Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

Η φόνισσα

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ 
(1851 – 1911)


 Διαβάστε το έργο ΕΔΩ


Στον υπότιτλο ο Παπαδιαμάντης χαρακτηρίζει το έργο του "κοινωνικόν μυθιστόρημα". Πρόκειται όμως για μια νουβέλα: αυτόνομο λογοτεχνικό είδος με καθορισμένη μορφή και δική του εξέλιξη, δραματικά αρθρωμένο, με σοβαρότητα στον ανθρωπολογικό προβληματισμό και επιμονή στις ψυχολογικές προεκτάσεις.
Γράφτηκε το 1903 και πολλοί υποστηρίζουν ότι ιδεολογικό πρόγονο έχει το έργο του Ντοστογιέφσκι «Έγκλημα και Τιμωρία». Και οι δύο συγγραφείς φωτίζουν κυρίως τους θύτες και όχι τα θύματα και θεωρούν τους θύτες αυτούς θύματα ενός αδυσώπητου κοινωνικού περιβάλλοντος. 

Ο Αλ. Παπαδιαμάντης, που θεωρείται ο πιο σημαντικός Έλληνας ηθογράφος, βυθίζεται στα προβλήματα της ανθρώπινης πραγματικότητας αλλά κα της ανθρώπινης ύπαρξης. Δεν είναι όμως γνήσιος ρεαλιστής κι ας κρατάει ζωντανούς τους δεσμούς του με την πραγματικότητα. Η γραφή του περνά τα όρια του ρεαλισμού και φτάνει στο νατουραλισμό. Ο νατουραλισμός είναι εξέλιξη του ρεαλισμού. Ο νατουραλιστής μυθιστοριογράφος μελετά την ηθική συμπεριφορά των προσώπων, για να δείξει ότι είναι δέσμιοι εξωτερικών δυνάμεων κ’ εσωτερικών παρορμήσεων. Οι εσωτερικές παρορμήσεις υποβιβάζουν τον άνθρωπο στο επίπεδο των κατωτέρων ζώων. Παρουσιάζουν επίσης οι νατουραλιστές τη συμπεριφορά του ανθρώπου ως αποτέλεσμα διαθέσεων της στιγμής ή κληρονομικών παρορμήσεων. Επιλέγουν προκλητικότερα θέματα από τους ρεαλιστές και επιμένουν στη εξονυχιστική περιγραφή, στη φωτογραφική λεπτομέρεια.

 
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης -Η Φόνισσα by helenkem



ΜΙΑ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ:

Στο πρώτο απόσπασμα περιγράφεται η κοινωνική και πολιτισμική κατάσταση του νησιού. Η Φραγκογιαννού αναπολεί το παρελθόν και συγκεφαλαιώνει τη ζωή της, η θέση της γυναίκας παρουσιάζεται τραγικά μειονεκτική. Με μια σειρά αναδρομικών αφηγήσεων μαθαίνουμε για το κοινωνικό πλαίσιο της εποχής και το οικογενειακό περιβάλλον της Χαδούλας που πυροδότησαν την εγκληματική της στάση: δυστυχισμένα παιδικά χρόνια, χωρίς αγάπη και φροντίδα από τους γονείς της, οικονομική δυσπραγία. Ο Παπαδιαμάντης παραθέτει επιδέξια πληροφορίες για τη ψυχική ταλαιπωρία που έχει υποστεί η ηρωίδα στο παρελθόν της Σ΄όλη της τη ζωή υπηρετούσε κάποιον, γονείς, αδέλφια, το σύζυγο και τα παιδιά της αργότερα. Κάνει αγώνα για να βρει γαμπρούς και προίκα για τις κόρες της, ενώ η ίδια δηλώνει πως αδικήθηκε από τους γονείς της στη προικοδότηση.

(Η προικοδότηση των θηλυκών παιδιών λειτουργούσε ψυχαναγκαστικά και εκβιαστικά για τους γονείς των κοριτσιών αλλά και για τα ίδια. Η κατάργηση του εξευτελιστικού αυτού θεσμού έγινε στην Ελλάδα το 1983 αφού διαπιστώθηκε η πρόσκρουσή του στην αρχή της ισότητας των δύο φύλων)

Το νεογνό την επανάφερε στο παρόν και την οδηγεί σε μια κατάδυση στα μεγάλα ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης. Κάτω από το βάρος της καταπιεσμένης ζωής της ο νους της δεν αντέχει και παραλογίζεται. Όσο αναλογίζεται τη ζωή της, τόσο οδηγείται στην άρνηση της ζωής. Αναπολεί, συλλογίζεται, αναρωτιέται, "ψηλώνει ο νους της" φτάνει στο έγκλημα μέσα από μια ψυχική διεργασία στα βάθη της ανθρώπινης συνείδησης.

Ο Παπαδιαμάντης με αφάνταστη τέχνη, χωρίς προσποίηση, καταγράφει ψυχαναλυτικό υλικό και ψυχογραφεί την ανθρώπινη συμπεριφορά που αναρωτιέται: ποιο είναι το νόημα της ανθρώπινης παρουσίας στο κόσμο; Η αναπόληση (ιδιαίτερη αφηγηματική τεχνική) δένει το παρελθόν με το παρόν σε μια αδιάσπαστη ενότητα.
Το όνομα του ανθρώπου – συμβόλου Χαδούλα, ίσως δεν είναι τυχαίο: δηλώνει τη γυναίκα που ο θάνατος που φέρνει είναι χάδι («σωτηρία» όπως πιστεύει η ίδια) ή ότι το χάδι της είναι θάνατος. Η Χαδούλα, πιστεύει ότι το έργο της είναι θεάρεστο και ζητά δικαίωση από το θεό (στο έρημο εκκλησάκι του Αη- Γιάννη προσπαθεί να γαληνέψει τη ψυχή της, αλλά όχι με τον τρόπο που η κοινή λογική θα περίμενε). Μετά το πρώτο έγκλημα η εικόνα της Φραγκογιαννούς δείχνει άνθρωπο που βαρύνεται από το φορτίο της πράξης του. Ανίκανη να την αποδεχτεί, είτε τη λησμονεί στα κατάβαθα της ψυχής της είτε τη συγκαλύπτει εν ονόματι του σκοπού. Έτσι στο τρίτο απόσπασμα θα συντελεστούν δύο ακόμη φόνοι όταν η Φραγκογιαννού θα ρίξει τα δύο μικρά κορίτσια στη στέρνα. Η απρόοπτη παρουσία της μητέρας οδηγεί στη «προσποίηση» και στην αποκήρυξη του εγκλήματος. Οι ενέργειές της δεν προδίδουν εκνευρισμό δεν νιώθει καμία συγκίνηση, λύπη, οδύνη για τα παιδιά. Η ανθρώπινη ηθική ζητάει τον ένοχο εκείνη το νιώθει και τον κατασκευάζει: θεωρεί τους γονείς υπεύθυνους, αδιαφορώντας για το μέγεθος της πρόκλησής της. Στη συνείδηση της η πράξη της είναι δικαιωμένη. Από τα στοιχεία της περίληψης καταγράφεται ότι η κοινωνική ηθική αρχίζει να την καταδιώκει. Η Φραγκογιαννού και η δική της αυτόνομη λογική έχει ανακηρύξει το θάνατο σε λύτρωση. Η κοινωνική συνείδηση και οι ηθικές αντιλήψεις δεν αντέχουν την εγκληματική της πράξη. Η παρεκτροπή της την απομονώνει. Ο νους της άγγιξε ένα μεγάλο πρόβλημα δε βρίσκει άκρη. Δογματίζει, παραλογίζεται, «ψηλώνει ο νους της», αυτονομείται από το Νόμο του Θεού και των ανθρώπων, αυτονομείται από την κοινωνική και θεϊκή ηθική. Τα εγκλήματά της δείχνουν να μην είναι ανθρώπινα μοιάζουν ιδεολογικά. Η ίδια ζητά συμφιλίωση με το Θεό, μέσω του Αγίου Σώστη.

Στο τελευταίο απόσπασμα ο Παπαδιαμάντης αξιοποιεί τη σκέψη μιας ένθεης Φύσης που υπάρχει διάσπαρτη στα διηγήματά του. Με την ύπαρξή της και μόνο μέσα σ’ αυτή τη πλάση η Χαδούλα τη βεβηλώνει. Επόμενο είναι η ίδια η Φύση να αναλάβει το ρόλο του τιμωρού της.
Η περιγραφή του τοπίου (άγριο και ερημικό) βρίσκεται σε άμεση αντιστοιχία με το αδιέξοδο που προδιαγράφεται, αλλά και την άγρια θέληση για δικαίωση. Η ηρωίδα θα πνιγεί όπως και τα θύματά της. Το τελικό λόγο δεν τον έχει πει ούτε η ανθρώπινη ούτε η Θεία δικαιοσύνη. Οι φόνοι της Φραγκογιαννούς. έχουν κοινωνική και μεταφυσική διάσταση. Ο Παπαδιαμάντης αρνείται – αποστασιοποιημένος – να κρίνει την ηρωίδα. Τα τελευταία της λόγια («να το προικιό μου») μας επαναφέρουν στην αρχή της προσωπικής της ιστορίας καταργούν το ενδιάμεσο παρελθόν η τάξη του κόσμου μένει απαρασάλευτη… 

Η Φραγκογιαννού

Είναι η έκφραση της ιδιαίτερης μοίρας της γυναίκας. Ο Παπαδιαμάντης μέσα από τα πάθη αυτής της επαναστατημένης ψυχής έδωσε το ηθικό πρόβλημα του συγχρόνου ανθρώπου. Μέσα στη δική της πορεία αναγνωρίζουμε, γενικότερα, τη πορεία του σύγχρονου ανθρώπου: σύγχυση – έπαρση.
Επαναστάτησε με τον τρόπο της. Συνειδητοποιώντας τη σκλαβιά της απομονώνεται από όλους τους άλλους. Το να υπηρετεί τους γονείς και τα παιδιά της και τα εγγόνια της, δεν είναι στάση θετική απέναντι στη ζωή. Αν είχε διαλέξει μόνη της αυτό τον δρόμο, αν τον υπηρετούσε με αγάπη. Θα έβρισκε τη δύναμη να αντέξει τα βάσανα της ζωής, θα έβρισκε νόημα στη ζωή. Η Χαδούλα δε διάλεξε τον τρόπο της ζωής της είναι ολομόναχη και ψυχικά ταπεινωμένη. Έχει εξυπνάδα, κρίση, μαχητικότητα, μόνο αγάπη δεν έχει. Η φτώχεια είναι ο μεγάλος της βραχνάς που προσπαθεί να αποτινάξει. Το μυαλό της φεύγει από τα ανθρώπινα όρια της λογικής η γνώση όλων των ταλαιπωριών που ζούσε η που θα ζούσαν τα μικρά κορίτσια, της δίνουν μέσα της τη δικαίωση. Σκοτώνει για να ελευθερώσει. Διορθώνει τη φύση, διορθώνει τη ζωή, λυτρώνει τους φτωχούς από τη κακή τύχη που είχαν γεννώντας θηλυκό. «Γίνεται κριτής, γίνεται θεός. Γι’ αυτήν οι λέξεις και οι πράξεις δεν έχουν κανένα νόημα. »
Η ηρωίδα ενσαρκώνει, μέσα στο παραλήρημά της, το πόνο μιας ανθρωπότητας ολόκληρης για τη της γυναίκας. Ο Παπαδιαμάντης θέλει να δείξει τον παραλογισμό που οδηγεί τον άνθρωπο το κατεστημένο. Μέσα από τα λάθη της επαναστατημένης αυτής ψυχής, δίνει σε όλο του το μεγαλείο το ηθικό πρόβλημα του σημερινού ανθρώπου, το καίριο σημείο της σύγχυσης του καλού και του κακού. Τέλος θα πεθάνει σαν τιμωρός και σαν λυτρωτής, συγχρόνως. Σ’ ένα τέλειο ισοζύγισμα, ανάμεσα στο Νόμο του θεού και το Νόμο των ανθρώπων, καταποντίστηκε στη θάλασσα, αδικαίωτη και από την ανθρώπινη και από τη θεϊκή δικαιοσύνη που αναδύθηκε τιμωρός δύναμη από τα έγκατα του θαλασσινού στοιχείου.

Ο Δ. Τζιόβας σημειώνει:

Η Φόνισσα είναι μια αφήγηση αναδρομική και αυτό το χαρακτηριστικό συνδέει τον αφηγηματικό της τρόπο με το κοινωνικό όραμα που εκφράζει. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα αντιεξελικτικό που υποβάλλει την άποψη ότι η κοινωνική «πρόοδος» οδηγεί μόνο στην ανισότητα και κατ' επέκταση στο έγκλημα. Ως εκ τούτου, η λύση έγκειται στην επιστροφή σε μια αρχέγονη, φυσική κατάσταση και τους αντίστοιχους νόμους της φύσης. Τούτο δεν σημαίνει ότι η βία ή η ανισότητα θα εξαφανιστούν αλλά προϋποθέτει ότι οι φυσικοί νόμοι είναι προτιμότεροι από τους κοινωνικούς. Το κοινωνικό σύστημα που διαγράφεται στο μυθιστόρημα διαιωνίζει την ανισότητα και η ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον παραπέμπει στην επιστροφή στο αρχέγονο παρελθόν.
Ο Παπαδιαμάντης υπονοεί ότι η κοινωνία δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματά της και η μόνη διέξοδος είναι ένα είδος δαρβινικής φυσικής επιλογής. Δεν νομίζω ωστόσο ότι αφετηρία του είναι η δαρβινική θεωρία με την οποία μπορεί να ήταν εξοικειωμένος αλλά η απογοήτευσή του από τις τρέχουσες κοινωνικές εξελίξεις της εποχής του, που καταλήγουν στη γυναικεία ανισότητα και στις οικογενειακές αντιθέσεις, ωθώντας όμως τον Παπαδιαμάντη όχι στο να επιδιώξει την κοινωνική αλλαγή αλλά την απόσυρση στο παρελθόν. Στο μυθιστόρημα διακρίνει κανείς τη νοσταλγία για ένα προκοινωνικό στάδιο εγγύτερα στη φύση ενώ η νοσταλγία για τις απαρχές εκφράζεται μέσω της αφηγηματικής αναδίπλωσης και του αναστοχασμού.
Η Φόνισσα, όπως και άλλα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, εκτυλίσσεται σε μια κοινωνία μεταβατική και αντιμέτωπη με τις αστικές και εκσυγχρονιστικές τάσεις. Ο Παπαδιαμάντης δεν κάνει κάποια πρόταση κοινωνικής αναμόρφωσης γιατί η λύση για αυτόν δεν βρίσκεται στο μέλλον αλλά στο παρελθόν, στην επιστροφή σε μια οργανική, φυσική και προκοινωνική κατάσταση. Αυτή η άποψη όμως υποβάλλεται χωρίς να εκφράζεται ρητά στη Φόνισσα. Με τους φόνους η Φραγκογιαννού προσπαθεί να γυρίσει το ρολόι πίσω, να εμποδίσει τα θύματά της να εισέλθουν στην κοινωνία.
Το μυθιστόρημα του Παπαδιαμάντη προσδίδοντας στη φύση απελευθερωτικό και καθαρτικό ρόλο την πριμοδοτεί σε σχέση με τον πολιτισμό. Η Φραγκογιαννού πιστεύει ότι μέσω της φυσικής επιλογής η κοινωνική ανισότητα και η ανθρώπινη αδυναμία θα αντιμετωπιστούν και θα εξαλειφθούν. Με τη σειρά της η ίδια καταφεύγει στη φύση ενώ ο θάνατός της στη θάλασσα μπορεί αλληγορικά να θεωρηθεί ότι έχει καθαρτικό χαρακτήρα, συνιστώντας ένα είδος απορρόφησης στη φύση.

 Αξίζει να παρακολουθήσουμε τη μοίρα των γυναικών στο σήμερα...
Είναι αληθινά σοκαριστικό!


ΠΗΓΕΣ:

Τζιόβας Δημήτρης, Η "φόνισσα" ως αντικοινωνικό μυθιστόρημα
Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, ΟΕΔΒ
Γ. Παγανός, Η Νεοελληνική πεζογραφία






Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

Εις το φέγγος της σελήνης











Η σεληνοφεγγής νυξ του Παπαδιαμάντη  απο την εκπαιδευτική τηλεόραση ΕΔΩ



  








ΠΗΓΕΣ,για την παρουσίαση:
  • Αφιερώματα  των εφημερίδων, Ελευθεροτυπία και Καθημερινή στον Παπαδιαμάντη
  • Χ.Λιοντάκη, Ερωτικός Παπαδιαμάντης

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ


ΑΔΑΜ ΚΑΙ ΕΥΑ - RODIN


Η σύγκρουση των δύο φύλων θεωρείται σαν την αρχέγονη γενεσιουργό και καταστροφική συνάμα αιτία της ανθρώπινης συμβίωσης.






(Θέμα  για την ενότητα "ΤΑ ΦΥΛΑ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ" )


Ολόκληρη η ανθρωπότη­τα πηγάζει από το θήλυ αφού « άντρες έχουν μια μητέρα, ενώ κανένας άντρας ποτέ δεν έχει γεννήσει", Το επιχείρημα καταλυτικό υπάρχει στον «Πατέρα». Ο Αύγουστος Στρίντμπεργκ, χαρισματικός προφήτης του θεάτρου του 20ου αι. που άνοιξε ορίζοντες καλλιτεχνικής έκφρασης και ανθρώπινης ειλικρίνειας γεφυρώνοντας τον 19ο με τον 20ο αιώνα με ένα ακροβατικό, θανάσιμο άλμα, έγραψε τον "Πατέρα" στη Βαυαρία το 1887.

ΥΠΟΘΕΣΗ:


«Ο Πατέρας» είναι ένα έργο που γεννήθηκε από τις πραγματικές ανησυχίες που βασάνιζαν τον Στρίντμπεργκ την εποχή που το ‘γραφε. Τόσο η πατρότητα, όσο και το μεγάλο, αιώνιο, χάσμα ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα, αλλά κυρίως η πολύ χαλασμένη σχέση που είχε με την γυναίκα του εκείνη την περίοδο, στάθηκαν η αφορμή για να το γράψει. Μπορεί κανείς να ονομάσει τον «Πατέρα» μια αυτοβιογραφία πάνω στη συγκεκριμένη αγωνία, αγωνία που διακατείχε συνέχεια τον Στρίντμπεργκ και που μεταφέρει στον ήρωα του έργου προσπαθώντας να κρατήσει το δικαίωμα της απόλυτης ευθύνης πάνω στο παιδί του από τη μια - επικρατούσα άποψη της εποχής - και από την άλλη, στην προσπάθεια της γυναίκας του να έχει κι αυτή δικαίωμα πάνω στην ανατροφή της κόρης της.
Αρχή των δικαιωμάτων των γυναικών, αρχή του φεμινισμού, τα δύο φύλα συγκρούονται. Το τελειωτικό και καθοριστικό χτύπημα της γυναίκας είναι η ερώτηση ‘που ξέρεις ότι είναι δικό σου το παιδί;’.
Το ταραγμένο μυαλό του Στρίντμπεργκ και σε προέκταση του ήρωα του, του Ίλαρχου Άντολφ- δεν μπορεί να ηρεμήσει την ψυχή του, που από εκείνη τη στιγμή βασανίζεται από την υποψία. Μια υποψία που θα τον οδηγήσει σε ακρότητες προκειμένου να μάθει την αλήθεια που θα του στηρίξει την αξιοπρέπεια, τον ανδρισμό, αλλά κυρίως την σιγουριά της κυριαρχίας του μέσα στο σπίτι.
Από την άλλη μεριά, η σύζυγος, η γυναίκα που της είναι πλέον αδιανόητη αυτή η κυριαρχία του άντρα, θα τραβήξει το σκοινί μέχρι να σπάσει. Θα επηρεάσει τη γνώμη της κόρης τους εναντίον του πατέρα της, θα κατηγορήσει τον άντρα της, στο γιατρό και στον διοικητή του, σαν τρελό και θα οργανώσει μέσα στο σπίτι όποια συνωμοσία κρίνει απαραίτητη προκειμένου, όχι τόσο να μεγαλώσει η κόρη τους όπως κρίνει αυτή, αλλά για να κερδίσει αυτόν τον αδυσώπητο αγώνα με το αρσενικό. Και θα νικήσει επειδή το επιχείρημα της είναι ατράνταχτο.

Στο βάθος η σύγκρουση είναι ανάμεσα στην ανδρική λογική και στο θηλυκό ακαταμάχητο ένστικτο! Σκοπός  και των δύο  η εξουσία. «Ο άντρας κατασκευάζει επιχειρήματα, τα  περιχαρακώνει σε θεσμούς, ονομάζει με τη γλώσσα τον κόσμο και τον κυρώνει μέσα από τα αξιώματα της ταυτότητας, της αντίστασης και του αποχρώντος λό­γου.
Η γυναίκα χτίζει έναν κόσμο που αρχίζει και τελειώνει στο σώμα της και στα είδωλα που το σώμα ως πρίσμα προ­βάλλει προς τον κόσμο. Στην  ουσία οι δύο κόσμοι είναι ακοινώνητοι. Η ιδιοφυής εκ­δίκηση στον «Πατέρα», ορίζεται στο γε­γονός πως ο άντρας οδηγείται στην τρέλα, δηλαδή στην απογύμνωση του από τη λο­γική και η γύμνια του αυτή ταυτίζεται με την επιστροφή στη μητέρα, στη θερμότητα του κόλπου και στη γαλήνη της ενδομήτριας  ζωής.», έλεγε ο Κ. Γεωργουσόπουλος όταν ο «Πατέρας»  παίχτηκε στο Εθνικό Θέατρο, με τον Αλέξη Μινωτή
Ας το απολαύσουμε 






Αύγουστος Στρίντμπεργκ

Πολυγραφότατος Σουηδός συγγραφέας (1849-1912) και δραματουργός, πατέρας -κατά τον Ο Νήλ- του σύγχρονου θεάτρου. Δύσκολη παιδική ηλικία, παράφορη φύση και ασταθής, οργισμένος ατομικισμός, βίαιος ενίοτε μισογυνισμός και διαρκής αναζήτηση του απόλυτου χαρακτηρίζουν τον Στρίντμπεργκ αλλά και τα πρόσωπα των έργων του, κατά το μάλλον ή ήττον αυτοβιογραφικών ("Ο γιός της δούλας"). Η σκέψη του, επηρεασμένη από τον Kierkegaard, τον Nietzsche, τον Rousseau και τον Fourier, τον οδηγεί εκείθεν του ρομαντισμού, στον αθεϊσμό και τον μυστικισμό. Δεινός ερμηνευτής της συμπεριφοράς των ανθρώπων και των μυστηρίων του υποσυνείδητου, περνάει με θαυμαστή ευχέρεια από τον πιό σκληρό νατουραλισμό στον πλέον αέρινο συμβολισμό. Καταγγέλλει τον θρίαμβο της βίας στις διαπροσωπικές σχέσεις και την αδυναμία επικοινωνίας του ενός με τον άλλο, όσο και του ενός με τους πολλούς, έχοντας ο ίδιος φτάσει στα πρόθυρα της τρέλας ύστερα από τις οδυνηρές αποτυχίες των τριών γάμων του. Ο αριθμός τρία σηματοδοτεί και το έργο του, που διαιρείται σε ισάριθμες περιόδους. Η νατουραλιστική περίοδος σημαδεύεται με επιρροές από τόν Valles και τον Zola και περιλαμβάνει έργα όπως: "Το κόκκινο δωμάτιο" (μυθιστόρημα που θα προκαλέσει κοινωνικό σκάνδαλο), τα τρία θεατρικά "Ο πατέρας" (πιθανώς, νατουραλιστική παραλλαγή του κλασικού μύθου του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας), "Δεσποινίς Τζούλια" και "Οι δανειστές", οι σουηδικές ιστορικές τραγωδίες "Ο κύρ Ούλοφ", "Γουσταύος Βάσα" και "Γουσταύος Αδόλφος" και, τέλος, το δράμα "Ο χορός του θανάτου". Ακολουθεί η περίοδος του μυστικισμού, ενός γαληνεμένου μυστικισμού, εμπνευσμένου από τον θεόσοφο Swedenborg ("Ονειρόδραμα"). Η τρίτη περίοδος φωτίζεται από ένα διαυγές ουμανιστικό φως χάρη στο Intima Teatern (1907), ένα μικρό θέατρο το οποίο ο ίδιος ο Στρίντμπεργκ δημιουργεί και διευθύνει για να παρουσιάσει εκεί την "Καταιγίδα", τον "Πελεκάνο", τη "Σονάτα των φαντασμάτων", έργα δωματίου διαποτισμένα με σκληρότητα και απόγνωση.






































Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2011

Πρώτες ενθυμήσεις

Ξεχώρισα κάποια αποσπάσματα από το βιβλίο της Πηνελόπης Δέλτα,  «Πρώτες ενθυμήσεις», για να υποστηρίξουμε τη φάση της κυρίως ανάγνωσης στην ενότητα « ΤΑ ΦΥΛΑ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ», στην Α΄Λυκείου.

 
Το συγκεκριμένο βιβλίο είναι ανάμεσα σε αυτά που αναφέρονται απο το Πρόγραμμα σπουδών ως προτάσεις για την ανάγνωση ολόκληρου λογοτεχνικού βιβλίου.

Οι "Πρώτες Ενθυμήσεις "είναι ένα κείμενο αυτοβιογραφικό. 
Η Πηνελόπη Δέλτα θυμάται αλλά και σχολιάζει τα παιδικά της χρόνια και τη σκληρή ανατροφή της. Ταυτόχρονα καταγράφει την ιστορία των προγόνων της και ορισμένα ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν την παιδική της ηλικία. Στις αυτοβιογραφικές Πρώτες Ενθυμήσεις – που καλύπτουν τα δεκαπέντε πρώτα χρόνια της ζωής της Πηνελόπης, κόρης του Εμμανουήλ και της Βιργινίας Μπενάκη – μας δίνεται η περιγραφή μιας εποχής και μιας ανερχόμενης αστικής οικογένειας στην ελληνική παροικία της Αλεξάνδρειας. Μιας αποκαλύπτεται ακόμη πως τα τραύματα της παιδικής ηλικίας σημάδεψαν τη ζωή και το έργο της Πηνελόπης Δέλτα, και προσδιόρισαν τη στάση της απέναντι στο παιδί και τη διαπαιδαγώγησή του. Σημαντικές ωστόσο είναι και οι καθαρά λογοτεχνικές αρετές στο κείμενο αυτό, όπου η αμεσότητα της αυθόρμητης και ανεπεξέργαστης γραφής υπηρετεί με ζωντάνια, με κέφι, με πίκρα, με αληθινή συγκίνηση και στοχαστική σκέψη το ποικιλόμορφο και πολυδιάστατο αυτό αφήγημα.




«Ενθυμούμαι τον αυστηρό μας πατέρα, υψηλό, κολόνα ίσιο, ωραιότατο, με μεγά­λα μαύρα μάτια, πυκνά φρύδια και μαλλιά και τετράγωνα κομμένα γένια. Τα φρύδια του όταν σουρώνουνταν, πήγαινε η καρδιά μας στην Κούλουρη.
Η μητέρα μας, υψηλή και κείνη, έμορφη, με ωραιότατο χρω­ματισμό, γαλανά μάτια, καστανά μαλλιά, κόκκινα χείλια, ωραίο στάσιμο, αυστηρή και κείνη, στέκονταν μακριά μας, σα θεότης, που τη λατρεύεις χωρίς να προσπαθείς να την πλησιάσεις. Χάδια από κείνην δεν είχαμε, ούτε ποτέ μας εγκαρδίωνε να της πούμε τον καημό μας. Το ίδιο και ο πατέρας. Ήταν δύο θεότητες, που τις λατρεύεις, τις φοβάσαι, μα προτιμάς να μένεις μακριά απ' αυτές.
Κάθε πρωί, την ώρα που έπαιρναν τον καφέ τους στην κρεβα­τοκάμαρα τους, πλυμένα, χτενισμένα, καθαρά πηγαίναμε μείς τα παιδιά να πούμε «καλημέρα» στους γονείς. Τούς φιλούσαμε επισή­μως, πάντα με κάποιο φόβο στην καρδιά, μην ξεσπάσει καμιά κα­τσάδα, ιδίως αν είχαμε βαρεμένοι τη συνείδηση με καμιάν αταξία, πού τη γνώριζε η Ευγενία, μα που δεν τη μαντάτευε ποτέ, μας φιλούσαν και κείνοι, μέναμε κοντά τους ένα δύο λεπτά, αν είχαν καμιά παραγγελία να μας κάνουν ή καμιά παρατήρηση, και φεύγα­με σιωπηλά, φρόνιμα, φροντίζοντας ν' αποφύγουμε όσο το δυνατόν να θυμούνται την παρουσία μας. Το βράδυ, πριν πάμε να κοιμη­θούμε, πάλι πλυμένοι και χτενισμένοι, πηγαίναμε να πούμε «καλη­νύχτα», φιλούσαμε, μας φιλούσε η μητέρα (ο πατέρας επέστρεφε αργά στο σπίτι, αφού είχαμε πλαγιάσει), και αυτά ήταν τα δύο και μόνα φιλήματα της ημέρας.
Πότε αρχίσαμε να τρώμε στο τραπέζι με τούς γονείς, δεν ξέ­ρω. Πάντως τρώγαμε μόνο το μεσημέρι. Το βράδυ τρώγαμε με τη νάρσα μας στο nusery. Θυμούμαι ένα μεσημεριανό πρόγευμα, πρέπει να ήμουν πολύ μικρή, όπου με σήκωσε από το τραπέζι ό πατέρας, με φώναξε κον­τά του, και με το μεγάλο μαχαίρι που έκοβε το ροζμπίφ φοβέριζε πως θα μου κόψει το δάχτυλο. Είχα φάγει το νύχι μου, και το να τρώγει κανείς τα νύχια του ήταν, με το ψέμα, τα δύο πράματα πού αγρίευαν το περισσότερο τον πατέρα μας. Θυμούμαι το σηκωμένο μαχαίρι, τα σουρωμένα φρύδια τού πατέρα, τα μαύρα του μάτια που βγάζαν φωτιές, τις στριγκλιές μου, και θυμούμαι ακόμα το αίσθημα του πανικού, που μου έκοψε τη φωνή σα νόμισα πως πέ­φτει το μαχαίρι στο αιχμαλωτισμένο μου δάχτυλο στο χέρι του πα­τέρα μου. Πως «με συγχώρεσε» και γιατί, δε θυμούμαι πια. Θυ­μούμαι μόνο πως μου είπε να πάγω στη θέση μου και πως ήθελα να πάγω και δεν μπορούσα, τόσο έτρεμαν τα πόδια μου, και πως φοβούμουν που ήμουν κοντά του, και πάσχιζα να φύγω, και δεν μπορούσα. Και ύστερα θυμούμαι πως σκαρφάλωνα στην καρέκλα μου και μου είπαν να φάγω και δεν μπορούσα να καταπιώ, από τ' αναφιλητά που μου ανέβαιναν όλην την ώρα. Και τ' αδέλφια μου τα μεγάλα τρομαγμένα με κοίταζαν, κ' εγώ ντρεπόμουν φοβερά.
Αυτό το φάγωμα των νυχιών στάθηκε αιτία να φάγω πολύ ξύ­λο. Ήμουν τόσο μικρή που δεν το θυμούμαι, όταν μ' έδειρε ό πα­τέρας μου με το καμτσί του του άλογου, και γέμισαν τα πόδια μου σπυριά. Μου το διηγήθηκε η μητέρα μου σα μεγάλωσα.
Και όμως θυμούμαι πράματα σαν ήμουν τριών χρονών και λι­γότερο ακόμα.
(….)
Τον πατέρα, εμείς τα παιδιά τον φοβούμασταν πάρα πολύ για να μπορούμε και να τον αγαπούμε. Τον τρέμαμε. Σαν έμπαινε ο πατέρας στο σπίτι, τσιμουδιά δεν άκούουνταν στο σπουδαστήριο, όσο μικρά ή μεγάλα και αν ήμασταν. Αν τύχαινε και βρισκόμαστε στην είσοδο για να δούμε την ώρα ή για καμιά δουλειά, την ώρα που άνοιγε ό πατέρας με το κλειδί του και έμπαινε, πηγαίναμε φρόνιμα και τον χαιρετούσαμε (δε μας φιλούσε, απλώς μας χαιρε­τούσε μ' ένα: «Έ, κάτι εδώ; Πες να σερβίρουν γρήγορα, βιάζο­μαι.») Και φεύγαμε βιαστικά, μη μας βρει κανένα ψεγάδι.
Θυμούμαι την επιβλητική του παρουσία, το μεγαλείο του, την ομορφιά του, το ψηλό, δεμένο άλλα λεπτό κορμί του, ίσιο σα λαμ­πάδα, τα πυκνά και σγουρά μαύρα μαλλιά του, τα γένια του, μαύ­ρα και αρκετά μακριά, κομμένα τετράγωνα, κατά την τότε μόδα, τα μεγάλα αμυγδαλωτά του μαύρα μάτια που πετούσαν φωτιές, «τα ωραία Μπενάκικα μάτια», όπως έλεγε η μητέρα μου στα γερά­ματα της, πάντα με λαχτάρα και συγκίνηση. Τον θυμούμαι που έμπαινε στην είσοδο και γέμιζε, λες, αμέσως το σπίτι, θυμούμαι το θαυμασμό μου για τον «πατέρα», την υπερηφάνεια, και συνάμα τη βία να εξαφανιστούμε, μη μας βρει καμιάν αιτία για κατσάδα ή μπάτσο.
Οι μπάτσοι στο πρόσωπο ήταν συχνοί, δίνουνταν εύκολα και θυμούμαι ακόμα τώρα το αίσθημα της ντροπής, τού εξευτελισμού, όσο και της ζάλης πού ακολουθούσε κάθε μπατσιά, που πηγαινοέφερνε το μυαλό μας. Μας μπάτσιζε ο πατέρας κάποτε, αλλά σπα­νιότερα από τη μητέρα, που ζούσε περισσότερο στο σπίτι και τιμω­ρούσε συνεπώς συχνότερα και ευκολότερα.
Ο πατέρας ήταν βίαιος, θυμώδης, αυθαίρετος, κοτζαμπάσης. Εκείνο που ήθελε το ήθελε και το επέβαλλε. Διέταζε. και κείνο άλλοι υπήκουαν. Επιβάλλουνταν. Και οι άλλοι υποχωρούσαν. Ήταν αφέντης..Κάποτε τύραννος. Μα ήταν βαθιά ευγενής. Και ήταν τί­μιος στη σκέψη όσο και στις δοσοληψίες. Και ήταν ειλικρινής, και ήταν υπερήφανος, ίσιος, αλύγιστος, αμείλικτος στο ζήτημα «συνεί­δηση». Το νιώθαμε μείς τα παιδιά, και το ένιωθαν όλοι που τον ήξεραν. Ο πατέρας ήταν «χαρακτήρας».
Αργότερα τον γνώρισα και τον εξετίμησα. Ως το τέλος τοις ζωής του μου έμεινε θεότης απλησίαστος. Μα μου έμεινε και η τελευταία μεγάλη αγάπη της ζωής μου, κάτι σα λατρεία, σα θρη­σκεία. Έκλαψα χάριν του φοβερά. Έκλαψα όλη μου τη ζωή. Μου επιβλήθηκε πάντα και με τυράννησε, ξέροντας και μη ξέρον­τας. Και ως το τέλος βάρυνε η θέληση και η τυραννία του στη ζωή μου. Και όμως έμεινε η τελευταία μεγάλη αγάπη της ζωής μου.
(…)
Τη μητέρα μου τη λάτρευα. Από τα πρώτα χρόνια, όσο μα­κριά πάει η ενθύμηση μου, την αγαπούσα με πάθος αρρωστιάρικο.
Υψηλή, ωραία, πάντα έμορφα αν και απλά ντυμένη, ευπρόσι­τη σε όλους εκτός στα παιδιά της, η μητέρα μας έστεκε μακριά μας όσο και ο πατέρας. Τη φοβούμασταν περισσότερο, γιατί ήταν πιο κοντά, περισσότερο στο σπίτι, πιο έτοιμη να τιμωρήσει από τον πατέρα πού έλειπε όλην την ημέρα. Ήταν και η μητέρα αυστηρή, αυθαίρετη, τυραννική, επιβλητική. Ο λόγος της ήταν νόμος. Υ­πηρεσία και παιδιά διευθύνουνταν με το ραβδί. Οι μπατσιές και το τράβηγμα του αυτιού ήταν τ' αμεσότερα μέσα να την υπακούομε με το πρώτο της νόημα.
Απ' όλους μας, ο Αντώνης έχει φάγει το περισσότερο ξύλο. Σκάνταλος, ορμητικός, ανυπότακτος, γεμάτος «ιδέες», ζωή και δράση, αδιάκοπα έπεφτε σε περιπέτειες πού τελείωναν με μπά­τσους και τράβηγμα των  αυτιών. Τότε κοκκίνιζε ως μέσα στα μαλ­λιά του, ντρέπουνταν, υπέφερε στο φιλότιμο του, στην υπερηφά­νεια του που ήταν μεγάλη, μα ποτέ δεν έλεγε τίποτα, ούτε έκλαιγε ποτέ, ούτε καταδέχουνταν να ξεφύγει με ένα ψέμα ή να διαμαρτυ­ρηθεί. Σήκωνε το κεφάλι υπερήφανα, έτρωγε το ξύλο και δεν απαντούσε.
Και εμείς τα κορίτσια είχαμε για κεινον «hero workship”( ηρωολατρεία). Κοντά του σκαντάλευα κ' εγώ κ' έτρωγα μπόλικο ξύλο. Η Αλεξάνδρα ήταν η λιγότερο τιμωρημένη γιατί ήταν πάντα φρόνιμη και δεν μπλέκονταν στις δικές μας αταξίες. Η φωνή της ήταν πάντα φωνή της σοφίας.(…)

Γιατί οι γυναίκες τότε δεν ήταν εκείνο πού είναι σήμερα. Ελευθερία δράσεως, θελήσεως, ακόμα και σκέψεως δεν είχαν. Οι γυναίκες τότε ήταν υποταγμένες στον άντρα. Θέληση δική τους δεν είχαν, ούτε γνώμη, ούτε σκέψη ανόμοια με τη σκέψη του αντρός. Και μια φορά παντρεμένη, έπαυε να υπάρχει ως άτομο. Κινούν­ταν, δρούσε, μιλούσε, φέρουνταν στον κόσμο όπως ήθελε ο αφέν­της της. Αν ήταν κοσμικός, έπρεπε να είναι και κείνη κοσμική, είτε της άρεζε ο κόσμος είτε όχι. Αν την ήθελε στο σπίτι κλεισμέ­νη ο άντρας της, έπρεπε να κλειστεί και ας τρελαίνουνταν τον κό­σμο. Επισκέψεις επιτρέπουνταν. Μα αυτές τις ανταλλαγές επισκέ­ψεων, μόνο γυναίκες τις έκαμναν. Άντρες δεν έβλεπε η γυναίκα παρά σε γεύματα (σπάνια τον καιρό εκείνον), σε χορούς (σπανιό­τερους ακόμα), στον περίπατο ή στους δρόμους.
Η υποκρισία ήταν επιβεβλημένη. Μια γυναίκα κοσμική λόγου χάρη που είχε άντρα μη κοσμικό, έπρεπε, όχι μόνο να μην πηγαί­νει στον κόσμο, άλλα και να λέγει πως δεν της αρέσει. Και τανά­παλιν. «Αφού του αρέσει ο κόσμος, χρεωστεί να τον ακολουθεί και κείνη.»
Που να ταξιδέψει γυναίκα μόνη, τότε! «Αφού τον αφήνει, κα­λά της κάνει και παίρνει φιληνάδα.» Όλη η κοινωνία την αποδο­κίμαζε και την αναθεμάτιζε.
Ούτε να πολυφροντίζει το εξωτερικό της η γυναίκα δεν έπρε­πε. Καμιά δεν ομολογούσε πως αγαπούσε το λούσο, τα όμορφα φορέματα, τα διαμαντικά. «Μου τα έδωσαν, και τα φορώ γιατί μου τα έδωσαν», έλεγε η μητέρα μου, όταν τύχαινε να φορέσει κα­νένα στολίδι.
— «Ναι! Φορέματα τώρα!» έλεγε πάλι ή μητέρα, αν της έλεγε καμιά φιληνάδα να ράψει τούτη ή εκείνη τη μόδα. «Όποια γυναί­κα έχει άντρα και παιδιά, δεν έχει καιρό για μόδες.» Αυτά ήταν για τις ξεμυαλισμένες, τις «παρίες» της κοινωνίας. Είχε και τέτοιες, και τις έδειχναν με το δάχτυλο. Χαμένα ρούχα, σου έλεγαν. Τιποτένιες γυναίκες.
Εντούτοις είχε και κομψές, και όμορφες, και καλοντυμένες, και πουδραρισμένες, και στολισμένες. Μα η ετοιμασία, η φροντί­δα, το στόλισμα γίνουνταν κρυφά στην κρεβατοκάμαρα, με κλειδω­μένες τις πόρτες. Όποια κοίταζε καθρέφτη, ήταν ξεμυαλισμένη. Γυναίκες και κορίτσια, σαν αντίκριζαν καθρέφτη έπρεπε να κά­νουν πώς τον περιφρονούν, πώς δεν κοιτάζονται, πώς αδιαφο­ρούν. Έξω από την κρεβατοκάμαρα, όπου γίνουνταν το στόλισμα, η γυναίκα υποτίθουνταν πως δεν ενδιαφέρεται στην εμφάνιση της.
Μα επειδή και τότε η γυναίκα ήταν γυναίκα, οι κρυφές μα­τιές, τα κρυφά συγυρίσματα μαλλιών ή φορέματος, το κρυφό τσίμ­πημα μάγουλων για να κοκκινίσουν, το κρυφό σιάξιμο καπέλου ή κολάρου, έπαιρναν κ' έδιναν.
Και, μοιραία, έκριναν και δίκαζαν και καταδίκαζαν, τα παι­διά. Ό πατέρας μας σαν έμπαινε στο σπίτι και κρέμαγε το καπέλο στην κρεμάστρα, έριχνε μια βιαστική ματιά στον καθρέφτη, έσιαζε με τη βούρτσα και το χτένι που ήταν στο ραφάκι της κρεμάστρας τα πυκνά του μαλλιά, διόρθωνε τη γραβάτα του αν είχε στραβώ­σει, βούρτσιζε το ρούχο του βιαστικά και πήγαινε στην τραπεζα­ρία με το βιαστικό του πάντα: «Σερβίρετε γρήγορα.»
Μα ο πατέρας ήταν ο αφέντης, δεν είχε να δώσει λογαριασμό σε κανέναν. Ότι έκαμνε, το έκαμνε ανοιχτά.
Όταν όμως τύχαινε να δω τη μητέρα να κρυφοκοιτάξει τον καθρέφτη, να κρυφοσηκώσει κανένα μαλλάκι κάτω από το τρίχινο διχτάκι που φορούσαν τότε στο μέτωπο, να διορθώσει κρυφά το νταντελάκι του λαιμού της ή να τεντώσει τη ζαρωμένη της φούστα, ντρεπόμουν. Και δεν ήξερα γιατί ντρεπόμουν. Μάς είχαν μάθει και μας, πως ήταν κακό να κοιτάζεις στον καθρέφτη. Μα αν ήταν κακό, γιατί το έκανε ή μαμά; Και αν δεν ήταν κακό, γιατί το έκανε κρυφά;
Ο πατέρας κοίταζε στον καθρέφτη και διορθώνουνταν. Μα εκείνος το έκαμνε χωρίς να κρυφθεί. Εκείνος είχε πάντα κάποια καλή αιτία να το κάνει. Ενώ η μαμά το έκανε κρυφά, άρα ήταν κακό, άρα δεν έπρεπε να γίνεται.
Θυμούμαι ακόμα τη δυσφορία, την ψυχική ανησυχία που μ' έπιανε και με βασάνιζε κάθε φορά που τύχαινε να πιάσω επ΄ αυτοφώρω τη μητέρα σε καμιά της τέτοια κρυφή κίνηση. Και πόσο ντρέπουμουν που την είχα δει, προπάντων που, αν το  αντιλαμβάνουνταν η μητέρα, θύμωνε και ξεσπούσε σε κανένα μάλωμα:
— «Τι θες εδώ; Τι μπαίνεις κρυφά στην κάμαρα; Πήγαινε γρή­γορα στο σπουδαστήριο, μη σε δείρω!»
Και έφευγα δρομέως! Τι ήθελα να το δω! Τι ήθελα στην τρα­πεζαρία! Τι ήθελα να μπω «κρυφά» στην κάμαρα! Πάντα «κρυφά» περπατούσαμε, μην κάνομε κρότο, μη μας ακούσουν, έξω από τις ώρες που δικαιωματικώς μπαίναμε στην τραπεζαρία ή στην κρεβα­τοκάμαρα των γονέων.
Και μαζευόμουν τρομαγμένη, και αν με ρωτούσαν τ' αδέλφια μου: «Τί έπαθες πάλι; Τί έκανες και σε μάλωσαν;» δεν έλεγα, από ντροπή, από κάποιο αίσθημα μειώσεως που δεν ήξερα να το εξηγή­σω μα που πονούσε βαθιά, γιατί άγγιζε τη μητέρα, τη «θεότητα», τη λατρεμένη, που έκαμνε πράματα πού δεν έπρεπε να κάνει, που τα είχα δει, ενώ δεν έπρεπε να τα είχα δει.
Πληγές παιδικές, αυτές, που δε γιατρεύονται ποτέ.
(….)
Ήταν αυταρχική, δεσποτική, η μητέρα. Ήταν κάποτε κα σκληρή. Μα υπέκυπτε πάντα στον πατέρα, την ώρα που της επιβάλουνταν εκείνος. Κατά βάθος, και με τον καιρό, «με τρόπο», τον έφερνε πάντα στα νερά της, τον έκαμνε εκείνο που ήθελε. Και μείς τα παιδιά το νιώθαμε, χωρίς να ξέρομε ούτε το πώς ούτε το γιατί, μα ξέραμε πως αρχή και δύναμη στο σπίτι ήταν η μητέρα. Κ' επει­δή υπέκυπτε κατά το φανερό στη θέληση του πατέρα, στο σπίτι μέσα και στα παιδιά της ανταπέδιδε τα ίσα, ήταν δεσποτική, επι­βλητική, τυραννική, συχνά σκληρή και πάντα ανελεύθερη.
(….)Ήταν αγέρωχη, τυραννική, αμείλικτη συχνά η μητέρα. Όλοι οι Χωρέμηδες ήταν σκληροί και στεγνοί. Και η μητέρα ήταν Χωρέμαινα ως την ψυχή. Όταν νόμιζε πως ένα πράμα ήταν σωστό ή χρήσιμο, τραβούσε το δρόμο της, ίσια κατά το σκοπό της, αδιαφο­ρώντας αν τσαλαπατούσε καρδιές, αγνοώντας πως ρήμαζε ζωές.

Έτσι πάντρεψε σχεδόν με τη βία την Κατίνα Καλαμποκίδη με τον Αμηρά για να μην την πάρει ο Στέφανος Καρτούλης, που την αγαπούσε, και να πάρει την Ελβετία Χωρέμη, που δεν την πήρε στο τέλος και πήγαν χαμένες οι τρεις αυτές ζωές. (….)

Στο ζήτημα της «αγάπης», και ο πατέρας ήταν στεγνός. «Αγά­πες, ανοησίες!» έλεγε με περιφρόνηση. Και οι δυό τραβούσαν εμπρός, σύμφωνοι σ' αυτό, πως όλη ή ζωή κανονίζεται με το «πρέ­πει» και «δεν πρέπει», πως η λογική, η κρίση, η φρονιμιά υπερέ­χουν, πως το «αίσθημα» ήταν και ανόητο και επικίνδυνο και δεν έπρεπε να λαμβάνεται υπ’όψιν. Και τσαλαπάτησαν και κατέστρεψαν ζωές, και οι δυό, ιδίως η μητέρα που καταγίνουνταν περισσό­τερο σ' αυτά, και πέθαναν χωρίς να το αντιληφθούν ποτέ, χωρίς ποτέ να σταματήσουν, να διερωτηθούν καν, αν αυτό που κάνουν δεν είναι εγκληματικό.
(….)
Η ζωή τότε ήταν σκληρή, ιδίως για τη γυναίκα. Μα έφτιανε χαρακτήρες. Το «δεν μπορώ», ήταν περιφρονημένη έκφραση. Κα­νένας μας δεν τό 'λεγε, ακόμα και όταν ήμαστε νικημένοι. Καταπα­τημένοι, κουρελιασμένοι, υποταγμένοι, κάναμε την ανάγκη φιλοτι­μία και προσποιούμασταν πως θέλαμε τη δυστυχία μας, έτσι, από υπερηφάνεια, αποκρούοντας τον οίκτο.
Υπήρχαν βέβαια, και αδύνατοι, που λύγιζαν τους ώμους, που κλαίγουνταν και στέναζαν. Αυτοί ήταν οι περιφρονημένοι, οι αποτυχημένοι.

(….)
Από μικρά μαθαίναμε τούς καημούς μας να μην τους μοιρα­ζόμαστε με άλλους, ούτε καν με τ' αδέλφια μας. Αν πόνεσαν, αν υπέφεραν τ' αδέλφια μου, δεν τό 'μαθα ποτέ, δεν παραπονέθηκαν ποτέ. Αργότερα, αν γνώρισα τούς καημούς τού Αλεξάνδρου, προκάλεσα εγώ τις εξομολογήσεις τους, πρώτον γιατί έβλεπα η ίδια τις αδικίες που γίνουνταν εις βάρος του, υπέρ της χαϊδεμένης Αργίνης, της μικρότερης του κατά τεσσεράμισι χρόνια, και δεύτε­ρον γιατί τον περνούσα εγώ άλλα τεσσεράμισι χρόνια και του επιβαλλόμουν και τον έβαζα να μου τους λέγει, αναλυμένο στα δά­κρυα, τον καημενούλη!

Μα εμείς, οι τρεις μεγάλοι, κλειόμασταν στην υπερήφανη σιω­πή μας. Ποτέ δεν ομολογούσαμε πως μας πόνεσε ένας μπάτσος ή το τράβηγμα του αυτιού. Σιωπηλοί, ντροπιασμένοι, γυρεύαμε να κρύψομε ο ένας του άλλου το τσούξιμο που μαρτυρούσε το κοκκι­νισμένο μάγουλο, ή, αν δεν ήταν τρόπος να το κρύψομε, το ρίχνα­με στην καυχησιολογία, τάχα «πως δεν πονούσε το χέρι της μα­μάς», ενώ πονούσε πολύ, χέρι λεπτό, με όμορφα μακριά δάχτυλα, χέρι δυνατό, που καταπιάνουνταν όλες τις δουλειές και που διεύ­θυνε τα πάντα και τα έβγαζε όλα πέρα.
(….)
Θυμούμαι τ αίσθημα αυτό, στη στενοχωρεμένη μου παιδική ζωή. Όλο το σπίτι, η ατμόσφαιρα του, η αυστηρότης του, η έλλει­ψη τρυφερότητος, βάραινε απάνω μου σα βραχνάς. Όταν όμως έμπαινα στο σπουδαστήριο μας, μου φαίνουνταν πως ανέπνεα ατμόσφαιρα ανωτερότητος. Το μεγάλο τραπέζι με τη βυσσινιά του τσόχα που το σκέπαζε όλο και κρέμουνταν ολόγυρα- η σιφονιέρα από μαόνι, όπου φυλάγαμε τις μπογιές μας, τα μολύβια, πένες, παιχνίδια, εξαρτήματα ραπτικής· οι βιβλιοθήκες με τα βιβλία τα διδακτικά και τ' αναγνώσματα μας τα διασκεδαστικά…


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ:


Η Πηνελόπη Δέλτα, αδελφή του Αντώνη Μπενάκη, γεννήθηκε το 1874 και ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά του Εμμανουήλ Μπενάκη και της Βιργινίας Χωρέμη.

Την παιδική και εφηβική της ηλικία πέρασε στην Αλεξάνδρεια, με πολλά ταξίδια στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το μεγαλοαστικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε της παρείχε κάθε δυνατότητα για παιδεία και πνευματική καλλιέργεια, ενώ η αυταρχική ανατροφή, κυρίως της μητέρας της, διαμόρφωσε μία εύθραυστη προσωπικότητα που αρκετές φορές θεωρούσε ως μόνη διέξοδο το θάνατο.

Ο γάμος της με τον επιχειρηματία Στέφανο Δέλτα το 1895 ήταν η λύτρωση από το οικογενειακό περιβάλλον και ταυτόχρονα ο δρόμος για την πνευματική της ανάπτυξη και ωριμότητα. Από το γάμο αυτό απέκτησε τρεις κόρες, τη Σοφία, τη Βιργινία και την Αλεξάνδρα, τις οποίες ανέθρεψε υποδειγματικά.

Το έμφυτο συγγραφικό της ταλέντο εκδηλώθηκε ήδη από την παιδική της ηλικία. Η προσφορά της στην παιδική λογοτεχνία υπήρξε καθοριστική για την εξέλιξη του παιδικού βιβλίου, σε μια εποχή που το είδος του εξέλιπε. Τα έργα της, εμπνευσμένα κυρίως από τα εθνικά ιστορικά γεγονότα, γαλούχησαν πολλές γενιές ελληνοπαίδων και παραμένουν επίκαιρα μέχρι τις μέρες μας. Ανεξίτηλα στις παιδικές μας μνήμες έχουν μείνει τα «Παραμύθι χωρίς όνομα», «Τον Καιρό του Βουλγαροκτόνου», «Τα Μυστικά του Βάλτου», «Ο Μάγκας», και το πλέον αγαπητό, «Ο Τρελαντώνης», διήγημα για τον αδελφό της, Αντώνη Μπενάκη. Είχε γίνει μέλος σε πολλά επιστημονικά σωματεία και εταιρείες, συμβάλλοντας με κάθε μέσο στην προώθηση των γραμμάτων και του πολιτισμού.

Μεγάλη θεωρείται και η συμβολή της στη συγκέντρωση προφορικών πηγών της σύγχρονης ιστορίας. Ξεκινώντας με τις καταγραφές των απομνημονευμάτων των μακεδονομάχων, οι οποίες αποτελούν σήμερα πολύτιμες ιστορικές πηγές, κατόρθωσε να συλλέξει προφορικές μαρτυρίες και διηγήσεις για τα πιο σημαντικά, πολιτικά και πολεμικά, γεγονότα του καιρού της. Η ευαισθησία της στα εθνικά θέματα και η οικογενειακή της παράδοση δεν την άφηναν αμέτοχη στις δύσκολες στιγμές της χώρας. Το 1918 πήρε μέρος σε δύο αποστολές στην Ανατολική Μακεδονία για να βοηθήσει παλινοστούντες ομήρους από τη Βουλγαρία. Την ίδια ευαισθησία έδειξε κατά τη Μικρασιατική καταστροφή και τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940.

Η γεμάτη πατριωτισμό ψυχή της δεν άντεξε τη βαριά ατμόσφαιρα της γερμανικής εισβολής και αυτοκτόνησε το 1941, την ημέρα που έμπαιναν οι Γερμανοί στην Αθήνα.




Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2011

ΟΙ ΟΡΙΣΤΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΩΝ


Εν μέσω των θυελλωδών εξελίξεων που ζούμε να... και οι   πολυθρύλητες οδηγίες του Υπουργείου.... 
 
    Οδηγίες για τον τρόπο αξιολόγησης της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας και Γραμματείας, της Νέας Ελληνικής Γλώσσας και της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας της Α΄ τάξης Γενικού Λυκείου για το σχ. έτος 2011-2012

Σας αποστέλλουμε τις παρακάτω οδηγίες που αφορούν στον τρόπο αξιολόγησης της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας και Γραμματείας, της Νέας Ελληνικής Γλώσσας και της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας της Α΄ τάξης Γενικού Λυκείου για το σχ. έτος 2011-2012
   
Ι. ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ  ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ

Δίνεται στους μαθητές απόσπασμα διδαγμένου κειμένου έως 20 στίχων το μέγιστο με νοηματική συνοχή και ζητείται να απαντήσουν σε:
1.             Δύο (2) ερωτήσεις κατανόησης του κειμένου που επικεντρώνονται στην πρωτοβάθμια κατανόηση του κειμένου, και δεν επεκτείνονται σε στοιχεία ερμηνείας. Π.χ. μπορεί να ζητείται από τους μαθητές να αφηγηθούν συνοπτικά μια ακολουθία γεγονότων που παρουσιάζονται στο κείμενο, να συνοψίσουν την επιχειρηματολογία ενός προσώπου, να εντοπίσουν πιθανά σχόλια ή κρίσεις του συγγραφέα για τα γεγονότα, να περιγράψουν τις ενέργειες στις οποίες προβαίνει κάποιο πρόσωπο, προκειμένου να πετύχει ένα συγκεκριμένο σκοπό, να εντοπίσουν προσδιορισμούς που αποδίδονται σε ένα πρόσωπο ή έναν τόπο κλπ.
Η βαθμολογία κατανέμεται ως εξής: 2 ερωτ. X 20 μόρια = 40 μόρια

2.             Δύο (2) ερωτήσεις ερμηνευτικές που αφορούν την ερμηνεία του κειμένου και μπορούν να είναι ποικίλων τύπων, όπως π.χ.
(α)     Ερωτήσεις που αφορούν τον πραγματολογικό σχολιασμό του κειμένου.
(β)     Ερωτήσεις σχετικές με τη δομή και τα εκφραστικά μέσα του κειμένου.
(γ)     Ερωτήσεις σχετικές με το γραμματολογικό είδος στο οποίο ανήκει το κείμενο (στις ερωτήσεις αυτής της κατηγορίας μπορούν να αξιοποιούνται και στοιχεία της εισαγωγής του σχολικού εγχειριδίου, εφόσον αυτά είχαν επισημανθεί κατά τη διδασκαλία του κειμένου).
(δ)     Ερωτήσεις που ζητούν την κριτική αποτίμηση εκ μέρους του μαθητή προσώπων, γεγονότων, επιχειρημάτων ή άλλων στοιχείων του κειμένου ή της στάσης του συγγραφέα απέναντι στα γεγονότα.
(ε)     Ερωτήσεις που αφορούν την ανίχνευση διακειμενικών σχέσεων του υπό εξέταση κειμένου με άλλα κείμενα της αρχαιοελληνικής ή της νεοελληνικής γραμματείας.
Σε κάθε περίπτωση, οι ερμηνευτικές ερωτήσεις θα πρέπει να εντάσσονται στο πλαίσιο των διδακτικών στόχων που έχουν τεθεί από το πρόγραμμα σπουδών για τα συγκεκριμένα κείμενα.
Η βαθμολογία κατανέμεται ως εξής: 2 ερωτ. X 15 μόρια = 30 μόρια

3.             Τρεις (3) ερωτήσεις γραμματικής και σύνταξης της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας οι οποίες επιμερίζονται σε μία ερώτηση γραμματικής, μία ερώτηση σύνταξης και μία λεξιλογική.
Κατά την εξέταση της γραμματικής και του συντακτικού μπορεί να ζητείται από τους μαθητές είτε να παραγάγουν συγκεκριμένους τύπους της αρχαίας ελληνικής (π.χ. συμπλήρωση του κατάλληλου γραμματικού τύπου σε φράσεις, κατασκευή εναλλακτικών φράσεων για τη δήλωση μιας συντακτικής σχέσης κλπ.), είτε να αναγνωρίσουν τη γραμματική κατηγορία ή τη συντακτική λειτουργία συγκεκριμένων τύπων του κειμένου (π.χ. εντοπισμός στο κείμενο γραμματικών τύπων, καταγραφή εναλλακτικών μεταφραστικών αποδόσεων μιας συντακτικής δομής κλπ.).
Κατά την εξέταση του λεξιλογίου η έμφαση θα δίνεται στη σχέση της αρχαίας ελληνικής με τη νέα ελληνική γλώσσα, και στο πλαίσιο αυτό θα ζητείται από τον μαθητή να καταγράψει λέξεις της νέας ελληνικής που παράγονται από συγκεκριμένα αρχαιοελληνικά θέματα, να διακρίνει τη σημασιολογική εξέλιξη μια λέξης από την αρχαία στη νέα ελληνική ή τις σημασιολογικές αποχρώσεις μιας λέξης μέσα σε διαφορετικά συμφραζόμενα κλπ.
Η βαθμολογία κατανέμεται ως εξής: 3 ερωτ. X 10 μόρια = 30 μόρια

Σημείωση: Όλες οι παραπάνω ερωτήσεις μπορούν να επιμερίζονται σε υποερωτήματα, ενώ στις ερωτήσεις κατανόησης του κειμένου και στις ερμηνευτικές ερωτήσεις βαθμολογείται εκτός από την επάρκεια του περιεχομένου της απάντησης και η εκφραστική ικανότητα του μαθητή.

ΙΙ. ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

Για την εξέταση στη Νεοελληνική Γλώσσα δίνεται στους μαθητές σε φωτοαντίγραφο ένα, δύο ή και περισσότερα κείμενα περιορισμένης έκτασης (προτιμότερα τα δύο κείμενα) από τον έντυπο ή/και τον ηλεκτρονικό λόγο, που αναφέρονται σε κοινωνικά, πολιτικά, πολιτιστικά, επιστημονικά ή άλλα θέματα της καθημερινής ζωής και έχουν νοηματική πληρότητα. Τα κείμενα αυτά σχετίζονται με τα θέματα με τα οποία ασχολήθηκαν οι μαθητές (γνώσεις για τον κόσμο, βλ. στήλη 1 του Προγράμματος Σπουδών) στη διάρκεια της σχολικής χρονιάς.  Γενικότερος στόχος της εξέτασης είναι να ελεγχθεί ο βαθμός κατάκτησης των δεξιοτήτων και των γνώσεων που αναφέρονται στη στήλη 5 του Προγράμματος Σπουδών. 
Οι μαθητές καλούνται:
(α) Να δώσουν απαντήσεις  σε ερωτήσεις με τις οποίες ελέγχεται κατά πόσο έγινε κατανοητό το περιεχόμενο του ή των κειμένων (π.χ. οπτικές από τις οποίες προσεγγίζεται η πραγματικότητα, επιχειρήματα συγγραφέα, προβλήματα που θέτει, θέσεις που υποστηρίζει κτλ.)

(β) Να δώσουν απαντήσεις σε ερωτήσεις με τις οποίες ελέγχεται πώς γλωσσικά (βλ.  γνώσεις για τη γλώσσα) ή εξωγλωσσικά στοιχεία (πβ. πολυτροπικότητα) συγκροτούν την κειμενική ιδιαιτερότητα των συγκεκριμένων κειμένων και συνεισφέρουν στη σύνδεση των κειμένων αυτών με την κοινωνική πραγματικότητα όπου ανήκουν (βλ. στήλη 3 του Προγράμματος Σπουδών).

Τα θέματα αυτά βαθμολογούνται με 40 μονάδες (α=20μ.+β=20μ.).
(γ) Να παραγάγουν κείμενο το οποίο, με αφετηρία ένα από τα κείμενα που δίνονται, θα προσαρμόζεται σε διαφορετικό επικοινωνιακό πλαίσιο (π.χ. αλλαγή πομπού, δέκτη, περίστασης κτλ.) και θα ανήκει σε ίδιο ή ενδεχομένως διαφορετικό είδος κειμένου (π.χ. από συνέντευξη σε δοκίμιο, από διαφήμιση σε δοκίμιο με επιχειρηματολογία, από άρθρο εφημερίδας σε αναδιήγηση κτλ.), προκειμένου να αξιολογηθούν στοιχεία που σχετίζονται με την κατάκτηση των γραμματισμών της στήλης 2 του Προγράμματος Σπουδών.
ή (εναλλακτικά)
με αφετηρία τα κείμενα που θα δοθούν να παραγάγουν (αφού μεταβληθεί το επικοινωνιακό πλαίσιο, π.χ. αλλαγή πομπού, δέκτη, περίστασης κτλ.) συγκεκριμένο είδος κειμένου, μέσω του οποίου να διατυπώνεται η συμφωνία ή διαφωνία τους με θέσεις, απόψεις και στάσεις που προβάλλονται στα κείμενα που έχουν δοθεί.
Το  θέμα αυτό βαθμολογείται με 60 μονάδες.


ΙΙΙ. ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Δίνονται στους μαθητές δύο θέματα. Το κάθε θέμα περιλαμβάνει ένα ή (αν πρόκειται για ποιήματα) περισσότερα άγνωστα λογοτεχνικά κείμενα, ομοειδή ή ομόθεμα με τις διδακτικές ενότητες που διδάχτηκαν (Τα φύλα στη λογοτεχνία, Παράδοση και μοντερνισμός στη νεοελληνική ποίηση, Θέατρο). Οι μαθητές καλούνται να επιλέξουν το ένα από τα δύο θέματα. Ακριβώς επειδή είναι άγνωστα, είναι σημαντικό να έχουν δυνατότητα επιλογής. Οι «ερωτήσεις» που τα συνοδεύουν είναι παρόμοιες με αυτές που δούλεψαν μέσα στην τάξη και ελέγχουν το βαθμό κατάκτησης των δεξιοτήτων και των γνώσεων που αναφέρονται στη στήλη 5 του Προγράμματος Σπουδών.

Οι μαθητές καλούνται:
Σε περίπτωση που το δοσμένο κείμενο είναι αφηγηματικό ή θεατρικό:
(1α) Να διακρίνουν και να περιγράψουν τον κεντρικό λογοτεχνικό χαρακτήρα κάνοντας τις αντίστοιχες παραπομπές στο κείμενο σε σχέση με τον κοινωνικό του ρόλο ως άνδρα ή γυναίκας, τα στερεότυπα που τον περιβάλλουν, τις σχέσεις των φύλων. Να αιτιολογήσουν τα παραπάνω, παραπέμποντας στο ιστορικό, κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο εγγράφεται το κείμενο.
(1β) Να εκφέρουν άποψη για το θέμα του κειμένου, συνδέοντάς το με την καθημερινή τους εμπειρία
ή εναλλακτικά
(1β) Να διατυπώσουν το κεντρικό διακύβευμα-σύγκρουση σε ένα θεατρικό έργο.

Οι ερωτήσεις αυτές βαθμολογούνται με 1α (25) + 1β (25) = 50 μονάδες

(2α) Να μετατρέψουν κομμάτι του θεατρικού κειμένου σε αφηγηματικό λόγο.
ή εναλλακτικά
(2α) Να αλλάξουν τον αφηγητή της ιστορίας προκειμένου να δοθεί έμφαση στη σημασία της «φωνής» (φωνή ενηλίκου, άνδρα, γυναίκας, νέου, νέας).
(2β) Να συγγράψουν ένα μικρό κείμενο ως «διαφήμιση» ή βιβλιοπαρουσίαση ή κριτική για το κείμενο που θα δοθεί ή να τοποθετηθούν (αν συμφωνούν ή διαφωνούν και γιατί) απέναντι σε κριτική που θα δοθεί.
ή εναλλακτικά
(2β) Να ταυτιστούν με κάποιον ήρωα του κειμένου και να γράψουν σελίδες του ημερολογίου του ή επιστολών του.

Τα θέματα αυτά βαθμολογούνται με 2α (25) + 2β (25) = 50 μονάδες

Σε περίπτωση που το θέμα περιλαμβάνει δύο ή τρία ποιήματα, οι μαθητές καλούνται:
(1α) Να αναγνωρίσουν τα χαρακτηριστικά της παραδοσιακής και της μοντέρνας ποίησης και να διακρίνουν τα ποιήματα σε παραδοσιακά και μοντέρνα με βάση αυτά τα χαρακτηριστικά.
(1β) Να τα κατατάξουν σε μια σειρά από το πιο παραδοσιακό ως το πιο υπερρεαλιστικό και, ενδεχομένως, να ανιχνεύσουν το λογοτεχνικό κίνημα στο οποίο εντάσσεται το καθένα.

Οι ερωτήσεις αυτές βαθμολογούνται με 1α (30) + 1β (20) = 50 μονάδες

(2α) Να εντοπίσουν τις πιο «ποιητικές» και τις πιο «καθημερινές» λέξεις στα ποιήματα και να τις τοποθετήσουν σε πίνακα με δύο ή περισσότερες στήλες.
(2β) Να εντοπίσουν τα σύμβολα σε όσα ποιήματα υπάρχουν και να τα κατατάξουν σε κατηγορίες ανάλογα με το είδος τους (αντικείμενα, φυσικά φαινόμενα, εικόνες, ήχοι).
ή εναλλακτικά                                                                                                        
(2β) Να εντοπίσουν λυρικά ή δραματικά στοιχεία στα ποιήματα.

Οι ερωτήσεις αυτές βαθμολογούνται με 2α (25) + 2β (25) = 50 μονάδες

Για την αξιολόγηση θα ακολουθήσει ρύθμιση με έκδοση Προεδρικού Διατάγματος.
Οι διδάσκοντες να ενημερωθούν ενυπόγραφα.


ΕΔΩ μπορείτε να δείτε και τις  οδηγίες για τη διδασκαλία των μαθημάτων