Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012

Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες



 
                                        ΕΛΕΝΗ


Η Ελένη της Τροίας, Ε.Μόργκαν

ΤΕΥΚΡΟΣ ... ες γην εναλίαν Κύπρον ου μ' εθέσπισεν
οικείν Απόλλων, όνομα νησιωτικόν
Σαλαμίνα θέμενον της εκεί χάριν πάτρας.
..............................................................
ΕΛΕΝΗ: Ουκ ήλθον ες γην Τρωάδ' , αλλ' είδωλον ήν.
.............................................................
ΑΓΓΕΛΟΣ: Τι φής;
Νεφέλης άρ' άλλως είχομεν πόνους πέρι;


                                                     
                                                             ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, ΕΛΕΝΗ

 



"Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες''.



Αηδόνι ντροπαλό, μες στον ανασασμό των φύλλων,

σύ που δωρίζεις τη μουσική δροσιά του δάσους

στα χωρισμένα σώματα και στις ψυχές

αυτών που ξέρουν πως δε θα γυρίσουν.

Τυφλή φωνή, που ψηλαφείς μέσα στη νυχτωμένη μνήμη

βήματα και χειρονομίες. δε θα τολμούσα να πω φιλήματα.

και το πικρό τρικύμισμα της ξαγριεμένης σκλάβας. 



"Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες".



Ποιες είναι οι Πλάτρες; Ποιος το γνωρίζει τούτο το νησί;

Έζησα τη ζωή μου ακούγοντας ονόματα πρωτάκουστα:

καινούργιους τόπους, καινούργιες τρέλες των ανθρώπων

ή των θεών.

η μοίρα μου που κυματίζει

ανάμεσα στο στερνό σπαθί ενός Αίαντα

και μιαν άλλη Σαλαμίνα

μ' έφερε εδώ σ' αυτό το γυρογιάλι.

Το φεγγάρι

βγήκε απ' το πέλαγο σαν Αφροδίτη.

σκέπασε τ' άστρα του Τοξότη, τώρα πάει να 'βρει

την καρδιά του Σκορπιού, κι όλα τ' αλλάζει.

Πού είναι η αλήθεια;

Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης.

το ριζικό μου, ενός ανθρώπου που ξαστόχησε*.



Αηδόνι ποιητάρη,

σαν και μια τέτοια νύχτα στ' ακροθαλάσσι του Πρωτέα

σ' άκουσαν οι σκλάβες Σπαρτιάτισσες κι έσυραν το θρήνο,

κι ανάμεσό τους-ποιος θα το 'λεγε-η Ελένη!

Αυτή που κυνηγούσαμε χρόνια στο Σκάμαντρο.

Ήταν εκεί, στα χείλια της ερήμου. την άγγιξα, μου μίλησε:

"Δεν είν' αλήθεια, δεν είν' αλήθεια" φώναζε.

"Δεν μπήκα στο γαλαζόπλωρο καράβι.

Ποτέ δεν πάτησα την αντρειωμένη Τροία".



Με το βαθύ στηθόδεσμο, τον ήλιο στα μαλλιά, κι αυτό

το ανάστημα

ίσκιοι και χαμόγελα παντού

στους ώμους στους μηρούς στα γόνατα.

ζωντανό δέρμα, και τα μάτια

με τα μεγάλα βλέφαρα,

ήταν εκεί, στην όχθη ενός Δέλτα.

Και στην Τροία;

Τίποτε στην Τροία-ένα είδωλο.

Έτσι το θέλαν οι θεοί.

Κι ο Πάρης, μ' έναν ίσκιο πλάγιαζε σα να ήταν πλάσμα

ατόφιο.

κι εμείς σφαζόμασταν για την Ελένη δέκα χρόνια .



Μεγάλος πόνος είχε πέσει στην Ελλάδα.

Τόσα κορμιά ριγμένα

στα σαγόνια της θάλασσας στα σαγόνια της γης.

τόσες ψυχές

δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι.

Κι οι ποταμοί φουσκώναν μες στη λάσπη το αίμα

για ένα λινό κυμάτισμα για μια νεφέλη

μιας πεταλούδας τίναγμα το πούπουλο ενός κύκνου

για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη.

Κι ο αδερφός μου;

Αηδόνι αηδόνι αηδόνι,

τ' είναι θεός; τι μη θεός; και τι τ' ανάμεσό τους;



"Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες".



Δακρυσμένο πουλί,

στην Κύπρο τη θαλασσοφίλητη

που έταξαν για να μου θυμίζει την πατρίδα,

άραξα μοναχός μ' αυτό το παραμύθι,

αν είναι αλήθεια πως αυτό είναι παραμύθι,

αν είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι Δε θα ξαναπιάσουν

τον παλιό δόλο των θεών.

αν είναι αλήθεια

πως κάποιος άλλος Τεύκρος, ύστερα από χρόνια,

ή κάποιος Αίαντας ή Πρίαμος ή Εκάβη

ή κάποιος άγνωστος, ανώνυμος που ωστόσο

είδε ένα Σκάμαντρο να ξεχειλάει κουφάρια,

δεν το 'χει μες στη μοίρα του ν' ακούσει

μαντατοφόρους που έρχουνται να πούνε

πως τόσος πόνος τόση ζωή

πήγαν στην άβυσσο

για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.




ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

*Τοξότης που ξαστόχησε: έχασε το στόχο του, απέτυχε: Ο Τεύκρος απέτυχε να σκοτώσει τον Έκτορα, απέτυχε να αποτρέψει τον αδελφό του από την αυτοκτονία, απέτυχε να πείσει τον πατέρα του για την τιμιότητα των προθέσεων του.Αναλογικά  ο ποιητής αισθάνεται συχνά σε  ότι ξαστοχεί σε ό,τι αφορά τη ζωή του, το έργο του ή τις προθέσεις του.

Πλάτρες, Κύπρος


ΜΙΑ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Η «Ελένη», ένα από τα λυρικότερα και τεχνικότερα ποιήματα του, γράφτηκε το 1953, όταν ο Σεφέρης πήγε για πρώτη φορά στην Κύπρο, πρωτοδημοσιεύτηκε στη Νέα Εστία το 1954 και περιλαμβά­νεται στη συλλογή Κύπρον, ού μ'έθέσπισεν..., η οποία τυπώθηκε το 1955 —είκοσι ολόκληρα χρόνια μετά το Μυθιστόρημα— και αργό­τερα εντάχθηκε ( μετονομάστηκε;) στη συγκεντρωτική έκδοση με τον τίτλο Ημερολό­γιο Καταστρώματος Γ'.
 Στο ποίημα προτάσσονται αυτούσιοι στίχοι από την Ελένη του Ευριπίδη (140-150, 528, 706-707), στίχοι-κλειδιά, που χρησιμοποιούνται από τον ποιητή για τη δόμηση του μύθου του ποιήματος και τη σκηνοθεσία της υπόθεσης και αποτελούν μια συ­μπερίληψη του όλου ποιήματος.
Η πολυσημία του μύθου της Ελένης στην αρχαία ελληνική γραμματεία (Όμηρος, Ησίοδος, Κύπρια Έπη, Ηρόδοτος, Αισχύ­λος, Σοφοκλής, Ευριπίδης) το ημιθεϊκό αρχέτυπο της τελειότητας και η πολύπλαγκτη μοίρα της στάθηκαν προφανώς οι αφετηρίες για τη σύνθεση της σεφερικής «Ελένης». 


Το ποίημα βασίζεται στην παραλλαγή του μύθου της Ελένης όπως την παρουσίασε ο Ευριπίδης στην ομώνυμη τραγωδία του, που παρουσιάστηκε στην Αθήνα το 412 π.Χ. μετά τη Σικελική καταστροφή. Σύμφωνα μ' αυτόν, ο Τρωικός Πόλεμος έγινε για ένα φάντασμα της βασίλισσας Ελένης, αφού η πραγματική είχε φυγαδευτεί στην Αίγυπτο. Όλη εκείνη η περιπέτεια για το τίποτε!

Ελένη και Πάρης (Jacques-Louis David-1788- Louvre, Παρίσι
 Στην τραγωδία αυτή λει­τουργεί ο αντιμύθος και όχι ο μύθος του Ομήρου : η Ελένη, που πήγε στην Τροία με τον Πάρι, ήταν ένα φάσμα-ομοίωμα της πραγ­ματικής, που το επινόησαν οι θεοί για να προκαλέσουν τον πόλεμο. Η μυθική υποδομή του ποιήματος, σύμφωνα με την ευριπίδεια εκδο­χή, είναι η περιπέτεια του Τεύκρου, αδελφού του Αίαντα, που ήταν ο πιο φημισμένος τοξότης του τρωικού πολέμου- όταν επέστρεψε στην πατρίδα του, τη νήσο Σαλαμίνα, ο πατέρας του Τελαμών, επει­δή τον θεώρησε υπεύθυνο για την αυτοκτονία του αδελφού του  Αίαντα, τον εξό­ρισε, και ο θεός Απόλλων τον έστειλε στην Κύπρο, να ιδρύσει μιαν άλλη Σαλαμίνα, ως ανάμνηση της πατρίδας του. Ο Τεύκρος, ταξιδεύ­οντας για την Κύπρο, συναντάει την Ελένη, η οποία του αναφέρει ότι δεν πήγε η πραγματική Ελένη στην Τροία, αλλά το είδωλο της, ενώ η ίδια είχε μεταφερθεί από τον Ερμή, εκτελεστικό όργανο της Ήρας, στην Αίγυπτο, στα ανάκτορα του βασιλιά Πρωτέα, όπου τη συνάντησε ο Μενέλαος επιστρέφοντας από την Τροία.


Ο ποιητής ταυτίζει τον εαυτό του με τον Τεύκρο, που πήρε χρησμό να εγκατασταθεί στην Κύπρο και έγινε ο οικιστής της κυπριακής Σαλαμίνας. Όλους αυτούς τους στοχασμούς που καταγράφονται στο ποίημα υποτίθεται ότι τους κάμνει το άχαρο θύμα του Τρωικού πολέμου και πιστός εντολο­δόχος του θεού, ο Τεύκρος, μια νύχτα που αγρυπνά και αγωνιά.

Η μέθοδος με την οποία ο Ευριπίδης επιχειρεί την ανατροπή του τρωικού μύθου είναι πράγματι ιδιοφυ­ής: χρησιμοποιεί ένα παραμύθι για να δείξει την κουφότητα του παραδοσιακού μύθου.


Ο ποιητής, όταν γράφει το ποίημα, βρίσκεται στην Κύπρο τον καιρό που σιγοβράζει η εξέγερση κατά των Άγγλων αποικιοκρατών που, παρά τις υποσχέσεις τους για αυτοδιάθεση των λαών στη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου Πολέμου, αρ­νούνται να ανταποκριθούν στην απαίτηση των Κυπρίων για ελευθερία.

Φορτίζεται από αγανάκτηση για τη στάση των Άγγλων και αισθάνεται εξαπατημένος, ξεγελασμένος και προδομένος μια και είχε, ως άτομο και ως Έλληνας, συμβάλει στη νίκη των συμμάχων κατά των Γερμανών στον Πόλεμο, προσδοκώντας έναν καινούριο κόσμο ελευθερίας και δικαίου.

Θέλει να εκφράσει την απογοήτευση, την οδύνη και το παράπονο του που οι Κύπριοι χρειάζεται να ξαναπολεμήσουν για τα ιδανικά που υποτίθεται ότι κερδήθηκαν με τη νίκη των συμμάχων, και μάλιστα εναντίον εκείνων που πρωτοστάτησαν στον αγώνα υποπτεύεται, άλλω­στε, ότι οι λαοί πάλεψαν και οι θυσίες έγιναν μάταια, για ένα ψέμα.


Οι ενότητες του ποιήματος (68 στίχοι) συγκροτούν:

 (α) Το σκηνικό χώρο: Κυπριακό τοπίο στις Πλάτρες, θαυμάσια εξο­χή, όπου λειτουργεί το θαύμα (νύχτα, δάσος με αηδόνια, νυχτερινή κίνηση των άστρων, φεγγάρι σαν Αφροδίτη), που μετατίθεται, κα­θώς προχωρούμε, σε μια μυθική διάσταση, στην Αίγυπτο, όπου προβάλλει η πραγματική Ελένη, και στην Τροία, όπου κυριαρχεί το είδωλο της —σαφής διχασμός φαντασίας και πραγματικότητας— για να επανέλθει, ξαφνικά, πάλι στις Πλάτρες, στην Κύπρο τη θα­λασσοφίλητη.
(β) Τα πρόσωπα του ποιήματος: Τεύκρος, ποιητής, Ελένη, που πα­ρουσιάζονται με μια δραματική πολυφωνία. Προσφώνηση του ποιη­τή στο αηδόνι, που συμβολίζει τον ποιητάρη λαό και τον ίδιο τον ποιητή, διάλογος του ποιητή με τον εαυτό του, ταύτιση με τον Τεύ­κρο (προσωπείο του ποιητή) φωνή της Ελένης —που εικο­νίζεται, με τρόπο εντυπωσιακό, σε μια σπάνια ποιητική και αισθη­σιακή περιγραφή— (στ. 32-37), φωνή του Τεύκρου και, τέλος, πάλι η φωνή του ποιητή. Μια μετακίνηση του ίδιου προσώπου σε τρεις μορφές και μια σειρά δραματικών μεταμορφώσεων (ποιητής-αηδόνι-Τεύκρος).

Κορυφαίος στίχος του ποιήματος, με τριπλή επανάλη­ψη, ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος με εισαγωγικά «Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες» (1,9, 53) – ένας στίχος που όταν μαθήτρια τον πρωτοδιάβασα ονειρευόμουν συνέχεια το ταξίδι μου στην Κύπρο…-απηχεί καίρια το θλιβερό ποιητικό λόγο που «ψηλαφεί την οδύνη μας, την οδύνη ενός λαού που ταξιδεύει με κομματιασμένες μνήμες.


Βασικά θεματικά και δομικά μοτίβα του ποιήματος είναι:

 (α) Ο ελληνισμός και η Κύπρος (κυρίαρχο θέμα όλης της συλλογής)

 (β) το θέμα του δόλου (των θεών) και της απάτης ( στ. 17-20, 26-31, 58-60), σε συνδυασμό με το είδωλο της Ελένης, 

(γ) το θέμα της δικαιοσύνης (στ. 52).

(δ) το θέμα της θάλασσας (που κατέχει ουσιαστική θέση στο σεφερικό έργο και διατρέχει ολόκληρη τη συλλογή),

 (ε) το θέμα της ματαίωσης, του κενού και της διάψευσης των προσ­δοκιών, της προδοσίας (στ. 38, 47-50, 65-68).

 (στ) το θέμα του πολέμου, της ομηρείας και του εξανδραποδισμού (στ. 8, 24-25).

(ζ) το θέμα του νεκρού αδελφού (στ. 13-16, 51), του νόστου και της χαμένης πατρίδας (στ. 4-5) και, τέλος,

(η) το αμείλικτο ερωτηματικό για τα ανθρώπινα δεινά, που ανήκει στους στοχασμούς του ποιητή.

Ο μύθος και η ιστορία συμπλέκονται, με τρόπο παράξενο, στο ποίημα. Ο ποιητής, χρησιμοποιώντας τη μυθική μέθοδο, με τη χρήση και μεταφορά του αρχαίου μύθου στην εποχή μας, διευρύνει την έννοια του συμβόλου, δίνει ευρύτερες διαστάσεις και αναδημι­ουργεί.
Η τραυματική εμπειρία του ελληνισμού της μεγαλονήσου, το «ανθρώπινο δράμα της Κύπρου» κατά την έκφραση του ποιητή, που είδε τη ματαίωση των ονείρων του και τη διάψευση των προσδοκιών του δεσπόζει απειλητικά και εντείνειτην απαισιοδοξία του ποιητή.

Το ποίημα τελικά οδηγεί τη σκέψη μας στους αγώνες για εθνική δικαίωση, στο παράλογο των πολέμων,στην επιθυμία για αποκατάσταση θρυμματισμένων αξιών, στην ελευθερία, στα ιδανικά που είναι "είδωλα", νεφέλες και απατηλά όνειρα. Την πίκρα  για τη ματαιότητα των θυσιών.


 Η "Ελένη"  με τη ματιά  του Ν.Καζαντζάκη
 
Αναφορά στον Γκρέκο


Ο Ν.Καζαντάκης  στον Ταΰγετο και στη Σπάρτη στοχάζεται για τον άνθρωπο και τον τόπο...





Είναι άραγε η πεδιάδα ετούτη της Σπάρτης τόσο τρυφερή και φιλήδονη, τόσο μεθυ­στικά μυρίζουν οι ροδοδάφνες της, ή μήπως όλη ετούτη η γοητεία αναβρύζει από το πολυφίλητο, το πολυπλάνητο σώμα της Ελένης; Σίγουρα ο Ευρώτας δε θα 'χε τη σημερινή αποπλανητική χάρη του αν δεν έσμιγε σαν παραπόταμος με τον αθάνατο μύθο της Ελέ­νης. Γιατί καλά το ξέρουμε: χώματα, θάλασσες, ποτάμια σμίγουν με αγαπημένα μεγάλα ονόματα και χύνουνται, αχώριστα πια, μέσα στην καρδιά μας. Περπατάς στους ταπεινούς όχτους του Ευρώτα και νιώθεις τα χέρια σου, τα μαλλιά σου, οι στοχασμοί σου να μπλέκουνται μέσα στο άρωμα μιας γυναίκας φανταστικής, πολύ πιο αληθινής, πολύ πιο χεροπιαστής από τη γυναίκα που αγαπάς κι αγγίζεις. Πνίγεται σήμερα ο κόσμος ατό αίμα, τα πάθη ξεσπούν μέσα στην Κόλαση της σύγχρονης αναρχίας, κι η Ελένη στέκεται αθάνατη, ανέγγιχτη, μέσα στον αέρα των εξαίσιων στίχων, ασάλευτη, και μπροστά της ρέει ο χρόνος..

Το χώμα μύριζε, κι από τους λεμονανθούς κρέμουνταν στάλες δροσούλα και παιχνίδιζαν στον ήλιο. Άξαφνα ανάλαφρο αγεράκι φύσηξε, κι ένας ανθός χτύπησε το μέτωπο μου και με ράντισε- ανατρίχιασα σα να με άγγιξε αόρατο χέρι, κι όλη η γης μου φάντα­ξε σαν την Ελένη, γελοκλαμένη, νιόλουστη. Ανασήκωνε τα κεντημένα με λεμονανθούς πέπλα και με την απαλάμη στο στόμα, ολοένα ανανεούμενη παρθένα, ακολουθούσε έναν άντρα, τον πιο δυνατό, κι ως σήκωνε το χιοναστράγαλο πόδι, έλαμπε η στρογγυλή πα­τούσα της αιματωμένη.

Τι θα 'ταν η Ελένη ετούτη αν δεν περνούσε αποπάνω της η πνοή του Ομήρου; Μια ωραία γυναίκα, όπως αναρίθμητες άλλες, που πέρασαν από τη γης και χάθηκαν. Θα την έκλεψαν, όπως κλεφτούν ακόμα συχνά τις όμορφες κοπέλες στα βουνίσια χωριά μας. Κι αν ακόμα η αρπαγή αυτή άναψε πόλεμο, όλα, και πόλεμος και γυναίκα και σφαγή, θα χάνουνταν αν δεν άπλωνε το χέρι του να τα σώσει ο Ποιητής. Στον ποιητή χρωστάει τη σωτηρία της η Ελένη· στον Όμηρο χρωστάει κι η μικρή τούτη ρεματιά του Ευρώτα την αθανασία της.








Ενδιαφέρουσα και η παραγωγή της εκπαιδευτικής τηλεόρασης για την "Ελένη".
Τρεις φίλοι φτάνουν στη Σπάρτη για να δουν το Μενέλαο. Συναντούν ένα κορίτσι, την Ελένη. Με τη συντροφιά της και την περιήγηση στο χώρο, ανακαλύπτουν τα πρόσωπα της Ελένης της Σπάρτης, όπως αυτά διαγράφονται στον Όμηρο, στο Στησίχορο, στον Ηρόδοτο, στον Αισχύλο, στον Ευριπίδη, στους νεοέλληνες ποιητές. Το απροσδόκητο τέλος της περιήγησης αφήνει ανοιχτό το μύθο της Ελένης για καινούργιες προσεγγίσεις. 
Δείτε την εδώ
 
   
   

ΠΗΓΕΣ
  Α. Στέφος, Διδακτικές δοκιμές, εκδόσεις Πορεία
  M. VITTI: " Φθορά και λόγος εισαγωγή στην ποίηση του Γ. Σεφέρη.
 Βαγενάς Ν., Ο ποιητής κι ο χορευτής. Μια εξέταση της ποιητικής και της ποίησης του Σεφέρη, Κέδρος
ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ:  Η Λέξη 53, 3-4/1986.
                            Διαβάζω 142, 23/4/1986.





Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012

Eυτυχισμένος αν στο ξεκίνημα, ένιωθε γερή την αρματωσιά μιας αγάπης




ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
    



Χαρακτηριστικά τnς ποίησης του Γ. Σεφέρη

Περιεχόμενο

α) Ποίηση βαρύθυμη, μελαγχολική, όπου όμως δεν απουσιάζουν κάποιες αστραπές αισιοδοξίας
β) Ο λόγος του είναι συμβολιστικός, κρυπτικός  και υπαινικτικός
γ) Βασικά θέματα:
 Η ελληνική παράδοση (αρχαία και νεότερη, όχι όμως και βυζαντινή ή χριστιανική) και η συνάντησή της με το σύγχρονο ευρωπαϊκό πολιτισμό.
 Ο καημός για τη μοίρα του ελληνισμού.
 Η νοσταλγία του μετανάστη, οι χαμένες πατρίδες. 

Μορφή
α) Ο λόγος του απλός και λιτός. Με τη χρήση του ελεύθερου στίχου δημιουργεί το δικό του προσωπικό
ύφος στηριγμένο όχι στα παραδοσιακά υλικά αλλά σε μια γλώσσα λιτή και δωρική που μεταπλάθει σε ποιητική εμπλουτίζοντάς την με νεόκοπες, άτριφτες εικόνες και τολμηρούς εκφραστικούς τρόπους.
β) Ο στίχος του άλλοτε παραδοσιακός κι άλλοτε -πιο συχνά- ελεύθερος
γ) H γραφή του συχνά συνειρμική

δ) Το ύφος στοχαστικό και οικείο. Χαλιναγωγεί άψογα την πεζολογία του, σε στοχαστική και άμεσα διδακτική στιχουργία.

ε)  απλότητα  στο ύφος που φτάνει στη θερμότητα μιας εξομολόγησης. Βασικό χαρακτηριστικό του η χρήση απλής και καθημερινής γλώσσας γιατί όπως πίστευε «ο ποιητής δεν έχει άλλο τρόπο να πράξει παρά με τη γλώσσα που μιλούν οι άνθρωποι που βρίσκονται γύρω του» (Δοκιμές Β, σελ. 163).
στ) Υιοθέτησε την κατάργηση ή έστω διατάραξη του μέτρου και της ομοιοκαταληξίας, την ελλειπτική στίξη, την ασάφεια του θέματος, τις παρομοιώσεις που ξαφνιάζουν.



 Ο ΣΕΦΕΡΗΣ ΚΑΙ  Ο ΑΡΧΑΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Η επαφή του Γ. Σεφέρη με τον αρχαίο κόσμο και η τέλεια εξοι­κείωση του με τα έργα της κλασικής γραμματείας, από τον Όμηρο ως τους τραγικούς, αποτελεί ένα βασικό συστατικό στοιχείο της ποιητικής του. Η αρχαία Ελλάδα είναι συνεχώς παρούσα στην πνευματική ζωή και στο έργο του ποιητή.
Η Αρχαιότητα είναι, επίσης, ένα μυθικό και μυθολογικό σύνολο που αποτελεί ένα είδος μίτου στο έργο του Σεφέρη.
Η αρχαία παράδοση έχει αφομοιωθεί τέλεια από το μεγάλο ποι­ητή των σύγχρονων καιρών και η αίσθηση της τραγικότητας, που διατρέχει την ποίηση του, έχει τις ρίζες της σ' αυτήν. Ο Σεφέρης αξιοποιεί ποιητικά τον αρχαίο κόσμο της μυθολογίας- ο αρχαίος ελληνικός μύθος λειτουργεί στην ποίηση του αμφίσημα: με τη μυ­θολογική του διάσταση και τη σύγχρονη ποιητική αναδημιουργία. Ο ποιητής δεν παραμένει προσηλωμένος στους αρχαίους μύθους, αλλά τους μεταφέρει στην εποχή μας, ώστε να εκφράζουν παραστα­τικά σύγχρονες εμπειρίες, και τους μετουσιώνει στη σημερινή πραγματικότητα. 

Τούτο φαίνεται χαρακτηριστικά σε τέσσερα ποιήµατα του Σεφέρη που καλύπτουν σχεδόν όλο το φάσµα της ποιητικής σταδιοδροµίας του Σεφέρη: το «Πάνω σ’ έναν ξένο στίχο» γράφεται το 1931 (δηµοσιεύεται το 1932), ο «Βασιλιάς της Ασίνης» το 1938-40, η «Ελένη» το 1955 και το «Επί Ασπαλάθων», το τελευταίο ποίημα   του Σεφέρη, το 1971.



ΠΑΝΩ Σ΄ΕΝΑ ΞΕΝΟ ΣΤΙΧΟ



    Eυτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Oδυσσέα.
     Eυτυχισμένος αν στο ξεκίνημα, ένιωθε γερή την αρματωσιά μιας   αγάπης,
απλωμένη μέσα στο κορμί του, σαν τις φλέβες όπου βουίζει το αίμα.

Mιας αγάπης με ακατέλυτο ρυθμό, ακατανίκητης σαν
τη μουσική και παντοτινής
γιατί γεννήθηκε όταν γεννηθήκαμε και σαν πεθαίνουμε,
αν πεθαίνει, δεν το ξέρουμε ούτε εμείς ούτε άλλος κανείς.  
Παρακαλώ το θεό να με συντρέξει να πω, σε μια στιγμή
μεγάλης ευδαιμονίας, ποια είναι η αγάπη·
κάθομαι κάποτε τριγυρισμένος από την ξενιτιά,
κι ακούω το μακρυνό βούισμά της, σαν τον αχό της θάλασσας
που έσμιξε με το ανεξήγητο δρολάπι.                                     
Kαι παρουσιάζεται μπροστά μου, πάλι και πάλι, το
φάντασμα του Oδυσσέα, με μάτια κοκκινισμένα
από του κυμάτου την αρμύρα
κι από το μεστωμένο πόθο να ξαναδεί τον καπνό
που βγαίνει από τη ζεστασιά του σπιτιού του
και το σκυλί του που γέρασε προσμένοντας
στη θύρα
Στέκεται μεγάλος, ψιθυρίζοντας, ανάμεσα στ’
ασπρισμένα του γένια, λόγια της γλώσσας
μας, όπως τη μιλούσαν πριν τρεις χιλιάδες χρόνια.
Aπλώνει μια παλάμη ροζιασμένη από τα σκοινιά
και το δοιάκι, με δέρμα δουλεμένο από το
ξεροβόρι, από την κάψα κι από τα χιόνια
Θα ‘λεγες πως θέλει να διώξει τον υπεράνθρωπο
Kύκλωπα που βλέπει μ’ ένα μάτι, τις Σειρήνες
που σαν τις ακούσεις ξεχνάς, τη Σκύλλα
και τη Xάρυβδη απ’ ανάμεσό μας·
τόσα περίπλοκα τέρατα, που δεν μας αφήνουν να
στοχαστούμε, πως ήταν κι αυτός ένας άνθρωπος
που πάλεψε μέσα στον κόσμο, με την ψυχή
και με το σώμα.

Eίναι ο μεγάλος Oδυσσέας· εκείνος που είπε να
γίνει το ξύλινο άλογο και οι Aχαιοί κερδίσανε την Tροία.
Φαντάζομαι πως έρχεται να μ’ αρμηνέψει πώς να
φτιάξω κι εγώ ένα ξύλινο άλογο για να κερδίσω τη δική μου Tροία.

 ΜΙΑ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ


Στο ποίημα επισημαίνουμε, ιδιαίτερα, το θαλασσι­νό τοπίο -ειδικότερα το χώρο του Αιγαίου και των ελληνικών θα­λασσών- όπου συντελείται το πανάρχαιο δράμα της φυλής από την εποχή του Τρωικού πολέμου και της Αργοναυτικής εκστρατείας ως τον εξανδραποδισμό της Κύπρου, καθώς και την έντονη παρουσία της θάλασσας, που κατέχει ουσιαστική θέση στο έργο του Σεφέρη (στ. 24-25). Ακόμη, τη μνήμη του ποιητή από τη λαϊκή παράδοση (Γοργόνα" λαϊκού θρύλου) καθώς και τους αφανείς μάρτυρες της ιστορίας που τους αναζητούν οι δυστυχισμένες γυναίκες (στ. 26-29). Στο τοπίο της ερημιάς και της αγωνίας (εικόνα βαρύθυμη και με­λαγχολική, όπως οι στίχοι της Οδύσσειας) συστοιχεί ο ανώνυμος κόσμος των τυραννισμένων, των πολέμων, της προσφυγιάς, της δυ­στυχίας. Αντίθετα, οι στίχοι 30-32 είναι λυρικότατοι και αναδίνουν, με καβαφίζουσα πνοή το άρωμα ευτυχισμένων εμπειριών: α) ερωτι­κών, β) μνήμη φύσης (Σολωμός - Δημοτικό τραγούδι) γ) μνήμη Ιω­νίας (με αναφορά στους Ίωνες φιλοσόφους) και των χαμένων πα­τρίδων.
Ο Σεφερικός Οδυσσέας (σύντροφος και αρχηγός) των Αργοναυ­τών μας οδηγεί σε μια διαφορετική θεώρηση του "πολύτροπου άν­δρα" με τη μορφή του "γέροντα σοφού" στο ποίημα "Πάνω σ' έναν ξένο στίχο".
Το ποίημα, γραμμένο στο Λονδίνο το 1931 (πρώτη δημοσίευση στη Νέα Εστία 12 [1932]), ανήκει στο Τετράδιο Γυμνασμάτων (1928-1937) και αρχίζει με μιαν απόδοση στα ελληνικά του πρώτου στίχου από το σονέτο  «Το ωραίο ταξίδι» του Γάλλου ποιητή Ιωακείμ ντι Μπελαί «Heurex qui, comme Ulysse, a fait un beau voyage» (Ευτυχισμένος όποιος σαν τον Οδυσσέα έκανε ένα ωραίο ταξίδι).

Από άποψη δομής, είναι γραμμένο σε ελεύθερο στίχο, αποτελεί­ται από 12 ανισοσύλλαβες στροφές, τα δε θεματικά του κέντρα διαρ­θρώνονται με την ακόλουθη σειρά:

I ) Στρ. 1-3. Ο λόγος για την αγάπη — Επίκληση στο Θεό — Η ξενιτιά ως αφορμή και πλαίσιο.
II)  Στρ. 4-7. Επιφάνεια του φαντάσματος (Η μορφή του σεφερικού
Οδυσσέα, τα χαρακτηριστικά και ο ρόλος του) με αναφορά στον
ομηρικό Οδυσσέα.
III)  Στρ. 8-12. Ο τρόπος του Οδυσσέα προς τον ποιητή — Ο μύθος
και η παράδοση — Αναφορά στη Νέκυια.


 Το ποίημα ξεκινά με τη σκιαγράφηση μιας αγάπης της οποίας δεν προσδιορίζεται το αντικείμενο. Διακατέχει την ανθρώπινη ύπαρξη και προσδιορίζεται από την τριπλή και δυναμική ανταπόκριση των αισθήσεων: αφής όρασης, ακοής. Το ρήμα " ένιωθε" κρατά στο ημίφως το υποκείμενό του, ενώ το ρήμα "ακούω" της 3ης στροφής  μας δίνει την ταυτότητα του ανθρώπου που φτάνει στην ύψιστη συνειδητοποίηση αυτού του αισθήματος.
Πρόκειται για την αγάπη για την Πατρίδα ( Ελλάδα, Μικρά Ασία - από την οποία ο ποιητής ξεριζώθηκε-) , αφού ο Σεφέρης βρίσκεται στα ξένα όταν γράφει το ποίημα.Ίσως.
Ίσως όμως να μιλά για την αγάπη σαν αρματωσιά ψυχής που πρέπει να΄χουμε για τα δικά μας ταξίδια ζωής.

Σ' όλο το ποίημα κυριαρχεί έντονα η παρουσία του Οδυσσέα, τελείως όμως διαφορετικού από την αρχετυπική μορφή του ομηρι­κού ήρωα, όπως τη διέπλασε ο ποιητής σαν σύμβολο της ελληνικής μοίρας.
Ο ποιητής λέει ότι παρουσιάζεται μπροστά του το φάντασμα του Οδυσσέα , σε μια ρεαλιστική περιγραφή η οποία δίνει στον ομηρικό ήρωα ανθρώπινες διαστάσεις. Εικονίζει τη σωματική ταλαιπωρία με μάτια κοκκινισμένα απ' του κυμάτου την αρμύρα και τον ψυχικό πόνο κι από το μεστωμένο πόθο να ξαναδεί τον καπνό.
Οι εικόνες του καπνού 57-59) και του σκυλιού 290-319) δια­φοροποιούνται ποιητικά από την ομηρική Οδύσσεια και γίνονται λεπτότερες και ποιητικότερες. Ιδιαίτερα η μνεία του πιστού σκυ­λιού  Άργου μας φέρνει κοντά στη συγκρατημένη θλίψη των επι­τύμβιων στηλών, όπου δίπλα στο νεκρό στέκεται ο κύων.

Ο Οδυσσέας εμφανίζεται ψηλός και μ'ασπρισμένα γένια, η παλά­μη του είναι ροζιασμένη απ' τα σκοινιά και το δοιάκι, το δέρμα του δουλεμένο από το ξεροβόρι, από την κάψα και από τα χιόνια. Ο Σεφέρης πλάθει έναν ήρωα με στοιχεία απομυθοποιητικά ήταν κι αυτός ένας άνθρωπος, που συνθέτουν, όμως, τη μεγαλοσύνη του (ανθρωπιά και αδυναμία).
Είναι ο μεγάλος Οδυσσέας, που έχει έρθει για να συμβουλέψει τον ποιητή πώς να φκιάξει ένα ξύλινο άλογο για να κερδίσει τη δική του Τροία, φτάνοντας στον αντικειμενικό του στόχο.

Έτσι, ο αρχαιοελληνικός ομηρικός μύθος που απονέμει στον ήρωα πολλαπλές ιδιότητες (πολύμητις,  πολύτλας, πολυμήχα­νος, δουρικλυτός, στην Ιλιάδα— δαΐφρων, θείος, πολύτροπος,  πολύφρων, στην Οδύσσεια), ανατρέπεται από το σύγ­χρονο ποιητή. 
Ένας νέος άνθρωπος προβάλλει, σύμβολο της βασι­σμένης σε πείρα γνώσης και της πίστης στο προγονικό σπίτι, που θέλει να εμποδίσει τις ενοχλητικές μορφές του «υπεράνθρωπου Κύ­κλωπα», των Σειρήνων, της Σκύλας και της Χάρυβδης, «τόσα περί­πλοκα τέρατα» του μύθου και της φαντασίας, μοτίβα δραματικά της ανθρώπινης μοίρας και ιστορίας. 

Με την επιφάνεια αυτή του Οδυσ­σέα πετυχαίνει ακόμη ο ποιητής  τη σύν­δεση του παρόντος με το απώτατο παρελθόν (κοινή μοίρα - κοινή γλώσσα), εξασφαλίζοντας τη συνέχεια και την ενότητα της ελληνικής πνευματικής παράδο­σης, που τη θεωρεί αδιάσπαστη από τα ομηρικά χρόνια ως τη σημε­ρινή εποχή.

Ο Οδυσσέας μιλάει «ταπεινά και με γαλήνη» μοιάζει με «γέρους θαλασσινούς», έχει μάθει τι σημαίνει «νά 'σαι μόνος, σκοτεινός, μέσα στη νύχτα και ακυβέρνητος». Η απουσία των συντρόφων είναι οδυνηρή «την πίκρα να βλέπεις τους συντρόφους σου καταποντισμέ­νους μέσα στα στοιχεία...».

Μιλάει ακόμη για το «πόσο παράξενα αντρειεύεσαι μιλώντας με τους πεθαμένους» (μοτίβο της ομηρικής Νέκυιας —λ Οδύσσειας, που εικονίζει την εμπειρία του στον Άδη).

Ο Σεφέρης χρησιμοποιεί τα μυθολογικά στοιχεία που τα συνα­ντάμε σ' όλο του το έργο και τα οποία προσπαθεί να αντιστοιχίσει με σύγχρονες ιδέες και καταστάσεις. Έτσι ο ποιητής σκοπεύει, με τη χρήση του μύθου και των παραδοσιακών συμβόλων του Οδυσ­σέα, να εκφράσει τη συλλογικότητα και να δώσει αντικειμενικότητα στο ποίημα του, αφού ο μύθος συγκεντρώνει μέσα του τέτοια στοι­χεία.

Ο Οδυσσέας και ο ποιητής, αν και παραμένουν δύο διαφορετικά πρόσωπα στο ποίημα, συμπάσχουν και, επιπλέον, συνδέονται μετα­ξύ τους με ένα κοινό γνώρισμα· ο ξεριζωμένος και περιπλανώμενος Οδυσσέας έχει πολλά κοινά σημεία με την προσωπική μοίρα και την ιστορία του ποιητή. Ο Οδυσσέας όμως, ως αρχαιότερο διαχρο­νικό σύμβολο του Ελληνισμού, ταυτίζεται με το σεφερικό άνθρωπο (ιδιαίτερα στην τελευταία στροφή του ποιήματος), όπου ο ποιητής, μέσα από μιαν εικόνα γαλήνιας ζωής και ενός ευτυχισμένου κόσμου, εναρμονισμένου με το θαλασσινό τοπίο των παιδικών του χρόνων, αναγνωρίζει το παρελθόν και την παράδοση σαν έμπειρους δασκά­λους της εποχής του, που μπορούν σίγουρα να μας διδάξουν και να μας μάθουν να κερδίσουμε τη δική μας Τροία (σύμβολο, όπως η Ιθάκη), και ακόμη να πετύχουμε την επιστροφή στην πατρίδα μας, παλεύοντας για την πραγμάτωση των ιδανικών και των σκοπών μας.

ΠΗΓΕΣ

  • Α.Στέφος, Διδακτικές δοκιμές( εκδόσεις Πορεία) 1992
  • Τ.Καρβέλη, Η Νεότερη Ποίηση
  •  Αντωνίου Χρήστος, Θέματα και μορφές της λαϊκής παράδοσης στο έργο του Σεφέρη (Ερμηνευτική προσέγγιση), Διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα, 1981
  • Περιοδικά :     Λόγος και Πράξη( τεύχος 33)
                                       Σύγχρονη Εκπαίδευση ( τεύχος 25)
                                      Νέα Εστία, τεύχος 1728




Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2012

Ο Ποιητής με τα κίτρινα παπούτσια



ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Έξω από βιογραφικά και συμβατικές παρουσιάσεις μια αυθεντική φωνή περιγράφει τον ποιητή….

Ο Σεφέρης ήταν ενσυνειδήτως διδακτικός. Μετά τον Παλαμά, ο τελευταίος διδάσκαλος του γένους. Δεν θα υπάρξει άλλος. Μας τελείωσε το είδος. Δίδαξε τα στοιχειώδη και τα σπουδαία με σπάνια εντιμότητα: χωρίς απλουστεύσεις και εκλαϊκεύσεις. Με οξύνοια και απόλυτη ακρίβεια διατύπωσε και τα πλέον δύσκολα με απλή ρέουσα γλώσσα, χωρίς ίχνος φραστικής εκζήτησης ή νοηματικής υπερβολής, σχεδόν ταπεινά, χωρίς πνευματική πόζα ή αλαζονεία. Ο λόγος του είχε τη θερμότητα και τη φυσικότητα της προφορικής ομιλίας, χωρίς να αισθηματολογεί ή να ασημαντολογεί. Υπηρέτησε, όσο ελάχιστοι, το ουσιώδες. Δεν υπάρχουν σκουπίδια στη γλώσσα του. Ηξερε καλά τις θεωρίες αλλά δεν ζούσε γι' αυτές· απλώς τις χρησιμοποιούσε, όταν χρειαζόταν. Δεν ήταν ανιαρά αφηρημένος. Το συγκεκριμένο ήταν ο στόχος του και είχε πάντα κάτι να πει. Δεν μιλούσε για να μιλάει. Ακόμη και για τα πιο πνευματικά θέματα νόμιζες πως είχε μιαν αμεσότητα σωματικής επαφής σαν να εισέπραττε το καθετί με ολόκληρη τη σωματική του υπόσταση και όχι μόνο με το πνεύμα του. Η παιδεία του ήταν μεγάλη αλλά δεν υπήρξε δούλος της πολυμάθειας. Από τη συσσώρευση των γνώσεων προτιμούσε τη σωστή τους χρήση. Μιλώ φυσικά για τη μέθοδο και το ήθος της γραφής του και όχι για όσα μας δίδαξε. Αυτή είναι μια άλλη μεγάλη ιστορία, όχι αυτής της στιγμής.
Πάντως και σαν άνθρωπος έμοιαζε πολύ στα γραφτά του. Στις 
συζητήσεις του με τον Ελιοτ ισοπαλία. 


Ερχεται στη Θεσσαλονίκη το '62, στο τελευταίο μάθημα που έκανε γι' αυτόν ο Σαββίδης. Τον βλέπω για πρώτη φορά. Το σώμα του έδινε πιο πολύ την εντύπωση του βάρους και όχι του πάχους. Βαρύ σώμα, βαρύ κεφάλι, σοβαρά βυζαντινά μάτια, πολύ μελαχρινός. Μιλούσε αργόσυρτα με κάποιους μελωδικούς τόνους στη φωνή. Μειλίχιος και ευγενικός στους τρόπους. Η ομορφιά της Μαρώς εξέπεμπε ακόμη κύματα σαγήνης. Γαλανά τα μάτια και η ξανθή κοτσίδα των μαλλιών της στεφάνωνε σαν διάδημα το κεφάλι της. Εχω τρακ. Ο Σαββίδης με λυπάται και μου λέει γελώντας: «Μη φοβάσαι, απόψε σκίζεις!». Ο Σεφέρης μου λέει ότι βρήκε ενδιαφέρον το γράμμα μου και εγώ λέω σεμνά: «Ηταν ειλικρινές». Διαμαρτύρεται: «Για ό,τι είναι γραμμένο καλύτερα να αφήνουμε κατά μέρος την ειλικρίνεια». (Φυσικά, σκέφτομαι, αλλού οφείλεται η εμβέλεια των γραφομένων μας. Εχει δίκιο.)
Μετά το μάθημα του Σαββίδη λέει και ο Σεφέρης λίγα λόγια και τελειώνει με ένα: «Ο Θεός μαζί σας» που με προβληματίζει. Δεν τον είχα για θεοσεβούμενο. Πίστευα ότι ήταν ειδωλολάτρης και παγανιστής. Τώρα, ψάχνοντας λιγάκι βρίσκω και άλλες επικλήσεις στον Θεό. Το χειρόγραφο Σεπ. '41 τελειώνει με τη φράση: «Ο Θεός να βοηθήσει». Η δήλωση εναντίον της χούντας κλείνει με τη φράση «Παρακαλώ τον Θεό...». Η αδελφή του Ιωάννα Τσάτσου πιστεύει πως «η πίστη στην παρουσία του Θεού ήταν ζωντανή γι' αυτόν σ' όλη του τη ζωή». Και παραθέτει ένα ποίημα του Σεφέρη για την Παναγία που της έστειλε από το Παρίσι το 1920. Ισως λοιπόν να μην ήταν συμβατικές αυτές οι επικλήσεις όπως όλοι τις χρησιμοποιούμε αυθόρμητα σε κάποιες δύσκολες ώρες. Χρειάζεται έρευνα. Κάποτε πέρασε από το μυαλό μου ότι ο Σεφέρης διακατεχόταν από την ιδέα μιας ιερής αποστολής απέναντι στον ελληνισμό και στις αξίες του. Και αν όντως ήταν τόσο αποστολικός, μήπως αυτό οφειλόταν σε αυτή τη βαθιά κρυμμένη χριστιανική του φλέβα;

Πικρία μετά το Νομπέλ
Το επόμενο μεσημέρι Σεφέρηδες, Σαββίδηδες και εμείς στη Νεράιδα του γιαλού. Ο Σαββίδης παραγγέλνει συνέχεια και τρώμε ό,τι εκλεκτό παράγει ο Θερμαϊκός και η μαγειρική τέχνη της Σαλονίκης. Η ατμόσφαιρα οικεία. Μας επαινεί το περιοδικό μας, την «Κριτική», πρώτον, γιατί ήταν ανοιχτό στις αξίες καταργώντας τις κομματικές ταυτότητες και, δεύτερον, για την παρακολούθηση των εκτός Ελλάδος, σύγχρονων πνευματικών ρευμάτων. Μας ψιλορωτάει για πολλά και έχω την εντύπωση πως κρυφά μας βαθμολογεί. Φεύγοντας τον ρωτώ τι θα κάνει τώρα που τελείωσαν οι επαγγελματικές του υποχρεώσεις και γύρισε στην πατρίδα. Μου απαντάει σκυθρωπός: «Μετρώ τις μέρες».


Με τον Μανώλη Αναγνωστάκη


Το σπίτι του στην οδό Αγρας πίσω από το Στάδιο, απλό «σα νησιώτικο» όπως έλεγε ο ίδιος, με μια γοργόνα σε δικό του σχέδιο στο υπέρθυρο της εισόδου. Χώροι χωρίς πολυτέλεια, τα στοιχειώδη έπιπλα και παντού στους τοίχους βιβλία. Το σαλόνι και το γραφείο βγάζουν σε μιαν αυλίτσα με λίγα καχεκτικά φυτά στις παρυφές της και ένα μεγάλο χαμηλό τραπέζι στο κέντρο της γεμάτο κοχύλια και μια γλάστρα φουντωμένο βασιλικό στη μέση. Μικρή συντροφιά. Κάθομαι δίπλα του και με ρωτάει τι δυσκολίες έχω όταν γράφω. Του λέω πως μόνιμη δυσκολία μου είναι η γλωσσική διατύπωση. Πώς θα βρω τις κατάλληλες λέξεις που θα αποδώσουν με ακρίβεια τις σκέψεις και τα αισθήματά μου. «Αυτή είναι η ουσία της γραφής» μου απαντά. «Οι λέξεις είναι τα εργαλεία της. Φτάνει να έχεις κάτι να πεις. Δεν βλέπεις πόσο εύκολα γράφουν αυτοί που δεν έχουν να πουν τίποτα;».
Πιστεύω πως τα ημερολόγιά του ήταν περισσότερο μια καθημερινή άσκηση γραφής παρά ανάγκη καταγραφής συμβάντων και σκέψεων.
Παίρνει το Νομπέλ. Του γράφω ένα γράμμα και τον παρακαλώ να μην ξεχνά τα γραπτά του Αρτεμιδώρου. Μου στέλνει μια κάρτα από τη Στοκχόλμη και μου απαντά ότι δεν τα ξεχνάει.
Γυρίζουν και πάω να τους δω. Μου δείχνουν το μετάλλιο του Νομπέλ ολόχρυσο και μεγάλο σαν πιατάκι του καφέ και πολλές φωτογραφίες. Μιλούν και οι δυο μαζί για τη θερμή υποδοχή των Σουηδών, για την παιδική χορωδία που τους είπε «καλημέρα» το πρωί της απονομής, για τη συγκινητική μεγαλοπρέπεια της τελετής, αλλά και για την πρωτοφανή αγνόηση της βράβευσης από το ελληνικό κράτος. Κανείς στο σπίτι, στην απονομή του βραβείου, στο αεροδρόμιο. «Μα καλά δεν κατάλαβαν καθόλου ότι στο πρόσωπό μου βραβευόταν η Ελλάδα;» αναρωτιέται. (Τι να πω, ότι εκτός από αδαείς περί την τέχνην είναι και κόπανοι ως πολιτικοί;) Σκέψου ότι ακούστηκε και αυτό: «Οτι οι Σουηδοί μου έδωσαν το Νομπέλ επειδή πούλησα την Κύπρο στους Εγγλέζους!». Πρώτη φορά τον βλέπω να μιλάει τόσο ζωηρά με πικρία, απορία, αγανάκτηση και αηδία.
Ετσι ο λόγος του Χέντερλιν «Και οι ποιητές τι χρειάζονται σε έναν μικρόψυχο καιρό;» βρήκε επιτέλους το αληθινό του νόημα: Δεν χρειάζονται. 

Η ψώρα της χούντας
Οταν έκανε τη δήλωση εναντίον της βρισκόμουν στην Αθήνα. Εκοψα μιαν αγκαλιά πασχαλιές από τον κήπο και πήγα να τους δω.«Αισθάνθηκα την ανάγκη να σας δω από κοντά» του λέω, «ξέρετε γιατί». Ηξερε.
Μετά την έκδοση των 18 κειμένων στο σπίτι του Ρόδη Ρούφου. Παρόντες σχεδόν όλοι οι συνεργοί. Πλησιάζω τον Σεφέρη και τον φιλώ. Μου φιλάει το χέρι που του χαϊδεύει το μάγουλο. Του λέω: «Ο κόσμος αγκάλιασε την έκδοση αλλά το σινάφι μας χτύπησε αλύπητα». Μου λέει με χιούμορ χαμογελαστός: «Let the enemies entertain us!».
 

Με τη γυναίκα του Μάρω
Δεν πρόλαβε να χαρεί την πτώση της χούντας. Ο θάνατός του μας κόστισε πολύ. Τον έκλαψα σαν δικό μου άνθρωπο. Βάλαμε στη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου τη φωτογραφία του και όλα του τα βιβλία που τα έφερα από το σπίτι. Εμπαινε κόσμος και γύρευε να τα αγοράσει. Ο Μανόλης πήγε στην κηδεία του και ήταν αυτός που, όταν τέλειωσε η νεκρώσιμη ακολουθία, φώναζε: «Αθάνατος» και όλοι με ένα στόμα επανέλαβαν: «Αθάνατος». Η Μαρώ έκοψε σύρριζα τη χρυσή κοτσίδα της και την έβαλε στο φέρετρό του. Το φέρετρο το κρατούσαν άνθρωποι που τον αγαπούσαν και τον τιμούσαν. Εγινε μεγάλο λαϊκό προσκύνημα. Δικαιοσύνη.
Λίγο καιρό μετά έρχεται η Μαρώ ένα βραδάκι στο μαγαζί με το τουρμπάνι στο κεφάλι. «Ηρθα να σας φέρω κάτι πράγματα για να μας θυμάστε» μου λέει. «Αυτή την πίπα του Γιώργου για τον Μανόλη και αυτό το κολιέ από κοράλλι για σένα. Το είδα σε μια βιτρίνα στο Λονδίνο και μου άρεσε τόσο που ο Γιώργος μπήκε μέσα και μου το αγόρασε. Τι το κοιτάς; Φόρεσέ το». Πήγαινε ωραία με το άσπρο πουλόβερ μου. Κλείσαμε το μαγαζί και πήγαμε στο σπίτι. Ηπιαμε άσπρο κρασί και είπαμε πολλά.
Ο Χειμωνάς μού είπε ότι στο νοσοκομείο κάνα δυο μέρες πριν πεθάνει, τον είδε με τα μάτια γεμάτα δάκρυα. Τι πιο ανθρώπινο;
Η τελευταία εικόνα του που μου έρχεται τώρα. Καλοκαίρι μεσημέρι στο σπίτι του. Είναι όρθιος, φοράει ριχτό πουκάμισο, κοντομάνικο και κατακίτρινα πάνινα παπούτσια που ταιριάζουν πολύ ωραία με το ηλιοκαμένο του πρόσωπο. Μια νότα ροκ που ειρωνευόταν τη σοβαροφάνεια, τα κίτρινα πάνινα παπούτσια.

 Νόρα Αναγνωστάκη,  κριτικός λογοτεχνίας και συγγραφέας.

ΤΟ ΒΗΜΑ, 27/ 2/ 2000

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012

Η ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ΄30


Φωτογραφία που θεωρήθηκε ως η ταυτότητα της "γενιάς του ΄30". Από αριστερά όρθιοι οι :Θαν Πετσάλης,Ηλ.Βενέζης, Οδ.Ελύτης, Γ.Σεφέρης,Α.Καραντώνης,Στ.Ξεφλούδας,Γ.Θεοτοκάς.Καθισμένοι:Αγγ.Τερζάκης, Κ.Θ.Δημαράς,Γ.Κ.Κατσίμπαλης, Κ.Πολίτης, Α.Εμπειρίκος

Πριν δούμε κάποια θέματα γύρω από την πολυσυζητημένη γενιά του ΄30 θα έπρεπε ίσως να διευκρινίσουμε πως ο όρος « γενιά» στη Λογοτεχνία δεν είναι ζήτημα …ληξιαρχείου. Εκείνο που συνδέει τους εκπροσώπους της, διαχωρίζοντάς τους από τους προηγούμενους και τους επόμενους, είναι η ιστορική στιγμή και η στιγμή που έρχονται να διαδραματίσουν το ρόλο τους στα γράμματα. Οι εκπρόσωποι μιας γενιάς, εξάλλου, μπορεί να εκφράζουν διαφορετικές αισθητικές τάσεις και ν’ ακολουθούν διαφορετικές κατευθύνσεις.

Η γενιά  του 1930 είναι η γενιά  που βρίσκεται υπό συνεχή κριτική και αναθεώρηση, κάτι που συνεπάγεται πολύ διαφορετικές και αλληλοσυγκρουόμενες οπτικές γωνίες.


 Ο Κ. Μητσάκη λέει γι΄αυτήν: «Ο όρος “γενιά του ’30” είναι λοιπόν μια πολύ γενική έννοια που καλύπτει όλους τους λογοτέχνες, χρονικά, αλλά δεν εκφράζει την πολυμορφία και την ιδιαιτερότητά τους. Δεν πρόκειται δηλαδή για μια σχολή με κοινή ιδεολογία ή κοινές αισθητικές αντιλήψεις, περισσότερο πρόκειται για μια ομάδα συγγραφέων προικισμένων με πολύ ταλέντο αλλά και με διάθεση για δημιουργία υψηλής ευθύνης και μεγάλων απαιτήσεων. Τελικά πρόκειται για μια γενιά με συνείδηση του εαυτού της και της ιστορικής της αποστολής».

Η γενιά του ΄30, που έφερε στην Ελλάδα δύο Νομπέλ Λογοτεχνίας, αποθεώθηκε και πολεμήθηκε όσο καμία. Είναι για πολλούς η γενιά των αστών, που με υπολογισμένους χειρισμούς του λογοτεχνικού θεσμού φρόντισε για την υστεροφημία της, κατασκεύασε τον μύθο της και επέβαλε μεθοδικά την ηγεμονία της στα νεοελληνικά γράμματα.
Κατηγορήθηκαν για εκπροσώπηση της άρχουσας τάξης, μικροαστική ιδεολογία, επιδίωξη αποδοχής από το κατεστημένο. Πολλοί κριτικοί θεώρησαν πως το ελληνικό μοντέρνο περιορίστηκε στην ανανέωση των εκφραστικών τρόπων και αποκόπηκε από τις ευρύτερες (πνευματικές και κοινωνικές) ριζοσπαστικές διεκδικήσεις των ευρωπαϊκών μοντερνιστικών κινήσεων.




ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ - ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ


  •  Η Γενιά αυτή επέλεξε την δημιουργική εξωστρέφεια και τον πειραματισμό σε νέες, αιρετικές μέχρι τότε, τεχνοτροπίες και λογοτεχνικές εκφράσεις. Ο πιο σημαντικός σταθμός στην ποίηση της «γενιάς του ’30» είναι το έτος 1935. Εκείνη την χρονιά, που κατά σύμπτωση δημοσιεύεται και η τελευταία συλλογή του Παλαμά, ιδρύεται το περιοδικό Νέα Γράμματα, με το οποίο συνεργάζονται οι κυριότεροι εκπρόσωποι της γενιάς, εκδίδεται το Μυθιστόρημα του Σεφέρη ( επιρροή από τον αγγλοσαξωνικό μοντερνισμό ), δημοσιεύονται τα πρώτα ποιήματα του Ελύτη και εισάγεται στην Ελλάδα ο υπερρεαλισμός με την Υψικάμινο του Εμπειρίκου ( επιρροή από τον γαλλικό υπερρεαλισμό). Μέσα στην ίδια δεκαετία δημοσίευσαν τα πρώτα ποιήματα σε ελεύθερο στίχο ο Ρίτσος και ο Βρεττάκος και πρωτοεμφανίστηκε και ο δεύτερος σημαντικός εκπρόσωπος του υπερρεαλισμού, ο Νίκος Εγγονόπουλος.
  • Ενδιαφέρον ακόμη στοιχείο για  την πραγματική συγκρότησή της είναι η προσωπική στάση που πήραν οι ίδιοι οι εκπρόσωποί της: άλλοι θεωρούν τους εαυτούς τους μέλη της γενιάς του 1930 ( π.χ ο Θεοτοκάς και ο Μυριβήλης ) ενώ άλλοι  αποστασιοποιούνται από μιαν οποιαδήποτε «συμμετοχή» τους σ' αυτήν  ( πχ. Γ. Σεφέρης, Ο. Ελύτης )

  •  Επρόκειτο για μια γενιά που κατάφερε να συμπεριλάβει στους κόλπους της συντηρητικούς και αριστερούς, ρεαλιστές και υπερρεαλιστές, κοσμοπολίτες και φανατικούς της παράδοσης

  •  Η καταρράκωση της Μεγάλης Ιδέας οδήγησε στη μετάθεση της φιλοδοξίας της "εθνικής αναγέννησης" από το πεδίο της εδαφικής επέκτασης σε εκείνο της πνευματικής ηγεμονίας του ελληνισμού. Η γενιά αυτή, ζώντας σε μια κοινωνία φοβική προς την Ευρώπη και τα μοντερνιστικά της κινήματα, επιχείρησε να γεφυρώσει μέσα από την τέχνη το χάσμα της εθνικής ταυτότητας, συμφιλιώνοντας το μοντερνισμό με την παράδοση, τον κοσμοπολιτισμό με την εντοπιότητα. Το ελληνικό φως, το αιγαιοπελαγίτικο τοπίο, η επιστροφή στις πηγές, χαρακτηρίζουν τις αναζητήσεις, τον αισθητικό και ιδεολογικό  προσανατολισμό της γενιάς του '30. Ουσιαστικά έκανε  διάλογο με το συλλογικό ασυνείδητο.

  •  Πίστεψαν στην ελληνική ιδιαιτερότητα, πίστεψαν στην ανάγκη εξωτερικοποίησης πολιτιστικών μας στοιχείων. Η Γενιά του ΄30 προέταξε την ελληνικότητα ως το όχημα κοινωνικής και δημιουργικής ανάπτυξης. Είναι η γενιά που διαμορφώθηκε από την εμπειρία του πολέμου και  προβληματίστηκε για μείζονα θέματα, για τον χρόνο και τον τόπο, για την παράδοση, για τη μνήμη και την Ιστορία

  •  «Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία σε συλλογικό επίπεδο είναι ότι αισθητικοποίησε τις βασικές ιδέες του λαϊκού ,του χώρου και της Ιστορίας, εισήγαγε μια ελληνικότητα δημιουργική που βοήθησε στη συνομιλία του παρόντος με το παρελθόν και επεξεργάστηκε μια αμφίδρομη σχέση με την Ευρώπη» . Δ.Τζιόβας

  •  Στάθηκε με αγάπη και ανυπόκριτο θαυμασμό προς το λαϊκό πολιτισμό, την αυθεντική λαϊκή λαλιά και τη μη ακαδημαϊκή τέχνη ( πχ Θεόφιλος , Μακρυγιάννης)

  • Υιοθέτησε τον ποιητικό μοντερνισμό και  έγραψε σε ελεύθερο στίχο.

  •   Τα έργα τους έχουν συγκροτήσει έναν λογοτεχνικό κανόνα, αναπληρώνοντας την απουσία νεοελληνικών κλασικών συγγραφέων.


«Δεν το λέω δηµόσια, µα θυµούµαι καλά πως εγώ πρώτος µεταχειρίστηκα τον όρο γενεά του 1930. Συνειδητά και εκ προθέσεως προσπάθησα από καιρό να δηµιουργήσω και να επιβάλω το µύθο του 1930 και τώρα βλέπω ότι κάτι κατόρθωσα. Η οριστική καθιέρωση του µύθου ήτανε της οµιλίας µου ο σκοπός. Το κάνω αυτό γιατί πιστεύω πως µια πνευµατική ζωή ανοργάνωτη και άστατη σαν τη δική µας έχει ανάγκη από τέτοιους µύθους, από καιρό σε καιρό, για να συγκεντρώνεται, να τονώνεται και να επιβάλλεται κατά κάποιον τρόπο στο κοινό της».
Αυτά γράφει ο Γιώργος Θεοτοκάς στο ηµερολόγιό του, για τη διάλεξη που είχε δώσει στις 22 Νοεµβρίου 1947 στο «Αθήναιον» µε θέµα «Η λογοτεχνική γενεά του 1930». Στον Θεοτοκά, άλλωστε, φαίνεται να ανήκει και η πατρότητα του όρου, τον οποίο χρησιµοποίησε για πρώτη φορά δέκα χρόνια πριν. Ο ίδιος άνθρωπος είχε δηµοσιεύσει το 1929 το δοκίµιο «Ελεύθερο πνεύµα», που αναδείχθηκε µε τον καιρό σε ιδρυτικό κείµενο της γενιάς ,σε
  "πνευµατικό µανιφέστο της".
                              
ΠΗΓΕΣ

  • Α.Γεωργιάδου, Η ποιητική περιπέτεια, εκδόσεις Μεταίχμιο

  • Κουζέλη Λαμπρινή, Η Γενιά του 30' δεν υπήρξε ποτέ, ΒΗΜΑ, 15/5/2011
  • Τζιόβας, Δημήτρης, 2011, Ο Μύθος της Γενιάς του 30', Νεοτερικότητα, Ελληνικότητα και Πολιτισμική Ιδεολογία, εκδ. ΠΟΛΙΣ, Αθήνα
  • Vitti, Mario, 2000, Η Γενιά του '30, εκδ. ΕΡΜΗΣ, Αθήνα
  • Γ.Βελουδής , Η άνοδος και η πτώση της «γενιάς του ''30», ΤΟ ΒΗΜΑ, 9/12/2001














Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!




« Γνέθουμε ελπίδες 
απ΄την αύρα των ονείρων μας
 αναδύονται δειλές
μέσα από απ΄την άλμη  
 τελειωμένων ταξιδιών ,
για να σκάψουν τόπους
και χρόνους που σαρώθηκαν,
να γητέψουν τη λύπη
να κοιτάξει αλλού
άδολα,  ξέφωτα βλέμματα 
ν΄ αρμενίσουν  τις μέρες μας »