Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013

Δ.Σολωμός - Φ.Σίλλερ , παράλληλη ανάγνωση στον Κρητικό




Η πηγή έμπνευσης  του Σολωμού για τον Κρητικό θεωρείται,  από τους περισσότερους μελετητές , το εξαιρετικό  ποίημα / μπαλάντα του Σίλλερ  , " Ηρώ και Λέανδρος "



Ο Φρήντριχ Σίλερ (Friedrich Schiller,  1759- 1805 )
ήταν Γερμανός θεατρικός συγγραφέας, ποιητής και ιστορικός. Η καταγωγή του ήταν ταπεινή και η  ζωή του γεμάτη δυσχέρειες. Σπούδασε νομικά και ιατρική. Μετέφρασε αρχαίους Έλληνες και Λατίνους συγγραφείς , ενώ ασχολήθηκε συστηματικά με τη φιλοσοφία. 

    Η έννοια του «υψηλού» , που κυριαρχεί και στο Σολωμό , διατυπώνεται ως εξής από τον Σίλλερ:


 ως Υψηλό  θεωρείται  η  νίκη της ηθικής θέλησης ενάντια στις φυσικές εναντιότητες. Προϋποθέτει δηλ. μια κατάσταση διαταραχής,  αντιπαράθεσης και σύγκρουσης ανάμεσα στον ηθικό και το φυσικό άνθρωπο, στην πνευματική και την υλική του φύση, ή αλλιώς, στο «λογικό» και την «αισθαντικότητα». «Η αρχή της ελευθερίας δεν αναγνωρίζεται μέσα μας, παρά από την αντίσταση στη βία των συναισθημάτων». Όταν η ηθική υποχρέωση βρίσκεται σε σύγκρουση με τις δυνάμεις της φύσης (δηλ. με ο,τι δεν υπόκειται στη νομοθεσία του λογικού: αισθήματα, ένστικτα, συμπάθειες, πάθη, φυσική αναγκαιότητα, τύχη) και τις υπερνικά, τότε αποκαλύπτει όλη τη δύναμη του ηθικού νόμου. Ο υψηλότερος βαθμός της ηθικής μας φύσης αναδείχνεται σε καταστάσεις βίαιες, μέσα στην πάλη και η υψηλότερη ηθική χαρά συνοδεύεται πάντα με τον πόνο. Γιατί, μόνο μέσα στη δοκιμασία μπορεί να φανερωθεί, σ' όλο της το μεγαλείο, η ελευθερία της ψυχής.



Ηρώ και Λέανδρος


Ο Σίλλερ εμπνεύστηκε το ποίημα από το  πασίγνωστο ομώνυμο δράμα της Ελληνικής μυθολογίας. Η Ηρώ ήταν ιέρεια της Αφροδίτης η οποία κατοικούσε σε ένα πύργο στην πόλη της Σηστού, στην ευρωπαϊκή ακτή του Ελλησπόντου. Ο Λέανδρος, ένας νεαρός από την Άβυδο, στην απέναντι όχθη του στενού, την ερωτεύτηκε, και κάθε βράδυ περνούσε κολυμπώντας τον Ελλήσποντο για να είναι μαζί της. Η Ηρώ με μόνη βοηθό την πιστή τροφό της, άναβε μία λάμπα κάθε νύχτα στην κορυφή του πύργου της, για να τον οδηγεί, και όταν έφθανε ασθμαίνων η ίδια τον υποδεχόταν στην ακτή.
Πριν όμως ξημερώσει ο Λέανδρος επέστρεφε στη Άβυδο προκειμένου να επανέλθει το επόμενο  βράδυ. Κάποτε όμως ήρθε η άσχημη εποχή του Χειμώνα και οι δύο εραστές χώρισαν με την αμοιβαία όμως υπόσχεση να  ξαναβρεθούν στις αρχές της επόμενης Άνοιξης. Παρά ταύτα όμως το επόμενο  βράδυ  συνέβη το μοιραίο. Είτε διότι η Ηρώ λησμόνησε τις υποσχέσεις της και ήθελε πάλι τον Λέανδρο κοντά της, είτε διότι η γριά τροφός παρασύρθηκε από τη συνήθεια , ο λύχνος βρέθηκε πάλι αναμμένος.
Ο Λέανδρος όταν τον είδε από την Άβυδο εξέλαβε το φως ως ερωτική πρόσκληση. Αμέσως έπεσε στη παγωμένη και ανεμοδαρμένη θάλασσα για να πάει στην αγαπημένη του. Ενώ όμως εκείνος πάλευε με τα κύματα ο άνεμος έσβησε το λύχνο οπότε έχασε τον προσανατολισμό του και παρασυρόμενος από τα κύματα πνίγηκε. Το πρωί το πτώμα του ξεβράστηκε στη ακτή της Σηστού. Αλλόφρων η Ηρώ όταν έμαθε το δυστύχημα έπεσε στη θάλασσα , αγκαλιάζοντας τον νεκρό αγαπημένο της,  και βυθίστηκαν μαζί. Αργότερα οι τραγικοί αυτοί εραστές εκβράστηκαν αγκαλιασμένοι στην ακτή, όπου οι κάτοικοι τους έθαψαν σε κοινό τάφο.

Το δράμα αυτό με το ερωτευμένο ζευγάρι κίνησε το ενδιαφέρον πολλών λογοτεχνών. Ήδη τον 5ο μ.Χ αι. ο Μουσαίος γράφει "τα καθ' Ηρώ και Λέανδρον"


ΗΡΩ ΚΑΙ ΛΕΑΝΔΡΟΣ

                           από τον Φρήντριχ Σίλλερ ( 1801)

( επιλεγμένα αποσπάσματα)

Τους αρχαίους πύργους βλέπετε, που γκρίζοι
Στέκουν κεί, ο ένας τον άλλον ν’ αντικρίζει,
 Στο χρυσό λάμποντας φως του ηλίου ψηλά,
Κεί που τ’ άγριο το κύμα του Ελλησπόντου 
Μες από τα Δαρδανέλλια, μ’ ήχο βρόντου,
Απ’ τις πύλες των ψηλών γκρεμών κυλά;
Να παφλάζει με ορμή το κύμα ακούτε,
Σπάζοντας πάνω στους βράχους με βοή;
Την Ασία χωρίζει τούτο απ’ την Ευρώπη,
Την Αγάπη όμως δεν καταπτοεί.


Της Ηρώς και του Λεάνδρου η καρδιά
Απ’ το βέλος του Έρωτα, που θεϊκιά
Έχει δύναμη, οδυνηρά επλήγη.
Η Ηρώ, ανθηρή ως Ήβη, όμορφη κόρη·
Κείνος εύρωστος, που κίναγε στα όρη
Με ορμή για να ριχτεί μες στο κυνήγι.
Μα η οργή των πατεράδων τους, όλο έχθρα,
Χώρισε το ενωμένο τούτο ταίρι
Και τον θείο, ολόγλυκο καρπό του Έρωτα
Στ’ άκρα επικίνδυνου γκρεμού είχε φέρει.


Κεί στον πύργο της Σηστού, πάνω στους βράχους
Που μ’ αιώνιες τρικυμίες, όλο ταράχους,
Ο Ελλήσποντος χτυπά, άγρια αφρισμένος,
Κάθεται η κόρη, τρέμοντας, μονάχη,
Και τα μάτια στην ακτή στραμμένα τα ’χει
Της Αβύδου, όπου ’ναι ο πολυαγαπημένος.
Αχ, προς τ’ απομακρυσμένα τα παράλια
Δεν υπάρχει κάποιου γεφυριού ο δρόμος,
Και δεν φτάνει από την άλλην όχθη βάρκα-
Η Αγάπη την οδό της βρήκε όμως.

(….)

Έτσι και μες στων υδάτων την πλημμύρα,
 Με του πόθου την ολόθερμη την πύρα
 Του Λέανδρου το κουράγιο κεντρά εκείνη.
Σαν το φως της μέρας γέρνει, τότε ευθύς
Ρίχνεται ο τολμηρός κολυμβητής
Μες στου Πόντου τη μαύρη απεραντοσύνη.
 Μ’ ισχυρό χέρι τα κύματα μεριάζει
Προς την ακριβή παλεύοντας ακτή,
Όπου λάμποντας σ’ έναν ψηλό εξώστη
Το φως νεύει του πυρσού που’χει αναφτεί.


Και σε τρυφερή ερωτική αγκαλιά,
Ο καλότυχος θα βρει την ζεστασιά
 Για τη δύσκολη πορεία που εδιάβη·
Και την θεϊκήν ανταμοιβή και πάλι,
Τον μακάριο κόρφο να τον περιβάλλει,
Που του εφύλαςε ο Έρωτας, θα λάβει.
 Ώσπου αυτόν, αργοπορούντα, η Αυγή
Τον εγείρει απ’ τα όνειρά του τα τερπνά,
Κι απ’ τον κόρφο της Αγάπης, στην ψυχρή
Του πελάγους κοίτη αφήνει να φρικιά.

Κι έτσι τριάντα ήλιοι, όλο ηδονές κρυφές,
Για το ταίρι πέρασαν το ευτυχές,
Γρήγορα, ίδια με γαμήλιας νύχτας πρώτης
Τις γλυκές χαρές, που τόσο αφθονούνε,
Που και οι θεοί οι ίδιοι τις φθονούνε,
Που αιωνίως ζούνε στην ακμή της νιότης.
Δεν εγεύθηκε την ευτυχία ποτέ του
 Κείνος που απ’ την ακροποταμιά του Άδη
Τον ουράνιο καρπό, αφήνοντας τον,
Δεν τον έκλεψε απ’ το ολόφριχτο σκοτάδι.
(…)


Κι απ’ τον όμορφο τον Πόντο χαρά παίρνει,
Και γλυκόλογα για να του πει αυτή γέρνει
Και προς το υγρό στοιχείο έτσι λαλεί:
«Θεέ πανώριε! Απατηλόν όλοι σε λένε!
Όχι, ψεύτην ονομάζω, λατρεμένε,
Όποιον δόλιο κι άπιστο σ’ αποκαλεί.
Δόλιο μόνο είναι το ανθρώπινο το γένος.
 Σκληρή είναι του πατέρα η καρδιά μόνη.
Μα εσύ είσαι ευμενής κι ημερωμένος,
Και σε συγκινούν του έρωτα οι πόνοι.
Να με κλείνουν μόνη οι έρημοι οι τοίχοι Να θρηνώ δίχως χαρά θα ’χα εγώ τύχη,
Κι από λύπη αιώνια θα μαραινόμουν
Μα μου φέρνεις στων κυμάτων σου τη ράχη,
 Δίχως βάρκα, δίχως γέφυρα να υπάρχει,
 Στην αγκάλη μου τον φίλο το δικό μου.
Φρικαλέα, ναι, είναι τα δικά σου βάθη,
Τ’ άγρια κύματά σου είναι φονικά.
Μα εσέ σ’ εξευμενίζει η Αγάπη
Και του ήρωα το κουράγιο σε νικά.

(…)
Όμορφη Έλλη! Συ θεά μου, όλο ευμένεια!
Μακαρία, εσένα εγώ εκλιπαρώ,
Κάν’ και σήμερα να μου ’ρθει ο αγαπημένος,
 Σ’ εμέ φέρ’ τον από τη συνήθη οδό».

Μα ήδη ο Πόντος από σκοτεινιά εζώστη·
Και να τρεμοπαίζει εκείνη στον εξώστη
 Τον ψηλό του πυρσού αφήνει το δαδί,
Για να δείχνει, μέσα στο πηχτό σκοτάδι,
Στον αγαπημένο, σίγουρο σημάδι,
Την οδό μες στην πορεία του να δει.
Και σφυρίζει και βουίζει έως πέρα,
Σκοτεινή η θάλασσα όλη ρυτιδώνει,
Και το φως του καθενός σβήνει αστέρα,
Κι όσο πάει η θύελλα όλο και σιμώνει.

Στην πλατιά την επιφάνεια της θαλάσσης
Κείται η νύχτα, και στου Πόντου τις εκτάσεις
Απ’ τον κόρφο των νεφών ρυάκια χύνονται,
 Στον αέρα αστραπές χτυπούν ανήλεα,
Κι από·μέσα απ’ τα βραχώδη τους τα σπήλαια
Τώρα οι θύελλες να ξεσπούνε όλες λύνονται.
Απ’ τα ευρεία κάτω υδάτινα τα βάθη της
Χίλια σκάπτοντας μαζί τεράστια στόμια
Χάσκει ανοίγοντας η απύθμενη η άβυσσος
Με το άνοιγμα, θα ’λεγες, του Άδη όμοια.

 «Τρισαλί μου! Έλεος, συ, Δία μεγάλε!»
Κράζει η άμοιρη και κλαίει,
 «Το χέρι βάλε! Τι ικεσία τόλμησα, αχ, να ’χω προφέρει!
Αν μ’ ακούσουν οι θεοί, αν στα δολερά
 Του υπούλου Πόντου πέσει αυτός νερά,
Έπαθλο στο δυνατό της θύελλας αέρι!
Τα πουλιά όλα που κατοικούν στο πέλαγος
 Στη φωλιά τους επιστρέψαν τώρα γρήγορα,
Τα πλοία όλα που αντέχουν κάθε θύελλα
 Καταφύγια βρήκανε στους όρμους σίγουρα.

Σίγουρα, αχ, αυτός, που ουδέποτε δειλιά,
 Θα επιχείρησε ό,τι ετόλμησε συχνά,
Γιατί κραταιός θεός του δίνει θάρρος.
Σαν χωρίσαμε μου’ταξε αιώνια πίστη·
Στην αγάπη μας ιερό όρκο μου ορκίστη,
Τα δεσμά αυτά θα λύσει μόνο ο χάρος.
Αχ! Ετούτη τη στιγμή ακριβώς εκείνος
Θα παλεύει με της θύελλας τη λύσσα
Και του ΙΙόντου το ξεσηκωμένο κύμα
Στο βυθό με βία θα τον τραβά ολόισα.

Η γαλήνη σου ήταν μόνο, ύπουλε Πόντε,
Ένα κάλυμμα όπου οι δόλοι σου κρύβονται.
 Όμοιος ήσουνα εσύ μ’ έναν καθρέφτη.
 Ηρεμούσες σαν ακύμαντος και λείος,
 Ώσπου αυτόν τον εξαπάτησες δολίως
Μες στο ύπουλο βασίλειό,σου, ψεύτη!
 Τώρα εσύ στης καταιγίδας σου το μέσον
, Που την κάθε επιστροφή τού έχει κλείσει,
Κάθε τρόμο σου σ’ αυτόν, τον προδομένον,
 Καταπάνω του έχεις εξαπολύσει!»

Κι η μανία της καταιγίδας όλο αυξαίνει,
Και σε όρη η θάλασσα είναι υψωμένη
 Και ξεσπά του κύματος ο παφλασμός
Αφρισμένος στα ριζά των βράχων κάτου.
Κι ένα πλοίο, με τα ξύλινα πλευρά του,
Δεν σιμώνει δίχως να βρει ο χαλασμός.
Και στον άνεμο σβήνει η φωτιά της δάδας
Που του φώτιζε και του ’δειχνε τον δρόμο-
 Έναν τρόμο τα νερά παρουσιάζουν Κι η προσέγγιση παρουσιάζει τρόμο.

Και μια δέηση κάνει αυτή της Αφροδίτης,
Να ηρεμεί την θύελλα με προσταγή της,
Να πραΰνει τ’ οργισμένο, τ’ άγριο κύμα,
Και στους άνεμους με το δριμύ το αγέρι
Τάζει πλούσια θυσία να προσφέρει
Έναν ταύρο χρυσοκέρατο ως θύμα.
Όλες τις θεές που οικούν κάτω στα βάθη,
Όλους τους θεούς που βρίσκονται στα ύψη,
 Ικετεύει, πραϋντικό να χύσουν λάδι
Το ανεμόδαρτο πέλαγος να καλύψει.

«Την επίκλησή μου εισάκουσε, αφουγκράσου, ·
Κι απ’ τα πράσινα ανέβα δώματά σου,
Ω ιερή και μακαρία, Λευκοθέα!
Που ο ναύτης στις θαλάσσιες έρμες χώρες
Μες στο πέλαο σ’ είδε σε κινδύνων ώρες,
Να εμφανίζεσαι- ω σωτηρία θέα!
Δος σ’ εκείνον το ιερό κι άγιο σου πέπλο,
Το με τρόπο μυστηριώδη υφασμένο,
Να το φέρει, κι απ’ του κύματος το μνήμα
Να τον έχει αυτόν αλώβητα υψωμένο».

Και οι άγριοι άνεμοι τώρα σωπαίνουν.
Φωτεινά κατά τα ύψη ανεβαίνουν
 Τ’ άλογα της Ηούς, άκρη άκρη τ’ ουρανού.
Ρέει ο Πόντος στην αρχαία του την κλίνη
Ήρεμος σαν τον καθρέφτη, όλο γαλήνη.
Χαρωπά αέρας και πέλαγος γελούν.
Αλαφρά και μαλακά σπάνε τα κύματα
 Στην βραχώδη, την απόκρημνη την όχθη,
Και ξεπλένουν, παιχνιδίζοντας, κεί ήρεμα
Ένα πτώμα, στην ακτή που απαλά εσπρώχθη.


Ναι, είν’ αυτός, που άψυχος, δίχως να σαλεύει,
 Τον ιερό του όρκο κι έτσι δεν παρέβη!
Τον γνωρίζει αυτή με μια μόνο ματιά.
Δεν αφήνει θρηνωδίες να ηχούνε,
Μήτε δάκρυα απ’ τα μάτια της κυλούνε·
Ψυχρή, ασάλευτη, με απελπισία κοιτά
Στα έρημα, απαρηγόρητη, τα βάθη·
Στον αιθέρα στρέφει τ ’ όμμα το λαμπρό
 Και φωτιά ευγενική ρόδινο βάφει
Το κατάχλομο, ωχρό της πρόσωπο.

 «Άτεγκτες Δυνάμεις, είστε εσείς· το ξέρω!
Σκληρά ασκείτε τα δίκαιά σας, στο ακέραιο!
Φοβερά και τόσο αδυσώπητα, ναι.
Νωρίς κλείστηκε για μένα ήδη ο δρόμος.
Την εγεύθηκα την ευτυχία εγώ όμως,
Και δική μου η πιο ωραία μοίρα ήτανε.
 Ζώντας, ιέρεια στο ναό σου αφιερωμένη
Να σ’ υπηρετώ σκοπό μου είχα βάλει-
 Για σέ θύμα εγώ χαρούμενο πεθαίνω,
 Αφροδίτη, συ βασίλισσα μεγάλη!»


Και με ντύμα που ο αέρας το σηκώνει
Ρίχνεται από του πύργου το μπαλκόνι,
Στους γιαλούς του Πόντου τους κατάφωτους.
Στα βασίλειά του πάνω τα πελάγια
Τα δυο λείψανα ο θεός φέρει τα άγια,
Κι είναι αυτός που αποτελεί τον τάφο τους.
 Κι απ’ τη λεία του αυτή ευχαριστημένος
 Κινά ολόχαρος, μακριά να την φυλά,
Κι απ’ την ανεξάντλητή του υδρία χύνει
Τη ροή του, ποταμό που αιωνίως κυλά.

( Φρήντριχ Σίλλερ, Μπαλάντες, μετάφραση Κ.Γ.Σαμέλη, εκδόσεις Διώνη,  2005)

Αναγνωρίζουμε πολλές αναλογίες  ανάμεσα στον Κρητικό του Σολωμού και το ποίημα του Σίλλερ · ενδεικτικά μερικές :

         1.         ο εξιδανικευμένος έρωτας
         2.         η απώλεια,  οι δοκιμασίες
         3.         η τρικυμισμένη  θάλασσα ως σκηνικό ιδανικό για την  τραγική πάλη ανθρώπου – φύσης  ( η αίσθηση του υψηλού, η οποία παράγεται από τη συνειδητοποίηση του μεγαλείου της φύσης έναντι του αδύναμου ανθρώπου )
         4.         το  συναίσθημα, τη φαντασία, το απόλυτο, το υπερβολικό, το συγκινησιακό, το ιδανικό ως έκφραση του ευρωπαϊκού ρομαντισμού
         5.         λυρικότητα, δραματικότητα
         6.         Η επίδραση της Φύσης στον άνθρωπο  και  αρνητική / ανταγωνιστική και  θετική· η μεταστροφή της τρικυμίας σε νηνεμία·

         7.         έρωτας – θάνατος
         8.         η επίκληση της θεάς και η ανταπόκριση
         9.         πυκνός μεταφορικός λόγος, προσωποποιήσεις

Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2013

Σαρλ Μπωντλαίρ, εξόριστος στη γη




Ο ποιητής , η ζωή  και το έργο του

Ο Σαρλ Μπωντλαίρ γεννήθηκε  στο Παρίσι στις 9/4/ 1821 και πέθανε στις 2/ 9/ 1867 στις Βρυξέλλες . 

   
  Γονείς του  ο 60χρονος  Φρανσουά Μπωντλαίρ (βαθύτατα καλλιεργημένος και ερασιτέχνης ζωγράφος)   και η 27χρονη  Καρολίν Ντυφέ .Ο  πατέρας του πέθανε  στις  19/ 2/1827 , όταν ο Σαρλ Μπωντλαίρ ήταν 6 ετών. Στις 8 Νοεμβρίου του ίδιου έτους  η μητέρα του ξαναπαντρεύεται με τον ταγματάρχη Ζαν Οπίκ, έναν άνθρωπο αυστηρό και στυγνό  με τον οποίο ο Μπωντλαίρ δεν θα έχει ποτέ καλές σχέσεις. Ο μελλοντικός ποιητής δεν θα συγχωρέσει ποτέ  στη μητέρα του το γεγονός ότι ξαναπαντρεύτηκε  και σε όλη του τη ζωή ο πατριός του ενσαρκώνει στα μάτια του όλα τα εμπόδια σε όσα και όσους αγαπά: τη μητέρα του , την ποίηση, το όνειρο και τη ζωή χωρίς απρόοπτα και εκπλήξεις.  Ο Μπωντλαίρ  μεγαλώνει εσωτερικός σε κολέγια της Γαλλίας .Ένας δάσκαλός του , ο Αχιλλέας Σοντέν, επισημαίνει για τον μαθητή του : « πολύ ελαφρόμυαλος, δεν κατέχει τις αρχαίες γλώσσες, κακή διαγωγή, πολλά ψέματα. Τρόποι συχνά ιπποτικοί αλλά άλλες φορές, τρομακτικά απαράδεκτοι εξαιτίας της υπερβολικής εκζήτησης.» Το 1939 αποβάλλεται  από το Λύκειο εξαιτίας μιας φάρσας  και αρχίζει να ζει με έναν τρόπο που έρχεται σε πλήρη αντίθεση   με τα αστικά ιδεώδη που ενσαρκώνουν  η μητέρα του και ο πατριός του. Λίγο αργότερα γράφεται στη Νομική αλλά κατά τη διάρκεια των μαθημάτων προτιμά να διαβάζει Λογοτεχνία. Το 1840 συναντά τον Ζεράρ  ντε Ντερβάλ και τον Ονορέ ντε Μπαλζάκ . Δημιουργεί με φίλους μια ομάδα , όπου γράφουν ποιήματα  και τραγούδια Συναναστρέφεται με πόρνες. Το 1841 ο Οπίκ  κρίνοντας τη ζωή του πρόγονού του « σκανδαλώδη» αποφασίζει να τον στείλει στις Ινδίες , ταξίδι που ολοκληρώνεται στο νησί του Μαυρίκιου, το 1841. « Είναι επείγον να τον αποσπάσουμε από το ολισθηρό  πεζοδρόμιο του Παρισιού», έλεγε  ο Οπίκ. Στις 9 Ιουνίου του 1941, παρακινημένος από την οικογένειά του, δέχεται  να ταξιδέψει για την Καλκούτα .Εν πλω , απομονώνεται εγωιστικά, αδιάφορος για κάθε τι που δεν είναι  λογοτεχνία.
     Στις 15 / 10/ 1842 επιστρέφει και αποβιβάζεται στο Μπορντό  ενήλικος πια λαμβάνει την πατρική περιουσία , ποσό που ανερχόταν σε 75.000 φράγκα και διάγει την πολυτελή ζωή πλούσιου μποέμ. Κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών , ζει άστατη ζωή και το 1843 αρρωσταίνει από σύφιλη.
       Την ίδια χρονιά τίθεται υπό καθεστώς επιτήρησης από την οικογένειά του  και  θα λαμβάνει ένα μηνιαίο  εισόδημα 200 φράγκων που θα του το παραδίδει ο συμβολαιογράφος  που θα διαχειρίζεται την περιουσία του. Δημοσιεύει ποιήματα σε λογοτεχνικά περιοδικά. Μέσα στο 1845 κάνει δύο απόπειρες αυτοκτονίας .Εξομολογείται ο ίδιος: «  Σκοτώνω τον εαυτό μου γιατί είμαι άχρηστος στους άλλους και επικίνδυνος για τον ίδιο μου τον εαυτό. Σκοτώνω τον εαυτό μου γιατί θεωρώ πως είμαι αθάνατος και ελπίζω…». Το 1847 ανακαλύπτει το έργο του Εντγκαρ Άλαν  Πόε και αρχίζει να το μεταφράζει. Συνεχίζει να δημοσιεύει ποιήματα και διηγήματα.

ΤΑ  ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ
 
Την 1η Ιουνίου 1845 δημοσιεύει , στο « περιοδικό των δύο κόσμων» ,την διάσημη συλλογή του  Τα άνθη του κακού, που τότε αριθμεί 18 ποιήματα. Το 1857, αφού έχει πεθάνει ο πατριός του , εκδίδεται  η συλλογή Τα άνθη του κακού, συλλογή που περιέχει όλα τα ποιήματα που έγραψε από το 1840. Αυτή η συλλογή με 52 αδημοσίευτα ποιήματά του που θα άλλαζε τη ροή της μοντέρνας ποίησης ανοίγοντας δρόμο για τους συμβολιστές, τον Pεμπώ, τον Mαλλαρμέ . « Mε αυτά τα ποιήματα ο Mπωντλαίρ γίνεται ο πρώτος τραγικά ενδοσκοπούμενος ποιητής, εκείνος που παρουσίασε, πολλαπλασιάζοντας τον εαυτό του, τη σύγχρονη ανθρωπότητα της αμαρτίας, της θλίψης, της οδύνης, της μοντέρνας μητρόπολης: Ηδονή και παράπτωμα, πνευματική εκλέπτυνση και πόνος, αισθηματισμός και ανία, μαύρη μοναξιά και μελαγχολία μέσα στο θόρυβο και τις καθημερινές αλλαγές - αυτά είναι τα καινούργια στοιχεία που θα αποτελέσουν το συνθετικό απόσταγμα της τέχνης του.»
   Ο τίτλος Les Fleurs du Mal είναι επινόηση του κριτικού Hippolyte Babou, ενώ ο Μπωντλαίρ αρχικά προόριζε για τίτλο το Les Limbes( οι πύλες της κόλασης )
   Η πρώτη έκδοση κυκλοφόρησε στις 25/ 6/ 1857  σε 1100 αντίτυπα. Η επαναστατικότητα, ο αντικομφορμισμός, η άρνηση του αστικού πνεύματος, και η εξέγερση που κρύβει κάθε στίχος των “Ανθέων” δεν ήταν συμβατά με την εποχή του Στις 7 Ιουλίου ασκήθηκε  δίωξη – και στον ποιητή και στους εκδότες του βιβλίου -  για εξύβριση των θείων και προσβολή της δημοσίας αιδούς.  Ειδικότερα, η απόφαση εξηγεί ότι «όποια προσπάθεια εξωραϊσμού του ύφους και αν επιχειρήθηκε  τα ολέθρια αποτελέσματα των σκηνών που περιγράφει ο ποιητής οδηγούν αναπόφευκτα στη διέγερση των αισθήσεων από έναν ρεαλισμό χυδαίο και προσβλητικό για την αιδώ».  Στις 20/ 8 ο Μπωντλαίρ καταδικάστηκε σε χρηματική ποινή του υπερβολικού ποσού των 300 Φράγκων. Έξι από τα ποιήματά του, Lesbos, Femmes damnées, Le Lèthe, À celle qui est trop gaie, Les Bijoux, Les Métamorphoses du vampire ( «Λέσβος», «Κολασμένες γυναίκες», « η λήθη», «σε κάποια πολύ πρόσχαρη», «τα κοσμήματα», «οι μεταμορφώσεις της Λάμιας») απαγορεύτηκαν και αφαιρέθηκαν από τις επόμενες εκδόσεις.
 Έναν αιώνα μετά, μόλις το 1949, το γαλλικό κράτος  θα άρει  αυτή την καταδικαστική απόφαση αποκαθιστώντας το έργο του ποιητή.

Γράφει  ο ίδιος στο  Σχέδιο προλόγου στα Άνθη του Κακού :

«Ο εκδότης μου ισχυρίζεται ότι θα 'ταν καλό και για μένα και για κείνον να εξηγήσω γιατί και πώς έγραψα αυτό το βιβλίο, ποιος ήταν ο σκοπός και ποια τα μέσα μου, ο στόχος μου και η μέθοδός μου... Αλλά αν εξετάσουμε πιο προσεκτικά τα πράγματα, δεν είναι φανερό ότι πρόκειται για μια άσκοπη εργασία; Φοβάμαι μήπως γελοιοποιηθώ θέλοντας να κάνω τον λαό να καταλάβει ένα έργο τέχνης, και φοβάμαι ακόμα μήπως σ' αυτό το πεδίο φανώ όμοιος μ' αυτούς τους ουτοπιστές, που θέλουν μ' ένα διάταγμα να κάνουν μεμιάς όλους τους Γάλλους πλούσιους κι ενάρετους... Οδηγεί κανείς τα πλήθη στο εργαστήρι της ράφτρας ή του διακοσμητή ή στο καμαρίνι του ηθοποιού; Δείχνει κανείς στο κοινό, ξετρελαμένο σήμερα, αδιάφορο αύριο, τον μηχανισμό των τεχνασμάτων; Του εξηγεί κανείς τις τελειοποιήσεις και τις απρόβλεπτες παραλλαγές στις πρόβες, και σε ποια αναλογία το ένστικτο και η ειλικρίνεια είναι ανακατεμένα με το κοκκινάδι και τον απαραίτητο τσαρλατανισμό στο κράμα της παράστασης; Του δείχνουν τα κουρέλια, τα φτιασίδια, τις τροχαλίες, τις αλυσίδες, τις διορθώσεις, τα μουντζουρωμένα χειρόγραφα, με δυο λόγια όλες τις ασχήμιες που συνθέτουν το άδυτο της τέχνης;» 

«  Τα άνθη του κακού»  είναι ένα έργο υπέρτατα  πρωτότυπο, υπέρτατα καινούργιο, υπέρτατα ανθρώπινο     « απεικονίζει    την   ατέρμονη και αιώνια σύγκρουση του καλού και του κακού, του πνευματικού και του αισθησιακού     καθώς και τη δραματική αντίθεση ανάμεσα στο ιδεώδες ( ideal)  που αντιστοιχεί στην Ιδέα του Καλού  και το spleen , μια  πολυσυζητημένη  μπωντλαιρική έννοια, ( που θα εξετάσουμε διεξοδικά παρακάτω)   ·  προσδιορίζεται  γενικά  ως συνύπαρξη  μελαγχολίας,  ρέμβης , ανίας  και  θλίψης και   βρίσκεται στην πλευρά του Κακού. Ανάμεσα σ΄αυτά ο Ποιητής ταξιδεύει απεγνωσμένα ως « φτωχός λαθρεπιβάτης πάνω στις φτερούγες των πουλιών» , όπως θα΄λεγε και ο Τ. Λειβαδίτης.

    Θέματα των περισσοτέρων ποιημάτων της συλλογής ο έρωτας, ο θάνατος, η νεότητα, η ίδια η καλλιτεχνική φύση.

« Για πρώτη φορά βιβλίο ποιημάτων, σχεδόν παραδεδεγμένων όσον αφορά τη ρομαντική τους διάσταση κι ανεπίληπτων μορφικά, έγινε αιτία παγκόσμιας ανακατάταξης της ίδιας της ποίησης, ανατρεπτική, καινούρια πραγματικότητα για ένα κίνημα που έπνεε τα λοίσθια και αντικείμενο διαθλάσεως της εξωτερικής πραγματικότητας, του κόσμου, που μέσα τους διυλίζεται σχεδόν μέχρις εξαφανίσεως. Δεν είναι τυχαίο που αυτά τα ποιήματα, παρ' όλη την ευλαβική μουσικότητα και τη σκοτεινή πολυχρωμία τους, θεωρήθηκαν περίπου παράφωνα, υπερτονισμένα σε βαθμό υστερίας και εργαστηριακής τελειότητας τόσης, σαν να επρόκειτο για τελετουργίες νυχτερινές και απόκοσμες, ικανές να κόψουν την ανάσα και τα γόνατα των αναγνωστών τους, παρά για απλή ποίηση και παιχνίδισμα των λέξεων.», γράφει ο Χάρης Μεγαλυνός.



ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ


         1.         ύφος ακραίου ερμητισμού
         2.         μουσικότητα στη γλώσσα
         3.         ακινητοποιημένες εικόνες που αντιστοιχούν σε ψυχολογικές καταστάσεις.  (Ηγέτης της σχολής του Συμβολισμού)
         4.    δεξιοτεχνική επιλογή των λέξεων ( πρώιμη παρνασσιστική τεχνική )

         5.         ο θάνατος και το κακό εγγεγραμμένα στην καρδιά της ποιητικής  του δράσης. Η ίδια η ιδέα της ικανοποίησης της ευτυχίας έχει για εκείνον κάτι το επονείδιστο και το περιφρονητέο
         6.         Χαρακτήρες που ταλαντεύονται ανάμεσα στις σκοτεινές δυνάμεις του καλού και του κακού
         7.         ελεγχόμενες ρομαντικές τάσεις
         8.         άγριος λυρισμός
         9.         βίαιος ερωτισμός
       10.       σαρκασμός, ειρωνεία
       11.       συναισθηματική ένταση
       12.       αντιπαράθεση δύο κόσμων:  το  μυθολογικό, ποιητικό παρελθόν απέναντι στον άδοξο κόσμο του παρόντος
       13.        στα ποιήματά του αποκεφαλίζει τις τρυφερές ψευδαισθήσεις της επικρατούσας ηθικής
       14.       σε αντίθεση με προηγούμενους ρομαντικούς ο Μπωντλαίρ αναζήτησε την έμπνευσή του στην αστική ζωή του Παρισιού. Υποστήριξε πως  η τέχνη πρέπει να δημιουργεί ομορφιά ακόμη και από τις μη ποιητικές καταστάσεις
       15.       Ο  Mπωντλαίρ με το έργο του  προσδιόρισε την φύση της ανθρώπινης ευαισθησίας , είδε την αντιπαράθεση της φύσης  με  την πυκνοκατοικημένη μεγαλούπολη, είδε  στη θέση της ηθικής και των ιδανικών την πολύμορφη  παρουσία του Kακού, ενώ τοποθέτησε στο επίκεντρο του ποιητικού του κόσμου  ανθρώπους, δράσεις, ιδέες και συμπεριφορές του περιθωρίου. Αποτύπωσε, με εντυπωσιακή διαύγεια, το σπαρασσόμενο εσωτερικό του τοπίο σε αντιστοιχία πάντα με τον πνιγηρό αστικό περίγυρο.


 
Η μπωντλερική έννοια του spleen

 Για ένα Γάλλο του 19ου αιώνα, η λέξη είχε δύο προελεύσεις: η μία είναι ετυμολογική και η άλλη γεωγραφική. « Προερχόμενη από την ελληνική λέξη που σήμαινε τη σπλήνα, τη χρησιμοποιούσαν κυρίους για να δηλώσουν ένα οργανικό πρό­βλημα ( melancholia splenica). η δεύτερη ετυμολογία ήταν πάντα γνωστή. Σε όλη τη διάρκεια του αιώνα, η λέξη συνοδευόταν από τον προσδιορισμό που επισήμαινε την προέλευση και τη μοναδικότητα της. Στις εφημερίδες όπως και στα ποιήματα, ήταν πολύ συχνός ο όρος  le spleen anglais . Τη χρησιμοποίησε και ο   Φλωμπέρ για να περιγράψει   το   κλίμα και το  θυμικό της Αγγλίας, ενώ   η  λέξη έφερε πάντα το κλίμα που της δάνειζαν σε αυτή τη χώρα: χιόνι, βροχή, λάσπη, ομίχλη, που κολλά στο δέρμα. Οι συννεφιασμένοι ουρανοί και οι ομίχλες προκαλούν απανθρωπιά και αναλγησία, και η λέξη  spleen  άρ­χισε να σημαίνει, εκτός από το μετεωρολογικό δελτίο, την ανησυχητική πλήξη των Άγγλων. Η πλήξη, η ανία, δεν ήταν την εποχή εκείνη ένα ένοχο αίσθημα. Έφερε εντός της την ευγένεια των ψυχών, τις οποίες επιλέγει η δυστυχία.
    Ο Μπωντλαίρ δεν την χρησιμοποίησε ποτέ μέσα σε στίχους αλλά συχνά σε τίτλους έργων του ή επιστολές του. Έσκυψε στο ετερογενές δίκτυο της ρομαντικής θλίψης και ανίας, και απομόνωσε τη φλέβα του κακού. « Την είδε σαν ένα τέρας που ούρλιαζε μαζί με τα άλλα άγρια ζώα της καρδιάς.»  Η καινοτομία στον πρό­λογο στα Άνθη του κακού από τη μία, έγκειται στη δήλωση ότι η Ανία, η Πλήξη είναι ένα Βίτσιο.
Συχνά ο Μπω­ντλαίρ χρησιμοποιεί τη λέξη  spleen λιγότερο επιθετικά, πιο κοντά στην πρότερη σημασία της, αλλά πάντα υποδεικνύει μια κατάσταση αρνητικής χαύνωσης. Η ενόχληση αυτή, η ανία, η πλήξη, πνίγει ακόμα και τη μελαγχολία.
Αν και ο Μπωντλαίρ έδωσε έμφαση στις πιο σκοτεινές, μαύρες συνισταμένες της λέξης  spleen , ωστόσο δεν εκμηδένισε τη ρομαντική μελαγχολία. Αντιλήφθηκε και αξιοποίησε γόνιμα το θετικό περιεχόμενό της. Στην πραγματικό­τητα  το  spleen , η πλήξη, η ανία,  αποτελούν σκοτει­νές και αρνητικές καταστάσεις,  διότι η ελπίδα δεν έχει πλέον θέση. Η μελαγχολία φωτίζεται από τα απομεινάρια μιας ευτυχίας που μας είχε πλη­σιάσει αλλά που έχει χαθεί πια, από την οποία δεν μπορεί να αποσυνδεθεί η σκέψη.

ΑΛΜΠΑΤΡΟΣ

Συχνά για να σκοτώσουνε τον άδειο τους καιρό
οι ναύτες παίζουν με «άλμπατρος» που πιάνουν επιτήδεια·
τεράστιους γλάρους που πετούν απάνω απ' το νερό
 κι ακολουθούν, νωχελικοί συντρόφοι, τα ταξίδια.


 Μόλις πάνω στου καραβιού τα ξύλα με χαρές
τους βασιλιάδες του γλαυκού ο ναύτης ακουμπάει,
αφήνουν τις φτερούγες τους εκείνοι χαλαρές
να τους κρεμούν σαν δυο κουπιά αχρείαστα στοπλάι.


 Οι αγέρωχοι ταξιδευτές πώς φαίνονται δειλοί!
Τι αστείοι που 'ναι κι άσκημοι οι ωραίοι αιθεροβάτες!
 Κάποιος το ράμφος τους με το τσιμπούκι του ενοχλεί
ή αναγελά κουτσαίνοντας τους φτερωτούς σακάτες.


 Όμοια μ' αυτούς τους πρίγκιπες του αιθέρα κι ο Ποιητής
ούτε για βέλη νοιάζεται ούτε αν βροντά κι αστράφτει·
μα μέσ' στη χλεύη εξόριστος μιας κοινωνίας αστής
απ' τα γιγάντια του φτερά στο βάδισμα σκοντάφτει.


μτφρ. Νίκος Φωκάς

ΑΛΜΠΑΤΡΟΣ

Συχνά για να περάσουνε την ώρα οι ναυτικοί
άλμπατρος πιάνουνε, πουλιά μεγάλα της θαλάσσης,
 που ακολουθούνε σύντροφοι, το πλοίο, νωχελικοί
καθώς γλιστράει στου ωκεανού τις αχανείς εκτάσεις.


 Και μόλις στο κατάστρωμα του καραβιού βρεθούν
αυτοί οι ρηγάδες τ' ουρανού, αδέξιοι, ντροπιασμένοι,
τ' αποσταμένα τους φτερά στα πλάγια παρατούν
 να σέρνονται σαν τα κουπιά που η βάρκα τα πηγαίνει.


 Πώς κείτεται έτσι ο φτερωτός ταξιδευτής δειλός!
Τ' ωραίο πουλί τι κωμικό κι αδέξιο που απομένει!
Ένας τους με την πίπα του το ράμφος του χτυπά
κι άλλος, χωλαίνοντας, το πώς πετούσε παρασταίνει.


 Ίδιος με τούτο ο Ποιητής τ' αγέρωχο πουλί
που ζει στη μπόρα κι αψηφά το βέλος του θανάτου,
σαν έρθει εξόριστος στη γη και στην οχλοβοή
μέσ' στα γιγάντια του φτερά χάνει τα βήματά του.

μτφρ. Αλέξανδρος Μπάρας

[ Δυο μεταφράσεις   ( από τις πολλές που υπάρχουν) για να δούμε πως η ποίηση καταργεί τα γλωσσικά αδιέξοδα και γίνεται οικουμενική. Βέβαια , θα πρέπει να παραδεχτώ πως η τροχοπέδη της άγνοιας της γλώσσας του ποιητή  με κρατά μακριά από την εξαίσια πρώτη ύλη: τη λέξη , το πιο ερωτικό σημείο του κορμιού της ποιητικής γλώσσας ....]

Το ποίημα

Στο ποίημα « Άλμπατρος»  συνοψίζεται ολόκληρη η κοσμοθεωρία του Μπωντλαίρ  για τη θέση του ποιητή στον κόσμο  και την λειτουργία της ποίησης .Το ποίημα  ανήκει στο πρώτο κεφάλαιο της συλλογής  «τα άνθη του κακού», που έχει τον τίτλο « Spleen et Ideal»
Η πηγή έμπνευσης του ποιητή αποτελεί ένα πραγματικό περιστατικό στο ταξίδι του προς τις Ινδίες : ένα πουλί άλμπατρος  (  τεράστιο θαλασσινό  πουλί )  που πέταγε κοντά στο κατάρτι, χτυπήθηκε  από τον καπετάνιο και μετά  βασανιζόταν για μέρες  από τους ναυτικούς  που το κρατούσαν  δεμένο από το πόδι, αιχμάλωτο στη γέφυρα του καραβιού. Όλοι γελούσαν μαζί του , με τον τρόπο που βάδιζε αιχμαλωτισμένο, εμποδισμένο από το δεμένο πόδι του και τα τεράστια φτερά του να σέρνονται στο κατάστρωμα 
   
 Ο Μπωντλαίρ βλέπει  στην εικόνα αυτού του τραυματισμένου, αιχμαλωτισμένου αλλά αγέρωχου πουλιού  τον ποιητή που  κατασπαράσσεται στον αντιποιητικό , συμβιβασμένο και εγωιστικό  κόσμο μας. Ο Συμβολισμός κυριαρχεί.

  Ο  Μπωντλαίρ παρομοιάζει τον ποιητή με τα άλμπατρος  γιατί έχουν μια κοινή μοίρα: εκείνα μεγάλα, προικισμένα, «ρηγάδες τ΄ουρανού» · ο ποιητής κι αυτός μεγάλος, σημαντικός μέσα στη μικρότητα της ανθρώπινης καθημερινότητας  « ρήγας», βασιλιάς στις σφαίρες μιας ανώτερης ζωής περιπλανιέται , ηττάται  από τις διαψεύσεις και τους φόβους του  και νιώθει ξένος , εξόριστος και μόνος .Όπως το περήφανο πουλί που ήταν ο κυρίαρχος του ουρανού παγιδεύεται στο κατάστρωμα του πλοίου και ταπεινώνεται από τους άξεστους  ναυτικούς, έτσι και ο ποιητής  υποφέρει.

«τ' αγέρωχο πουλί που ζει στη μπόρα κι αψηφά το βέλος του θανάτου, σαν έρθει εξόριστος στη γη και στην οχλοβοή
μέσ' στα γιγάντια του φτερά χάνει τα βήματά του.» 

Τα άλμπατρος   είναι «νωχελικοί συντρόφοι» του θαλασσινού ταξιδιού , με βραδείς ρυθμούς όπως ο βαθιά στοχαζόμενος ποιητής που αξόδευτος σε αναγκαστικούς συγχρωτισμούς  μπορεί να βυθίσει τη ματιά του στο αθέατο.

Το πλοίο και η θάλασσα σύμβολα  της ζωής και της ανθρώπινης επικοινωνίας:  Η ζωή ένα καράβι που προχωρά μπροστά  , καράβι που το παραμονεύουν κίνδυνοι άγνωροι κι απρόβλεπτοι . Η  θάλασσα  αχανής, ανεξερεύνητη, αφιλόξενη και απρόσιτη μάς παραπέμπει στις ανθρώπινες σχέσεις.  Είναι όμως , συνάμα, και η Ομορφιά  σαν ιδέα πλατωνική, ιδέα του Υψηλού  που αποτελεί το στόχο της ποιητικής δημιουργίας  ·  αυτή τη θάλασσα θέλει να την ταξιδέψει ο Ποιητής, να υπερασπιστεί το όραμα και την αξία του ιδανικού του κόσμου, να επικοινωνήσει  με τους ανθρώπους  μήπως τυχόν μπορέσει μια μικρή στιγμή  τους μεγάλη να την κάνει …

    Όμως (ου) τόπος για την Ποίηση, ο άλμπατρος-ποιητής θηρεύει το αδύνατο στην αφιλόξενη σκληρή πραγματικότητα  που ζει · εξόριστος κι ίδιος, εξόριστες και οι επιθυμίες του / μας. Γίνεται αντικείμενο εμπαιγμού γιατί η ευαισθησία του δεν χωράει στον κόσμο του συμβιβασμού και της μετριότητας· οι ναυτικοί –   παραπέμποντας στους κενούς  και αντιπνευματικούς  ανθρώπους  - φέρονται ταπεινωτικά στο μεγαλόπρεπο πουλί, βασανίζοντας το, όπως στους καιρούς μας οι πολλοί δεν θέλουν να βλέπουν τίποτε που να ξεπερνά  την ασημαντότητά τους· φοβούνται . απορρίπτουν, χλευάζουν, περιθωριοποιούν οτιδήποτε είναι αλλιώτικο ή αξιότερο από τη δική τους μικρή, έγκλειστη πραγματικότητα.
«Ένας τους με την πίπα του το ράμφος του χτυπά
κι άλλος, χωλαίνοντας, το πώς πετούσε παρασταίνει.»

«Όμοια μ' αυτούς τους πρίγκιπες του αιθέρα κι ο Ποιητής
ούτε για βέλη νοιάζεται ούτε αν βροντά κι αστράφτει·
μα μέσ' στη χλεύη εξόριστος μιας κοινωνίας αστής
απ' τα γιγάντια του φτερά στο βάδισμα σκοντάφτει.»


Στη μετάφραση του Νίκου Φωκά  ο Ποιητής 

«μέσ' στη χλεύη εξόριστος μιας κοινωνίας αστής
απ' τα γιγάντια του φτερά στο βάδισμα σκοντάφτει»

αναγνωρίζουμε τις αντιλήψεις του Μπωντλαίρ για τους ισοπεδωτικούς μηχανισμούς  και την υποκρισία της αστικής τάξης .
«  Η ιδέα του Μπωντλαίρ για τη μοίρα του Ποιητή παραμένει κατά βάση ρομαντική: ο ποιητής έχει έρθει στη γη για να φωτίσει την πραγματικότητα με το φως της ενόρασης του. Αντιτιθέμενος στις κοινωνικές συμβάσεις, ανίκανος στα πρακτικά θέματα, προσπαθεί ν' αποκαλύψει με την τέχνη του έναν κόσμο μαγικό και ιδανικό, από τον οποίο ο κοινός άνθρωπος δεν βρίσκει μέσα του παρά μόνο συγκεχυμένες και αποσπασματικές εικόνες. Όμως συγχρόνως ο ποιητής, που βιώνει τη μετριότητα της ανθρώπινης κοινωνίας, αισθάνεται μέσα σ' αυτήν ξένος και εξόριστος, γιατί βλέπει πως δεν μπορεί ν' ακολουθήσει τα οράματα του.»

Ποίημα για  παράλληλη ανάγνωση 


Κ. Καρυωτάκη
 «Κι αν έσβησε σαν ίσκιος...»

Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ' όνειρό μου,
κι αν έχασα για πάντα τη χαρά,
κι αν σέρνομαι στ' ακάθαρτα του δρόμου,
πουλάκι με σπασμένα τα φτερά·

κι αν έχει, πριν ανοίξει, το λουλούδι
στον κήπο της καρδιάς μου μαραθεί,
το λεύτερο που εσκέφτηκα τραγούδι
κι αν ξέρω πως ποτέ δε θα ειπωθεί·

κι αν έθαψα την ίδια τη ζωή μου
βαθιά μέσα στον πόνο που πονώ —
καθάρια πώς ταράζεται η ψυχή μου
σα βλέπω το μεγάλον ουρανό,

η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη,
και ογραίνοντας την άμμο το πρωί,
μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι,
μου λέει για κάποια που 'ζησα ζωή!

Από τη συλλογή Νηπενθή (1921)


Ηθικόν δίδαγμα  από το συναπάντημα με τον Μπωντλαίρ; 

-  Η μοίρα της Ποίησης είναι η μοναξιά ....
    -   Μόνο;  αναρωτιέμαι    
    -     Όχι μόνο! Φιμώνει και παραπλανά το θάνατο, διατηρώντας κραταιό το μαγικό δρώμενο Ζωή….



ΠΗΓΕΣ:


  • Τα άνθη του κακού, Τα απαγορευμένα ποιήματα Σ.Μπωντλαίρ, μετάφραση Ερρίκος Σοφράς
  • Εισαγωγή στη νεότερη ευρωπαϊκή λογοτεχνία, M.Travers

  • Αγάθης Γεωργιάδου, Ν.Γιαννακίτσα,  Ν.Κοκκινάκη , Νεότερη Ευρωπαϊκή  Λογοτεχνία ( Καστανιώτης)
  • Η σκοτεινή ηδονή του σύγχρονου βίου ,  Γιώργου Βαϊλάκη
  •  Χάρη Μεγαλυνού,  Μπωντλαίρ, ένας ποιητής διαπιστευμένος στην Κόλαση
  • Γκυ  Σαν, Ντολφ ΄Ελερ , μελέτες για τον Μπωντλαίρ ( περιοδικό οδός Πανός  τχ 149 )
  • Ιφιγένειας Σιαφάκα, μια ματιά  στη Νεότερη Νεότερη Ευρωπαϊκή  Λογοτεχνία
  • Κων/να Τζανιδάκη,  Νεότερη Νεότερη Ευρωπαϊκή  Λογοτεχνία
  • Ισμήνη Λιόση, μια φανταστική συνέντευξη, εκδόσεις περί τεχνών
  • Τα "Απαγορευμένα" του Μπωντλαίρ , Κρημνιώτη Π.