Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

" Όποιος πεθαίνει , πεθαίνει πάντα ο Γιώργος Ιωάννου"




   
    Γιώργος Ιωάννου

     
       20/9/1927 
     
      16/2/1985









Θυμούνται και μιλούν γι αυτόν:


Βασίλης Βασιλικός


« Πρόσφυγας, κυνηγημένος, κατατρεγμένος από μάστι­γες τύπου Χριστιανόπουλου, με εμπειρίες από την εβραϊκή Θεσσαλονίκη, τη μαύρη Αφρική, την απάνθρωπη Αθήνα (πώς να ξεχάσω τις αναφορές τους στους «μακρυχέρηδες»), ζώντας μια κόλαση ο ίδιος, βρήκε τον παράδεισο μέσω της γραφής.
Φαίνεται εύκολο εκ πρώτης όψεως διαβάζοντας Ιωάν­νου (τον πεζογράφο) να τον μιμηθείς. Διαλέγει ο ίδιος τον εύκολο (εξομολογητικό) τόνο, γιατί τα βιώματα του είναι πολύ δύσκολα.
Όποιος ξεκινά από την «ευκολία» της αφήγησης του Ιωάννου λαθεύει τραγικά, γιατί εκείνο που δεν είπε ποτέ ο Γιώργος είναι το τι προηγήθηκε.

Κι εκείνο που προηγήθηκε από το 1950 ως το 1970, πριν αποφασίσει να εκφραστεί, είναι το σημαντικό. Μια συ­μπαγής μάζα ανείπωτων εμπειριών, από τον καστανά της γειτονιάς του μέχρι την αράπισσα της Αφρικής, αυτά όλα, αυτά και μόνο, ο Γιώργος τα έκανε τέχνη. Με τα πιο τα­πεινά υλικά.
Δεν μάθαμε ποτέ τα ονόματα των γιατρών που κάναν τη λάθος διάγνωση. (Όπως και στην περίπτωση του Αντώ­νη Τρίτση.)
Δεν θα μάθουμε ποτέ τι ένιωσε τις τελευταίες του ώρες, όταν, αυτός που τόσο μόχθησε για τον πολιτισμό, βρέθηκε έρμαιο σε χέρια βαρβάρων.
Θα τελειώσω με μια προσωπική ανάμνηση (μάλλον με δύο). 1982. Ο Θεοδόσης Πελεγρίνης, ο φιλόσοφος, από την Κάρπαθο, καλεί τρεις συγγραφείς σε ένα συμπόσιο στο νησί του: τον Κώστα Ταχτσή, τον Γιώργο Ιωάννου κι εμένα.
Ο Ταχτσής, σαν παγόνι, θέλει να μονοπωλήσει (και τα καταφέρνει με το οξύτατο πνεύμα του) τη σκηνή. Εγώ, από χέρι, είμαι «σημαντικός», όχι ως συγγραφέας, αλλά ως γενικός διευθυντής της τότε ΕΡΤ. Κι ο Ιωάννου, που δεν εκφράζεται, δεν εικάζεται, δεν προσωπολατρεί και δεν καθαγιάζεται, κερδίζει τους Καρπάθιους με το βαρύ ανεξίτη­λο της ψυχής του.
Πόσο στενοχωρέθηκα όταν κοινός «φίλος» τη μέρα του θανάτου του, καθώς τυχαία τον συνάντησα στο δρόμο, μου είπε: «Ευτυχώς απαλλαχτήκαμε απ' αυτόν». Έμεινα άναυδος εν μέσω του δρόμου. Κι έτσι με πάτησε (τραυματί­ζοντας με ελαφρά) ένα γιωταχί.»


Μένης Κουμανταρέας

 " Ο Ιωάννου δεν είναι μια απλή προσωπικότητα. Είναι μια βαθιά διχασμένη φύση, και αυτό προκαλεί το ενδιαφέρον. Ένας Θρακιώτης — και Θρακιώτη συγγραφέα έχουμε να δούμε από τον Βιζυηνό — , ένας αργοπορημένος Βυζαντινός στα χρόνια μας, ένας ηθικολόγος με την ηθική ενός δασκά­λου ερωτευμένου με έναν από τους μαθητές του. Ένας γραμ­ματικός που είναι μαζί και ποιητής. Ένας ερευνητής των λε­ξικών που αποδελτιώνει μαζί με τη γνώση και τα ήθη των συγχρόνων του. Ένας λαϊκός βαθιά θρησκευόμενος που ερευ­νά μανιακά τον Καραγκιόζη και ένας καραγκιοζοπαίχτης ο ίδιος όταν αποφασίζει να γίνει αστείος. Και είναι συχνά λαϊ­κά κωμικός με μια έννοια που διαφέρει από το δικό μας αθη­ναϊκό χιούμορ. Είναι, ακόμα, ένας γεωγράφος της περιφέρει­ας και μαζί γεωγράφος του ανθρώπινου κορμιού. Αξέχαστες μένουν οι σελίδες του στις οποίες γεωγραφεί το ίδιο του το σώμα σε συνάρτηση με τους τόπους στους οποίους έζησε. Ένας πρόσφυγας, γιος σιδηροδρομικού, που συνδιαλέγεται με διανοούμενους μα που γουστάρει περισσότερο την παρέα του γιου του μπακάλη, για να θυμηθούμε τον Γιώργο Χρονά. Ένας μεταφραστής κλασικών κειμένων που ανηφορίζει φορτωμένος ντομάτες και αγγουράκια τη λαϊκή της οδού Καλλιδρομίου. Ένας οδηγός της Θεσσαλονίκης στα πιο λα­μπρά της μνημεία και μαζί ένας περιπατητής σε γειτονιές κακόφημες. Ένας ομοτράπεζος του Γιώργου Σαββίδη σε ακρι­βά εστιατόρια, μα που κατά βάθος γουστάρει να τρώει στην καντίνα παρέα με τους Έλληνες εργάτες στη Βεγγάζη. Ένας μοναχός με ένδυμα κοσμικού. Ένας Αυρηλιανός που παρασπονδεί σε όσα απευθύνει «Εις εαυτόν». Ένας πιστός στο έρ­γο της ζωής του, που είναι το γράψιμο και η απομόνωση, αλλά και πιστός στον έρωτα, που τον αναλίσκει και τον κα­τατρώγει. Ένας Σειληνός στην ακολουθία του Επιταφίου.
Μια βασική ιδιότητα του Ιωάννου, η προσφυγική κα­ταγωγή του, ίσως αποτελεί μια άλλη αιτία απομάκρυνσης του από τον σημερινό αναγνώστη. Τι ξέρουν οι νεότεροι από προσφυγιά και μετανάστευση! Εκείνοι ξενιτεύονται μόνο για να κάνουν το διδακτορικό τους σε κάποιο ξένο πανεπιστή­μιο. Η γενεαλογία των παππούδων και των γιαγιάδων που εκτίθεται στην κορυφαία συλλογή του Η μόνη κληρονομιά αλλά και η αγωνία για την εγκατάσταση στον στερεοελλαδίτικο χώρο, που τόσο συγκινητικά και με μαεστρία περι­γράφεται στο «Ψηλά στο Εσκί Ντελίκ», με τις τύχες των οικογενειών του μαραγκού και του χτίστη, είναι ξένες στην ψυχοσύνθεση του νεαρού αναγνώστη. Απουσιάζει το στοι­χείο του ρομάντζου, που κάνει ελκυστικά κάποια ελληνικά και ξένα μυθιστορήματα με παρόμοιο θέμα. Όμως τώρα, σκέφτομαι, που έχουμε κι εμείς μετανάστες στη χώρα μας, μήπως είναι η πιο κατάλληλη στιγμή να ξαναδιαβάσουμε Ιωάννου; Ο απόηχος της αγωνίας των δικών μας ανθρώ­πων που έφευγαν για τη Δυτική Γερμανία είναι πάντα ζω­ντανός. Είναι αυτό που ο Ιωάννου περιγράφει στη «Μόνη κληρονομιά» επιγραμματικά: «Η Ελλάδα εγκαταλείπεται πατείς με πατώ σε». Μας λέει κάτι αυτό; Μήπως πρέπει να περιμένουμε να μάθουν ελληνικά οι ξένοι μας για να τα διαβάσουν και να συγκινηθούν; Τάχα είναι καλύτερος συγ­γραφέας ο Κανταρέ από τον Ιωάννου; Άραγε αποτελεί κα­τηγόρια το να είναι κανείς ηθογράφος; Μήπως ο Παπαδια­μάντης ηθογράφος δεν ήταν κι αυτός; Αν υπάρχει ένας συγ­γραφέας συγγενικός στον Σκιαθίτη, αυτός είναι ο Ιωάννου.(...)
Ο λόγος του Ιωάννου είναι ανθρωποκεντρικός και ελ­ληνοκεντρικός. Είναι στραμμένος σ' αυτή τη μεγάλη κοίτη που κατεβαίνει από τα βάθη των αιώνων και αρδεύει την πε­ριφέρεια και τα μεγάλα αστικά κέντρα. Είναι ο αγώνας του ανθρώπου να ενταχθεί κοινωνικά και να επιβιώσει διατηρώ­ντας παράλληλα την προσωπικότητα του, όποια κι αν είναι αυτή. Ένας αχθοφόρος της ζωής και της λογοτεχνίας. Το λα­χάνιασμα που κάποτε συνοδεύει τα γραπτά του είναι μια με­γάλη εσωτερική αναπνοή. Ή μήπως είναι κι αυτός λόγος να εξοριστεί; Διότι βέβαια ο Ιωάννου δεν είναι μοντέρνος για να πάρει θέση σ' ένα κίνημα όπως αυτό του μοντερνισμού, που περιλαμβάνει συγγραφείς τόσο διαφορετικούς όσο ο Πεντζίκης με τον Σκαρίμπα. Αν υπάρχει ένα μέτρο να τον συγκρίνουμε με κάποιον σύγχρονο, τηρουμένων των αναλογιών και της λογιοσύνης του Ιωάννου, αυτός θα ήταν ο Σωτήρης Δημη­τρίου, με την ίδια αφοσίωση στον σύντομο πεζό λόγο και την προσοχή στραμμένη στους απόκληρους και μετανάστες.
 Δεν ξέρω τι διαφοροποιήσεις θα είχε υποστεί - αν ζούσε σήμερα - και πό­σο οι καιροί θα τον είχαν αλλάξει, μα έχω την εντύπωση ότι θα ήταν το ίδιο μάχιμος και καυστικός εκεί όπου θα χρειαζόταν. Κάποιοι που ξεσαλώνουν σήμερα θα μετρούσαν και θα φοβόνταν τις παρεμβάσεις του. Μα αυτές είναι υπο­θέσεις μόνο. Βέβαιο, για μένα τουλάχιστον, είναι ότι, παρ' όλες τις πένθιμες νότες του, εκείνος παραμένει ένας χαρού­μενος πεζογράφος, κουρδισμένος στη μείζονα και όχι στην ελάσσονα, ένας που το υπόγειο χιούμορ του αναβλύζει πη­γαία, ένας αγαθός και καλοπροαίρετος ακόμα και όταν σαρκάζει ή αυτοσαρκάζεται. Ένας αισιόδοξος.
Ας είμαστε λοιπόν αισιόδοξοι κι εμείς για τη μεταθα­νάτια τύχη του. Εγώ τουλάχιστον, που τον γνώρισα από κοντά και τον αγάπησα για το ταλέντο του, τη μοίρα του ως μετανάστη με τη διπλή έννοια, τους παιδικούς του θυ­μούς, τη λατρεία του για το αντρικό σώμα, το ευγενές ήθος του, ανήκω στους θαυμαστές του.


Θανάσης Βαλτινός

« Με τον Γιώργο Ιωάννου γνωριστήκαμε το 1964. Ή Ίσως το 1965. Είχε γυρίσει από τη Λιβύη και έκανε τη δεύτερη θη­τεία του στο Καστρί — στο εκεί γυμνάσιο. Άνοιξη προχωρη­μένη, λίγο πριν τελειώσει η σχολική περίοδος. Έμενε στο μικρό ξενοδοχείο της περιοχής, εκτός λειτουργίας ήδη τότε, κατά παραχώρηση. Ένα στενόμακρο καμαράκι ασβεστωμένο, ένα σιδερένιο στρατιωτικό κρεβάτι. Σπαρτιάτικη ζωή. Υπάρχει μια φωτογραφία των δυο μας, στα σκαλιά αυτού του ξενοδοχείου. Ευσταλείς ακόμα, τα πρόσωπα ατσαλάκω­τα. Σαράντα χρόνια πριν, δηλαδή. Ήμουν περαστικός περί­που από το χωριό μου, έμεινα μόνο λίγες μέρες. Κι εγώ, που σεμνύνομαι ότι το μάτι μου κόβει, δεν κατάλαβα τίποτα από τα βάσανα που κουβάλαγε μέσα του. Φαινόταν ήρεμος, αργοπερπάτητος και προσηνής με τους ντόπιους. Καρτερικός επίσης. Μια εικόνα βεβαιότητας. Αυτή ήταν η πανοπλία του. Την ποίκιλλε με διάφορες διηγήσεις για τη Θεσσαλονίκη, κυρίως για τους κύκλους της — τότε ήταν ακόμα στις μεγά­λες του αγάπες με τον Χριστιανόπουλο.
Για τους δαίμονες του μου μίλησε αργότερα, στην Αθήνα. Διακριτικά, με μισόλογα πάντα. Δούλευε στο υπουρ­γείο, είχε χαλαρώσει και έχτιζε λίγο λίγο το έργο του — ένα τείχος προστατευτικό. Μπορούσε να αφεθεί πια. Και ήταν δουλευταράς. Νομίζω με τη δουλειά ξόρκιζε τη μοναξιά του. Γι' αυτήν δεν παραπονέθηκε ποτέ. Την αγνοούσε.
Χτες το βράδυ, 8 Δεκεμβρίου, στην οδό Ηρακλείτου, στο Σπίτι της Κύπρου, ο Σταύρος Ζουμπουλάκης μιλούσε για τον Νίκο Φωκά. Πιο ειδικά, για το θάνατο στην ποίη­ση του. Τελείωσε διαβάζοντας ένα ποίημα. Παραθέτω τον πρώτο στίχο:

                Πάει μου 'πες ο Γιώργος.

Και την τελευταία στροφή, σημαδεμένη με το χρόνο γραφής:

Όμως αυτός ο θάνατος συνταυτίζεται θαρρείς.
 Με κάθε απώλεια στον κόσμο μας, κάθε θάνατο
 Καθώς ένα καινούργιο μέτρημα τριγύρω μας τελειώνει. Πεθαίνει ας πούμε ένα παιδί, πεθαίνει ένας γέροντας 
Πεθαίνει μια πόρνη στο δρόμο, ένας δικός μας στην κλι­νική —

Όποιος πεθαίνει πεθαίνει πάντα ο Γιώργος Ιωάννου.»


Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2013

'Ηριννα, Ηλακάτη



Η Ήριννα, ήταν λυρική ποιήτρια που  έζησε στην Τήλο τον 4ο π.Χ. αιώνα,  και πέθανε μόλις 19 ετών.

Το  ποιητικό της έργο έργο της αποτελούνταν από  την Ηλακάτη - ποίημα τριακοσίων στίχων -  και κάποια επιγράμματα. Έχουν διασωθεί 54  στίχοι και εκείνοι όχι ακέραιοι. Σώθηκε σε έναν πάπυρο, που χρονολογείται στον 2ο αιώνα μ.Χ. και βρέθηκε το 1928.

Η   ποιήτρια  και φιλόλογος Τασούλα  Καραγεωργίου ,   συγκέντρωσε, ταξινόμησε, μετέφρασε και σχολίασε τα σπαράγματα του ποιητικού έργου της Ήριννας και επτά επιγράμματα  που προέρχονται από την Παλατινή Ανθολογία .

Η ποιητική της φωνή τρυφερή, ευαίσθητη, χωρίς εξάρσεις αλλά με λιτότητα και αμεσότητα,   οδηγεί τον αναγνώστη στον μικρό και μέγα κόσμο της ανθρώπινης ύπαρξης  μέσα από το γεγονός ενός  επώδυνου θανάτου:
θρηνεί σπαρακτικά για τη φίλη της Βαυκίδα, που πέθανε νεόνυμφη στα δεκαεννιά της χρόνια. Περιγράφει τα παιχνίδια που έπαιζαν  ως παιδιά, σκηνές καθημερινές, στιγμές από την εποχή της αθωότητας.
Κάτι που μας ξαφνιάζει είναι η διευκρίνηση ότι η Ήριννα δεν παρίσταται στην τελετή για τον θάνατο της φίλης της και ίσως αυτό σήμαινε κάποια απαγόρευση που αποθάρρυνε τη συμμετοχή μιας κοπέλας που βρισκόταν σε ηλικία γάμου στο πένθος για μια μη συγγενή της. Έτσι η Ήριννα μένει στο σπίτι της και γνέθει  ( Ηλακάτη =  ρόκα) εκφράζοντας τις σκέψεις της.

Η  μετάφραση της Τασούλας Καραγεωργίου συντήρησε  ζωντανή και αληθινή τη συγκίνηση που διαπερνά «το ἡδὺ καὶ μικρὸ ἔργο τῆς Ἤριννας καὶ ζωντανὸ τὸν θαυμασμὸ πρὸς τὴν τρυφερὴ ἀοιδό, ποὺ ὑπῆρξε γιὰ τὴν ὕστερη ἀρχαιότητα θρύλος ὁμόλογος μὲ ἐκεῖνον τοῦ Ἀρθούρου Ρεμπώ»

(…) «Ἁδὺ τὸ μικρὸν (=τὸ μικρὸ εἶναι ὄμορφο) διδάσκει ἡ  Ἤριννα, προβάλλοντας διὰ τοῦ ἔργου της ἕνα ἐπίκαιρο αἴτημα γιὰ ἐπιστροφὴ σὲ μιὰ ποίηση ποὺ εἶναι ἁπλή, ὅπως ἡ ἀλήθεια.»

Αντιγράφω ένα από τα επιγράμματα της Παλατινής Ανθολογίας:

      Λιγοστοί είναι οι στίχοι της Ήριννας

      και λιτά τα τραγούδια της

όμως το έργο αυτό το μικρό

των Μουσών έχει πάρει  τη χάρη,

 των θνητών την εφήμερη μνήμη αγνοεί

κι η σκιά των πτερύγων της μέλαινας νύχτας

δεν το σκεπάζει.

Κι όλοι εμείς, αναρίθμητα  πλήθη των νέων αοιδών,

μαραινόμαστε , ξένε, από τη λήθη.

Σιγαλό το τραγούδι του κύκνου,

μα καλύτερο απ΄την ηχώ του κρωγμού των κοράκων ·

απ΄την άδεια ηχώ

που σκορπιέται και χάνεται

στ΄ανοιξιάτικα πέρα τα νέφη.



  Ήριννα. Ηλακάτη 
 Σπαράγματα και επιγράμματα 
  Εισαγωγή- μετάφραση- σχόλια:   Τασούλα Καραγεωργίου       Γαβριηλίδης, Ιανουάριος  2013

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013

Ερωτικόν



 Δεν ξέρω αν υπάρχει ο θεός  ή ο  άγιος του Έρωτα  αλλά , πάντως, αν υπάρχει , σίγουρα είναι θνητός  όπως εμείς...

Σπονδή λοιπόν, μικρή, σ΄αυτόν που για άλλους συσκοτίζει την ανθρώπινη νοημοσύνη ,   για άλλους  είναι ελπίδα πεπρωμένου και για κάποιους η μέθη της αναμονής


Μικρή Άρκτος

( απόσπασμα)

της Σιμπίλα Αλεράμο*

[...] Η μοιραία γυναίκα  της Κολέτ όταν εγκαταλείπεται από τον εραστή της, του λέει: «Δεν έχω πια κανένα δικαίωμα να στέκομαι μπροστά σου λυπημένη». Ιδού, λοιπόν, η ανωτερότητα και η δυστυχία της γυναίκας στον έρωτα. Γιατί η γυναίκα θέλει να προσδώσει στον έρωτα ένα πνεύμα ελευθερίας μέσα απ' οποιοδήποτε μαρτύριο, απ' οποιαδήποτε ενοχή, όπως επίσης μέσα απ' οποιαδήποτε φιλοδοξία και όνειρο. Η γυναίκα θέλει να είναι αυτή η ίδια ο έρωτας που μόλις γεν­νήθηκε εκείνη τη στιγμή. 0 άντρας, αντιθέτως, δεν αισθάνεται καθόλου την ανάγκη μιας καθ' ολοκληρίαν βυθοσκόπησης στον έρωτα.
Η Δεισδαιμόνα: ο ιδανικός τύπος της ερωτευμένης και υπόδουλης γυναίκας που, αφότου ο άντρας της την έκανε δικιά του θαμπώνοντας την ως ανώτερος της, η ίδια αισθάνθηκε αμέσως ότι μοίρα της ήταν να πεθάνει κάτω από τον ζυγό του, άλλωστε πέθανε τη μέρα που του δόθηκε, δεν υπήρχε πια παρά μόνον μέσω αυτού, και διαμέσου της δικής του και μόνον ικανοποίησης. Έτσι, όταν η ζήλεια κυριεύει τον Μαυριτανό και αυτός εκτοξεύει τους πρώτους φρικτούς σαρκασμούς, η Δεισδαιμόνα δεν τρομάζει, δεν διστάζει καθόλου για τον εαυτό της, σχεδόν δεν νιώθει την ωμότητα της βίας, δεν βλέπει άλλο από τον σπαραγμό της καρδιάς του εραστή της και δεν βαρυγκομά παρά μόνο για την ανικανότητα της να τον ελευθερώσει. Αυτή, είναι ένας μίσχος τρυφερός και ανίκανος ν' απομακρύνει τη σκιά που έκρυψε τον ήλιο.
Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένας άντρας και μια γυναίκα. Είπε ο άντρας στη γυναίκα: «Μα γιατί είσαι ερωτευμένη μαζί μου; Εί­ναι βλακεία αυτό που κάνεις». Η γυναίκα του απάντησε τότε: «Ναι, μπορεί και να 'ναι βλακεία, εσύ όμως που είσαι έξυπνος τι έχεις να φοβηθείς από μια βλακεία;». 0 άνδρας τότε θύμωσε: «Δεν φοβάμαι καθόλου. Απλώς δεν θέλω να μ' αγαπάνε. Μου δίνει στα νεύρα». «Παράξενο», ανταπάντησε η γυναίκα, «εγώ που αγαπώ νιώθω λι­γότερο βάρος από σένα που δεν αγαπάς. Εγώ, που υφίσταμαι αυτό το κάτι που δεν μπορώ να εξηγήσω, νιώθω, παρ' όλα αυτά, λιγότερο θύμα από σένα που αντιδράς αρνούμενος ακόμα και την ύπαρξη του».
Αγαπάμε τα πράγματα όχι τόσο για ό,τι θετικό μας προσφέρουν όσο γιατί ξέρουμε ότι υπάρχουν και μπορούμε να υπάρχουμε μαζί τους σε στιγμές έσχατης ανάγκης.
Τι σημαίνει για μένα ο Α.; Δεν είναι μόνο έρωτας, μολονότι εάν εγώ παλιά δεν είχα αγαπήσει άλλον άνδρα δεν θα αναζητούσα και δεν θα εύρισκα σ' αυτόν τώρα τη χαρά της ζωής. Τότε, τι είναι; Η σκέψη μου γι' αυτόν μου γεννά ένα ρίγος, μια ικανοποίηση που καμιά άλλη ύπαρ­ξη δεν μου χάρισε πριν. Μου φαίνεται, λοιπόν, πολύ ανθρώπινο κάθε εποχή να επιθυμείς διαφορετικά από εκείνη την προηγούμενη, παγερή σου περίοδο της ευστροφίας του νου, που ξέρει μόνο να διαλογίζεται εν σιγή. Για μένα ο Α. είναι η ανάλαφρη λαχτάρα του ονείρου, όλα όσα η ψυχή μας περιέχει, τα εξαίσια, τις αδυναμίες της, το άφατο, την ακόρεστη λαχτάρα για ομορφιά και αρμονία. Ποτέ κανένας, πριν απ' αυτόν, δεν μου πρόσφερε αυτήν τη φωτεινή πλήρωση της μηδαμινότητας και της ευθραυστότητας μου κι αυτήν τη μυστική έξαψη του να συνειδητοποιώ ποια είμαι μέσω του ανείπωτου. 0 άντρας, που σήμερα  αγαπώ, εξυμνεί τη βούληση και την ορμή μου και με ωθεί στη δύναμη της δημιουργικότητας, γιατί με διάλεξε για να μεταφέρω μαζί του τη ζωή: έτσι νιώθει τον έρωτα αυτός, τον αναζήτησε σε μένα, κι εγώ τον δέχτηκα με απόλυτη αυταπάρνηση. Και δεν νομίζω πως αστοχώ όταν για σύντομες στιγμές κυριεύομαι από μια επιθυμία να κλάψω και να αφανιστώ, ενώ αυτός ελάχιστα συμμετέχει. Ο έρωτας νικά πάντα και σε πολλές περιπτώσεις επικρατεί, κυρίως γιατί αυτός είναι η ίδια η ζωή και τίποτε άλλο δεν υπάρχει ανώτερο της. Όμως, ό,τι η ζωή δεν συλλαμβάνει και ό,τι δεν μπορεί να εξηγηθεί λογικά αποκαλύπτεται μόνο σαν πικρό μειδίαμα, ή από τα χείλη ενός μικρού παιδιού ή από ένα νέφος ρόδινο στον ζωηρό ουρανό [...]

Απόδοση στα ελληνικά:  Θάνος Φωσκαρίνης

* Sibilla Aleramo, 1876 – 1960

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2013

Χρήσιμο φιλολογικό υλικό



Χρήσιμο επιμορφωτικό υλικό για τα φιλολογικά μαθήματα ,

 από το Μείζον Πρόγραμμα Επιμόρφωσης.

Πατήστε ΕΔΩ