός (ομιλητής /συγγραφέας) στέλνει το μήνυμά του (αφηγηματικό περιεχόμενο).
  •     Χρόνος δέκτη
 Χρονική στιγμή κατά την οποία ο δέκτης (ακροατής /αναγνώστης) δέχεται το μήνυμα του πομπού.


  •    Χρόνος γεγονότων
 Χρονική στιγμή κατά την οποία διαδραματίζονται τα γεγονότα της αφήγησης.



Παράδειγμα εξωκειμενικού χρόνου, όσον αφορά τα ομηρικά έπη:


Χρόνος πομπού
Χρόνος γεγονότων
Χρόνος δέκτη
8ος αιώνας π.Χ.
12ος αιώνας π.Χ.
Οποιαδήποτε
εποχή




 Εσωκειμενικός χρόνος




  •          Χρόνος ιστορίας - «αφηγημένος»
 Χρονικά όρια μέσα στα οποία εκτυλίσσονται τα γεγονότα που συνιστούν την ιστορία ( story) της αφήγησης. Πραγματικός χρόνος, πρόκειται για τη φυσική διαδοχή, τη χρονική ακολουθία με την οποία έγιναν τα γεγονότα.



  •       Χρόνος αφήγησης - «αφηγηματικός»



 Χρονική σειρά με την οποία παρουσιάζονται και διαρθρώνονται τα γεγονότα κατά την πορεία της αφήγησης. Πρόκειται για την ακολουθία των γλωσσικών σημείων που αναπαριστά τα γεγονότα αυτά. Ουσιαστικά ο χρόνος της αφήγησης είναι ψευδοχρόνος - νοείται ως ο χώρος που καταλαμβάνει το κείμενο πάνω στο χαρτί.

   Ο χρόνος της αφήγησης κατά κανόνα δεν συμπίπτει με τον χρόνο της ιστορίας. Υπάρχει συνήθως διαφορά ως προς τη χρονική σειρά, διάρκεια και συχνότητα των γεγονότων. Μια ιστορία μπορεί να παρουσιάζεται σε ένα κείμενο από την αρχή της ή από τη μέση ή από το τέλος. Όταν η αρχή της αφήγησης συμπίπτει με την αρχή της ιστορίας, τότε χρησιμοποιούμε τον όρο ab ovo  . Όταν η αφήγηση αρχίζει από τη μέση της ιστορίας, χρησιμοποιούμε τον όρο  in media res.




ΧΡΟΝΟΣ ΑΦΗΓΗΣΗΣ (ΧΑ) 


 ΧΡΟΝΟΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ (ΧΙ)



Α)  Ως προς τη σειρά /τάξη {η σχέση ανάμεσα στη χρονική διαδοχή των γεγονότων στην ιστορία και τη διάταξή τους στο κείμενο}




•     Ευθύγραμμη σειρά - χρονική ακολουθία.

•     Αναχρονία - παραβίαση χρονικής σειράς, 
ασυμφωνία ΧΙ και ΧΑ:


  •          Ανάληψη ( flashback ):αναδρομική αφήγηση γεγονότων που είναι
προγενέστερα από το σημείο της ιστορίας όπου βρισκόμαστε.

  •          Πρόληψη ( flashforward ): πρόδρομη αφήγηση που ανακαλεί εκ των προτέρων γεγονότα, τα οποία στην ιστορία θα διαδραματιστούν αργότερα (προοικονομία).

Β)  Ως προς τη διάρκεια 


{η σχέση ανάμεσα στη διάρκεια των γεγονότων της ιστορίας (ώρες, μέρες, μήνες, χρόνια) και στην ψευδο-διάρκεια της εκφώνησής τους στην αφήγηση, την έκταση δηλαδή του κειμένου}



  •          Επιτάχυνση (ΧΑ < ΧΙ)

 Έλλειψη: παράλειψη τμήματος της ιστορίας.

 Περίληψη: πύκνωση, σύνοψη, σύντομη απόδοση τμήματος της ιστορίας (π.χ. ο ομηρικός Οδυσσέας στο νησί των Φαιάκων αφηγείται μέσα σε λίγες ώρες το μεγαλύτερο μέρος των περιπετειών του).




  •          Επιβράδυνση (ΧΑ > ΧΙ)
 Παύση: σταματά η εξέλιξη της ιστορίας (περίπτωση περιγραφής /σχολίου).
 Επιμήκυνση: εκτεταμένη, διεξοδική αφήγηση - κάποτε και σε πολλές σελίδες
γεγονότων που διαρκούν ελάχιστες στιγμές (π.χ. στο έργο του Κ. Θεοτόκη «Οι σκλάβοι στα δεσμά τους» παρουσιάζεται σε εκτενή κεφάλαια μία δεξίωση).



  •          «Σκηνή» (ΧΑ = ΧΙ)

ο Διάλογος /μονόλογος: ίδια διάρκεια όπως και στην περίπτωση που θα εκφωνούνταν πραγματικά από τα πρόσωπα.



Γ) Ως προς τη συχνότητα 


{η σχέση ανάμεσα στις φορές που ένα γεγονός εμφανίζεται στην ιστορία και τις φορές που αυτό αναφέρεται στο κείμενο}

•     Μοναδική αφήγηση: αφήγηση μία φορά αυτού που έγινε στην ιστορία μία φορά.


•     Επαναληπτική αφήγηση: αφήγηση περισσότερες από μία φορές αυτού που συνέβη στην ιστορία μια φορά. 'Οχι πανομοιότυπη επανάληψη αφήγησης, αλλά υφολογικές διαφορές και παραλλαγές ως προς την εστίαση (π.χ. σε αστυνομικά μυθιστορήματα - βλ. το έργο του Φ. Ταμβακάκη «Τα τοπία της Φιλομήλας»).


•     Θαμιστική αφήγηση: αφήγηση μία φορά αυτού που έγινε χ φορές (π.χ. στο έργο της Μ. Λυμπεράκη «Τα ψάθινα καπέλα»).








Παραδοσιακή πεζογραφία
Νεοτερική πεζογραφία
 Ξεκάθαρη μυθοπλασία
 Υποτυπώδης πλοκή
 Ολοκληρωμένοι
 Μη ολοκληρωμένοι
χαρακτήρες - κεντρικός
χαρακτήρες - αντιήρωες
ήρωας

 Ένας αφηγητής, συνήθως
 Ένας ή περισσότεροι
παντογνώστης
αφηγητές με ανθρώπινη,

σχετική γνώση
 Κλασικές τεχνικές:
 Προωθημένες τεχνικές:
αφήγηση, διάλογος,
εσωτερικός μονόλογος,
περιγραφή
εγκιβωτισμένη αφήγηση
 «Αφήγηση μιας
 «Περιπέτεια μιας αφήγησης»
περιπέτειας»











ΠΗΓΗ: Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Κύπρου, 

Μαρία Παπαλεοντίου

Σάββατο 15 Μαρτίου 2014

" Δημόσιες Ιστορίες " , Δημήτρη Χριστόπουλου






Σε  καιρούς αξημέρωτους ,  σαν τους δικούς μας , υπάρχουν πολλοί  που γράφουν ∙  κάποιοι γράφουν για να ξορκίσουν την απογοήτευση  και  το φόβο  που τους τριγυρνά     καθημερινά.  άλλοι γράφουν για να  μιλήσουν εις εαυτόν, αποσυρμένοι στα ερμητικά δωμάτια  της έμπνευσής τους .Υπάρχουν  όμως κι αυτοί  που με το έργο τους δείχνουν όχι απλά παρόντες  στους δύσκολους καιρούς μας αλλά και πρόθυμοι  να δώσουν όνομα σε ό,τι ο κόσμος μας ο συγκαιρινός  φοβάται έστω και να κοιτάξει, να καταγγείλουν, να διαμαρτυρηθούν μέσα απ΄αυτό.  
      Ένας απ΄αυτούς ο Δημήτρης Χριστόπουλος  που με το πρώτο του βιβλίο, τις Δημόσιες Ιστορίες  ήρθε να μιλήσει για όλα όσα μας πονούν, μας φοβίζουν, μας προβληματίζουν. Απόψεις, ιδέες, οράματα, διαψεύσεις, και προκαταλήψεις , που ξεδιπλώνονται καθημερινά μπροστά μας,  καταγράφει ο Δ.Χριστόπουλος μ΄ένα τρόπο ανθρώπινο, απλό, αντιρητορικό. Μια κάμερα μοιάζει να στήνεται μπροστά μας  από τον συγγραφέα  για να παρακολουθήσουμε τα ανθρώπινα. Με αριστοτεχνικό τρόπο ο Χριστόπουλος  εμπλέκει στα διηγήματά του το στοιχείο του δισυπόστατου: την ισορροπία ανάμεσα στο αληθινό και στο μυθοπλασιακό . Μέσα από έναν ευέλικτο νατουραλισμό  δείχνει τον κόσμο της απόγνωσης και μας θυμίζει σε κάθε του σελίδα πως η Λογοτεχνία ασκείται σαν αντιποίηση στην αρχή της Αλήθειας, κάνει δική της την αλήθεια με κάθε τρόπο.
Ο λόγος του συγγραφέα είναι δριμύς αλλά  και υποδόρια τρυφερός,  σαρκαστικός αλλά ποτέ λοίδορος , συναιρεί την εγγενή μελαγχολία  με την αμείλικτη κυριολεξία του κριτικού σχόλιου.




 Ενδεικτικά θα δούμε κάποιες στιγμές  σε μερικά από τα αγαπημένα μου διηγήματα.
Διαβάζουμε στο « κόντρα στον άνεμο επιβιώσαμε» την επιθυμία του ήρωα να φύγει από το ρόλο του κομπάρσου και να αναδυθεί στη σκηνή της ζωής σαν πρωταγωνιστής:
« Πρωτόπιασα δουλειά μετά την εισβολή του Αττίλα στη Κύπρο, σ΄ένα μαγαζί ηλεκτρικών ειδών.Μόλις είχα πάρει το απολυτήριό μου και οι « επισκευαί- τοποθετήσεις τηλεοράσεων και κεραιών’ είχαν μεγάλη ζήτηση.Ο αττικός ουρανός σε λίγο θα φυλακιζόταν στα μαύρα σύρματα και μεις στην ψευδαίσθηση της ευημερίας. Εκείνη την εποχή  ο κόσμος συνήθιζε να στέκεται υπομονετικά με τις ώρες, έξω από το μαγαζί  και να χαζεύει τον « άγνωστο πόλεμο» του Φώσκολου  και σε επανάληψη την προσγείωση του αεροπλάνου που έφερνε πακέτο από τη Γαλλία το « Σωτήρα» και την κουτσή μεταπολίτευση.ένιωθα σαν να΄παιζα κι εγώ κάποιο ρόλο στην τηλεόραση κι οι θεατές με παρακολουθούσαν ανελλιπώς με κομμένη την ανάσα.»
Και πιο κάτω: « Σε λίγο ακούστηκε η μηχανική φωνή Επόμενη στάση Πειραιάς. Τερματικός σταθμός. Οι επιβάτες παρακαλούνται να αποβιβαστούν. Την ώρα εκείνη ο ήλιος τούμπαρε πίσω από την Κούλουρη. Ο ουρανός κόκκινο  ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί. Σταυροκοπήθηκα. Έξω από το σταθμό πεταμένα φέιγ βολάν.
«Αινικιάζοντε  κάδοι απορριμάτων.  Φτηνές τιμές». Έσκυψα  μάζεψα μερικά χαρτάκια και τα ‘βαλα στην κωλότσεπη. Με παραξένεψε η ανορθογραφία . Σε λίγο καιρό – είπα μέσα μου – σε κάδο ανακύκλωσης θα μας ρίχνουν. Είναι οικολογική λύση που διασφαλίζει τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αειφόρο απόδοση του εργαζόμενου- οικολογικές διακηρύξεις. Τις ακούς συνέχεια σε προεκλογικές περιόδους. Άλλοτε τις στυμμένες  λεμονόκουπες τις  πέταγαν, τώρα τις αναγομώνουν. Και το ξεζούμισμα συνεχίζεται  δια βίου….»
Ο Δ. Χριστόπουλος έχει το χάρισμα , την ευρηματικότητα να ανασυσταίνει πραγματικότητες  μέσα από καθημερινά περιστατικά, συνήθεις ανθρώπινες στιγμές. Κι αυτό το κάνει με μια γλώσσα ρεαλιστική,  διεισδυτική μέσα στην οικονομία της. Δεν αφήνει περιθώρια για ψευδαισθήσεις: κάθε στιγμή αναμετριέται  με τον ανθρώπινο πόνο, το χαμένο όραμα, την διάψευση ή την ελπίδα.
Ένας κρυμμένος , εσωτερικευμένος λυρισμός διατρέχει τη γραφή του αλλά δεν αφήνει το μάτι μας να πλανηθεί μακριά από τον πολιτικό , ηθικό και κοινωνικό πυρήνα των διηγημάτων του.
Παρακολουθούμε στο ενδέκατο διήγημα, στο « Διαχειριστή», τον κύριο Νίκανδρο να υπερασπίζεται με πίστη ό,τι πολύτιμο έχει χαθεί γι αυτόν: τη μνήμη της γυναίκας του, το παλιό αυτοκίνητό του,  την καθαρότητα της ψυχής του τελικά. Αυτή είναι η αρματωσιά του.
Παρακολουθούμε στο κλείσιμο του διηγήματος τον κ. Νίκανδρο να συζητά με τον αφηγητή:
« Σε λίγο νυχτώνει. Ο κουρνιαχτός καταλαγιάζει, τα φώτα στις κο­λόνες ανάβουν το ένα μετά το άλλο, όπως το Μεγάλο Σάββατο που το ένα κερί δανείζεται απ’ τ’ άλλο το Άγιο Φως  προσδοκώ­ντας την Ανάσταση. Στην έρημη αλτάνα δυο άντρες κάθονται δί­πλα δίπλα, με δυο ποτηράκια τσίπουρο και μεζεδάκια που ο ηλικι­ωμένος διαχειριστής ετοίμασε, γιατί ξεροσφύρι χτυπάει πανάθεμά το! Το τσίπουρο, πάντα χωρίς γλυκάνισο, του το ’στέλναν τις γιορ­τές απ’ τον Τύρναβο οι συγγενείς του, όσοι, εννοείται, επέζησαν ύστερα από τόσες θεομηνίες που γνώρισε ο τόπος. Αυτοί έχουν ακούσει για ένα παλικάρι είκοσι χρονώ, αμετανόητο καπετάνιο, που εκείνα τα δίσεκτα χρόνια έπιασε την τιμονιέρα και ανέβηκε στο βουνό των θεών, αγέρωχα να πολεμήσει, και κοιμόταν χρόνια με τους πεθαμένους. Γι’ αυτούς δεν υπήρξε ποτέ «ανανήψας».
Σουρούπωσε για τα καλά. Ένα μηχανάκι με κομμένη εξά­τμιση διέλυσε μ’ αναίδεια τη σιωπή. Μ’ αρέσει αυτή η ώρα. Το σκοτάδι σκεπάζει τη βρομιά της μέρας, όπως η μάνα το παιδί της προτού κοιμηθεί. Μην κρυώσει κι αρχίσει να βήχει.
-     Σφάλισε καλά τα μάτια σου και δες, μου ’κανε σε μια στιγ­μή. Δεν θέλω όμως ζαβολιές! Σε βλέπω γω. Πες μου τι θωρείς;
Υπάκουσα πρόθυμα κι έμεινα για ώρα σιωπηλός.
Καμένη γη μυρίζει τριγύρω, του απάντησα. Άνθρωποι με  άδεια πρόσωπα σε χρόνια γυμνά. Βρέχει δάκρυα απ’ τον ου­ρανό και ανθρώπους απ’ τις ταράτσες. Ξεχαρβαλωμένες γρί­λιες σε καιρούς συσκότισης.
Άνοιξα τα μάτια. Απ’ την απέναντι πολυκατοικία ξεμύτισε ' σαν τυφλοπόντικας ένας μεσήλικας με πυτζάμες και παντό­φλες στο μπαλκονάκι του δεύτερου. Είχε κολλημένο στ’ αφτί ένα παλιό τρανζιστοράκι και τραγουδούσε φάλτσα: δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα προσμένουμε, ίσως, ένα θάμα.
Ο κύριος Νίκανδρος έβαλε τις παλάμες στα μάτια του σα να μην ήθελε να βλέπει άλλο. Κάποτε μπορούσες να πεθάνεις με αξιοπρέπεια. Το θέμα δεν είν’ ο θάνατος αλλά ο τρόπος. Τώρα γεμίσαμε περιφερόμενα πτώματα. Πώς να πεθάνουν κι αυτά...
Τον άκουγα για πρώτη φορά να μιλά με λόγια αινιγματικά.
Σηκώθηκε αντάρα κι έπιασε μια ψύχρα άλλο πράμα. Οι τέντες πλατάγιζαν σαν τα πανιά ενός ιστιοφόρου. Μου φάνηκε πως σε λίγο θα πέταγαν στον ουρανό μαζί με τα σπίτια. Ο διπλανός μου θα ναι ο καπετάνιος κι εγώ ο κελευστής. Ανατρίχιασα και έτριψα τα χέρια μου να ζεσταθώ. Κατέβασα μονορούφι το τσίπουρο να μου κάψει λίγο τα σωθικά. Ύστερα από ώρα κάτι ψέλλισα.
-     Άλλαξε και το κλίμα... δεν ξέρω αν έρθει ποτέ ο καιρός που λες, Νίκανδρε.
Τα χέρια μου τρέμανε τώρα πιο πολύ. Το βλέμμα του ανταρια­σμένο σαν κάτι να θυμήθηκε απ’ τα παλιά. Τα μάτια του υγρά.
-     Η βία είν’ η κόρη του φόβου και της ένδειας. Ο φόβος γεννά τέρατα!
Ο λόγος του ξυραφιά στο πρόσωπο.
Έχεις δίκιο, έσκυψα και του ’πα στ’ αριστερό αφτί. Το δεξί κα­τεστραμμένο απ’ το ξύλο στις εξορίες. Όταν σε γραπώσει ο φό­βος απ’ τον λαιμό γίνεται μέγγενη και σε παραλύει, σκόνη που τη ρουφάς και σε ζαλίζει. Είναι φορές που νιώθω σαν τις φάλαι­νες που είδα προχθές στην τηλεόραση. Είδος προς εξαφάνιση. Παγιδευμένες στο  Hundson Bay στο Κεμπέκ του Καναδά παίρνουν ανάσες από μια τρύπα στον πάγο που έχει μέγεθος μικρού φορτηγού. Παγιδευμένος και γω σ’ ένα λευκό κελί περιμένω να εμφανιστούν επιτέλους τα παγοθραυστικά για να σπάσουν τον πάγο. Έχει αφόρητο ψύχος και δεν αντέχω...
-  Και δεν έρχονται, ε; Κι εσύ ακόμη τα περιμένεις...
Κουβέντα στην κουβέντα το τσίπουρο σώθηκε. Ελάχιστο έμεινε και το μοιραστήκαμε ακριβοδίκαια. Νύχτωσε πια για τα καλά. Τα παντζούρια σφάλισαν, τα φώτα έσβησαν. Ερημιά.» 
Σ΄’ολες τις Ιστορίες του Δ. Χριστόπουλου το τέλος αν και συχνά θλιβερό είναι παραμυθητικό · κομίζει οδύνη για τον αναγνώστη αλλά και για τον συγγραφέα, θα τολμούσαμε να πούμε αν θέλαμε να μαντέψουμε  στιγμές κι αιτίες βαθιές στην μυστική διαδικασία της δημιουργίας. Υποβάλλει  τον αξιακό κώδικα του συγγραφέα, το όραμα ενός κόσμου έντιμου , αγωνιστικού και πιο ανθρώπινου.
Στο «ροτβάϊλερ» - μέσα από τον καταγγελτικό ρεαλισμό του -  παρακολουθούμε πώς υποβάλλονται και διαμορφώνονται οι ιδεολογίες : ένα ορφανό παιδί, ο Χριστόφορος, εντάσσεται  σε νεοφασιστική ομάδα και καταλήγει στο έγκλημα , πληρώνοντας το ακριβό τίμημα: « σκούζει από πόνο , θυμό και ντροπή κατάχαμα στο υγρό κελί της φυλακής»
Στη « συμφωνία τρόμου» βρισκόμαστε μπροστά στο σκληρό πρόσωπο της κοινωνικής ανισότητας και της αλλοτρίωσης. Στο τέλος του διηγήματος δύο εκ διαμέτρου  αντίθετες ζυγίσεις ομιλούν για την ήττα του ανθρώπου. Και στις δυό το βάρος, το αποτέλεσμα της  ζύγισης θα προσδιορίσει την ίδια τη ζωή.
Στο  εργοστάσιο παραγωγής αλεύρων οι εργαζόμενοι βυθισμένοι στις αυταπάτες τους δεν αντιλαμβάνονται την παγίδα της αλλοτρίωσης στην οποία έχουν πέσει : εργατικοί , μεθοδικοί, έντιμοι, εργάζονται αφοσιωμένοι ολόψυχα στο εργοστάσιο  αλεύρων, στο τμήμα ζύγισης. Ζυγίζουν τα σακιά, ζυγίζεται και η αποδότικότητά τους. «μια βιομηχανική νόρμα είναι η ζωή» .όμως τώρα επίκεινται απολύσεις , οι αδύναμοι θα συνθλιβούν: στο τέλος της βδομάδας θα ανέβαιναν όλοι πάνω στις ζυγαριές και οι ελαφρύτεροι θα αποχαιρετούσαν τη δουλειά · ένα γραμμάριο αρκούσε….
     Το απάνθρωπο μοντέλο  των εργασιακών καπιταλιστικών σχέσεων ορθώνεται μπροστά μας. Το απάνθρωπο σαν στοιχείο σε όλες τις σχέσεις του σήμερα. Ο δαρβινικός νόμος της φυσικής επιλογής , που τόσο πάλεψε ο ανθρώπινος πολιτισμός να διαψεύσει , επανέρχεται αμείλικτος. Οι ανθρώπινες ανάγκες   παραμερίζονται. και οι αντοχές της κοινωνικής συνοχής δοκιμάζονται στο έπακρο. Τέτοιες στιγμές είναι όλοι μόνοι. Η ζυγαριά από εργαλείο δουλειάς και επικοινωνίας  γίνεται εργαλείο επιλογής και απόρριψης ανθρώπων.
«Η βδομάδα κύλησε βουβή. Ο ένας παρατηρούσε τον άλλον, μήπως και πήρε κάποιο γραμμάριο. Οι μετρήσεις δεν είναι αστεία υπόθεση. Το ’ξεραν καλά: τα λιποβαρή σακιά επιστρέφονται. Η φύρα είναι εχθρός! Με τα βιομηχανικά πρότυπα δεν έχει αστεία. Τόσα χρόνια σακιά ζύγιζαν. Στους ανθρώπους θα κόλλαγαν;
Το τελευταίο βράδυ κανείς δεν κοιμήθηκε. Ο Α. θυμήθηκε τη μάνα του. Ήταν παιδάκι στην Κατοχή, σκελετωμένο από την πείνα, όταν ένας Γερμανός στρατιώτης τη λυπήθηκε και της πρόσφερε ένα γλυκό. Φοβήθηκε και το ’βαλε στα πόδια.
Ο Β. θυμήθηκε τον Εβραίο μπάρμπα, απ’ το σόι της μάνας του.
Πέθανε σκελετωμένος σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης.
Ο Γ., ο Δ. και ο Ε. έτρωγαν σουβλάκια. Ο «μουγγός» δεν σκέφτηκε τίποτα. Ξενύχτησε στο «Παίδων» στο προσκεφάλι της κορούλας του. Έχασε κι άλλο βάρος, είπαν οι γιατροί. Δεν τους έδιναν και πολλές ελπίδες.
Ξημέρωσε Σάββατο. Η τελευταία μέρα της βδομάδας. Τρεις σωματώδεις τύποι στο τμήμα ζύγισης-συσκευασίας-μεταφο­ράς ζύγιασαν 200 τόνους αλεύρι. Το απογευματάκι ο Γ. ο Δ. και ο Ε. έπιναν μπύρες και καλοτύχιζαν τη δουλειά τους στη ζυγαριά του τρόμου.»
Οι αφηγηματικές δεξιότητες του Δ.Χριστόπουλου φανερές μέσα από την μαστοριά και τη συνθετικότητα της περιγραφής και της αφήγησης. Γραφή  άμεση και ευθύβολη, λόγος αιχμηρός, χωρίς λογοτεχνικές επιτηδεύσεις, σε απόλυτη εναρμόνιση με το ρεαλιστικό περιεχόμενο του έργου. Απουσιάζει κάθε αίσθηση του περιττού.
        Οι ήρωες των διηγημάτων είναι απλές καθημερινές ή κάποτε ακραίες μορφές της ατομικής και συλλογικής συμπεριφοράς. Εξελίσσονται ψυχολογικά – κάτι που δύσκολα  επιτυγχάνει κανείς μέσα  στον στενό διηγηματικό ορίζοντα - και καταλήγουν σε μια συλλογική ψυχογραφία των καιρών μας, αποτελώντας αφορμές κοινωνικού προβληματισμού.
   Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Δάφνη στο  διήγημα « citius, altius  fortius “ Η νεαρή Δάφνη παλεύει από μαθήτρια να ανταπεξέλθει στην απαίτηση των καιρών και του πατέρα της, γρηγορότερα, υψηλότερα, ισχυρότερα. Η ανθρώπινη ματαιοδοξία σ΄όλο της το μεγαλείο. « ακόμη και το όνομά της σκόπιμα το είχε  επιλέξει ο κύριος Θεοχάρης, ώστε να παραπέμπει στην  κοινωνική καταξίωση και στη δόξα, παρακάμπτοντας την οικογενειακή παράδοση επιλογής των ονομάτων» Η Δάφνη, « η προσωποποίηση της τελειότητας , ρεκορντγούμαν των αριστείων και των επαίνων»  μεγαλώνοντας ζούσε σ΄ένα υπερπολυτελές  σπίτι των βορείων προαστίων, μόνη, κατάμονη..
            Συντροφιά της εφιαλτική η συλλογή των σπαθιών της. Σπαθιά ξεχωριστά, σπάνια · σπαθιά που παραπέμπουν στην «άτρωτη» εικόνα της αλλά και συνάμα  στην «αιχμηρή λάμα» της ματαιόδοξης  ζωής .Στο τέλος  αρχίζει η κατακρήμνιση: ο πατέρας της  εισαγγελέας και παράγων της τοπικής  κοινωνίας γίνεται πια ένας ξοφλημένος συνταξιούχος. Η οικογενειακή τιμή  κινδυνεύει να καταρρεύσει με την αποκάλυψη των παρανομιών στο  χτίσιμο του πατρικού σπιτιού. Η Δάφνη   μαθαίνει την απόλυσή της μ΄έναν τρόπο απόλυτα συνταιριασμένο με  την εποχή που ζει και υπερασπίζεται : η τεχνολογικά διαμεσολαβημένη επικοινωνία , με ένα λιτό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου  ανακοινώνει την  «διακοπή  της συνεργασίας»  της με την εργοδότρια εταιρεία. Τη φωτιά που μαίνεται απέναντί της την κοιτάει απαθής, απογυμνωμένη από αισθήματα , αφού ποτέ δεν έμαθε να νιώθει τίποτε άλλο εκτός από την επιβεβαίωση της νίκης. Και τον καθρέφτη της με το ίδιο βλέμμα τον κοιτάει. Ο  murano βενετσιάνικος καθρέφτης ,που τη συντρόφευε στη μοναξιά της,  τής έδειχνε  εφιάλτες : τη ζωή της  την εύθραυστη που έσπαγε  σε χιλιάδες κομματάκια , προσάναμμα σε μια λαίμαργη φωτιά, αυτήν της αποτυχίας, της απρόσμενης ήττας.
" Έμενε σ’ ένα υπερπολυτελές σπίτι των βορείων προαστίων που είχε σχεδιάσει η ίδια. Ζούσε παρέα με τα πτυχία και τις δάφνες της. Στους τοίχους του σαλονιού, εκτός από τις διακρί­σεις της, μπορούσες να δεις κάθε λογής σπάνια σπαθιά να κρέ­μονται απειλητικά. Τα συνέλεγε με μανία, σύμβολα αγώνων, θυσιών και αμέτρητων θανάτων. Ήταν περήφανη για τα αποκτήματά της, κυρίως για τα σπαθιά των σαμουράι, τα κατάνα, που δεν έσπαγαν ποτέ. Τα δυτικά σπαθιά δεν τα εκτιμούσε ιδι­αίτερα γιατί δεν ήταν τόσο ανθεκτικά. Τα κατάνα φτιάχνονταν από ένα έλασμα μετάλλου που διπλώνεται και ξαναδιπλώνεται πάνω από τη φωτιά, ώσπου να γίνει μια άτρωτη, αιχμηρή λάμα που δεν είναι δυνατό να καταστραφεί παρά μονάχα από τη φω­τιά που τη γέννησε. Ένα βράδυ που ακούμπησε το πιο λεπτό μεταξωτό φουλάρι της στην κόψη της κατάνα το είδε να γλι­στρά αέρινα και να κόβεται υπέροχα στα δυο.
«Ήταν ιδιαίτερα υπερήφανη και για άλλο ένα απόκτημα από τα διαρκή ταξίδια της. Δίπλα στην είσοδο του άνετου καθιστι­κού κρεμόταν επιβλητικός ένας οκταγωνικός βενετσιάνικος καθρέφτης murano , ανυπολόγιστης αξίας, που κάποτε κο­σμούσε μια έπαυλη του ιταλικού βορρά. Της άρεσε να κάθεται τα ήσυχα βράδια της παγερής μοναξιάς μπροστά του, έχοντας τα κεριά αναμμένα. Ξαφνικά ο καθρέφτης γινόταν μια γιγάντια γυάλινη οθόνη στην οποία προβάλλονταν αλλόκοτες σκηνές. Πορσελάνινες κούκλες που έσπαγαν σε χιλιάδες κομματάκια και παραδίδονταν ανυπεράσπιστες σε ασίγαστες φλόγες, πανύψηλα δέντρα που λύγιζαν από δαιμονισμένους ανέμους, πανέμορφα γυναικεία φορέματα που γίνονταν προσάναμμα λαίμαργης πυρκαγιάς. Παρακολουθούσε αμίλητη το απόκοσμο θέαμα, σαν να βρίσκεται μπροστά σε οθόνη κινηματογράφου, κουκουλωμένη με τη μάλλινη εσάρπα που της εξασφάλιζε μιαν επίφαση ζεστασιάς ξεγελώντας έτσι το δριμύ εσωτερικό ψύχος. Όσο περνούσαν τα χρόνια έβλεπε ολοένα και πιο συχνά αυτόν τον εφιάλτη, όταν έστεκε και κοιτούσε επί ώρα την ψυχρή και διάφανη οθόνη οποιουδήποτε καθρέφτη.»
Και μετά την πυρκαγιά έρχεται  το τέλος:
«Όση ώρα περίμενε τις επίγειες δυνάμεις καθόταν κατάχαμα στα σκαλιά του σπιτιού με το λάπτοπ κλειστό στα γόνατα και την εσάρπα στους ώμους. Παρακολουθούσε γοητευμένη την καταστροφή. Σα να απολάμβανε τη φωτιά, όπως ένα παγό­βουνο που εκλιπαρεί να γίνει και πάλι νερό. Η συναισθηματι­κή ξηρασία τόσων χρόνων είχε μαράνει τα αισθήματα, τις επι­θυμίες, τη θηλυκότητά της. Συνθήκες ιδανικές για ανάφλεξη.
Όταν είδε να πλησιάζουν τα κόκκινα φώτα του πυροσβε­στικού οχήματος άνοιξε πάλι τον μικροσκοπικό υπολογι­στή της και ξαναδιάβασε το τελευταίο μήνυμα: «Η Εται­ρεία υπάγεται στο άρθρο 99. Λυπούμαστε. Πρέπει να διακόψουμε οριστικά τη συνεργασία μας». Ελάχιστες λέξεις. Μήνυμα σαφές και λιτό. Τέτοια μηνύματα έστελνε κι η ίδια. Το άφησε αναπάντητο, σηκώθηκε και κοιτάχτηκε στον κα­θρέφτη.»
Ο  καθρέφτης, το κάτοπτρο και το είδωλο  αποκαλυπτικά  μιας φασματικής ζωής , της ζωής της Δάφνης, της ζωής της δικής μας. Ο καθρέφτης που αναπαράγει αυτό που δεν αντέχουμε να δούμε, τον εαυτό μας, την αλήθεια της ζωής μας. Ο καθρέφτης  που μέσα του η Δάφνη  αντικρίζει  τη ζωή στην οποία αυτοπαγιδεύτηκε , καθηλωμένη από τις κατασταλτικές δυνάμεις των προσδοκιών των άλλων γι΄ αυτήν.
Ίσως αυτός ο καθρέφτης της Δάφνης να στέκεται μέσα σε όλα τα διηγήματα του Δ.Χριστόπουλου, σαν  το μέσον να δούμε την ανθρώπινη οδύνη, τις ψευδαισθήσεις μας. Τον συγκαιρινό κόσμο των ειδώλων. Ήρωες που  είδαν το πρόσωπό τους ν΄αλλάζει, να μεταμορφώνεται σε κάτι που ποτέ οι ίδιοι δεν θέλησαν πραγματικά.
  Ο καθρέφτης  που αντανακλά  τη διαρκή πάλη   ανάμεσα  στις επιταγές  του λαίμαργου Υπερ-εγώ  και στις  αληθινές επιθυμίες  μας.
Αυτόν που είδε και ο   Μπόρχες   όταν μίλησε για τους καθρέφτες και τον άνθρωπο :
«Σήμερα, ύστερα από τόσα αμήχανα έτη
που κάτω απ’ το φεγγάρι περιπλανιέμαι
Ποια τύχη και ποια μοίρα, αναρωτιέμαι
μ’ έκανε τάχα να φοβάμαι τον καθρέφτη...
Ο θεός έφτιαξε τις νύχτες που γεμίζουν
όνειρα, σχήματα στου κατόπτρου τα βάθη
Πως είναι είδωλο, ο άνθρωπος να μάθει,
και ματαιότητα. Γι’ αυτό και μας φοβίζουν»