Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Η νόσος ως λύτρωση στον Βιζυηνό






 


Ο συγγραφέας, παράλληλα με τη μελαγχολική ενατένιση του φαινομένου της ζωής, μεταφέρει ένα ελπιδοφόρο μήνυμα παρουσίας της θείας χάρης στα εγκόσμια και ομολογεί την πίστη του σε μια (ανώτερη από την υλική) μεταθα­νάτια πραγματικότητα. Προκειμένου να αναδείξουμε τα μεταφορικά νοήμα­τα, με τα οποία ο Βιζυηνός επενδύει τη νόσο, θα καταφύγουμε στη χριστιανι­κή διδασκαλία και στη μεταφυσική αισθητική του Πλωτίνου -δύο θεωρήσεις της ύπαρξης και της τέχνης αντίστοιχα-, οι οποίες ως γνωστόν επέδρασαν καταλυτικά στη διαμόρφωση του Βιζυηνού ως λογοτέχνη.
Στο «Αμάρτημα της μητρός μου» η αρρώστια της Αννιώς δεν ερμηνεύεται ορθολογικά ή, για να το πούμε ορθότερα, αυτό που απασχολεί τον συγγραφέα δεν είναι να περιγράψει το «φυσικόν πάθος» της ηρωίδας, αλλά να παρουσιά­σει τις μεθόδους που δοκιμάζουν οι υπόλοιποι ήρωες στην προσπάθεια τους να τη σώσουν. Και τότε η ασθένεια προσδιορίζεται ως «πάθος σατανικόν». Ο χαρακτηρισμός αυτός δεν διαβάζεται μόνο ως ειρωνικό σχόλιο του ώριμου (αφηγητή) στις προκαταλήψεις των ανθρώπων της υπαίθρου. Επιπλέον σχετί­ζεται με την πρόθεση του συγγραφέα να αναδείξει μια υπερβατική ερμηνεία της ύπαρξης του κακού στον κόσμο.
Το διήγημα ξεκινά με τη χωρίς όρια φροντίδα της μητέρας και των αδερ­φών προς την Αννιώ, η οποία απολαμβάνει την οικογενειακή μέριμνα χωρίς να γίνεται υπεροπτική. Αντίθετα, όσο χειροτερεύει η κατάσταση της, τόσο αυξάνεται η μεγαλοψυχία της. Την προσοχή μας κερδίζει τότε το καταληκτικό σχόλιο του αφηγητή: «Εν τούτοις η ασθένεια της Αννιώς ολονέν εδεινούτο». Παρά τη χριστιανική συμπεριφορά των ηρώων, εύρωστων και νοσούντων, η υγεία της Αννιώς δεν βελτιώνεται. Ο αφηγητής επισημαίνει, έστω και δειλά, την έλλειψη θεϊκής δικαιοσύνης, αφού οι καλοί και αγαθοί δεν επιβραβεύο­νται για τη συμπεριφορά τους.
Κατόπιν παρουσιάζει τις μεθόδους, στις οποίες καταφεύγει η μητέρα, προ­κειμένου να σώσει την Αννιώ- βότανα, ξόρκια, πίστη σε τυχοδιώκτες. Και τότε ο ενήλικος αφηγητής μάς πληροφορεί για τη στάση των ανθρώπων της υπαί­θρου απέναντι στην αρρώστια, όταν αυτή δεν καταλήξει γρήγορα στον θάνα­το. Οι χωρικοί από άγνοια αποδίδουν κάθε χρόνια ανίατη ασθένεια σε «υπερ­φυσικός αιτίας» και την χαρακτηρίζουν ως «εξωτικόν»: «Ο ασθενής εκάθησεν εις άσχημον τόπον. Επέρασε νύκτα τον ποταμόν, καθ' ην στιγμήν αι Νηρηίδες ετέλουν αόρατοι τα οργιά των. Εδιασκέλισε μαύρον γάτον, ο οποίος ήτο κυρίως "ο έξω από εδώ" μεταμορφωμένος» (σ. 5). Ο Γιώργης συμπληρώνει ότι η μητέρα του δεν πιστεύει στις δεισιδαιμονίες, αλλά στον Θεό. Απέναντι στον κόσμο των προλήψεων δεν τοποθετείται η επιστήμη, αλλά η θεία χάρη. Ας το κρατήσουμε αυτό και ας δούμε τι γίνεται κατόπιν.
Η αρρώστια αλλάζει τον άνθρωπο. Η μητέρα, αφού δοκιμάζει ανεπιτυχώς τα ευχολόγια της εκκλησίας, καταλήγει ότι θρησκεία και δεισιδαιμονία πρέπει να συμβιβασθούν. Δίπλα στον σταυρό της κόρης κρεμά ένα φυλακτό, δένει το ρούχο της σε ένα θαυματουργό σημείο. Ως έσχατο «ιατρικό» παρουσιάζεται η παραμονή της Αννιώς στην εκκλησία, «ίνα σωθή από το σατανικόν πάθος, το οποίον εμφώλευσαν ήλεθε τόσον αμειλίκτως το τρυφερόν της ζωής αυτής δέντρον». Η εικόνα των καλικάντζαρων, που τροχίζουν το δέντρο της ζωής, συμπληρώνεται με την επισήμανση ότι τα δαιμόνια αντιστέκονται «εις τον αόρατον πόλεμον μεταξύ αυτών και της θείας χάριτος» για σαράντα μέρες. Μετά «το κακόν ηττάται και υποχωρεί κατησχυμένον» (σ. 6). 

Δεν περνά απαρατήρητη η χρήση της μεταφοράς του πολέμου που λαμβάνει χώρα στο σώμα της άρρωστης. Η μεταφορά της στρατιωτικής ορολογίας στη θεώρηση των ασθενειών χρησιμοποιείται συχνά στov 20ό αιώνα. Στο διήγημα του Βιζυηνού η πάλη δεν διεξάγεται ανάμεσα στα φάρμακα και στα κύτταρα κάποιου νοσογόνου ιού. Αντίθετα παρουσιάζεται η ανηλεής σύρραξη του Θεού με τα δαιμόνια.

 Το απόσπασμα συνεχίζει με την εικόνα του Θεού να νικά την αρρώστια: «Οι πάσχοντες αισθάνονται εν τω οργανισμώ των τους τρομερούς σφαδασμούς της τελευταίας μάχης και βλέπουσι τον εχθρόν αυτών φεύγοντα εν παραδόξω  σχήματι, προ πάντων, καθ' ην στιγμήν διαβαίνουσι τα Άγια» (σσ. 6-7). Υπάρχουν όμως και κάποιοι που δεν αντέχουν .Οι αδύνατοι συντρίβονται υπό το μέγεθος του εν αυτοίς τελουμένου θαύματος. Αλλά δεν μετανοούσι διά τούτο. Διότι αν χάνουν την ζωήν, τουλάχιστον κερδαίνουν το πολυτιμότερον. Σώζουν την ψυχήν των» (σ. 7). 

 Την προσοχή μας  κερδίζει πάλι το τέλος της ενότητας. Ακόμα και στην περίπτωση του θανάτου το θαύμα έχει συντελεστεί, αφού ο άνθρωπος κερδίζει τη σωτηρία της ψυχής και ο θεός νικά «το κακό», την αρρώστια. Η αρχική άτολμη κριτική για την απουσία  θεϊκής ευσπλαχνίας, σε αυτό το σημείο αντιστρέφεται. Ο αφηγητής καταφεύγει στο «άγνωσται αι βουλαί του Κυρίου» οι οποίες, ακόμα καιόταν φαίνονται άδικες ή οδηγούν στον θάνατο, κρύβουν ένα μήνυμα ελπίδας, ανοίγουν τις πύλες της ανώτερης και ουσιαστικότερης ζωής της ψυχής.
Κατόπιν ξεκινά ένας νέος κύκλος αφήγησης, ο οποίος μας εισάγει σε έναν πιο μυστηριώδη κόσμο από αυτόν των προλήψεων. Η μητέρα καλεί το πνεύμα του νεκρού  πατέρα. Ο ενήλικος αφηγητής δεν αξιολογεί αρνητικά την υποχώρηση σε έναν υπερβατικό κόσμο.  Κάνει κάτι  εντυπωσιακότερο. Περιγράφει το πέρασμα της ψυχής με τη μορφή χρυσαλλίδας ως θαυματουργό. Δημιουργεί την εντύπωση  ότι η Αννιώ, πίνοντας από το αγιασμένο νερό, όπου ακούμπησε η ψυχή του πατέρα  θεραπεύεται: «Η ασθενής δεν ήνοιξε τους οφθαλμούς,αλλά (…) ερρόφησεν ολίγας σταγόνας από του ύδατος εκείνου, το οποίον έμελλλεν  τω όντι να την ιατρεύση». 

Ωστόσο η εικόνα δεν ολοκληρώνεται με την επιστροφή    της Αννιώς στον κόσμο των υγιών, αλλά με το πέρασμα της στον κόσμο των νεκρών: «Μόλις το εκατάπιε και ήνοιξε τους οφθαλμούς (...) επανέπεσε βαρεία επί της ωλένης της μητρός μου. Το καϋμένο μας το Αννιώ! εγλύτωσεν από τα βάσανα του!» (σ. 13).
Νωρίτερα ο αφηγητής τόνισε ότι όσοι πεθαίνουν σώζουν την ψυχή τους. Εδώ συμπληρώνει ότι ο θάνατος θεραπεύει τον άνθρωπο από τα επίγεια δει­νά. Κατόπιν ο ώριμος Γιώργης, με αφορμή την αποκάλυψη της «αμαρτίας» της μητέρας (της ολιγωρίας την ώρα που θήλαζε την πρώτη Αννιώ) και ανα­λογιζόμενος την εναλλαγή ζωής και θανάτου, που διέπει τον οικογενειακό βίο, κατανοεί ότι η ζωή της μητέρας στη γη είναι μια «φρικτή και αμείλικτος Κόλασις». Σε σχέση με τον θάνατο, που νωρίτερα είχε παρουσιαστεί να λυτρώ­νει τους ανθρώπους από τα επίγεια βάσανα, η ζωή αντίστροφα αποδίδεται ως μια διαρκής διαδικασία εξιλέωσης. Τότε, ο ενήλικος αφηγητής αποφασίζει να αποδείξει στη μητέρα του την «άκραν του Θεού ευσπλαγχνίαν, την δικαιοσύνην αυτού» (σ. 25).
Ο Θεός εμφανίζεται ως αρωγός, που βοηθά τους θνητούς να συμβιβα­στούν με την πραγματικότητα της νόσου και με τον αναπόδραστο θάνατο. Η κορυφαία στιγμή της παρουσίας του, σε σχέση με το δίπολο νόσος-θάνατος, είναι όταν ο παπάς σταυρώνει την Αννιώ με την Αγία Λόγχη (εκκλησιαστικό σκεύος που συμβολίζει τη λόγχη με την οποία ο Ρωμαίος στρατιώτης κέντησε την πλευρά του Ιησού πριν αυτός ξεψυχήσει) και της ψιθυρίζει τη φράση από την Ακολουθία των Μεγάλων Ωρών της Μεγάλης Παρασκευής: «Σταυρωθέντος σου Χριστέ, ανηρέθη η τυραννίς, επατήθη η δύναμις του εχθρού...» (σ. 8). Η συνέχεια της ημιτελούς φράσης τονίζει το σωτήριο μήνυμα του θανάτου του υιού του Θεού ο οποίος σύμφωνα με τη χριστιανική πίστη εντάσσεται στο ευρύτερο θεϊκό σχέδιο για τη σωτηρία της ψυχής των θνητών, που ολοκλη­ρώνεται με το χαρμόσυνο μήνυμα της ανάστασης του θεανθρώπου.
(…)
Δικαιολογημένα παρατηρεί κάποιος πως ο Βιζυηνός δεν απεικονίζει στα διηγήματά του το καλό ή το ωραίο , αλλά το κακό , την οδύνη που προκαλούν η νόσος και ο θάνατος. Όμως η νόσος ή ο θάνατος δεν βυθίζουν το υποκείμενο σε έναν αδιέξοδο πεσιμισμό, αφού παράλληλα παρουσιάζεται ως αντίβαρο στο πένθος και την μελαγχολία, ένα ελπιδοφόρο μήνυμα, που στηρίζεται στην ύπαρξη του Θεού.
(...)

Ο  Βιζυηνός στη μελέτη του " Η φιλοσοφία του καλού παρά τω  Πλωτίνω " παρουσιάζει πως ο αρχαίος φιλόσοφος συνδέει το Εν ή Αγαθόν  με την πηγή του (  ορατού και αοράτου ) κόσμου και με την ανάγκη  η τέχνη να μεταφέρει πρότυπα ομορφιάς , αρετής και καλοσύνης . Ο Βιζυηνός γοητεύεται από το ότι ο Πλωτίνος πάνω από κάθε ιδέα και αρχή τοποθετεί το Εν, τον Θεό, " την αρχή και τον ύψιστο σκοπό του παντός ". Το καλό και το κακό, η ασχήμια και η ομορφιά εμπεριέχονται στη θεία τάξη των πραγμάτων.


Κέλυ Δασκαλά
Λέκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Αποδρομή του αλκοόλ







Πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε η νέα ποιητική συλλογή του Γιάννη Πατίλη ,  με τον τίτλο
 « Αποδρομή του αλκοόλ 
και άλλα ποιήματα» 
από τις εκδόσεις Ύψιλον/ βιβλία.

Τα ποιήματα της  εξαιρετικής  αυτής συλλογής είναι δοσμένα με τον γνωστό αντιλυρικό και καταγγελτικό τρόπο του Γ.Πατίλη. Με καυστικό  και δηκτικό χιούμορ εικονοποιεί την τραγική μοίρα του σύγχρονου Ελληνισμού –  κάποτε μέσα από απρόσμενα καθημερινές σκηνές - χωρίς μελοδραματισμούς αλλά με λόγο απέριττο, αιχμηρό, προφορικό, λιτό.   
 Με αιφνιδίασε το απολογιστικά εξομολογητικό «παράρτημα» του βιβλίου, το υπόμνημα,  στο οποίο   ο ποιητής  ομολογεί τις συνθήκες δημιουργίας του:

"Παράρτημα αντιδεοντολογικόν", το ονομάζει 
ΡΕΑΛΙΑ ΚΑΠΟΙΑ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑ ΜΑΛΛΟΝ ΠΕΡΙΤΤΑ
Μνήμη Γιάννη Βαρβέρη
Όταν πριν λίγα χρόνια κυκλοφόρησε η τελευταία μου, πριν την παρούσα, συλλογή Ακτή Καλλιμασιώτη, σε τηλεφώνημα του, μόλις την διάβασε, ο Γιάννης Βαρβέρης, αφού μου απα­ρίθμησε τα ποιήματα που του άρεσαν, μου επεσήμανε ως α­δυναμία του βιβλίου το δύσληπτο των συγκειμένων κάποιων χωρίων, για τα όποια έλεγε καλό θα ήταν να υπήρχε ένα μικρό βοήθημα στο τέλος. Το καλύτερο από πλευράς προσληπτικότητας ποίημα είναι, κατά τη γνώμη μου, εκείνο που δρα άμε­σα στον αναγνώστη χωρίς τέτοια βοηθήματα. Ή διαθέτει έναν τέτοιο εικονογραφικό οπλισμό, ώστε εν ανάγκη να γίνεται α­ρεστό έστω και σε ένα αρχικό επίπεδο με την πρώτη ανάγνω­ση, χωρίς ιδιαίτερη εμβάθυνση. Αυτός ήταν και ό λόγος που δεν είχα υπομνήματα στο βιβλίο εκείνο, πράγμα που δεν το εί­χα αποφύγει σε κάποιες άλλες συλλογές μου στο παρελθόν. Το πρόβλημα, ωστόσο, για ένα ορισμένο είδος ποίησης, πα­ραμένει: το σημείο τομής ανάμεσα στην προσληπτικότητα του αναγνώστη και στην ηθελημένη, χάριν της αισθητικής οικονο­μίας του ποιήματος, κρυπτικότητα του ποιητή είναι εξαιρετικά δυσεύρετο! Επειδή και η προσληπτική ικανότητα από αναγνώ­στη σε αναγνώστη μπορεί να διαφέρει μεγάλως, αλλά και η ικανότητα των ποιητών να συνθέτουν επιτυχώς το προσωπικό τους νοούμενο με το κοινό νοηματικό πολιτισμικό απόθεμα δεν είναι ή ίδια στον ίδιο βαθμό για όλους, (….) υπείκοντας στη συμβουλή του αλησμόνητου φίλου αποφάσισα να προσθέσω τις παρακάτω γραμμές(…)
Ο απαιτητικός και διαβασμένος αναγνώστης δικαιούται να τα αντιπαρέλθει όλα ολικώς και να μείνει στη δίκαιη κρίση του για τα ποιήματα αυτά καθεαυτά. (…) "

* ρεάλια: τα εξωκειμενικά , πραγματολογικά  στοιχεία ενός κειμένου




Το ποίημα που έδωσε τον τίτλο του στη συλλογή

Αποδρομή του αλκοόλ

και εάν μη ιδώ // προ της Ελλάδος το ιερού / χορώ συμπεπλεγμένας / Ελευθερίαν και Μούσας / θάνατον θέλω -  Ανδρέας Κάλβος, «Ελπίς πατρίδος»

Σε βρήκα μέσα στο χαμό
 με δανεικό παλτό κοιμόσουνα
σ' ένα παγκάκι μνήμες απ' το μέλλον
κι έκανε κρύο Λονδίνου τοξικό
Δεν ξέρω αν ο Θεός μιλά ελληνικά
 το σίγουρο είναι πως οι Έλληνες εδώ
διαρκώς θα τα μιλάνε  όλο πιο λίγο

Αν πάλι θα μιλάνε
Γείρε λιγάκι από το στρώμα σου να δεις
σκουπίδια που ξεσέρνει πλάι
ο άνεμος της αλλαγής
μποτίλιες που οι γενναίοι
της αρπαχτής αδειάσαν
Και πάλι όσο μπορείς γερά κρατήσου
γιατί αρχίζει η αποδρομή του αλκοόλ
η υποδόρειος φρικίαση και η νάρκη
οι εφιάλτες απ' την έφοδο του άδειου
Τους είδα εγώ στον ύπνο μου προχτές
τον Βενιζέλο με τον Μπακαλάκο
—Ελευθερίαν και Μούσας—
χορώ συμπεπλεγμένους
κάτω απ' τα κυπαρίσσια της Σταδίου στη Δύση αναμέλποντας ωδάς
en th twn nyn Ellhnwn dialektw

Ελλάδα Hellas της Νέας Εποχής
μιά φαντασίωσις ήσουν νεωτερική
που σε ξεγέννησαν για δοκιμή
τρεις ναυαρχίδες
Για να σε μεγαλώσει ανάδελφος διαφθορά
 Η αλληλοπεριχώρησις των σοσιαλιστών
με τα λαμόγια
Τό συναμφότερον Οικογενείας και Βουλής

Λονδίνο χίλια οχτακόσια δέκα και εννιά
Ανδρέα Κάλβου Ίωαννίδου
ΕΛΠΙΣ.ΠΑΤΡΙΔΟΣ.
τι τίτλος σύγχρονος θεέ μου
τι απελπιστικά
αιώνες δύο πριν
προφητικός


Και στο υπόμνημα του βιβλίου - όπως είπαμε - τα  οδηγητικά της ανάγνωσης σχόλια :


Έλπίς Πατρίδος : Η ωδή του Ανδρέα Κάλβου με τίτλο «Έλπις Πατρίδος» δημοσιεύτηκε σε ξεχωριστό φυλλάδιο 12 σελί­δων στο Λονδίνο το 1819, δύο χρόνια πριν το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης, προσβλέποντας εμμέσως με παθιασμένη ελπίδα σε αυτήν και στην ελευθερωμένη πα­τρίδα που θα προσφέρει στους Έλληνες. Το ποίημα είναι αφιερωμένο στον' Άγγλο φιλέλληνα αριστοκράτη και ιδρυ­τή της Ιονίου Ακαδημίας Frederick North Guilford (1766-1827) το 1791 εβαπτίστηκε ορθόδοξος με το όνομα Γεώρ­γιος), με την ευκαιρία της αναλήψεως των καθηκόντων του ως καγκελαρίου σε αυτήν. Γι' αυτό και το αίτημα εδώ της ελευθερίας συνδέεται με την αναγέννηση των γραμ­μάτων και των τεχνών, προτυπώνοντας το ριζοσπαστικό σύνθημα «Ελευθερία ή Θάνατος». Το ποίημα, το πρώτο που έγραψε ο Κάλβος στα ελληνικά, ελάνθανε έως το 2003, όταν ανακαλύφθηκε μέσω του διαδικτύου από τον ποιητή και καθηγητή φιλόλογο του Εσπερινού Γυμνασίου Λευκωσίας Λεύκιο Ζαφειρίου με τη βοήθεια του μαθητή Τεύκρου Χαχολιάδη.

ο Θεός μιλά ελληνικά : Παραλλαγμένη φράση του Στέλιου Ράμφου που ανακαλώ από μνήμης. Ψάχνοντας πρόσφατα για την πηγή της την ανακάλυψα στο ποιητικό και πλούσιο σε γόνιμες ιδέες βιβλίο του Τόπος υπερουράνιος (Αθήνα, 1975) με την παρακάτω διατύπωση: «Ο λόγος αυτός [των βυζαντινών], εικόνα και ομοίωση του Δημιουργού-Λόγου, ανταποκρίνεται στην πνευματική υπόσταση του κόσμου με μια τέτοιαν εντέλεια, ώστε να μην αποφεύγει κανείς την αμαρτωλή σκέψη πως ο Θεός ίσως καταλαβαίνει μόνο ελληνικά.» Συνδύασε το με τη φράση (από το ίδιο σύγγραμμα): «Ο Χριστός γεννήθηκε στην Ελλάδα». en th twn nyn Ellhnwn dialektw : Απόδοση σε μία από τις πα­ραλλαγές των σύγχρονων μας greeklish της φράσης Ωι-ΔΗ.ΕΝ.ΤΗι.ΤΩΝ.ΝΥΝ.ΕΛΛΗΝΩΝ.ΔΙΑΛΕΚΤΩι με την οποίαν ο ί­διος ο Κάλβος χαρακτήριζε το γλωσσικό ιδίωμα του ποι­ήματος του.

( Το ποίημα τυπώθηκε σε δίφυλλο με κόσμημα ειδικά σχεδι­ασμένο για την έκδοση αυτή από τον ζωγράφο Σωτήρη Σόρογκα και διαβάστηκε από τον συγγραφέα το Σάββατο 17 Μαρ­τίου 2012 στο κεντρικό αναγνωστήριο της Εθνικής Βιβλιο­θήκης της Ελλάδος κατά την ημερίδα με τίτλο «Ποίηση και Ε­ξουσία» που διοργάνωσε ή Εθνική Βιβλιοθήκη με τη συνεργα­σία του Κύκλου Ποιητών.)

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ
Γιάννης Πατίλης
 Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1947 . Σπούδασε Νομικά και Νεοελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εργάζεται ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση. Υπήρξε συνιδρυτής του περιοδικού Το Δέντρο (1978) και συνεκδότης των περιοδικών Νήσος,Μουσική και Ποίηση (1983-85) και Κριτική και Κείμενα (1984-85). Από το 1986 εκδίδει το Πλανόδιον, ένα από τα λίγα λογοτεχνικά περιοδικά με ισχυρό στίγμα, που ξεχωρίζει για τη μαχητικότητά του και την τόλμη με την οποία υπερασπίζεται αισθητικές αντιλήψεις και πολιτικές θέσεις.
 Υπήρξε συνθέτης και την περίοδο 1965-1970 έγραψε περί τα πενήντα τραγούδια. Δεκατέσσερα από αυτά, ψηφιοποιημένα από παλιά ηχογράφηση ερασιτεχνικής παραγωγής, κυκλοφορούν σε CD με τον τίτλο, Πέρασα με το κόκκινο τη διάβαση (Παραγωγή: «Ασύμμετρες Δράσεις- Η Μαύρη Τρύπα»). 

 Ποίηση

- "Ο μικρός και το θηρίο", Αθήνα, 1970
- "Αλλά τώρα, προσέχτε!", Αθήνα, 1973
- "Υπέρ των καρπών", Εγνατία, Θεσσαλονίκη, 1977
- "Κέρματα", Εγνατία, Θεσσαλονίκη, 1980
- "Μη καπνιστής σε χώρα καπνιζόντων (Ποιήματα 1970-1980)", Ύψιλον, 1982
- "Ζεστό μεσημέρι", Ύψιλον, 1984
- "Γραφέως κάτοπτρον", Ύψιλον, 1989
- "Ταξίδια στην ίδια πόλη (Ποιήματα 1970-1990)", Ύψιλον, 1993
- "Ακτή Καλλιμασιώτη και άλλα ποιήματα", Ύψιλον, 2009