Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

Καλά Χριστούγεννα





Ζωή Καρέλλη

Το ταξίδι των μάγων

Έπρεπε νάμαστε τρεις.
Αν δεν ήταν τόσο σκοτάδι,
θα καταλάβαινα ίσως, γιατί
έχω μείνει τόσο μονάχος.

Πόσο έχω ξεχάσει. Πρέπει απ' αρχής πάλι το ταξίδι
ν' αρχίσει.
Πότε ξεκινήσαμε, τότε, οι τρεις;
Ή μήπως, κάποτε, είχαμε ανταμώσει...
Μαζί πορευτήκαμε ένα διάστημα,
όσο μας οδηγούσε άστρο λαμπρό.
Αυτό άλλαξε την οδό ή εγώ
τίποτα πια να δω δεν μπορώ;
Πού βρίσκομαι τώρα, σε τέτοιον καιρό,
σκληρό, ανένδοτο, δύσκολο,
εγώ, ανήσυχος, βιαστικός.
Μήπως κι' η ώρα πλησίασε;
Πού να το ξέρω!

Πού είναι τα δώρα;
είχαμε τότε τοιμάσει δώρα
ήμερα, ήσυχα
δώρα ημών των ταπεινών, χρυσόν
λίβανον και σμύρναν άλλοτε
με θαυμασμό κι' ευλάβεια τού φέρναμε.

Τώρα σ' αυτόν τον καιρό
σίδερο, κεραυνό και φωτιά.

Ήμασταν τρεις,
τώρα κανέναν άλλον δε βλέπω
κι' αισθάνομαι τα χέρια μου
πότε άδεια, πότε βαριά.
Βασιλείς τότε προς τον βασιλέα
του κόσμου, τώρα κανείς
δε βασιλεύει με βεβαιότητα.
Σκοτάδι βαρύ. Ποιος μ' οδηγεί;
Δίχως συντροφιά,
δίχως άστρο κανένα πηγαίνω.
Μόνη προσφορά, η μεγάλη που γνωρίζω,
συμφορά της στέρησής Του.
Τι να προσφέρω σημάδι ευλάβειας
κι' υποταγής; Εμείς, άνθρωποι
της παράφορης τούτης εποχής,
τι μπορούμε, δικό μας, ευτυχείς
να Του δώσουμε; Είναι ανάγκη
να βρούμε την προσφορά.
Τίποτα δεν προσφέρει της ψυχής μας
ο τόσος αγώνας.
Χρυσόν, λίβανον και σμύρναν
άλλοτε, δώρα απλά.
Μας παιδεύει η ασυμπλήρωτη προσφορά.
Τώρα που πορεύομαι στο σκοτάδι,
χωρίς τη χαρά των δώρων, μονάχος,
δεν έχω παρά τον εαυτό μου να δώσω.

Εν συντριβή βαδίζοντα.

[Από την ποιητική συλλογή: Κασσάνδρα και άλλα ποιήματα (1955)]






Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

Ο Παπαδιαμάντης στον Καναδά



Τελικά πάντα θα βρίσκεται ένα φωτεινό μονοπάτι για να διαβεί η ελληνική σκέψη και ο ελληνικός πολιτισμός  πόρτες κλειστές.

Στον  μακρινό  Καναδά   ανοίχτηκε ένα τέτοιο μονοπάτι.

Εκεί έχει δημιουργηθεί το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο  New Brunswick, στο   Fredericton , με πρόεδρο την Δρ.Μαρία Παπαϊωάννου. 


Η εξαιρετική φιλόλογος Ελένη Καραβανίδου  διδάσκει Ελληνική Λογοτεχνία  και έχει καταφέρει να  ξυπνήσει την αγάπη  των Καναδών φοιτητών για τους  Έλληνες λογοτέχνες.




Είχα την τιμή και την τύχη να  προσκληθώ  σε συζήτηση , διαδικτυακή,    με  τους φοιτητές του τμήματος .Η αρχή έγινε με  τον Παπαδιαμάντη  ( κυρίως για τη "Φόνισσα" ) και ακολούθησε ο  Σεφέρης. Ήταν μια μοναδική εμπειρία. Τα παιδιά με  γοήτευσαν με τη γνώση τους πάνω στην ελληνική λογοτεχνία, την αγάπη τους γι αυτήν. Το μόνο δύσκολο κομμάτι ήταν  η γλώσσα , αφού έπρεπε να μεσολαβεί μετάφραση για να επικοινωνήσουμε . 

Οι φοιτητές που θα δείτε εδώ είναι οι Jordan Gill, τριτοετής στις Πολιτικές Επιστήμες και Nathaniel Owen, τριτοετής στη Φιλολογία.


Η δράση για τον Παπαδιαμάντη υπάρχει δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του πανεπιστημίου .http://www.unb.ca/fredericton/arts/departments/classics/hellenic/activities.html


Εδώ σας  δίνω δυο βίντεο που μου έστειλε η κ.Καραβανίδου , ένα με αποσπάσματα της συζήτησης και ένα με την παρουσίαση που έκαναν αργότερα  τα παιδιά στο Πανεπιστήμιο 




Το βίντεο με τα αποσπάσματα της συζήτησης , λόγω του μεγάλου του όγκου , δίνεται μέσω You Tube

 










Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια






 Για παράλληλη ανάγνωση με το " 'Ονειρο στο κύμα"

Στη "Δασκάλα με τα χρυσά μάτια" ( του Στράτη Μυριβήλη 1892 – 1969) ένας νέος, ο Λεωνής Δρίβας, γυρίζει στο νησί του αφού  έχει ζήσει όλη τη φρίκη του  πολέμου. Στην αρχή του βιβλίου ο Λεωνής θυμάται την παραμονή του στο νοσοκομείο, ως τραυματία , και τον επώδυνο θάνατο του φίλου του Στρατή Βρανά. Όταν ο Λεωνής επιστρέφει στο νησί του προσπαθεί να ξεπεράσει τις επώδυνες μνήμες του πολέμου.  Μαζί με την αδερφή του,   την Αδριανή,  περνούν  το καλοκαίρι τους στο χωριό του πατέρα του. Εκεί γνωρίζει τη Σαπφώ  Βρανά  την ωραία χήρα του φίλου του. Η πανέμορφη φύση, ειδυλλιακές θαλασσινές εικόνες,  αποτελούν το  εξιδανικευμένο σκηνικό του έργου. Ο Λεωνής όλο το καλοκαίρι παλεύει ανάμεσα στον έρωτά του  για την όμορφη δασκάλα Σαπφώ και στο  ηθικό χρέος που  νιώθει απέναντι στη μνήμη του νεκρού φίλου του.   Το βιβλίο κλείνει με μια από τις ομορφότερες ερωτικές περιγραφές την νεοελληνικής πεζογραφίας, που παρ’ όλα αυτά δεν προσεγγίζουν, νομίζω , το μεγαλείο της ποιητικής περιγραφής του Παπαδιαμάντη .

Συγκρίνοντας τα δύο έργα βλέπουμε καθαρά πως στον Παπαδιαμάντη  ο "καθωσπρεπισμός"  αναστέλλει τη σε­ξουαλική επιθυμία και τον ερωτικό «παραλογισμό» - αν θεωρήσουμε πως υπάρχει · στο Μυριβήλη αντίθετα  ο ερωτισμός δίνει την εντύπωση ότι αποδεσμεύεται από τον εφιάλτη του ηρωισμού, καθώς ο Λεωνής Δρίβας απαλλάσσεται από την οπτασία του φίλου του Βρανά και συνευρίσκεται τελικά με τη Σαπφώ. 

 Ο Μυριβήλης βρίσκεται στους αντίποδες του Παπαδιαμάντη · αρχικά ο ήρωας του μπορεί να συμμερί­ζεται τους ενδοιασμούς του  Παπαδιαμαντικού  ήρωα ,  αλλά εντέλει τους ξεπερνά με την ερωτική ένωση του Λεωνή με τη Σαπφώ , κάτι που στον Παπαδιαμάντη δεν συμβαίνει. Η ερωτική επιθυμία  στο «Όνειρο στο κύμα» αναστέλλε­ται και αναβάλλεται πιθανώς λόγω κοινωνικού κομφορμισμού, προσωπικού δισταγμού, μοιρολατρίας , θρησκευτικών αναστολών. Όλα αυτά καλύπτονται και εξωραΐζονται από την παραμυθητι­κή επίφαση του ηρωισμού, ώστε να απαλυνθεί το προσωπικό αδιέ­ξοδο και η απελπισία του ανέκφραστου και ατελέσφορου. 

 Σύμφωνα με τον Δ.Τζιόβα η  σχέση ερωτισμού και νερού με τη γυμνή γυναίκα    είναι δεδομένη ,  καθώς κατά τη θεωρία του Carl Jung η θάλασσα είναι προσφιλές σύμβολο για το ασυνείδητο, το οποίο εκ φύσεως θεω­ρείται θηλυκό. Έτσι το στοιχείο της θάλασσας μεσολαβεί προσω­ρινά ανάμεσα στην επιθυμία του άνδρα και την απρόσιτη γυναίκα, αντιπροσωπεύοντας συνάμα τη φευγαλέα εκπλήρωση της επιθυμίας και την απελευθέρωση από τα δεσμά του χρόνου, του τόπου και της ηθικής. (  Η συσχέτιση της θάλασσας με τον έρωτα, την έκσταση, την ιδεατή γυναίκα και το αίσθημα της αποδέσμευσης από το χρόνο και το χώρο δεν είναι μόνο χαρακτηριστικό του Παπαδιαμάντη αλλά το συναντούμε και στο Σολωμό και ιδιαίτερα στον Κρητικό, όπου, πέρα από το σύμβολο της Φεγγαροντυμένης, η αγαπημένη του πρωταγωνιστή, που σφίγγεται πάνω του καθώς εκείνος παλεύ­ει με τα κύματα, βρίσκεται νεκρή μόλις φτάνουν στην ξηρά. Όπως στον Παπαδιαμάντη, έτσι και στο Σολωμό η θάλασσα αντιπροσω­πεύει την ένωση - έστω και στιγμιαία ενώ η ξηρά τον αποχωρισμό και το θάνατο. )

Το θαλασσινό τοπίο , αλλά και το πανέμορφο φυσικό τοπίο λειτουργεί προς την ίδια κατεύθυνση και στα δύο έργα .Οι περιγραφές του φυσικού τοπίου αντιστοιχούν σε ψυχικές καταστάσεις των ηρώων. 
 Η εικονοπλασία ειδυλλιακή  οπτικοποιεί  τη αφηγηματική  πραγματικότητα   των δύο έργων.
 Οι περιγραφές και της Μοσχούλας και της Σαπφώς δεν αυτονομούνται στο κείμενο αλλά συμπλέκονται με την ομορφιά του φυσικού τοπίου.
Αναλογίες διακρίνουμε  ακόμη  στις περιγραφές του  μπάνιου του νεαρού βοσκού στον Παπαδιαμάντη και σε αυτό του Λεωνή . Και οι δυο ήρωες  νιώθουν ένα με τη φύση,  ένα με τη θάλασσα· καταφάσκουν στη ζωή μέσα από την ευδαιμονία που δηλώνουν. Η σχέση  τους με τη φύση παρουσιάζεται εκστασιακή .  Η σχέση τους με το περιβάλλον σχεδόν  ερωτική.  ( «Επέταξα αμέσως το υποκάμισον μου, την περισκελίδα μου, κ' έπεσα εις την θάλασσαν. Επλύθην, ελούσθην, εκολύμβησα επ' ολίγα λεπτά της ώρας. Ησθανόμην γλύκαν, μαγείαν άφατον, εφανταζόμην τον εαυτόν μου ως να ήμην έν με το κύμα, ως να μετείχαν της φύσεως αυτού, της υγράς και αλμυράς και δροσώδους» , θα πει ο νεαρός βοσκός στον Παπαδιαμάντη).

Να σημειώσουμε  βέβαια πως στον Παπαδιαμάντη η περιγραφή του σκηνικού δεν υποτάσσεται στην αφήγηση, όπως συμβαίνει με τον Μυριβήλη, αλλά σχεδόν την υποκαθιστά· αυτό φανερώνεται μέσα από την   ποιητικότητα της   παπαδιαμαντικής  περιγραφής,  που αποτελεί ουσιαστικά μια πρόταση ζωής



Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια 

Δίνονται  τρία  αποσπάσματα, το ένα για παράλληλη  ανάγνωση
 με το μπάνιο του βοσκού στο «όνειρο στο κύμα» και τα άλλα δύο  
  για την σκηνή με το εσπερινό μπάνιο της Μοσχούλας  και την 
υποταγή στον πειρασμό

 Α’  απόσπασμα


Ήταν κιόλας σαν σηκώθηκε. Έφαγε ένα σταφύλι και φώναξε την αδερφή του να κατέβουν για κολύμπι. Ντύθη­καν απ’ το σπίτι τα μπανιερά, και τυλιγμένοι στα μπουρνού­ζια τους, πέρασαν μες από τ' αμπέλι και βγήκανε στην Πορτάρα. Κοντολογούσε το μεσημέρι κι 
ο ήλιος βάραγε ασημένιες σπαθιές στα μπουνατσιασμένα νερά. Ο αμμουδερός κόρφος τούς άνοιγε τη δροσερή αγκαλιά του. Τα 
ψάθινα τους πέδιλα αρά­διαζαν βαθιές λακκούβες στον γυαλιστερό 
άμμο. Κατόπι τα κυ­ματάκια βγάζανε τις ογρές γλώσσες τους.
Τ' αδέρφια πέταξαν τα μπουρνούζια και χύμηξαν με αλα­λαγμούς
 στη θάλασσα. Το νερό βίτσιζε τα γερά τους μέλη, έτσι που
 τρέχανε στη μαλακιά ρηχοπατιά, ώσπου να βρούνε κάμποσο
 βάθος για να πέσουν. Η Άδριανή χαμοκολυμπούσε, χωρίς να
 τολμά ν' ανοιχτεί 
στα βαθιά. Μόλις ο βυθός σκοτείνιαζε από κάτω της, την έπιανε σύγκρυο. Μα ο Λεωνής, που η θάλασσα ήταν από τις μεγάλες χαρές
 της ζωής του, άφησε πίσω το κο­ρίτσι, και τράβηξε ανοιχτά.
 Τόνε μεθούσε το άπειρο νερό, που ως ένα σημείο διαπερνούσε ο ήλιος τη μάζα του σα μαβί κρύσταλλο.
Έπαιζε με τη θάλασσα σα με μια γυναίκα.
Τη χάιδευε, την προκαλούσε, την παίδευε. Κυλιότανε πάνω της σαν
 πάνω σ' ένα πελώριο ζό, σπαργωμένο από ακατέλυτα νιάτα. Την έσπρωχνε με τούς γερούς ώμους του, που να του γλείφει τις πλάτες,
 να ξεχειλά μπροστά από τα λαιμά του και να του μουρμουρίζει 
πίσω από τ' αυτιά.
Την έκανε ν' αφροκοπά ανάμεσ' από τα μεστά του γόνατα, την αναρρουφούσε μπουκιές, την ξεφυσούσε και την μπάτσιζε. 
Τσίριζε σαν το παιδί από τρελή χαρά μ' αυτό το παιχνίδι, που τούδινε δυ­νατά την αίσθηση της δικιάς του νιότης. Τη γευότανε τώρα τη ζωή 
του σαν τ’ αψί κρασί, το πιπεράτο και τ' αφριστό.
Τη χαιρότανε σ' όλο της το νόημα, και τη ζούσε μ' όλες τις αίσθησές 
του, τεντωμένες με αδηφαγία, ακοίμητες και αχόρταστες. Γιατί βεβαιώθηκε για την αξία της όλα τα χρόνια που χαμοζώησε κάτ' από
 τον βαρύν Ίσκιο του θανάτου.
Σαν χόρταινε να δρασκελά τη θάλασσα, υποταγμένη από κάτω του 
σαν ένα βαρβάτο φαρί, της παραδινόταν, θελη­ματικά αφημένος στο έλεος της. Ανασκέλωνε, έκλεινε χα­μογελώντας τα μάτια, άπλωνε τα χέρια τεμπέλικα και της δινότανε μ' όλο το κορμί του, σαν ένα φύκι,
 να τόνε κάνει αυτή ό,τι θέλει. Ο ήλιος τότες έσερνε στο πρόσωπο 
και στα στέρνα του τις καυτερές του απαλάμες κ' η θάλασσα τον 
έπαιρνε πάνω στο άπειρο στήθος της, και τον ανασήκωνε λι­κνιστά,
 σα να ανάσαινε κάτωθέ του. Η νωθρή κίνηση του χλιού νερού
τούδινε την εντύπωση των γυναίκειων λαγόνων, σαν τις κυβερνά ο δημιουργικός ρυθμός.
Τότες ένιωθε τον εαυτό του απέραντα ευτυχισμένο, εκμηδενισμένον
 από ευτυχία, αφομοιωμένον ηδονικά με τη φύση, την κραταιή παμμήτορα. Ένιωθε να μετουσιώνεται και το κορμί του σε γαλάζιο 
νερό, αγνό και αμόλυντο, και τον ήλιο να το διαπέρνα πέρα για πέρα….. (….)


 Β’ Απόσπασμα

Αργότερα που η παρέα των τριών θα κολυμπήσει μαζί,  η Σαπφώ 
μπαίνει στο κάδρο της περιγραφής :

Πέταξε το σκουφί της, κι ο ήλιος ανάβει σπίθες στα μαλλιά της, σα να παίζει πάνω σε χρυσές τρέ­μουσες.
Η Σαπφώ τραβάει ίσια , ανοιχτά με μεγάλες χαριτωμένες πλεψιές. Το κεφάλι της  πέφτει κι ανασηκώνεται ρυθμικά , και η θάλασσα κάθε φορά που αναγέρνει πάνω της, τη φιλά στο μάγουλο. Φαίνεται πίσω ο λαιμός και η πλάτη, σαν λαξεμένη σε χλωμό μάρμαρο πολύ δουλεμένο Μια στιγμή η Σαπφώ γυρίζει τ' ανάσκελα. Κολυμπά μόνο με τα χέρια της, που δουλεύουν σα δυό γρήγορα κουπιά. Μικρά-μικρά κυματάκια σηκώνουνται από τις άκρες τω χεριώ της, απλώνουν ως τις σκοτεινές μασκάλες και παίζουν γύρω στις κορφές των κόρφων, που ξεμυτίζουν από το νερό, στέρεοι σαν καρποί. Το μπανιερό κολλάει βρεγμένο πάνω στη γερή σάρκα.

Ο Λεωνής σηκώνει ταραγμένος τη ματιά, ψαχουλεύει με αγωνία 
ψηλά ένα γύρω, πάνω στο πράσινο μπουκέτο της Βίγλας. Σα να μην ήθελε να δει άλλος κανένας πως την είδε(…)
Όταν κατεβαίνει στη βάρκα του, πετάει τα παπούτσια του και ξαπλώνεται στην πλώρη, μπρούμυτος στον ήλιο. Νιώθει ακόμη τη 
γλυκιά ταραχή  να κυκλοφέρνει μέσα στο αίμα του. Είναι το όραμα 
της Σαπφώς που κολυμπά ανάσκελα.Ένα φτερωμένο κορμί 
περιχυμένο θάλασσα και ήλιο. Όμως νιώθει κάτι που τόνε 
 στενοχωρεί. Είναι  που άφησε τον εαυτό του να δει ολόγυμνη
 σχεδόν την Σαπφώ.Η κυριολεξία βέβαια  δεν ήταν πως  «άφησε τον εαυτό του». Γιατί ήταν βέβαιο πως παραμόνεψε τη στιγμή που έκανε ανα ξενερίσει (….) Ήταν η γυναίκα του  Βρανά, του πεθαμένου φίλου.
 Όμως ήταν μια παίδα εικοσιδυό χρονώ , όμορφη σαν καμιάν άλλη! 
Αυτό πια το’ ξερε , το αιστανότανε μ’ολάκερο το κορμί του. Την είδε 
στην αποθέωση της ομορφιάς της να αναδύεται.Από πάνω της να κρουνελίζει η θάλασσα κι ο ήλιος….(...)


Οι ενοχές και τα διλήμματα θα ταλανίσουν τον ήρωα σ’ ‘ολο το  έργο:

«Ήταν η πρώτη φορά που άνοιγε ο έρωτας το φλογερό λουλούδι του μπροστά στα  έκθαμβα  μάτια του. Γιατί να μην έχει το δικαίωμα να απλώσει το χέρι του θαρρετά; Με ποιον είχε στήσει την μάχη που τον παίδευε; Με τον σκοτωμένο  σύζυγο ή με τη συνείδησή του;»

Γ’ απόσπασμα


Στις τελευταίες σελίδες του έργου τα διλήμματα λύνονται, 
οι εσωτερικές οριοθετήσεις καταργούνται, οι αντιστάσεις
 καταρρέουν. Ο πόθος, ο έρωτας νικά. Ο Λεωνής μαζί με την 
αδελφή του και την Σαπφώ βρίσκονται ξανά μαζί απολαμβάνοντας 
 τη θάλασσα:

Φτάσανε σ' ένα μέρος που το γιατάκι του Όρυάκα χα­νόταν μέσα σ' ένα σκοτεινό σύλογγο, όλο βάγιες πηχτά φυ­τρωμένες, νιάτα γαυριασμένα από τ' αδιάκοπο πότισμα. Εί­ταν φορτωμένες μούρα, ωριμασμένα βαγιοκούκουτσα. Ό τόπος μοσκοβόλησε χαρμόσυνα, στάθηκαν κι ανέσαναν βαθιά, αχόρ­ταγα. Είταν μέσα στην ατμόσφαιρα κάτι γιορτερό, θρησκευ­τικά γιορτερό. Ο Λεωνής έκοψε δυό λιγνά κλωνιά και τάδεσε στεφάνι στο κεφάλι της αδερφής του.
— Είναι η δάφνη του Απόλλωνα, λέει. Περισσότερο όμως είναι γνωστή από το στιφάδο. Ταιριάζει πολύ στο λαγό και στον ήρωα του πολέμου. Βαθύτατο σύμβολο!
Κοίταζε την Αδριανή που κορδώθηκε σε πόζα « μεγά­λου ανδρός». Το αδρύ φύλλο με τα σκούρα βαγιοκούκουτσα πήγαινε ωραία ανάμεσα στο χρυσό μαλλί του κοριτσιού.
Άξαφνα αφήνει την πόζα της, πετάει τις δάφνες από το κεφάλι και λέει ανήσυχη :
— Είπες για λαγό στιφάδο και θυμήθηκα το μαγείρεμα. Άν δεν έπιασε κιόλας στο τέντζερη, θα κοντολογά  νά σωθεί το νερό του, τόσην ώρα ακοίταχτο. Πρέπει να πεταχτώ μια στιγμή. Μην αργήσετε κι εσείς.

Να γυρίσουμε όλοι, κάνει βιαστικά η Σαπφώ.
Ή Αδριανή, που ανεσκάλωνε κιόλας, φωνάζει «όχι! όχι! ». Αυτή θάπρεπε να γυρίσει τρεχάτη στο φαϊ , και δεν υπήρχε κανένας λόγος να τρέχουν λαχανιασμένοι όλοι ξοπίσω της, χωρίς λόγο. Χάθηκε κιόλας και τώρα η φωνή της ακου­γόταν πίσω απ’ τούς πράσινους μπερντέδες της φυλλωσιάς.
— Καλά! λέει ο Λεωνής με αδιάφορο τόνο, για να μη φανεί τρομοκρατημένος άπό το ξεμονάχιασμα  με την Σαπφώ. Λίγα καβούρια ακόμα  να πιάσουμε κι ανεβαίνουμε.

Ανοίχτηκε μια στενάχωρη παύση ανάμεσό τους, κ' έπρεπε με κάθε τρόπο να γιομίσουν τη σιωπή της. Χωρίς να την κοι­τάζει, προχώρεσε λίγο, έσκυψε κι ανασήκωσε με κόπο μιά με­γάλη πέτρα. Την ίδια στιγμή βούτηξε από κάτω το χέρι του, έκανε « χόπ ! » καί τσάκωσε ένα μεγάλο καβούρι. Η Σαπφώ έκανε χαρές και πλησίασε με το μαντίλι.
Αυτός στραμπούληξε πρώτα το ένα δόντι απ’ την κάθε δαγκάνα κ' έχωσε το καβούρι μέσα μαζί με τ' άλλα.
  Πάει κι αυτός! λέει και γελά.
  Και πόσο μεγάλος !
Γελά κ' ή Σαπφώ. Αιστάνουνται κ' οι δυό  ευγνωμοσύνη σε τούτο το φουκαρά τον κάβουρα, που ήρθε πάνω στην ώρα να δώσει κάποια φυσικότητα στο φέρσιμο τους.
Πιο κάτω ήταν ένας γαλάζιος βράχος εκεί, απότομα κρεμαστός. Τον είχε στρογγυλεμένο και λείο το αιώνιο γλείψιμο του νε­ρού, πού περνούσε από  πάνω του απλωτά και τον έντυνε σαν διάφανο μεταξωτό. Στα ριζά του είχε νεροφαγιασμένη μιά γούβα, στρογγυλή σά γουρνόπετρα. Εκεί μέσα έπεφτε τ νερό και γουργούριζε δροσερά.
Ο Λεωνής πιάστηκε άπ' ένα λυγερό κλαδί της αγριοσυκιάς κι άρ­χισε να κατεβαίνει. Ακουμπούσε στο βράχο μόνο με τα τα­κούνια και με τη σιδερένια μύτη του μπαστουνιού. Σα χαμή­λωσε αρκετά, άφησε μπόι και πήδηξε σβέλτα, λυγώντας τα γόνατα.
Ήταν αλήθεια ένα χαριτωμένο κατατόπι. Ό μικροκαταρράχτης τραγουδούσε γλιστρώντας, άνοιγε νερένια κρόσσια σαν έβρισκε μούσκλια, κ' έκανε φασαρία πιο μεγάλη από το μπόι του, πηδώντας μέσα στη γούρνα. Άπό πάνω οι βάγιες κάναν έναν αληθινό θόλο. Η φυλλωσιά έσταζε σκοτει­νόν ίσκιο, μύριζε αψιά. Πάνω από τη γούβα πετούσαν κάτι θαυμάσια λεπιδόφτερα, μεγάλες λιμπελούλες μαβιές, με διά­φανες οριζόντιες φτερούγες που ιριδίζανε.

Σήκωσε τα μάτια προς το μέρος που κατέβηκε και είδε ανάμεσα στα φύλλα της αγριοσυκιάς το κεφάλι της Σαπφώς που έσκυβε. Αναμετρούσε με τδ μάτι τδ βάθος, μελετούσε να κατέβει. Το πρόσωπο της είτανε ξαναμμένο, τα σκούρα της ματόκλαδα πεταλούδιζαν ανήσυχα.
Είναι θάμα, της λέει από κάτω, όμως, το καλό που σας θέλω, μην κατεβείτε. Ο βράχος είναι σχεδόν όρθιος. Μεί­νετε καλύτερα.Έρχομαι πίσω και γώ.
Κουνήθηκε να γυρίσει.
Μπά! Μια χωριάτισσα μπορεί θαρρώ  να σκαλώνει όσο κι ένας χωριάτης!
Τα λόγια της κατέβαιναν από  ψηλά μαζί με το γέλιο της το γάργαρο, μαζί με το νερό, που γελούσε και τραγου­δούσε. Ό αντίλαλος τάσμιγε σε μια σύμμιχτη βουή, σα να μιλούσε, σα να γελούσε, σα να τραγουδούσε η ίδια η λαγκαδιά.
Την είδε που πιάστηκε από το ίδιο κλωνάρι της αγριοσυκιάς, κι άρχισε να κατεβαίνει. Από το χέρι της δεν άφηνε το μαντίλι με τα καβούρια, κι αυτό τη δυσκόλευε περισσότερο.
  Σταθείτε κεί, θα πέσετε ! φωνάζει ανήσυχος και κι­νείται να σκαλώσει. Να πάρει το μαντίλι από το χέρι της και να της δώσει το μπαστούνι.
  Μπά! κάνει αυτή ηρωικά, και βιάζεται να κατεβεί, πριν προφτάσει ο Λεωνής να της δώσει  το χέρι.
Την ίδιαν ώρα ξεφεύγει το ένα της πόδι, και σχεδόν χά­νει την επαφή της με το βράχο. Όλο της το βάρος κρεμάζει στη συκιά, και δέν εννοεί ν' αφήσει τα καβούρια από το  χέρι της. Προσπαθεί με αγωνία ν' ακουμπήσει το τακούνι της κά­που. Το φευγάτο πόδι ψάχνει στα τυφλά να βρει ένα πάτημα, και τ' άλλο, που στηρίζεται ακόμα στο βράχο, τρέμει από  το γόνατο.

Ο Λεωνής πετιέται μ' ένα σάλτο, ανεβαίνει από  το πλάι, σκαλώνει το γυριστό μέρος του μπαστουνιού του μέσα σε κάτι δυνατές ρίζες, κρεμιέται σχεδόν απ' αυτό. Γέρνει κι απλώνει το μπράτσο.
—Έλατε ! Ακουμπήστε γρήγορα πάνω μου !

Η  φωνή του διατάζει τώρα, απότομη, όπως στο στρατό.
Η Σαπφώ αφήνεται στην αγκαλιά του, πιάνεται από το λαιμό του μέ το χέρι που σφίγγει τα καβούρια, δένεται πάνω του με το μπράτσο της και σιγά - σιγά ξαμολάει το κλαδί της αγριοσυκιάς.
Ο Λεωνής την κρατά σφιχτά με το ζερβί του πάνω στο στήθος, κατεβαίνει πολύ αργά, με προσοχή. Δοκιμάζει πρώτα καλά την κάθε προεξοχή του βράχου, πριν πατήσει απάνω με όλο του το βάρος. Ένα κύμα καυτερό τόνε γλείφει όλον, στα μηλίγγια του βαράνε σφυριές. Όλα είναι πράσινα μπροστά στα μάτια του, ένα ρευστό πράσινο που τρέχει. Ένας καταρράχτης από φύλλα που θροούν και χύνουνται σε βάραθρο.
Ακούει το νερό σα να γουργουρίζει βαθιά μέσα στο καύκαλό του. Νιώθει το ζεστό κορμί της να τόνε τυλίγει σαν κισσός. Μεστό, λυγερό και ντελικάτο. Νιώθει στο πρόσωπο τη γλυκιά ζεστασιά των στέρεων κόρφων, που ζουλιούνται πάνω στο μάγουλο του, κ' η ευωδιά τους τόνε ζαλίζει. Σα νάχει το πρόσωπο του ολόκληρο χωμένο μέσα σ' ένα πελώ­ριο τριαντάφυλλο. Ακούει την καρδιά της που χτυπά δυνατά κάτ' από τη λεπτή μπλουζίτσα, καί θαρρεί πως είναι η δική του η καρδιά. Τα αίματα τους ορμούν ενάντια, αντιχτυπιούνται, βροντάνε τον ίδιον άγριο ρυθμό, σα να συγκοινώνησαν ξα­φνικά οι αρτηρίες τους. Μιά αίσθηση τρομερή, βίαια ευτυχι­σμένη, που φτάνει ως τον πόνο.
Σαν πάτησε χάμω δεν την άφησε. Ξαμόλησε μόνο το μπαστούνι να κρέμεται στην αγριόριζα κ έσφιξε γύρω στο κορμί της και τ' άλλο του το μπράτσο. Τήνε κράτησε έτσι σαν ένα παιδί, σαν ένα θησαυρό. Την έσφιξε στην αγκαλιά σαν ένα λάφυρο. Έσκυψε στο πρόσωπο της έξαλλος, έσκυψε πολύ κοντά, πάνω από τα χρυσά μάτια της. Και τα βρήκε να τδν κοιτάνε από κάτω, όπως κοιτάνε τα μάτια των άρρω­στων μες από το βύθος της θέρμης. Η  ματιά του μπήκε μέσα της, αρσενική και βάρβαρη. Είταν η αστραψιά της τρέλας του, κυκλοφόρεσε μονομιάς μέσα της. Πήγε κ' ήρθε ο σπασμός ως τα ακρότατα των νεύρων της. Ένα γλυκό ρίγος τη συντά­ραξε σύγκορμη, και σφίχτηκε σπασμωδικά πάνω του με όλη της την ύπαρξη.
Τότες αυτός  γύρισε τα μάτια του ένα γύρω, σαν ένα αγρίμι που γυρεύει καταφύγι για να σπαράξει το θήραμά του. Είδε τις πυκνές τούφες της φτέρης, την πήγε βιαστικά εκεί,  την απόθεσε προσεχτικά πάνω στο παχύ στρώμα της πρα­σινάδας, που τσακίστηκε και μύρισε βαριά κάτ' από τα γό­νατα του, και την έκαμε δική του μ' έναν τρόπο βίαιο, σχε­δόν εχτρικό.
Τα μάτια της βασίλεψαν κάτω από τά βαριά ματόκλαδα, τα δάχτυλα ξαμόλησαν λίγο - λίγο το μαντίλι με τα καβούρια.
Αυτά ξαπολύθηκαν μονομιάς, ξελευτερωμένα, σκορπίστη­καν όλα  μαζί μ' ένα χαρούμενο χαρχάλεμα μέσα στα χόρτα και μέσα στις πέτρες, χυμώντας πίσω κατά το ρέμα τους, με τις κουτσουρεμένες τους δαγκάνες όρθιες...