Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

Μαρία Πολυδούρη, Μόνο γιατί μ΄αγάπησες




 Η σχέση του βιώματος και της καλλιτεχνικής έκφρασης του παίρνει στην ποίηση πολλές μορφές.
Οι ποιητές δίνουν συνήθως την εντύπωση πως υποβιβά­ζουν τη ζωή τους σε μια «πρώτη ύλη» για την ποίηση τους. Δίνουν, δηλαδή, την εντύπωση πως ό,τι ζουν, δεν το ζουν πραγματικά, αλλά εικονικά, πως ζουν για να μπορέσουν με­τά να περιγράψουν αυτό που έζησαν και πως αυτό που τους ενδιαφέρει δεν είναι η εμπειρία, αλλά η αναγωγή της στο ε­πίπεδο της καλλιτεχνικής έκφρασης. Η ζωή μετατοπίζεται από τη βίωση της σε μια αναβαθμισμένη (αισθητικά και νοηματικά) περιγραφή της, χάνει την πρωταρχική σημασία της και γίνεται ένας μηχανισμός έμπνευσης, η υλική προϋ­πόθεση για μια δραστηριότητα που, υπό κανονικές συνθή­κες, είναι δευτερεύουσα ή συμπληρωματική.
Με αυτόν, όμως, τον τρόπο, αντιστρέφουν τους ρόλους ζωής και λογοτεχνίας και δίνουν στη λογοτεχνία μια σημασία και έναν ρόλο πλασματικό, ενώ ο πραγματικός ρόλος της δεν εί­ναι άλλος από την εντατικοποίηση της εμπειρίας της ζωής.


Μόνο γιατί μ'αγάπησες


Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες
στα περασμένα χρόνια.
Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα
και σε βροχή, σε χιόνια,
δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες.


Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου
μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,
μόνο γι’ αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο
κ’ έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,
μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.


Μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν
με την ψυχή στο βλέμμα,
περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο
της ύπαρξής μου στέμμα,
μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν.


Μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες
και στη ματιά σου να περνάη
είδα τη λυγερή σκιά μου, ως όνειρο
να παίζει, να πονάη,
μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες.


Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε
γι’ αυτό έμεινεν ωραίο το πέρασμά μου.
Σα να μ’ ακολουθούσες όπου πήγαινα,
σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου.
Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε.


Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα,
γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη.
Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
μένα η ζωή πληρώθη.
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.


Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου
μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια.
Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου
μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια,
μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου.


Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες
έζησα, να πληθαίνω
τα ονείρατά σου, ωραίε που βασίλεψες
κ’ έτσι γλυκά πεθαίνω
μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες.





Το ενδιαφέρον της άποψης που εκφράζεται στο ποίημα  της  Μαρίας  Πολυδούρη  « Μόνο γιατί μ΄αγάπησες» βρί­σκεται στην καθ' όλα ρεαλιστική υπερτίμηση της ζωής σε σχέση με την ποίηση. Αναδεικνύεται το γεγονός  ότι η υπεροχή της ζωής απέναντι στην τέχνη αναγνωρίζεται ακόμη και από ε­κείνους που έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στην τέχνη.
  Το γε­γονός, ωστόσο, πως αυτή η αναγνώριση της υπεροχής της ζωής (σε μία, τουλάχιστον, από τις πιο αυθεντικές, αλλά και έντονες εκδοχές της,   την ερωτική) συνδυάζεται με την αφο­σίωση στην ποίηση οδηγεί την ανάγνωση προς την επισή­μανση της στενής, θετικής σχέσης ή και αλληλοεπίδρασης ζωής και ποίησης. Σύμφωνα με αυτή την αμοιβαία επίδρα­ση, ζωή και ποίηση συνιστούν τους δύο δυναμικούς πόλους της πραγματικότητας, οι οποίοι δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν και να λειτουργήσουν σαν συνθήκες του πραγματικού ανεξάρτη­τα ο ένας από τον άλλον, αλλά μόνο μέσα από την αμοιβαία σχέση και αλληλοαναφορά τους.
Αξίζει να  σημειωθεί η επιμονή της Πολυδούρη  όχι στην αξία της δικής της αγάπης προς αυτόν στον οποίο απευθύνεται, αλλά της δικής του αγάπης προς αυτήν. Αυτό το θέμα, όπως και η ά­ποψη σχετικά με τη σχέση ποίησης και ζωής μας τρέπουν προς μια βιογρα­φική ερμηνεία και κριτική του ποιήματος, σύμφωνα με την οποία επιχειρείται η ανάγνωση και κατανόηση του έργου , βά­σει της αδιέξοδης ερωτικής σχέσης της ποιήτριας με τον Κα­ρυωτάκη.

Η ΓΛΩΣΣΑ

Το βασικό χαρακτηριστικό της γλώσσας και της στιχοποιίας της Πολυδούρη αποτελεί η φυσικότητα.
  Η φυσικότητα είναι συνέπεια της ανεπιτήδευτης, καθημερινής γλώσσας, της αβία­στης ομοιοκαταληξίας, του συνηθισμένου ρυθμού και της α­πουσίας της εντύπωσης του μόχθου που συχνά δίνουν στον αναγνώστη τα επεξεργασμένα ποιήματα.
Η Πολυδούρη δεν μοχθεί για την επεξεργασία των στίχων της και γι' αυτό δεν φτάνει συ­χνά σε κάποιο ολοκληρωμένο αποτέλεσμα. Στην περίπτωση, όμως, που φτάνει, είναι φανερό πως αυτό έχει γίνει χωρίς  ιδιαίτερη προσπάθεια. Επομένως, το βασικό αυτό χαρα­κτηριστικό της ποίησης της Πολυδούρη εκδηλώνεται με δύο τρόπους:
 α) ως ατημελησία στα ατελή της ποιήματα και
β)  ως φυσικότητα στα επιτυχημένα ποιήματα της.
Αυτή, ωστόσο, η αδιαφορία ή η βιασύνη μπροστά στη λε­πτομέρεια της φόρμας εναρμονίζεται απόλυτα με το ξεχείλι­σμα του συναισθήματος. Πώς αλλιώς, άραγε, θα μπορούσε να εκφραστεί ένα τόσο εκρηκτικό συναίσθημα;

 Η Πολυδούρη ( και όλοι οι νεορομαντικοί ποιητές ) θεωρούν  την Ποίηση   ως αυθόρμητη ποιητική μεταγραφή των συναισθημάτων,  οπότε εί­ναι αναμενόμενο να τηρούν  ανέμελη στάση απέναντι στο ιδα­νικό της ποιητικής μορφικής εντέλειας. Ανάλογος, άλλωστε, ήταν και ο τρόπος της ζωής της, που καθοριζόταν από την α­ντίδραση στις καθιερωμένες, τυπικές συμπεριφορές. Το ποιη­τικό αντίστοιχο του αντικομφορμισμού του τρόπου ζωής της είναι η ατημελησία των στίχων της.
Οι ποιητικές εικόνες της είναι καθαρές και σαφείς, δίνο­ντας πάντα την ευχάριστη εντύπωση πως είναι αμιγώς πε­ριγραφικές και πως λειτουργούν κυριολεκτικά. Αυτή, όμως, η αντικειμενικότητα της ποιητι­κής ματιάς τής Πολυδούρη στρέφεται πάντα προς τα μέσα και η σημασία της εικόνας εσωτερικεύεται διακριτικά, δια­φυλάσσοντας τον ελεγειακό τόνο του ποιήματος από τη με­λοδραματική θρηνολογία .
Η φωνή τής Πολυδούρη ακούγεται καθαρή και ανεπιτήδευτη. Κανένας ρητορισμός, καμιά επιτήδευση της έκφρασης ή επίφαση του συναισθήματος. Το συναίσθημα που την απασχολεί είναι το ερωτικό και, συχνά, η φωνή της αποκτά τέτοια οξύτητα, ώστε η ομιλία του ποιήματος να παίρνει την ένταση μιας κραυγής ερωτικής. Όσο δυνατή, όμως, και αν είναι αυτή η κραυγή, ο τόνος του ποιήματος είναι τόσο τρυ­φερός και ήπιος, ώστε η ερωτική απελπισία ή απαίτηση να παίρνει τους χαμηλούς τόνους της ερωτικής συγκατάβασης και του έμμεσου παράπονου.



Ο ΘΑΝΑΤΟΣ


Με την ποίηση της, η Πολυδούρη κατορθώνει να αποδώ­σει την ένταση του ερωτικού συναισθήματος, αλλά χωρίς ο­ξύτητα. Αυτό γίνεται δυνατό χάρη σε μια ποιητική έκφραση που καλλιεργεί τον ήπιο τόνο.        Αρχικά, δίνεται η εντύπωση πως η ένταση του συναισθήματος και ο ήπιος τόνος συνιστούν αντίφαση ή κάτι ακατόρθωτο, αλλά στο ποίημα της Πολυ­δούρη αυτός ο συνδυασμός γίνεται δυνατός με τον παρακάτω τρόπο:
      α) η ερωτική συγκίνηση μεταδίδεται στον αναγνώστη μέσα από εικόνες που υποβάλλουν τον έρωτα σαν μια εξαι­ρετικά ζωντανή και παρούσα ανάμνηση.   Η απόσταση του χρόνου λειτουργεί σαν διαδικασία απόσταξης του συναισθή­ματος: όσο πιο μακρινό είναι το συναίσθημα τόσο πιο δυνα­τό γίνεται - αρκεί να ήταν, δηλαδή να είναι, αληθινό. Με τον τρόπο αυτό, η ερωτική ανάμνηση γίνεται στο ποίημα ένα πολύ ζωντανό και παρόν σκίρτημα, δηλαδή μια συγκίνηση που διατρέχει ακόμη το σώμα.
β) Άλλος ένας τρόπος για να γίνει η οξύτητα τρυφερότητα είναι η συνεχής παρουσία του θανάτου, που ακόμη και όταν βρίσκεται σε δεύτερο πλάνο, δεν παύει να λειτουργεί προς δύο κατευθύνσεις:
 1) προς την υπογράμμιση της σημασίας και  επισήμανση της αξίας του έρωτα, μέσα από την προβολή  του πάνω στο φάσμα του θανάτου, αλλά και
 2) προς την απάλυνση της φυσικής οξύτητας του ερωτικού συναισθήμα­τος, μέσα από την υποβολή μιας σοφής εγκαρτέρησης και ε­πίγνωσης της ματαιότητας.
Ο θάνατος, στο συγκεκριμένο ποίημα -αλλά και γενικώς
στην ποίηση της Πολυδούρη - δεν είναι θάνατος βιολογικός, είναι  θάνατος του έρωτα.
Μπορεί να γνω­ρίζουμε από τη βιογραφία της ποιήτριας ότι «ο ωραίος που βασίλεψε » είναι ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης, που αυτο­κτόνησε, και ότι η ποιήτρια , που λέει « έτσι γλυκά πεθαίνω», είναι η ποιήτρια, που πέθαινε από φυματίωση, παρ' όλα αυτά, όμως, η αυτοκτονία και η φυματίωση δεν αποτελούν τις αιτίες τού πραγματικού θανάτου: εκεί­νος που «βασίλεψε», εκείνος που έδυσε, πριν χαθεί πίσω από ορίζοντα της ζωής, είχε αποτραβηχτεί από τον έρωτα δηλαδή, από τη ζωή της ποιήτριας. Πριν όμως χαθεί, είχε προλάβει να την αγαπήσει κι αυτό ήταν αρκετό για να την κάνει αυτήν ωραία, σαν άνθος ολάνοιχτο, κι εκείνον να τον εξαγνίσει . Αυτή η «άνθηση» κι αυτός ο «εξαγνισμός» απο­τελούν τις συνθήκες ολοκλήρωσης της ζωής  για τους δύο ερωτευμένους. Μπορεί ο έρωτας τους να έμεινε στην ιστορία σαν μια τραγική περίπτωση ανολοκλήρωτου ή, τουλάχιστον, αδιέξο­δου έρωτα, αλλά μέσα από αυτό το ποίημα αποδεικνύεται το αντίθετο.

        Η ΑΓΑΠΗ

Η αγάπη δεν ελπίζει μόνο. Η αγάπη μπορεί και να θυμάται. Αυτές οι δύο προοπτικές, η μία προς το μέλλον (με την ελ­πίδα) και η άλλη προς το παρελθόν (με την ανάμνηση), απο­τελούν τις δύο δυναμικές διαστάσεις του έρωτα. Αυτό συμ­βαίνει επειδή η παρούσα στιγμή, όσο συναρπαστική και αν είναι (ή, ακριβώς, επειδή είναι τόσο συναρπαστική), πάντα διαφεύγει. Δύσκολα μπορούν οι ερωτευμένοι να αρπαχτούν και να σταθούν στο παρόν τους: ο έρωτας έχει μια ανεξέλε­γκτη δυναμική, που ωθεί συνεχώς προς μια επόμενη φάση. Και όταν ο ρυθμός της ανεξέλεγκτης πορείας έχει μειωθεί, η δυναμική στρέφεται προς τα πίσω, προσπαθώντας να α­πολαύσει ξανά ή να καρπωθεί αναδρομικά όσα η ανεξέλε­γκτη ταχύτητα δεν είχε επιτρέψει.
Αυτό κάνει η ποιήτρια του ποιήματος: ο αγαπημένος «έχει βασιλέψει», ο έρωτας έχει δύσει και εκείνη, με ζωντα­νό ακόμη το ρίγος στην ψυχή και το σώμα, ζει και γράφει και πεθαίνει, γεμάτη από μια ευδαιμονία που δεν είναι δυνατόν να σβήσει. Η δυναμική τού έρωτα που στρέφεται προς το παρελθόν δεν είναι ένας μηρυκασμός των αισθημάτων, αλλά μια υπερηφάνεια για κάτι που συνέβη πραγματικά, για κάτι που, από τη στιγμή που είχε κάποτε την ομορφιά του αληθι­νού γεγονότος, δεν θα πάψει να την έχει ποτέ γι' αυτούς που το έζησαν.
Αξίζει να παρατηρήσουμε πως η ποιήτρια  αναφέρεται συνεχώς στην αγάπη εκείνου προς αυτήν και πως αυτή η αγάπη του ολοκλήρωσε, έδωσε νόημα και δικαίωσε τη ζωή της.
Δεν μιλά, ωστόσο, καθόλου για τη δική της αγάπη. Θα μπορούσαμε  να δώσουμε στο γεγονός αυτό μια ψυχολογική ερμηνεία:
 πως η ομιλήτρια δεν ανταποκρίθηκε στην αγάπη του, αλλά αισθάνεται κολακευμένη από τον έρωτα του προς αυτήν και πως γι' αυτό αναφέρεται συνεχώς σε αυτό τον έρωτα.
   Είναι, όμως, δυνατόν να φανταστούμε πως η ικανοποίηση μιας ανάγκης τόσο κοινής ή και ευτελούς θα μπο­ρούσε να προκαλέσει τόσο σημαντικά αποτελέσματα: να ολοκληρώσει τη ζωή της, να της δώσει νόημα, να την κάνει να ανθίσει ως γυναίκα και ως ποιήτρια; Φυσικά, όχι. Αυτό είναι  δυνατόν να συμβεί μόνο αν ο έρωτας του άλλου συνιστά αυτό που θέλουμε από τη ζωή. Μιλώντας, επομένως, για την αγάπη εκείνου προς αυτήν, η Πολυδούρη  εκφράζει σε αντανάκλαση τη δική της αγάπη για εκείνον. Αν μάλιστα σκεφτούμε  πως εκείνος που την αγάπησε δεν ζει πια τότε η αντανάκλαση αυτή γίνεται ακόμη πιο μακρινή. Αυτή η έμμεση, μετά θάνατον, ερωτική εξομολόγηση αποτελεί τη βασική στρατηγική της ποιητικής έκφρασης στο «Γιατί μ' αγάπησες».
Αυτή η έμμεση εξομολόγηση επιχειρείται με μια ποιητική ομιλία που απευθύνεται σε ένα «εσύ». Από τη στιγμή, ό­μως, που αυτό το «εσύ» είναι ένα πρόσωπο νεκρό, ουσιαστι­κά αποδέκτης της ομιλίας γίνεται ο πομπός του. Με τον τρόπο αυτό, η ποιήτρια  εμφανίζεται να απευθύνεται σε δεύτερο πρόσωπο σε κάποιον συγκεκριμένο αποδέκτη του λόγου της αλλά, στην πραγματικότητα, η ομιλία της επιστρέφει σε αυτή την ίδια, αποτελώντας έτσι τυπική περίπτωση λυρικού ποιήματος κατά το οποίο ο ομιλητής  δεν εμφανίζεται να απευθύνεται σε κάποιον , είναι ένα «λυ­ρικό εγώ» που δεν αισθάνεται την πραγματική ανάγκη να α­πευθυνθεί σε κάποιο ακροατήριο, αλλά θέλει να μιλήσει σε αυτόν τον ίδιο, προσπαθώντας όμως, με αυτήν τη ρητορική ε­πιλογή, να διατυπώσει απλώς τα συναισθήματα του με τρό­πο νηφάλιο, ώστε να μπορέσει να τα οργανώσει και να τα κάνει κατανοητά σε αυτόν τον ίδιο.

Η  επανάληψη, το σχήμα της αναδίπλωσης

Το σχήμα της αναδίπλωσης δεν παρουσιάζεται μόνο στην κλίμακα της στροφής (όπου κάθε στροφή ανοίγει και κλείνει με τον ίδιο στίχο), αλλά και στην κλίμακα ολόκληρου του ποιήματος: το ποίημα αρχίζει με μια στροφή που ανοίγει και κλείνει με την ομοιοκαταληξία «μ' αγάπησες» και τελειώνει επίσης με μια στροφή που ανοίγει και κλείνει με την ίδια ο­μοιοκαταληξία.
Αυτή η αναδίπλωση υπηρετεί το πρόγραμμα της επανάληψης με δύο τρόπους:
ηχητικά και νοηματικά, μια και οι λέξεις που ομοιοκαταληκτούν έχουν ιδιαίτερη ση­μασία μέσα σε αυτή τη συνοπτική ερωτική ιστορία: «μ' α­γάπησες», «χέρια σου», «κύτταξαν», «γεννήθηκα», «μ' αγά­πησες». Μέσα από αυτές τις τέσσερεις λέξεις που, ομοιοκαταληκτώντας, επαναλαμβάνονται από δύο (το «μ' αγάπη­σες» τέσσερεις) φορές, αποδίδεται ο έρωτας στις βασικές του διαστάσεις: με το «με κράτησες στα χέρια σου» («μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα», ο επόμενος στίχος) αποδίδεται η σωματική διάσταση , με το «τα μάτια σου με κύτταξαν» («με την ψυχή στο βλέμμα», ο επόμενος στίχος) αποδίδεται η ψυ­χική διάσταση,  ενώ με το «γιατί μ' αγάπησες γεννήθηκα» α­ποδίδεται το συνολικό καταλυτικό αποτέλεσμα του έρωτα. Το όλο σχήμα πλαισιώνεται από το «μ' αγάπησες» της πρώ­της και της τελευταίας στροφής, που εισάγει και συνοψίζει το θέμα.



Ο σύνδεσμος της ζωής με την ποίηση αποτελεί την πρότα­ση του ποιήματος. Ο σύνδεσμος αυτός γίνεται δυνατός με τη μεσολάβηση του έρωτα: με τον έρωτα, η ζωή ολοκληρώνεται και ανθίζει και από τον έρωτα προκαλείται η ποίηση, η ο­ποία δεν έχει άλλο λόγο ύπαρξης παρά την έκφραση (δηλα­δή, την μέσω της γλώσσας ένταση, αποκάθαρση και διαιώ­νιση) του έρωτα.
  Κλείνοντας  να επισημάνουμε πως  το γράψιμο της ποίησης δεν αποτελεί για την Πολυδούρη τρόπο διαφοροποίησης και απομόνωσης, αλ­λά μέσο για να έρθει πιο κοντά σε εκείνους που αγαπά. Η ποίηση, για την Πολυδούρη, είναι άμεσα εξαρτημένη από τη ζωή, είναι ένα μέσο ή ένα όργανο της ζωής. Γι' αυτό, άλ­λωστε, όπως η ίδια δηλώνει, δεν γράφει παρά γιατί εκείνος την αγάπησε και τα ποιήματα της «ήταν μόνο για Κείνον».

Η ζωή της Πολυδούρη, επομένως, κορυφώνεται στην α­φοσίωση της στην ποίηση, αλλά η ποίηση, για την Πολυδούρη, δεν είναι παρά όργανο της ζωής και του έρωτα. Με τον τρόπο αυτό, η πορεία της κλιμακώνεται και καταλήγει εκεί από όπου ξεκίνησε: από τη διεκδίκηση της ζωής.

ΠΗΓΕΣ
Β. Αθανασόπουλος , το  ελληνικό ποιητικό τοπίο  τον 20 ο αιώνα



Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Ποιήματα για την Ποίηση



    
     Γιορτή ποίησης σήμερα , για να ξορκίσουμε τη συννεφιά.... 


            ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΟΥΚΑΡΗΣ 
 (1925-1982)



Ο θόρυβος του ποιήματος


I
Ακούω το θόρυβο του ποιήματος όπως σκαρφαλώνει απότομα απ΄ το βάθος της καταπακτής αισθάνομαι ακατάσχετη τη διαδρομή του— κάνω κινήσεις για ν αποφύγω την πολιορκία στο λαιμό, την ξαφνική νύχτα στα μάτια, τις σεισμικές δονήσεις του λυγμού.


II
Ακούω το θόρυβο του ποιήματος
και καταφεύγω ανάστατος
στο σωσίβιο χαρτί,
για να περάσουν οι λέξεις
χωρίς συνωστισμό
μία-μία ν΄ ανέβουν την κλίμακα
και να σταθούν απέριττες,
   με τάξη άμεμπτη σιωπηλές, 
   στην  αναπότρεπτη ακινησία τους.


III

Mε ακολουθεί ο θόρυβος του ποιήματος
όπως αποχωρίζομαι
το σωσίβιο χαρτί
μονάχα έμενα ακολουθεί
που γνωρίζω, με λεπτομέρειες,
πόσο επικίνδυνη
υπήρξε η διαδρομή.





ΑΘΩΣ ΔΗΜΟΥΛΑΣ 
( 1921- 1985 )




Ο ποιητής


Και άλλης μιας αισθήσεως κάτοχος, έκτης, για τις άπειρες προεκτάσεις της πραγματικότητας. Κάθε διάχυτης, φευγαλέας λεπτότητας επίμονος και προσεκτικός συλλέκτης.

Συντηρητής ακούραστος μεγάλης ποσότητας αισθημάτων και ονείρων. Και πλεονέκτης: δεν του επαρκεί να είναι μόνο δέκτης τόσο ευαίσθητος, θέλει της δεκτικότητας

αυτής αναστροφή. Σε στίχο. 
 Που σκοποί της ζωής του είναι πια. Ολοκληρωτικός.
Γι αυτό κινεί τ΄ αδιανόητα. Και παίκτης

«εν ου παικτοίς» γίνεται συχνά. Πομπός
απ΄  ό,τι δέχεται θα επιστρέφει ασφαλώς περισσότερα.

 Γιατί ο  ποιητής είναι ρέκτης.



                ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ
      (1909-1990)




0 χώρος τον ποιητή


Το μαύρο, σκαλιστό γραφείο, τα δυο ασημένια κηροπήγια,
η κόκκινη πίττα τον. Κάθεται, αόρατος σχεδόν, στην πολυθρόνα,
έχοντας πάντα το παράθυρο στη ράχη του. Πίσω από τα γυαλιά του, πελώρια και περίσκεπτα, παρατηρεί το συνομιλητή του,
στ΄ άπλετο φως, αυτός κρυμμένος μες στις λέξεις του,
μέσα στην ιστορία, σε πρόσωπα δικά του, απόμακρα, άτρωτα,
παγιδεύοντας την προσοχή των άλλων στις λεπτές ανταύγειες
ενός σαπφείρου που φορεί στο δάχτυλο τον, κι όλος έτοιμος
γεύεται τις εκφράσεις τους, την ώρα που οι ανόητοι έφηβοι
υγραίνουν με τη γλώσσα τους θαυμαστικά τα χείλη τους.
 Κι εκείνος πανούργος, αδηφάγος, σαρκικός, ο μέγας αναμάρτητος, ανάμεσα στο ναι και στο όχι, στην επιθυμία και τη μετάνοια, σαν ζυγαριά στο χέρι του θεού ταλαντεύεται ολόκληρος,
ενώ το φως του παραθύρου πίσω απ' το κεφάλι του
τοποθετεί ένα στέφανο συγγνώμης κι αγιοσύνης.
«Αν άφεση δεν είναι η ποίηση, —ψιθύρισε μόνος του—
τότε, από πουθενά μην περιμένουμε έλεος».