Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Το μοιρολόγι της φώκιας



Οι  τρόποι της αφήγησης

Στο διήγημα χρησιμοποιούνται τα λιγότερα τεχνικά μέσα: η περιγραφή και ο ελάχιστος μονόλογος της γερόντισσας. Η περιγραφή είναι  ρεαλιστική,  θηρεύει ψυχρά την παραμικρή λεπτομέρεια.
Η αφήγηση γίνεται σε τρίτο πρόσωπο. Από τις λίγες φορές που ο Παπαδιαμάντης αποφεύγει με επιμέλεια οποιαδήποτε προσωπική επέμβαση με την παρεμβολή προσωπικών σχολίων. Η επιδίωξη της αντικειμενικότητας με την τριτοπρόσωπη αφήγηση (αφήγηση με μηδενική εστίαση) δημιουργεί βαθύτερη εντύπωση και μεγαλύτερη υποβολή στον αναγνώστη.

Ο ΧΡΟΝΟΣ

Τα γεγονότα ξετυλίγονται στην αφήγηση με τη φυσική τους χρονολογική σειρά, το ένα μετά το άλλο, όπως διαδραματίστηκαν στην ιστορία (γραμμική χρονική σειρά). Αναδρομική αφήγηση έχουμε στην αναδρομή της γριάς Λούκαινας στο παρελθόν της οικογένειας της.

Ο χρόνος του διηγήματος, ο μετά την ημέρα και ο πριν από την νύχτα, στο σημείο που παλεύει το φως με το σκοτάδι, η αμφιλύκη, συντελεί στη δημιουργία κατάλληλης ατμόσφαιρας, γιατί η νύχτα είναι ώρα θανάτου, όχι ζωής. Επίσης το σκοτάδι στάθηκε η αφορμή να χάσει τον προσανατολισμό της η Ακριβούλα. Η αμφιλύκη φέρνει στοιχεία συντελεσμένου θανάτου, στοιχεία παγίδευσης της ζωής. Ο τόπος της ξένοιαστης χαράς μεταστοιχειώθηκε στ τόπο μυστηριακής γοητείας, τόπος κινδύνου, τόπος θανάτου, μόλις άρχισε να αποσύρεται το φως.

Ο ΧΩΡΟΣ

Όπως συμβαίνει πάντα στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη ο χώρος είναι και εδώ συγκεκριμένος: όχι κάποια ακρογιαλιά, κάτω από κάποιο γκρεμό, αλλά «κάτω από τον κρημνόν … ονομάζουν «το Κοχύλι». Ένα μικρό αλώνι της Σκιάθου, όπου παίζεται το δράμα των ηρώων, των ανθρώπων γενικότερα. Συγκεκριμένος και ο χρόνος, όχι απλώς ηλιοβασίλεμα, αλλά " θάμβος του ηλίου".

Είναι χαρακτηριστική η επιμονή με την οποία περιγράφεται η κάθοδος. Kάθοδο στον Άδη ζωγραφίζει ο Παπαδιαμάντης εδώ με  τις φράσεις: Κάτω από τον κρημνόν, κατέρχεται το μονοπάτι, κατέβαινε η γριά Λούκαινα, κατέβαινε του κατήφορο… 
Γιατί μας κατεβάζει εκεί ο Παπαδιαμάντης; Όχι για να δούμε το Κοχύλι, ή το ειδυλλιακό τοπίο, αλλά πρόθεσή του είναι να μας δείξει το αλώνι του Χάρου, τον κήπο της φθοράς με τα ασβεστωμένα μνήματα → δημιουργεί ατμόσφαιρα που συνάδει με το τραγικό περιστατικό του πνιγμού ( ο αναγνώστης προετοιμάζεται ψυχολογικά για το τραγικό συμβάν). 

Το απόκρημνο, το δύσβατο μέρος του δυστυχήματος συντελεί στην εξέλιξη της πλοκής, αφού θα γίνει αιτία να χάσει το δρόμο η ηρωίδα.
Στοιχείο συντελεσμένου θανάτου είναι το «αλώνι του χάρου», το κοιμητήρι, του οποίου « οι ασβεστωμένοι τάφοι εφωσφόρησαν στο δυσμικό φως.»   

ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΙΚΟΤΗΤΑ

Ο ρεαλισμός του διηγήματος υπερβαίνεται με τον παράλογο του θρήνου της φώκιας για τη μικρή Ακριβούλα. Κατόρθωσε ο συγγραφέας να αποκρύψει την προσωπική του συγκίνηση. Η σύζευξη εδώ της σκληρής πραγματικότητας μ’ ένα στοιχείο φανταστικό ποιητικό μετριάζει το αφόρητο κλίμα που δημιούργησε η ρεαλιστική περιγραφή. Η ευρηματική παρεμβολή της φώκιας πετυχαίνει την κάθαρση του θυμικού. Αυτή η ακροβασία του Παπαδιαμάντη ανάμεσα στο ρεαλισμό και το λυρισμό είναι από τα μυστικά της μαγείας του.

Το μοτίβο της ζωής και το μοτίβο του θανάτου:

Κυριαρχούν εικόνες χαρούμενες και  πένθιμες που συνθέτουν δύο βασικά μοτίβα, το μοτίβο της ζωής και το μοτίβο του θανάτου. Χρησιμοποιούμε τον όρο μοτίβο γιατί μέσα στο διήγημα η ζωή και ο θάνατος βρίσκουν τελικά την οριστική τους έκφραση με μέσα μουσικά :  μοιρολόγι και τη φλογέρα.
Αυτά τα μοτίβα δεν παρουσιάζονται παρατακτικά, δηλαδή πρώτα το ένα – ύστερα το άλλο, αλλά μπαίνουν σχεδόν ταυτόχρονα στο διήγημα, αδύνατα στην αρχή, ύστερα δυναμώνουν και κορυφώνονται στον πνιγμό της Ακριβούλας.

Μοτίβο θανάτου:  μνημούρια → δένονται με το πένθιμο μοιρολόγι, τα μνημούρια – στοιχείο  συντελεσμένου θανάτου → γίνονται έπειτα «κήπος της φθοράς» και «αλώνι του χάρου».
Μοτίβο ζωής: τα μαγκόπαιδα που έπαιζαν, η ειδυλλιακή σκηνή του βοσκού με τη φλογέρα
Ο διάλογος ανάμεσα στα δύο μοτίβα  βρίσκει την τέλεια έκφρασή του στην αντιπαράθεση του μοιρολογιού της γριάς Λούκαινας και της φλογέρας του βοσκού.

Ο λειτουργικός ρόλος της γολέτας και της φώκιας

Στην αρχή της β’ ενότητας εμφανίζεται η γολέτα με πανιά που δεν φούσκωναν∙ υποβάλλει ένα αίσθημα ανήσυχης αναμονής, που την προετοίμασε κιόλας η δύση του ήλιου. Η άπνοια που επικρατούσε είναι καθοριστικό στοιχείο για τη σκηνή του πνιγμού, ώστε να ακουστεί ο πλαταγισμός. Η γολέτα παγιδεύεται και αυτή στο λιμάνι και προσημαίνει την αντίστοιχη παγίδευση της Ακριβούλας.
Σ’   αυτή τη σύντομη παύση ξεμυτίζει κι η φώκια, αυτό το ευαίσθητο πλάσμα, το όχι ανθρώπινο, που ακούει και τους δύο ήχους: «το σιγαλό μοιρολόι της γριάς» και «τον θορυβώδη αυλό του μικρού βοσκού». Γοητεύεται κι αυτή από τη φλογέρα και λικνίζεται στο κύμα. Θα την ξανασυναντήσουμε στο τέλος του διηγήματος. Η παρουσία της γίνεται για λόγους «τεχνικούς» θα λέγαμε για να μην αιφνιδιάσει στο τέλος σαν ένας από μηχανής θεός.

Στοιχεία γοητείας και παγίδευσης της ζωής της Ακριβούλας

Το στοιχείο της γοητείας που είναι ταυτοχρόνως και στοιχείο ολέθρου, με το οποίο παγιδεύονται τα πλάσματα.
·         Η σαγηνευτική μουσική υψώθηκε γλυκύφθογγη και γοήτευσε το κορίτσι. Και έσυρε προς το κρυφό κέντρο της ανύποπτη και καταγοητευμένη την Ακριβούλα. Γιατί η γοητεία υπόσχεται πάντοτε τη διαφυγή προς την ευδοκία, την ανύπαρκτη στον κόσμο της καθημερινότητας και τη ζητούμενη από τους ανθρώπους. Μόνον αυτή είδε τον κρυμμένο νεαρό βοσκό να παίζει το σουραύλι του και σαγηνεύτηκε. Το είδε διότι μόνο σ’ αυτή την αθώα  κόρη θα μπορούσε να ασκηθεί η γοητεία μέχρι τα έσχατα. Η αθωότητα της Ακριβούλας οδηγεί στη  σύγχυση του ονείρου με την  πραγματικότητα.
·         Παγιδεύτηκε και από το σκοτάδι.
·         Παγιδεύτηκε και από τους βράχους, που ενώ την ημέρα είναι βέβαιοι και ασφαλείς με το σκοτάδι γίνονται ασαφείς και αβέβαιοι και ανασφαλείς. Η Ακριβούλα χάθηκε μέσα στην ασάφεια του σκοτεινιασμένου τοπίου, στην αμφισημία της γοητείας και γκρεμίστηκε.
·         Ο θόρυβος του αυλού έκανε να μην ακουστεί η κραυγή
·         Η παρερμηνεία από τη γριά Λούκαινα του πλαταγισμού.
·         Η περιγραφή της εικόνας του πνιγμού της Ακριβούλας και η λειτουργία της στο διήγημα.
Το ξεστράτισμα του άπειρου παιδιού και η πτώση του έρχεται γρήγορα, φυσικά και απλά. Καμία κορώνα στη κορύφωση του δράματος. Τον πλαταγισμό τον ακούνε τα άλλα πρόσωπα, αλλά δεν υποψιάζονται. Ο βοσκός αφοσιωμένος στη φλογέρα του δεν είχε αντιληφθεί  την παρουσία της Ακριβούλας. Και η γριά Λούκαινα νομίζει πώς είναι ο βοσκός που πετά πέτρες στο γιαλό. Τα λόγια της γριάς Λούκαινας παίρνουν για τον αναγνώστη, που ξέρει περισσότερα, το βάρος τραγικής ειρωνείας.

Πίσω από τις λέξεις

Ύστερα από τον θάνατο του παιδιού ο κόσμος συνεχίζει την αέναη κίνησή του: η γριά συνεχίζει το μονοπάτι της, ο βοσκός το  σουραύλι, η γολέτα  με τις βόλτες της. Ο κόσμος συνεχίζει την κίνησή του με τη διπλή του υπόσταση του άσπρου – μαύρου. Οι άνθρωποι δεν υποψιάζονται την άβυσσο που ανοίγεται δίπλα τους, είτε γιατί παραμένουν στην ειδυλλιακή επιφάνεια, όπως ο βοσκός, είτε γιατί δεν μπορούν να συλλάβουν το μέγεθος της ανθρώπινης συμφοράς, ακόμα κι όταν την έχουν δοκιμάσει, όπως η γριά Λούκαινα.

Ενώ ο θάνατος καραδοκεί δίπλα μας και αφαιρεί τη ζωή από άλλους, η ζωή συνεχίζεται για μας σαν να μη συνέβηκε τίποτα. Ο θάνατος παρουσιάζεται σαν μοίρα προσωπική. Η γριά Λούκαινα και ο βοσκός τόσο κοντά στο ατύχημα είναι εντελώς ανίδεα.

Το διήγημα αρχίζει με μοιρολόγι (της γριάς  Λούκαινας) και τελειώνει με μοιρολόγι (της φώκιας). Το   μοιρολόι της γριάς είναι για θανάτους που συντελέστηκαν, σε χρόνια περασμένα, φθάνουν στον   αναγνώστη σαν αριθμοί αποδυναμωμένοι. Ο άδικος θάνατός της Ακριβούλας, που συντελέστηκε    μπροστά στα μάτια του αναγνώστη, δεν μπορεί να γίνει ανθρώπινο μοιρολόι. Θα φθάσει στα αυτιά μας  με μια σειρά από ενδιάμεσους: τη φώκια, το γέρο ψαρά, το συγγραφέα – ώσπου να πάρει διαμόρφωση    καλλιτεχνική πια.  

Η επανάληψη του ρήματος «εξηκολούθει»

Επιβάλλεται να επισημάνουμε την εξακολουθητική παρουσία του ρήματος «εξακολουθώ» που ήδη προοικονομήθηκε με τα ρήματα παραπάνω και συνεχίζεται στα «ακόμη μοιρολογά» και  «σαν να’χαν ποτέ τελειωμό…» Η επανάληψη δείχνει ότι οι άνθρωποι συνεχίζουν ανυποψίαστοι τις ασχολίες τους. Όλοι οι εναπομείναντες συνεχίζουν να είναι απορροφημένοι στις ταλαιπωρίες και στα βάσανα της ζωής. Η ζωή επιβάλλεται να συνεχιστεί.

Τα πρόσωπα

Η μορφή της γριάς Λούκαινας

Στοιχείο συντελεσμένου θανάτου είναι η παρουσία της γριάς Λούκαινας. Η γριά Λούκαινα έθαψε τα πέντε παιδιά της, αποτελεί τον ενσαρκωμένο σπαραγμό, ο οποίος φανερώνεται με το ασταμάτητο μοιρολόγι το μόνο τραγούδι της ερειπωμένης ζωής της. Είναι μια λαϊκή γυναίκα, φτωχή και βασανισμένη, που δέχεται σ’ όλη της τη ζωή βαριά πλήγματα, χωρίς η ίδια να τα προκαλέσει. Η Λούκαινα είναι παρουσία υπαρκτή δεν είναι από σκέψη, από φαντασία, είναι από την ζωή και γι’ αυτό είναι αληθινή και αξιόλογη. Είναι κάτι ανάλογο με τους τύπους των δημοτικών τραγουδιών όπου δεν ξεχωρίζουν ως  καθαρά ατομικές φυσιογνωμίες. Είναι μορφή της νεοελληνικής υπαίθριας ζωής. Τέτοιες παρουσίες βρίθουν στο έργο του Παπαδιαμάντη. 

Η μορφή του νεαρού βοσκού

Ο βοσκός περιγράφεται πολύ αδρά, αχνά, σα σε σκίτσο. Δε φαίνεται στο πρόσωπό του είναι ένας βοσκός (χαρακτηριστική απουσία οριστικού άρθρου), χωρίς όνομα, χωρίς βάσανα, χωρίς ιστορία, κρυμμένος. Ο κάθε αναγνώστης προσπαθεί να ανασυνθέσει τη μορφή του, να τον αναδύσει και η προσπάθεια αυτή έχει γοητεία, ασκεί υποβολή. Η ακαθόριστη φιγούρα θέλγει, ο ήχος της φλογέρας γοητεύει, η ώρα είναι μυστική. Λες και είναι γηγενής βγαίνει, χωρίς να αποκαλύπτεται, μέσα από το τοπίο. Είναι αρχέγονος, αρκαδικός. 

Ακριβούλα:

Ο θάνατος του ενός είναι πάντοτε ο θάνατος του ακριβού. Και η Ακριβούλα προβαίνει ανύποπτη για την παγίδευσή της. Εδώ έχουμε την τραγωδία της Ακριβούλας, της εγγονής της χαροκαμένης γριάς, η οποία ξεκίνησε να τη συναντήσει στο ακροθαλάσσι.

Στο τέλος του διηγήματος ο «νεαρός βοσκός» του πρώτου μέρους γίνεται «ο βοσκός». Η  «μία γολέτα» γίνεται «η γολέτα» Η μία φωνή  γίνεται «η φωνή». Όμως η μία κόρη γίνεται στην ίδια πρόταση η Ακριβούλα.



Ο Παπαδιαμάντης  μέσα από το διήγημα , με τον αυθορμητισμό και την αυθεντικότητα που χαρακτηρίζει τη γραφή του, γίνεται  ο απόλυτος εκφραστής του χαροποιού πένθους, που χαρακτηρίζει τον παράξενο τρόπο των Ελλήνων. Η λύπη πάντα μπαίνει στην άκρη, για να έρθει να πει η ζωή το μεγάλο «ναι», το ατελεύτητο.


Διαβάστε και μια διαφορετική  ,κάπως αιρετική,  άποψη για το  διήγημα:


Το επίφοβο μυρολόγι της φώκιας

Χριστόφορος Μηλιώνης
"Σημαδιακός κι αταίριαστος"
Β΄ έκδοση συμπληρωμένη, Εκδόσεις Νεφέλη Αθήνα, 2002


( Μ.Θεοδοσοπούλου )

Ομολογούμε πως ακουστά είχαμε μόνο τα κροκοδείλια δάκρυα, που, ως γνωστόν, χαρακτηρίζουν όσους ζητούν να εξαπατήσουν χύνοντας ψεύτικα δάκρυα ως ο κροκόδειλος που, για να προσελκύσει τα θύματά του, εκπέμπει θρηνώδεις κραυγές, προσομοιάζουσες με αυτές κλαίοντος παιδιού. Αν και ο κροκόδειλος, ανήκοντας στην συνομοταξία των ερπετών, ουδέποτε κλαίει μετά πραγματικών δακρύων, σε αντίθεση με τη φώκια, ζώο θηλαστικό, άκρως παράξενο, η οποία, όχι μόνο κλαυθμηρίζει μετά ζωηρών γογγυσμών, αλλά και χύνει ποταμούς δακρύων. Αγνοούσαμε, ωστόσο, τόσο τη σκοπιμότητα, μάλλον τη χρησιμότητα των δακρύων της φώκιας όσο και την συνακόλουθη έκφραση, "κλαίει σαν την φώκια". Παροιμία, όπως μαθαίνουμε, διαβάζοντας το βιβλίο του Χρ. Μηλιώνη, αποθησαυρισμένη τουλάχιστον από τα μέσα του 19ου αιώνα, που λέγεται για "τους δεικνύοντας θλίψιν επί εξαπατήσει και πλαγίω σκοπώ".
Πέραν, όμως, της παροιμίας, τα δάκρυα της φώκιας, ως φαίνεται, απαντώνται σε ποικίλες παλαιότερες πηγές, ως, λ. χ., στο "Βιβλίον περί της συμφοράς και αιχμαλωσίας του Μορέως" του γιαννιώτη στιχουργού Μάνθου Ιωάννου, ο οποίος και ενεπνεύστηκε το ποίημά του από τα πολλά δεινά που υπέστη, όταν οι Τούρκοι πήραν την Πελοπόννησο από τους Ενετούς, το 1715. Το βιβλίο του τυπώθηκε στη Βενετία και, όπως δείχνουν οι πολλαπλές εκδόσεις του, θα πρέπει να έγινε ένα μπεστ σέλλερ της εποχής, για να το συμπεριλάβει, ενάμισι σχεδόν αιώνα αργότερα, ο Λεγκράν στην περιώνυμη Βιβλιοθήκη του. Ο Μάνθος, λοιπόν, παρομοιάζει τα δάκρυα των γυναικών με αυτά της φώκιας, που, αδυνατώντας να φάει ένα κουφάρι, κλαίει από πάνω του, ώστε να το λειώσει και μετά να το καταβροχθίσει. Θα θέλαμε να διαβάζαμε την αντίστοιχη περικοπή, καθώς πολύ μας παραξενεύει η παρομοίωση στο εν λόγω κείμενο, που αναφέρεται στην τούρκικη κατάληψη της Πελοποννήσου. Όπως κι αν έχει, περισσότερο οικεία φαίνεται μια παλαιά παράδοση από τα μέρη της Βιθυνίας, κοντινή με το μύθο της γοργόνας, αδελφής του Μεγαλέξαντρου. Μια πολύ λαίμαργη βασιλοπούλα μεταμορφώθηκε, λέει, σε φώκια, που, ψευτοκλαίγοντας, έτρωγε τους περαστικούς, αφού, προηγουμένως, τους ρωτούσε, αν ζει ο πατέρας της, ο βασιλιάς.
Δίπλα σε αυτά τα δυσπρόσιτα, ο Χρ. Μηλιώνης, όπως περιδιάβαζε στα "Απομνημονεύματα" του Μακρυγιάννη, αλίευσε και την εξής άκρως ενδιαφέρουσα όσο και οργίλη φράση: "Κλαίτε την πατρίδα και τους αγωνιστάς, καθώς κλαίγει η φώκια τον πνιγμένον - είναι τα δάκρυά της καυτερά, σαπίζει τον πνιγμένον και κάθεται και τον τρώγει." Σε αυτά τα συμφραζόμενα, όταν οι παλαιότεροι, ακόμη στις αρχές του 20ού αιώνα, ίσως και αργότερα, διάβαζαν για τα δάκρυα της φώκιας ή, αν γινόταν κάπου λόγος για το μοιρολόγι της φώκιας, θα πρέπει να δημιουργούσαν αμέσως την αντίστοιχη εικόνα. Εμείς, όμως, αποκομμένοι από τις δοξασίες και τη γλώσσα τους, ξένοι προς τον κόσμο τους, δεν κατανοούμε ή και προσπερνούμε τα αυτονόητα για εκείνους, παραλλάσσοντας, συχνά και αλλοιώνοντας το νόημα.
Το 1981, εκδόθηκε η συναγωγή δοκιμίων "Νεοελληνικά, Διδακτικά δοκίμια για το Λύκειο", όπου, στο κείμενό του, ο Χρ. Μηλιώνης ανέλυε το διήγημα, "Το μοιρολόγι της φώκιας", που αρχικά διδασκόταν στην τρίτη τάξη του Γυμνασίου και μετά, στη δεύτερη Λυκείου. Από τον τίτλο του διηγήματος αλλά και από το ίδιο το διήγημα, την προσοχή του αναγνώστη, πιστεύουμε πως κερδίζει, το μοιρολόγι παρά η φώκια. Ενδεικτικά, σε σχετικό σχόλιό του, ο Χ. Μαλεβίτσης αναφέρει: "Το διήγημα του Παπαδιαμάντη "Το μοιρολόγι της φώκιας" δεν πρόκειται ποτέ να το ξεχάσεις, όπως δεν ξεχνάς το δημοτικό μοιρολόγι... τις πικρές παραλογές, σαν αυτή "Του νεκρού αδελφού" ...εκεί είναι η Αρετή ...κι' εδώ είναι η Ακριβούλα... Στον Παπαδιαμάντη τουλάχιστον υπάρχει μία απόπειρα λυρικής διαφυγής..."
Παρομοίως, η Ελ. Πολίτου-Μαρμαρινού παρατηρεί: "...Το αριστουργηματικό "Μοιρολόγι της φώκιας", διήγημα στην αρχή του νατουραλιστικό από πολλές απόψεις, με την ολοκλήρωση όμως του οποίου βρισκόμαστε όχι μόνο μακριά από το ρεύμα αυτό ειδικά, αλλά και από την πεζογραφία γενικά ...έχουμε μεταφερθεί ουσιαστικά και κυριολεκτικά στο χώρο της ίδιας της ποίησης..."
Στην ανάλυσή του, ο Χρ. Μηλιώνης αναδεικνύει τα δύο βασικά μοτίβα, της ζωής και του θανάτου, που συνυπάρχουν σε ολόκληρη την έκταση του διηγήματος. Επί τροχάδην, η ιστορία ή μάλλον το περιστατικό γύρω από το οποίο στήνεται το διήγημα, έχει ως εξής: Η γριά-Λούκαινα, "μια χαροκαμένη πτωχή γραία", που "θητεύει" πλησίον της παντρεμένης "με μισήν δωδεκάδα παιδιά" κόρης της, πηγαίνοντας να πλύνει τα ρούχα, παρά θίν' αλός, αντικρύζει εκ του μακρόθεν τα Μνημούρια και αρχίζει το μυρολόγι για τα πέντε μικρά παιδιά της και τον άντρα της που είχε χάσει αλλά και για τους δυο ξενιτεμένους γιούς της. Ακριβούλα ονομάζεται η μεγαλύτερη εγγονή της, που πηγαίνει να την βρει, ίσως σταλμένη από τη μάννα της, το πιθανότερο, όμως, διαφεύγοντας από την επιτήρησή της. Ο ήχος από τον αυλό ενός βοσκού παρασύρει την Ακριβούλα σε λάθος μονοπάτι, ιδιαζόντως απότομο, οπότε και γλιστράει, "μπλουμ! εις το κύμα" (τόσο βραχύλογα και επιγραμματικά), και πνίγεται. Ενδιαμέσως, μία φώκια, βόσκουσα στα βαθιά, ίσως άκουσε το μυρολόγι της γριάς, το σίγουρο, την ήλκυσε ο αυλός, και, ως γίνεται συνήθως με τις φώκιες, ήρθε στα ρηχά. Ουδείς αντελήφθηκε τον πνιγμό. Για βράχο ριγμένο από το βοσκό, που αποκαλεί "σημαδιακό κι αταίριαστο", εξέλαβε η γερόντισσα τον πλαταγιασμό που άκουσε. "...Κ' η φώκη... ηύρε το μικρόν πνιγμένον σώμα της πτωχής Ακριβούλας, και άρχισε να το περιτριγυρίζει και να το μυρολογά, πριν αρχίση το εσπερινόν δείπνον της..."


Ο Χρ. Μηλιώνης αναφέρει, σε υποσημείωση, την απορία που διατύπωσε ένας μαθητής για το είδος του δείπνου της φώκιας (  είναι το δείπνο της το πτώμα της άτυχης Ακριβούλας;) Παρόμοια, όμως, ερμηνεία ή και εκλογίκευση παρατηρεί πως θα τίναζε το διήγημα στον αέρα. Ωστόσο, δεκαπέντε χρόνια αργότερα επανέρχεται, έχοντας πλέον διαβάσει τον Μακρυγιάννη και τις σχετικές δοξασίες, οπότε και τινάζει στον αέρα τις προηγηθείσες αναγνώσεις. Παρότι ο Παπαδιαμάντης αποφεύγει την ωμότητα του Μακρυγιάννη στην έκφραση, διατηρεί εναργή την ίδια τρομακτική εικόνα, που εμείς πιστεύουμε πως γίνεται εναργέστερη από τον τίτλο, για όσους, βεβαίως, ο τίτλος σημαίνει το συγκεκριμένο περιεχόμενό του.
Τελικά, ουδόλως συγκεκαλυμμένη η αφήγηση, δείχνει, μετά πικρής ειρωνείας, προς μια πραγματικότητα, που εξ αντικειμένου γνώριζε ο Παπαδιαμάντης. Όταν μάλιστα, ανέκαθεν στις Σποράδες συνέρρεαν οι φώκιες και πριν φτιαχτεί το θαλάσσιο πάρκο για την προστασία τους. Από εκεί και πέρα, ο γέροντας ψαράς της τελευταίας παραγράφου, που μεταφράζει σε ανθρώπινα λόγια το μυρολόγι της φώκιας, και μαζί του, ο Παπαδιαμάντης, δεν εξανθρωπίζουν τη φώκια, όπως ήθελαν οι παλαιότερες αναγνώσεις, αλλά μάλλον επιμένουν στο απατηλό και επίφοβο του μυρολογήματος της φώκιας.
Όπως υπογραμμίζει ο Χρ. Μηλιώνης στην ανάλυσή του, το εξαιρετικό του διηγήματος εναπόκειται στη "σκηνοθεσία" του Παπαδιαμάντη. Κι ερχόμαστε εμείς σήμερα και τον διαβάζουμε, έστω με σεβασμό και προσήλωση, ή κάποιοι άλλοι, με ευφάνταστες και πλουμιστές ερμηνείες, αλλά, έτσι κι αλλιώς, αποκομμένοι από τον κόσμο του, χωρίς την αναγκαία γλωσσική ευαισθησία, την οποία επί μακρόν σχολιάζει ο Χρ. Μηλιώνης σε έτερο κείμενο του βιβλίου του. Πιστεύουμε πως στη γλωσσική, τουλάχιστον, αποκοπή, συμβάλλουν και οι ορθογραφικές απλοποιήσεις, καθώς αποσυνδέουν τις λέξεις από τα πράγματα. Μένουμε με την εντύπωση πως, λ.χ., το μυρολόγι γραμμένο με ύψιλον, κρατά από το μύρομαι, χύνω ποταμηδόν δάκρυα, χωρίς, αναγκαστικά, και τον αντίστοιχο σπαραγμό, ενώ, με όμικρον γιώτα, παραπέμπει στη μοίρα, οδηγώντας ευκολότερα στον εξανθρωπισμό της φώκιας.
Πρωτοδημοσιευμένο το διήγημα στις 13 Μαρτίου 1908, το μοναδικό διήγημα του Παπαδιαμάντη στην εφημερίδα του Σπύρου Σίμου, η "Πατρίς", με το σημείωμα, "Δημοσιεύομεν κατωτέρω εν ανέκδοτον διήγημα του διακεκριμένου διηγηματογράφου...", δεν αποκλείεται να ήταν γραμμένο νωρίτερα. Όπως κι αν έχει, με την παρατήρηση του Χρ. Μηλιώνη, πιστεύουμε πως έρχεται πλησιέστερα στη "Φόνισσα", βγαλμένο από την ίδια θεματική μήτρα για την τύχη των γυναικών εκείνα τα παλαιά χρόνια. Αν, μάλιστα, συλλογιστούμε την ευθύνη της γριάς-Λούκαινας, όχι τόσο στον πνιγμό της Ακριβούλας, όσο στο γεγονός πως έμεινε άταφη, βορά της φώκιας, την οποία "ίσως το σιγανόν μυρολόγι της γραίας" έφερε στα ρηχά.
Από "Το μυρολόγι της φώκιας", ο Χρ. Μηλιώνης πήρε τον τίτλο του βιβλίου του, αν και δεν αποκλείεται να τον εμπνεύστηκε από το πρώτο, πασχαλινό ταξίδι του στη Σκιάθο, όταν ξαναδιάβασε Παπαδιαμάντη, αυτή τη φορά, "πάνω στα πράγματα" και συναπαντήθηκε με ογδοντάχρονους, που τον είχαν γνωρίσει και όλοι τους έμοιαζαν σαν "σημαδιακοί κι αταίριαστοι". Αυτά τα ανιστορεί στο εναρκτήριο του βιβλίου κείμενο, γέννημα κι αυτό του πεζογράφου Μηλιώνη, ενώ το τομίδιο κλείνει με δύο μελετήματα του φιλόλογου Μηλιώνη. Στο πρώτο αποδελτιώνει συστηματικά και εξονυχιστικά τις απόψεις των πανεπιστημιακών για την ηθογραφία και τον Παπαδιαμάντη, ενώ στο δεύτερο και πλέον πρόσφατο, αναφέρεται στην "καλλιτεχνική συνείδηση του Παπαδιαμάντη", εμμένοντας στις απόψεις του Κ. Θ. Δημαρά. Απαξιωτικές οι απόψεις του ή μήπως, απλώς, εντός του λογοτεχνικού κανόνα, γλωσσικού και μορφικού, της εποχής του;


































Τρίτη, 14 Αυγούστου 2012

Η ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑ


Νουβέλα  του Κ. Θεοτόκη όπου ο συγγραφέας διερευνά το πρόβλημα της επίδρασης που ασκεί στην ανθρώπινη συμπεριφορά το χρήμα. Το έργο γράφτηκε πριν τους βαλκανικούς πολέμους, σε μια περίοδο που ο Θεοτόκης ζώντας στο Μόναχο είχε επηρεαστεί βαθύτατα από τις σοσιαλιστικές ιδέες και ανέπτυξε έντονη κοινωνική δράση. Με τα έργα αυτής της περιόδου ο Θεοτόκης προσπαθεί να δείξει ότι με το τότε υπάρχον κοινωνικό σύστημα, το χρήμα και το συμφέρον αλλοιώνει το χαρακτήρα των ανθρώπων και κατευθύνει τις πράξεις τους.

Ο μύθος:  Ένας Κερκυραίος από ξεπεσμένη αριστοκρατική οικογένεια ερωτεύεται μια κοπέλα από κατώτερη κοινωνική τάξη. Η μητέρα  της του αρνείται τα 600 τάλαρα για προίκα. Εκείνος την παίρνει στο σπίτι του αστεφάνωτη. Η ανέχεια τους βασανίζει. Ο νέος ενδίδει στα προξενιά για έναν πλούσιο γάμο. Η κόρη ντροπιασμένη γυρίζει στους γονείς της και η μάνα της για να ξεπλύνει την ντροπή μαχαιρώνει το νέο · στη συνέχεια, υποχωρεί και δίνει την προίκα. Όμως η κόρη δε θέλει πια να παντρευτεί θα δουλέψει, για να ζήσει από τη προσωπική της περιπέτεια – να αποτινάξει το ζυγό της εξάρτησης του χρήματος, που πλήττει βάναυσα την ελευθερία και την αξιοπρέπειά της.

Ο τίτλος του έργου λειτουργεί ως άξονας της όλης αφήγησης. Οι δύο όροι, τιμή – χρήμα, προχωρούν κατά δύο ανόμοιες παραλλήλους, τέμνονται κατά αλυσιδωτές εκρήξεις και οδηγούν προς τη πλήρη πόλωση. Και ενώ η «τιμή» φαίνεται να χάνει οριστικά το παιχνίδι, επιστρέφει (μέσα από το έγκλημα της μητέρας).
Η υπόγεια ανοδική πορεία του ρόλου της πρωταγωνίστριας (Ρήνη) προς την πλήρη χειραφέτηση, ολοκληρώνεται αποκαθιστώντας την ισορροπία και λειτουργώντας σαν αισιόδοξο κοινωνικό μήνυμα. 

Θεματολογία: 
(θέματα με ανθρωποκεντρικό και κοινωνικοπολιtiκό υπόστρωμα)
  •  το χρήμα και η λειτουργία του
  •  η αγάπη και η ηθική στη τρέχουσα επαρχιώτικη νοοτροπία
  •  το εύπλαστο της ανθρώπινης φύσης (μέσα από τους χαρακτήρες των δύο πρωταγωνιστών)
  •  η μάνα – προστάτης της οικογένειας και της τιμής της κόρης σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία
  •  η ταξική διάρθρωση της κοινωνίας
  •  το κράτος, οι θεσμοθετημένοι μηχανισμοί του, τα όργανα και η φθορά τους, μέσα από τις διαπροσωπικές σχέσεις, τις τρέχουσες αξίες, τα προβλήματα της επιβίωσης
Θεματικά μοτίβα: 

  • η οικογένεια της επαρχιώτικης μιζέριας στις αρχές του αιώνα με την αντεστραμμένη, συχνά, δομή της: η μητέρα να στηρίζει το σπίτι, ο πατέρας μέθυσος και διαλυμένος.  
  • Το χρήμα ως καθοριστικός παράγοντας των διαπροσωπικών σχέσεων.  
  • Ο αγώνας του ανθρώπου να ισορροπήσει ανάμεσα στην περηφάνια, την τιμή και την έκπτωση
  • Ο γάμος, η προίκα .
  •  Η δεδομένη «καλή φύση» του ανθρώπου και η παραμόρφωσή της μέσα στο καμίνι της καθημερινής ανάγκης.
Η κοινωνία της εποχής

  • πολιτική διαφθορά: πολιτικοί που αμείβουν τους ψηφοφόρους τους, πελατειακή σχέση.
  • Ηθική διαφθορά: διεφθαρμένη κοινωνία
  • Κοινωνικές τάξεις: αριστοκράτες (κόντηδες), χωρικοί-λαός
  • Η παρανομία, λαθρεμπόριο: Ζάχαρης, καπνού( κρατικό μονοπώλιο)
  • Η υποταγμένη θέση της γυναίκας


Τα πρόσωπα του έργου εξυπηρετούν τον κύριο προβληματισμό του έργου και λιγότερο αποδίδουν τύπους ή χαρακτήρες

α) Η  Επιστήμη, η μάνα πορεύεται με μια πίστη αμετακίνητη ως προς την αξία του χρήματος, με μια αδυναμία δικαιολογημένη μέχρι ένα σημείο στη συνέχεια γίνεται πάθος και χρειάζεται πολύς δρόμος για να λυτρωθεί απ’  αυτό. Αλλά κι όταν φαίνεται ότι τα καταφέρνει, στην πραγματικότητα γίνεται από υπολογισμό  («… και συρε να σου τα δώσει όλα όσα έχω. Όλα, όλα. Μόνο διαφέντεψε με στο δικαστήριο…») Αποδεικνύεται ότι η «ήττα» της δεν αποχτά το νόημα κάποιας ηθικής κάθαρσης 

β) Ο Αντρέας «στο βάθος καλός…» και αποτελεί αυτή άποψη μια από τις σταθερές της γενικότερης αντίληψης για τον άνθρωπο, που έχει ο Θεοτόκης. Πάντως είναι στη κυριολεξία δέσμιος των αναγκών του και του περίγυρου πιο συγκεκριμένα των υποχρεώσεών του απέναντι στο σπίτι του , της Επιστήμης με τα τάλαρά της , του θείου του , της αγάπης του  και της προηγούμενης ταξικής του συνείδησης.

γ) η Ρήνη: στα «δεσμά» της μάνας της, της αγάπης, του κοινωνικού περίγυρου, αλλά με πίστη στις δυνατότητές της. Η εμπιστοσύνη στη δουλειά με την απολυτρωτική της δύναμη είναι ένα σοσιαλιστικό μήνυμα, καθώς η εργασία υπερτονίζεται ως μέσο επίλυσης των προβλημάτων μιας κοινωνίας με στεγανά.



 Συνολική θεώρηση

Πάνω από το έργο και τη συμπεριφορά των δρώντων προσώπων, των ηρώων πλανιέται ένα αίσθημα συναλλαγής. Βρισκόμαστε σε μια κοινωνία κάθε άλλο παρά αγνή και ειδυλλιακή. Οι άνθρωποι παρουσιάζονται, δέσμιοι των υπολογισμών τους  ενώ τα κοινωνικά ήθη και οι αντιλήψεις γίνονται τροχοπέδη σας επιθυμίες τους. Ο έρωτας και η προσπάθεια για την ευτυχία συνθλίβονται μέσα στο έργο από τις κοινωνικές προκαταλήψεις και τις συνέπειές τους. Μέσα σ’ αυτή τη κοινωνία η παρουσία και η δράση των δύο γυναικών είναι καταλυτική, αναδεικνύονται αποφασιστικές και πιο δυνατές από τους άντρες μέσα στο έργο. Η σιόρα Επιστήμη, με την αξιοσύνη της (παρά τις αρνητικές πλευρές του χαρακτήρα της) έχει ουσιαστικά τη θέση του αρχηγού μέσα στην οικογένειά της και κυρίως η Ρήνη, που μετά από σκληρή εσωτερική πάλη ανάμεσα στα αισθήματά της από τη μια μεριά και την τιμιότητα, την αξιοπρέπεια και την ηθική από την άλλη, δίνει το προβάδισμα στις έννοιες αυτές και προβάλλεται έτσι ως μορφή ιδανική, ως το πρότυπο ζωής και συμπεριφοράς που θέλει να υποδείξει, να διδάξει ο ιδεολόγος συγγραφέας.
Ωστόσο η Ρήνη, αλλά και τα άλλα πρόσωπα του έργου, δεν κινούνται ως μαριονέτες κατά τις βουλές και τα οράματα του συγγραφέα, αλλά είναι πρόσωπα ζωντανά, με έντονα διαγραμμένα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, γι’ αυτό πειστικά. Η λύση που δίνει στο προσωπικό της πρόβλημα η ηρωίδα, η Ρήνη, στοιχειοθετεί ένα τόνο αισιοδοξίας στο όλο έργο, με την έμμεση υπόδειξη από τον συγγραφέα του τρόπου με τον οποίο μπορεί κανείς να αντιμετωπίσει τα εμπόδια που εγείρει ένα κοινωνικό κατεστημένο, που βασίζεται στην αδικία και επιβάλλει τον ταπεινωτικό συμβιβασμό και την εξάρτηση.

Ο Κ. Θεοτόκης καυτηριάζει τη κοινωνία των προκαταλήψεων, της καθυστέρησης και της απαιδευσιάς καταδικάζει τη συναλλαγή που κυριαρχεί παντού – ακόμη και στα ανθρώπινα συναισθήματα -, το ρουσφέτι και το μικροκομματισμό, την ανέχεια των φτωχών. Ονειρεύεται και προτείνει μια δίκαιη και προοδευτική κοινωνία, ισότητας, ελευθερίας και αξιοπρέπειας  

Ο Νατουραλισμός
  • Είναι η φωτογραφική απεικόνιση της πραγματικότητας, ο ακραίος ρεαλισμός
  • παρουσιάζει την κακή πλευρά της ζωής με τις ασχημίες και τα τρωτά της ανθρώπινης ύπαρξης
  • η συμπεριφορά των ανθρώπων είναι αποτέλεσμα εξωτερικών- κληρονομικών δυνάμεων, εσωτερικών διαθέσεων, παρορμήσεων της στιγμής.
Μπορείτε να δείτε την ταινία εδώ





.


Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2012

Ο Κατάδικος


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΘΕΟΤΟΚΗΣ (1872 – 1923)

Είναι «ο πρώτος που μπόλιασε συνειδητά την ελληνική ηθογραφία με κοινωνικούς προσανατολισμούς περιεχομένου και με ρεαλιστικούς τρόπους γραφής».
            Θήτευσε κατά διαστήματα στο Παρίσι (1889 – 90) ως σπουδαστής φυσικομαθηματικής και στα πανεπιστήμια του Γκρατς και του Μονάχου, όπου παίρνει φιλοσοφική και κοινωνιολογική μόρφωση. Στα πανεπιστήμια αυτά δέχεται την επήρεια του Νίτσε και του γερμανικού ιδεαλισμού, ενώ παράλληλα κάνει τη γνωριμία του με τη σκέψη και τα έργα του Μαρξ. Γίνεται υπέρμαχος των σοσιαλιστικών ιδεών γεγονός που έχει αντίκτυπο και στο πεζογραφικό του έργο. Το ερωτικό πάθος, η τιμή, τα ηθικά διλήμματα και η βαθιά διάσταση ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς είναι η θεματική ύλη όλων των διηγημάτων, των έργων του Κ. Θεοτόκη. Τα έργα του είναι συνήθως μικρές τραγωδίες, όπου, το ρόλο της μοίρας έχει αναλάβει η στέρηση, η ανέχεια και η κοινωνική ανισότητα.
            Ακολουθώντας το ρεαλιστικό και νατουραλιστικό τρόπο γραφής κρατάει μια κριτική στάση στην ηθογραφία της εποχής και γίνεται ο εισηγητής του κοινωνικού μυθιστορήματος.


   Ο Κατάδικος

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

Ο Τουρκόγιαννος, κεντρικός ήρωας του έργου, είναι νόθος χριστιανός Αρβανίτισσας και Τούρκου, έχει γεννηθεί στην Κέρκυρα και δουλεύει στα κτήματα του Γιώργη Αράθυμου και της γυναίκας του της Μαργαρίτας. Έχει μεγαλώσει στο κτήμα του πατέρα της Μαργαρίτας και από μικρός την ερωτεύτηκε με ένα κρυφό και μεγάλο καημό. Όταν μια μέρα ξεθαρρεύτηκε και προσπάθησε να τη φιλήσει, έκαμε μεγάλη αλλαγή στη ζωή του. Αναγκάστηκε να φύγει από το κτήμα, ξενιτεύτηκε, έμεινε πολλά χρόνια σε άλλους τόπους και με άλλους ανθρώπους. Πάντα ζούσε με ολιγάρκεια και ταπεινή ψυχή και πάντα ήθελε να προσφέρει, να εξυπηρετήσει και να σώζει χωρίς ποτέ να έχει καμιά αξίωση. Κι όταν κάποτε γυρίζει στην πατρίδα, θα βρεθεί πάλι κοντά στη Μαργαρίτα θα δείξει άλλη χριστιανική καρτερία και το βουβό έρωτά του για τη Μαργαρίτα. Θα υπηρετεί τον άντρα της, τον Αράθυμο, θα αγαπάει τα παιδιά της και θα γίνεται δυστυχής όταν θα βλέπει τους έρωτές της με το γείτονά της Πέτρο Πέπονα. Είναι μια κατάσταση που προετοιμάζει την καταστροφή. Η Μαργαρίτα και ο Πέτρος καταφέρνουν τον Αράθυμο να διώξει τον Τουρκόγιαννο, που υποπτεύονται ότι τους παρακολουθεί και που μπορεί να μιλήσει στον Αράθυμο για την παράνομη σχέση τους. Οι δυο εραστές όμως δεν σταματούν εδώ. Συγκεκριμένα ο Πέτρος Πέπονας θέλει να έχει μόνο αυτός τη Μαργαρίτα και  έτσι φτάνει στο έγκλημα. Μια νύχτα παραφυλάει τον Αράθυμο που γυρίζει στο κτήμα και τον σκοτώνει. Ενοχοποιεί με έξυπνο τρόπο τον αγαθό και αθώο Τουρκόγιαννο και παντρεύεται την αγαπημένη του Μαργαρίτα.
 Ο Τουρκόγιαννος, για χάρη της Μαργαρίτας, θα καταδικαστεί αλλά και όταν έπειτα από ένα χρόνο και από άλλη αιτία φέρνουν στην ίδια φυλακή τον Πέπονα, δεν προσπαθεί να αλλάξει τη θέση του. Μα ο Πέπονας, μόλις τον αντικρίζει δεν αντέχει περισσότερο και ομολογεί μπροστά στους φυλακισμένους ότι αυτός είναι ο φονιάς του Αράθυμου. Ο Τουρκόγιαννος δεν το παραδέχεται για να μη χαλάσει το σπίτι της Μαργαρίτας.... θα μείνει στο χριστιανικό προορισμό του για να αλαφρώνει τις ψυχές των ανθρώπων, «γιατί πονεμένες ψυχές ζητούν παρηγοριά στη  μετάνοια.


ΤΟ ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

 Συναντάμε το γνώριμο ηθογραφικό πλαίσιο – το κερκυραϊκό χωριό, τη φύση ,τις ασχολίες των κατοίκων, που είναι σταθερό σκηνικό της αφηγηματικής πεζογραφίας του Θεοτόκη  που δεν έχει τίποτε ειδυλλιακό, αντίθετα μάλιστα: έχει δουλειά, μόχθο πολύ, έντονο κοινωνικό έλεγχο. Στον Κατάδικο, τις κοινωνικές θέσεις του σοσιαλιστή Θεοτόκη τις συναντάμε  σε μια αφήγηση αναδρομική του Πέτρου  προς στη Μαργαρίτα. 
 
Κατά το Σ. Μελά ο Θεοτόκης προβάλλει στο έργο τη σωκρατική ιδέα «καλύτερα να αδικείσαι παρά να αδικείς» εμπλουτισμένη με χριστιανικές αντιλήψεις· θέλει ο Θεοτόκης να δείξει ότι το θέμα της λύτρωσης είναι ατομικό και εσωτερικό.

Αντίθετα ο Χουρμούζιος, μένοντας στην κοινωνική ερμηνεία του έργου του Θεοτόκη, πιστεύει ότι ο συγγραφέας δε θέλησε να δώσει ένα ιδεώδες πρότυπο, αλλά τον ευνουχιστικό τύπο της αδράνειας και της υποταγής στη μοίρα. 

Είναι αλήθεια ότι ο Θεοτόκης δεν υπήρξε ποτέ σοσιαλιστής με την επαναστατική έννοια του όρου, όσο με την ιδεολογική και ανθρωπιστική. Γι’ αυτό η ευθεία ανάμειξή του στα πολιτικά γρήγορα τον απογοήτευσε. Διατήρησε πάντα τη συναισθηματική του προσήλωση στο φτωχό λαό καθώς και την ιδεολογική του πίστη για μια καλύτερη δικαιότερη οργάνωση της κοινωνίας. Ο Θεοτόκης ανήκει περισσότερο στον ουτοπικό σοσιαλισμό.

Ο Τουρκόγιαννος

Ο Τουρκόγιαννος θυμίζει ήρωες από τα έργα του Τολστόι και του Ντοστογιέφσκι .Είναι  θύμα της ζωής, της μοίρας, των ανθρώπων αποδέχεται φυσικά και «μαζοχιστικά» το ρόλο του, με εμπιστοσύνη στη δική του αθωότητα και στις βουλές του θεού και πιστεύοντας στη δικαίωσή του στην άλλη ζωή. 
Είναι  ο Τουρκόγιαννος μια μικρογραφία του Σωκράτη ή του ανθρώπινου Χριστού; Οι αναλογίες είναι πολλές: 

  • Βλέπει και αντιλαμβάνεται όσα οι άλλοι δε βλέπουν και δεν αντιλαμβάνονται (π.χ. τη σχέση της Μαργαρίτας με τον Πέτρο, ούτε ο Αράθυμος, ούτε οι χωριανοί την αντιλαμβάνονται)
  • Προκαλεί την οργή των ενόχων (αλλά και το χωριό είναι εναντίον του)
  • Δεν υπερασπίζεται τον εαυτό του στο δικαστήριο, ενώ μπορεί (αρκούσε να αποκαλύψει τη σχέση),
  • Δέχεται την καταδίκη του σε ισόβια φυλάκιση και  ύστερα από την ομολογία του Πέτρου στη φυλακή ενώ μπορεί να απελευθερωθεί, δεν το κάνει . Αφέλεια; Ηθικό μεγαλείο; Ανεξικακία; Υπέρτατη καλοσύνη που φτάνει στη θυσία; Ή ένας βαθύς και ασίγαστος έρωτας για τη Μαργαρίτα;
Θεολογεί  ο Θεοτόκης;  

 Είναι δύσκολο να υποστηρίζουμε αυτήν την εκδοχή παρόλο που ο Τουρκόγιαννος θεολογεί. Όμως τόσο η ηθική και ανθρωπιστική στάση όσο και το θεολογικό τους στήριγμα, μένουν στο περιθώριο, δε βρίσκουν κοινωνική απήχηση, χλευάζονται και λοιδορούνται, δεν γίνονται πιστευτά.
Ο Τουρκόγιαννος αφήνεται μόνος του να καταδικαστεί και δέχεται μόνος του να παραμείνει κατάδικος. Και αυτό το κάνει κυρίως από έρωτα. Από το βαθύ, απελπισμένο και καταδικασμένο έρωτά του για τη Μαργαρίτα. Πρόκειται για υπέρτατη μορφή ερωτικού πάθους, που φθάνει στην αυτοθυσία.
Θα λέγαμε ότι ο Θεοτόκης και θεολογεί και κοινωνιολογεί και ηθικογεί και ψυχολογεί και προπαντός αφηγείται μια ιστορία πολυσήμαντη, ζωντανεύοντας και καταγράφοντας γεγονότα και καταστάσεις, διαγράφοντας και πλέκοντας ήθη και πράξεις. Υπάρχει το πάθος, υπάρχει ο έρωτας, υπάρχει η δύναμη, η συνείδηση – όργανό της ο Τουργόγιαννος – υπάρχει ηθική.

Ο Πέτρος Πέπονας

Αν όμως στη μια όχθη είναι ο Τουρκόγιαννος, στην άλλη είναι ο Πέτρος Πέπονας, ο δυνατός άντρας, που φτιάχνει τη μοίρα του με τα χέρια του. Ο Πέτρος ξέρει να θέλει και να παίρνει με τα χέρια του αυτό που θέλει, χωρίς να διστάζει και χωρίς να υποχωρεί σε κανένα εμπόδιο ούτε φυσικό ούτε ηθικό. Η ευτυχία σ’ αυτό τον κόσμο σύμφωνα με τη βιοθεωρία του Πέπονα ανήκει στους δυνατούς. Όμως η δύναμη του Πέτρου λύγισε από τις τύψεις, που τον ανάγκασαν να ομολογήσει μπροστά στον Τουρκόγιαννο και στους φυλακισμένους ότι αυτός σκότωσε τον Αράθυμο. Για τον επιζωήτη η ομολογία του Πέτρου είναι η στιγμή της αδυναμίας, που ανατρέπει τα πάντα. «Μεγάλος δε βαστάχτηκες ως το τέλος» του λέει εννοώντας πως μεγάλος είναι αυτός που μένει ως το τέλος δυνατός και αλύγιστος. Για τον Τουρκόγιαννο όμως η ομολογία του Πέτρου είναι η στιγμή του μεγαλείου και της δύναμης, γιατί συνοδεύει τη μεταμέλεια. Η ψυχή του Πέτρου έδειξε, τη στιγμή αυτή, τη θεϊκά της αχτίδα, τη συνείδηση. Η ανθρώπινη δύναμη λύγισε μπροστά στη θεϊκή, η ύβρις ταπεινώθηκε. Ο Τουρκόγιαννος θριάμβευσε ενώπιον του θεού.

                         
ΤΟ ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

Τα χαρακτηριστικά ρεαλιστικά στοιχεία διαφαίνονται:

  • στη ζωή των φυλακισμένων, στο χώρο της φυλακής
  • στην περιγραφή του Τουρκόγιαννου
  • στις ψυχικές αντιδράσεις του Τουρκόγιαννου , του Πέπονα, οι οποίες περιγράφονται όπως ακριβώς εμφανίζονται
  • ο συγγραφέας για τη δημιουργία χαρακτήρων χρησιμοποιεί τη δραματική μέθοδο. Διαγράφει τους χαρακτήρες μέσα από τη συμπεριφορά τους, δηλαδή μέσα από όσα κάνουν και από όσα λένε τα ίδια τα πρόσωπα (δυναμική παρουσίαση). Με αυτή τη μέθοδο ο αναγνώστης αφήνεται να σχηματίσει τη δική του γνώμη για το χαρακτήρα των προσώπων. 
 
ΠΗΓΕΣ 

  • Μπαλάσκας Κώστας, Κωνσταντίνος Θεοτόκης (Ο τραγικός του έρωτα και της ουτοπίας)
  • Τζάρα Σοφία, Σημειώσεις Νεοελληνικής Λογοτεχνίας
  • Η τιμή και η ντροπή στο έργο του Κωνσταντίνου Θεοτόκη,  Διαβάζω τ. 351