Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

ΤΑ ΦΥΛΑ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ, κυρίως ανάγνωση




ΣΧΕΔΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΤΗΣ Α΄ΛΥΚΕΙΟΥ



ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ:   Πολίνα Μοίρα
5ο ΓΕΝΙΚΟ ΛΥΚΕΙΟ ΒΥΡΩΝΑ


 «ΤΑ ΦΥΛΑ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ»


ΣΤΑΔΙΟ ΚΥΡΙΩΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ


Για όλη την τάξη
διαβάζουμε :
α)  Του νεκρού αδελφού    (δημοτικό)
β)  Η προίκα                     (Α. Λασκαράτου)




Και όλοι μαζί
απαντάμε:


1)
δημοτικό τραγούδι «Του νεκρού αδελφού»
·      Ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά των δημοτικών τραγουδιών;
·      Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των παραλογών.
·      Ποια ήταν τα χαρακτηριστικά του προτύπου  της πατριαρχικής  δομής της οικογένειας;
·      Με ποιους αφηγηματικούς και εκφραστικούς τρόπους εξασφαλίζεται η δραματική ένταση στο τραγούδι;



2)
Ανδρέα  Λασκαράτου  «Η προίκα»
  • Ποιο είναι το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο που γράφτηκε το έργο του Α. Λασκαράτου «Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς»;
  • Ποιος είναι ο κοινωνικός προβληματισμός που θέτει το έργο;  Διερευνήστε  αίτια, αποτελέσματα και τρόπους επίλυσης  του προβλήματος που διατυπώνονται από τον συγγραφέα. Πώς το δηκτικό ύφος του κειμένου εξυπηρετεί τη διαμόρφωση του κοινωνικού του προβληματισμού;
  • Κατασκευάστε έναν φανταστικό διάλογο ανάμεσα στο συγγραφέα και σε έναν πατέρα της εποχής του που  ετοίμαζε το γάμο της κόρης του υπακούοντας στο κοινωνικό κατεστημένο που περιγράφεται στο διήγημα.
(Διατηρήστε  ύφος και έκφραση που να υποστηρίζουν την προσωπική περίσταση του καθενός)


Εργασία σε ομάδες

Α΄ ομάδα

 

Η πάλη των φύλων





Β΄ ομάδα


Η πατρική εξουσία




Γ΄ ομάδα


Παιδί και γονείς





Δ΄ ομάδα


Έρωτος φύλ(λ)α



Ε΄ ομάδα


Τα φύλα στο περιθώριο…

Τα φύλα στον  αγώνα…

Διαβάζετε:
Κ. Θεοτόκη:
Η τιμή και το χρήμα






Απαντάτε:
Γιατί το μυθιστόρημα χαρακτηρίζεται «κοινωνικό». Με ποιον τρόπο ο τίτλος του σχολιάζει τη σχέση των δύο φύλων και τις κοινωνικές συνθήκες που τη διαμόρφωναν.
Φανταστείτε και ξαναγράψτε ένα διαφορετικό τέλος για το μυθιστόρημα. Σχολιάστε τις διαφορές που νομίζετε πως προκύπτουν.
Μελετήστε τους χαρακτήρες του έργου και απαντήστε:
Πιστεύετε πως οι ήρωες του Θεοτόκη είναι τα μοιραία και ανεύθυνα θύματα ενός κοινωνικού συστήματος που  βασίζεται στην αδικία;
Ποιο πρότυπο γυναίκας αντιπροσωπεύει η στάση της Ρήνης;
Για ποιο λόγο η Ρήνη θυσίασε την αγάπη της; Ποιες εσωτερικές συγκρούσεις νομίζετε ότι την ταλάνισαν;

Διαβάζετε:
Ερωτόκριτος (όχι μόνο το απόσπασμα του σχολικού βιβλίου) και




Απαντάτε:
Ποιες δομές της οικογένειας και της κοινωνίας καθορίζουν τη μοίρα των δύο ερωτευμένων νέων;
Μελετήστε τους τύπους της αφήγησης που κυριαρχούν στο έργο


Πληροφορήστε τους συμμαθητές σας για το κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο που γράφτηκε το έργο.

Περιγράψτε τα χαρακτηριστικά της Κρητικής Λογοτεχνίας που είδατε στο έργο


1) Διαβάζετε τα αποσπάσματα  (που σας δόθηκαν) από το έργο της Πηνελόπης Δέλτα «Πρώτες ενθυμήσεις» και


Απαντάτε:
Ποιες είναι οι κοινωνικές παράμετροι που προσδιορίζουν τους κώδικες συμπεριφοράς των ανδρών και των γυναικών στην εποχή, που περιγράφει η συγγραφέας;
Περιγράψτε τους συσχετισμούς «δυνάμεων» που βλέπετε ανάμεσα στα πρόσωπα της οικογένειας (πατέρας-μητέρα-παιδιά). Προσέξτε τις αμφιθυμίες και τις εσωτερικές συγκρούσεις που αντιμετωπίζουν.
Το έργο χαρακτηρίζεται από την αμεσότητα της αυθόρμητης και ανεπεξέργαστης γραφής. Να το διαπιστώσετε μέσα στο αφήγημα και να βρείτε πώς αυτή η αρετή υπηρετεί τη θύμηση της εποχής και τα βιώματα που θέλει να καταγράψει η συγγραφέας.
Το αυτοβιογραφικό στοιχείο είναι έντονο στο αφήγημα. Να βρείτε στοιχεία που περιγράφουν τα παιδικά και εφηβικά χρόνια της Π. Δέλτα, σε συνάρτηση με το ιστορικό πλαίσιο της εποχής που έζησε.
Διαβάζετε:
1) «Αν ήξευρα, κυράτσα μου…» από τα Καταλόγια
2) «Κοντά σου», Μαρία Πολυδούρη
3) «Οι τρεις εραστές»,
Μίλτου Σαχτούρη

Απαντάτε:
Να εντάξετε τα ποιήματα στο κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο που δημιουργήθηκαν. Ποιες διαφορές εντοπίζετε στην τεχνοτροπία που χρησιμοποιείται στο καθένα;
Να διαπιστώσετε μέσα από τα ποιήματα πως η λυτρωτική και μεταμορφωτική δύναμη του Έρωτα λειτουργεί στο καθένα απ’ αυτά.
Ποιες διαφορές διαπιστώνετε στον τρόπο που μιλούν για τον Έρωτα μια γυναίκα ποιήτρια και ένας άντρας ποιητής;
Διαβάζετε:
«Οι μοιραίοι» του
Κ. Βάρναλη
«Ρωμιοσύνη» του
Γ. Ρίτσου
«Η φόνισσα» του
Αλ. Παπαδιαμάντη


Απαντάτε:


Ποιες είναι οι κοινωνικές συνθήκες που οδηγούν τους ήρωες των παραπάνω έργων στο περιθώριο της ζωής;
  ποιοι ρόλοι και στερεότυπα για τα δύο φύλα, αναπαράγονται κρίνονται ή ανατρέπονται μέσα στα παραπάνω κείμενα;
Ποια διαφοροποίηση διαπιστώνετε στον τρόπο με τον οποίο ο άντρας και η γυναίκα παρουσιάζονται να δρουν και να αλληλεπιδρούν με το κοινωνικό τους περιβάλλον;
Πώς καταγράφονται εκφραστικάαυτές οι διαφοροποιήσεις;


Εντοπίστε τα χαρακτηριστικά της γραφής του κάθε λογοτέχνη
μέσα από τα συγκεκριμένα έργα τους.Πώς χειρίζονται το ψυχογραφικό υπόβαθρο των έργων τους; Με ποιους λογοτεχνικούς τρόπους το υποστηρίζουν;



Μετά την ανάγνωση
δείτε την ταινία «Ο πατέρας» του Στρίντμπεργκ (από το ιστολόγιο )και μιλήστε στη τάξη για την αέναη μάχη αντρός-γυναικός με ένα δοκίμιο που θα γράψετε εμπνεόμενοι από το έργο.


Μετά την ανάγνωση
Φτιάξτε μια παρουσίαση, με μουσική επένδυση του Ερωτόκριτου (Ν. Ξυλούρης «Τα θλιβερά μαντάτα»
 με στίχους  από το έργο και εικόνες από την Κρήτη.  


Μετά την ανάγνωση
Υποθέστε πως ζείτε στην εποχή και στην οικογένεια της αφηγήτριας. Αφηγηθείτε στις σελίδες του ημερολογίου σας τα βιώματα και τις σκέψεις που κάνετε για τις σχέσεις που διαμορφώνονται ανάμεσα σε σας (ως 16χρονου έφηβου) και στους γονείς σας.

Μετά την ανάγνωση
Διασκευάστε ένα από τα παραπάνω ποιήματα, δίνοντας τον προσωπικό τόνο γραφής σας αλλά και το δικό σας βλέμμα για το ρόλο που παίζει ο Έρωτας στη ζωή των αντρών και των γυναικών.

Μετά την ανάγνωση:
Κάντε μια έρευνα στο οικογενειακό σας περιβάλλον ή και ευρύτερα σε ανθρώπους της τοπικής κοινωνίας  που γνωρίζετε,
για το πώς αντιλαμβάνονται τους κοινούς ή διαφορετικούς αγώνες που έχουν να δώσουν οι άντρες και οι γυναίκες  σε επίπεδο προσωπικής ή συλλογικής ζωής
Πού συναντιούνται και πού διαφοροποιούνται οι στόχοι, οι προσδοκίες τους ή οι διαψεύσεις τους;

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΩΝ Α΄ΛΥΚΕΙΟΥ


Ο Ι.Καζάζης , καθηγητής του ΑΠΘ και μέλος της επιστημονικής επιτροπής που εκπόνησε το Νέο Πρόγραμμα Σπουδών, σε ημερίδα στο Βόλο έδωσε τις οδηγίες για την αξιολόγηση των φιλολογικών μαθημάτων της Α΄Λυκείου.
Το μάθαμε απο τον καλό συνάδελφο Πάνο Ιωαννίδη και τον ευχαριστούμε πολύ!


ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΩΝ Α΄ ΛΥΚΕΙΟΥ




Ι. ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

ΙΙ. ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ
ΙΙΙ. ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ


Ι. ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ


Αξιολόγηση στο μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών της Α΄ Λυκείου


Η αξιολόγηση των μαθητών στο μάθημα των αρχαίων ελληνικών στην Α’ Λυκείου, όπως και στα υπόλοιπα μαθήματα, θα βασίζεται:


(α) Στην παρακολούθηση της εξέλιξης και της επίδοσής τους καθ’ όλη τη διάρκεια του σχολικού χρόνου, με βάση τη συμμετοχή τους στην εκπαιδευτική διαδικασία, τον βαθμό και την έκταση της συνεργασίας τους με τον εκπαιδευτικό και τις ομάδες μέσα στην τάξη, τη βελτίωσή τους ως προς τους επιδιωκόμενους στόχους του Π.Σ. Σε τακτά χρονικά διαστήματα θα γίνεται χρήση και ειδικών γραπτών δοκιμασιών, μέσω των οποίων θα ελέγχεται η πρόοδος που έχει επιτευχθεί σε σχέση με τους στόχους του Π.Σ. Ο εκπαιδευτικός μπορεί, επίσης, να αναθέτει στους μαθητές ατομικές ή ομαδικές εργασίες, οι οποίες θα αποθηκεύονται στον ατομικό φάκελο του κάθε μαθητή, αποτελώντας ένα σταθερό στοιχείο αναφοράς για την αξιολόγησή του.


(β) Στην τελική γραπτή δοκιμασία, η οποία θα έχει την παρακάτω μορφή:


Α. Το προς εξέταση κείμενο

Το προς εξέταση κείμενο που θα δίνεται στους μαθητές θα πρέπει να διαθέτει νοηματική συνοχή και αυτοτέλεια. Κατά συνέπεια, δεν ισχύουν αυστηροί περιορισμοί ως προς την έκτασή του.

Β. Ερωτήσεις

1. Ερωτήσεις κατανόησης του κειμένου (2 ερωτ. X 20 μόρια = 40 μόρια)
Στο νέο πρόγραμμα σπουδών για την Α’ Λυκείου ορίζεται ότι οι μαθητές δεν θα εξετάζονται πλέον στη μετάφραση των διδαγμένων αρχαιοελληνικών κειμένων, δεδομένου ότι η έως τώρα εμπειρία έχει δείξει τις στρεβλώσεις στις οποίες οδηγεί η πρακτική αυτή: οι μαθητές αποστηθίζουν και αναπαράγουν κατά την εξέταση τη μετάφραση που τους προσφέρεται ως πρότυπη από τον καθηγητή τους ή από τα βοηθήματα. Για να ξεπεραστούν οι στρεβλώσεις αυτές η μετάφραση θα εξακολουθήσει να είναι ένα εργαλείο που χρησιμοποιείται κατά τη διδασκαλία (στα σημεία που κρίνεται απαραίτητη για την κατανόηση του κειμένου), δεν θα αποτελεί όμως εξεταζόμενο δείκτη επαρκούς γνώσης της αρχαίας ελληνικής. Η εξέτασή της θα αντικατασταθεί από ερωτήσεις που θα αφορούν την κατανόηση του κειμένου.
Οι ερωτήσεις της κατηγορίας αυτής επικεντρώνονται στην πρωτοβάθμια κατανόηση του κειμένου και δεν θα πρέπει να επεκτείνονται σε στοιχεία ερμηνείας. Π.χ. μπορεί να ζητείται από τους μαθητές να αφηγηθούν συνοπτικά μια ακολουθία γεγονότων που παρουσιάζονται στο κείμενο, να συνοψίσουν την επιχειρηματολογία ενός προσώπου, να εντοπίσουν πιθανά σχόλια ή κρίσεις του συγγραφέα για τα γεγονότα, να περιγράψουν τις ενέργειες στις οποίες προβαίνει κάποιο πρόσωπο, προκειμένου να πετύχει ένα συγκεκριμένο σκοπό, να εντοπίσουν προσδιορισμούς που αποδίδονται σε ένα πρόσωπο ή έναν τόπο κλπ.

2. Ερωτήσεις ερμηνευτικές (2 ερωτ. X 15 μόρια = 30 μόρια)

Οι ερωτήσεις της κατηγορίας αυτή αφορούν την ερμηνεία του κειμένου και μπορούν να είναι ποικίλων τύπων, όπως π.χ.:
(α) Ερωτήσεις που αφορούν τον πραγματολογικό σχολιασμό του κειμένου.
(β) Ερωτήσεις σχετικές με τη δομή και τα εκφραστικά μέσα του κειμένου.
(γ) Ερωτήσεις σχετικές με το γραμματολογικό είδος στο οποίο ανήκει το κείμενο (στις ερωτήσεις αυτής της κατηγορίας μπορούν να αξιοποιούνται και στοιχεία της εισαγωγής του σχολικού εγχειριδίου, εφόσον αυτά είχαν επισημανθεί κατά τη διδασκαλία του κειμένου).
(δ) Ερωτήσεις που ζητούν την κριτική αποτίμηση εκ μέρους του μαθητή προσώπων, γεγονότων, επιχειρημάτων ή άλλων στοιχείων του κειμένου ή της στάσης του συγγραφέα απέναντι στα γεγονότα.
(ε) Ερωτήσεις που αφορούν την ανίχνευση διακειμενικών σχέσεων του υπό εξέταση κειμένου με άλλα κείμενα της αρχαιοελληνικής ή της νεοελληνικής γραμματείας.
Σε κάθε περίπτωση, οι ερμηνευτικές ερωτήσεις θα πρέπει να εντάσσονται στο πλαίσιο των διδακτικών στόχων που έχουν τεθεί από το πρόγραμμα σπουδών για τα συγκεκριμένα κείμενα.

3. Ερωτήσεις γραμματικής και σύνταξης της ΑΕ (3 ερωτ. X 10 μόρια = 30 μόρια)

Οι τρεις ερωτήσεις της κατηγορίας αυτής επιμερίζονται σε μία ερώτηση γραμματικής, μία ερώτηση σύνταξης και μία λεξιλογική.
Κατά την εξέταση της γραμματικής και του συντακτικού μπορεί να ζητείται από τους μαθητές είτε να παραγάγουν συγκεκριμένους τύπους της αρχαίας ελληνικής (π.χ. συμπλήρωση του κατάλληλου γραμματικού τύπου σε φράσεις, κατασκευή εναλλακτικών φράσεων για τη δήλωση μιας συντακτικής σχέσης κλπ.), είτε να αναγνωρίσουν τη γραμματική κατηγορία ή τη συντακτική λειτουργία συγκεκριμένων τύπων του κειμένου (π.χ. εντοπισμός στο κείμενο γραμματικών τύπων, καταγραφή εναλλακτικών μεταφραστικών αποδόσεων μιας συντακτικής δομής κλπ.).
Κατά την εξέταση του λεξιλογίου η έμφαση θα δίνεται στη σχέση της αρχαίας ελληνικής με τη νέα ελληνική γλώσσα, και στο πλαίσιο αυτό θα ζητείται από τον μαθητή να καταγράψει λέξεις της νέας ελληνικής που παράγονται από συγκεκριμένα αρχαιοελληνικά θέματα, να διακρίνει τη σημασιολογική εξέλιξη μια λέξης από την αρχαία στη νέα ελληνική ή τις σημασιολογικές αποχρώσεις μιας λέξης μέσα σε διαφορετικά συμφραζόμενα κλπ.

Σημείωση: Όλες οι παραπάνω ερωτήσεις μπορούν να επιμερίζονται σε υποερωτήματα, ενώ στις ερωτήσεις κατανόησης του κειμένου και στις ερμηνευτικές ερωτήσεις βαθμολογείται εκτός από την επάρκεια του περιεχομένου της απάντησης και η εκφραστική ικανότητα του μαθητή.


ΙΙ. ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ


Αξιολόγηση στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας της Α΄ Λυκείου


Για την εξέταση στη Νεοελληνική Γλώσσα δίνεται στους μαθητές σε φωτοαντίγραφο ένα, δύο ή και περισσότερα κείμενα περιορισμένης έκτασης (προτιμότερα τα δύο κείμενα) από τον έντυπο ή/και τον ηλεκτρονικό λόγο, που αναφέρονται σε κοινωνικά, πολιτικά, πολιτιστικά, επιστημονικά ή άλλα θέματα της καθημερινής ζωής. Καλό είναι τα κείμενα να σχετίζονται με τα θέματα με τα οποία ασχολήθηκαν οι μαθητές (γνώσεις για τον κόσμο, βλ. στήλη 1 του Προγράμματος Σπουδών) στη διάρκεια της σχολικής χρονιάς. Γενικότερος στόχος της εξέτασης είναι να ελεγχθεί ο βαθμός κατάκτησης των δεξιοτήτων και των γνώσεων που αναφέρονται στη στήλη 5 του Προγράμματος Σπουδών. Πιο συγκεκριμένα, οι μαθητές καλούνται:

(α) Να δώσουν απαντήσεις σε ερωτήσεις με τις οποίες ελέγχεται κατά πόσο έγινε κατανοητό το περιεχόμενο του ή των κειμένων (π.χ. οπτικές από τις οποίες προσεγγίζεται η πραγματικότητα, επιχειρήματα συγγραφέα, προβλήματα που θέτει, θέσεις που υποστηρίζει κτλ.)

(β) Να δώσουν απαντήσεις σε ερωτήσεις με τις οποίες ελέγχεται πώς γλωσσικά (βλ. γνώσεις για τη γλώσσα) ή εξωγλωσσικά στοιχεία (πβ. πολυτροπικότητα) συγκροτούν την κειμενική ιδιαιτερότητα των συγκεκριμένων κειμένων και συνεισφέρουν στη σύνδεση των κειμένων αυτών με την κοινωνική πραγματικότητα όπου ανήκουν (βλ. στήλη 3 του Προγράμματος Σπουδών).


Τα θέματα αυτά βαθμολογούνται με 40 μονάδες (Α1.=20μ.+Α2=20μ.).

(γ) Να παραγάγουν κείμενο το οποίο, με αφετηρία ένα από τα κείμενα που δίνονται, θα προσαρμόζεται σε διαφορετικό επικοινωνιακό πλαίσιο (π.χ. αλλαγή πομπού, δέκτη, περίστασης κτλ.) και θα ανήκει σε ίδιο ή ενδεχομένως διαφορετικό είδος κειμένου (π.χ. από συνέντευξη σε δοκίμιο, από διαφήμιση σε δοκίμιο με επιχειρηματολογία, από άρθρο εφημερίδας σε αναδιήγηση κτλ.), προκειμένου να αξιολογηθούν στοιχεία που σχετίζονται με την κατάκτηση των γραμματισμών της στήλης 2 του Προγράμματος Σπουδών. ή (εναλλακτικά)
με αφετηρία τα κείμενα που θα δοθούν να παραγάγουν (αφού μεταβληθεί το επικοινωνιακό πλαίσιο, π.χ. αλλαγή πομπού, δέκτη, περίστασης κτλ.) συγκεκριμένο είδος κειμένου, μέσω του οποίου να διατυπώνεται η συμφωνία ή διαφωνία τους με θέσεις, απόψεις και στάσεις που προβάλλονται στα κείμενα που έχουν δοθεί.

Το θέμα αυτό βαθμολογείται με 60 μονάδες.


ΙΙΙ. ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ


Αξιολόγηση στο μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Α΄ Λυκείου


Στις γραπτές προαγωγικές εξετάσεις στο τέλος της σχολικής χρονιάς δίνονται στους μαθητές δύο θέματα. Το κάθε θέμα περιλαμβάνει ένα ή (αν πρόκειται για ποιήματα) περισσότερα άγνωστα λογοτεχνικά κείμενα, ομοειδή ή ομόθεμα με τις διδακτικές ενότητες που διδάχτηκαν (Τα φύλα στη λογοτεχνία, Παράδοση και μοντερνισμός στη νεοελληνική ποίηση, Θέατρο). Οι μαθητές καλούνται να επιλέξουν το ένα από τα δύο θέματα. Ακριβώς επειδή είναι άγνωστα, είναι σημαντικό να έχουν δυνατότητα επιλογής. Οι «ερωτήσεις» που τα συνοδεύουν είναι παρόμοιες με αυτές που δούλεψαν μέσα στην τάξη και ελέγχουν το βαθμό κατάκτησης των δεξιοτήτων και των γνώσεων που αναφέρονται στη στήλη 5 του Προγράμματος Σπουδών.

Πιο συγκεκριμένα οι μαθητές, σε περίπτωση που το δοσμένο κείμενο είναι αφηγηματικό ή θεατρικό, καλούνται:
(1α) Να διακρίνουν και να περιγράψουν τον κεντρικό λογοτεχνικό χαρακτήρα κάνοντας τις αντίστοιχες παραπομπές στο κείμενο σε σχέση με τον κοινωνικό του ρόλο ως άνδρα ή γυναίκας, τα στερεότυπα που τον περιβάλλουν, τις σχέσεις των φύλων. Να αιτιολογήσουν τα παραπάνω, παραπέμποντας στο ιστορικό, κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο εγγράφεται το κείμενο.
(1β) Να εκφέρουν άποψη για το θέμα του κειμένου, συνδέοντάς το με την καθημερινή τους εμπειρία
ή εναλλακτικά
(1β) Να διατυπώσουν το κεντρικό διακύβευμα-σύγκρουση σε ένα θεατρικό έργο.

Οι ερωτήσεις αυτές βαθμολογούνται με 1α (25) + 1β (25) = 50 μονάδες


(2α) Να μετατρέψουν κομμάτι του θεατρικού κειμένου σε αφηγηματικό λόγο.

ή εναλλακτικά
(2α) Να αλλάξουν τον αφηγητή της ιστορίας προκειμένου να δοθεί έμφαση στη σημασία της «φωνής» (φωνή ενηλίκου, άνδρα, γυναίκας, νέου, νέας).
(2β) Να συγγράψουν ένα μικρό κείμενο ως «διαφήμιση» ή βιβλιοπαρουσίαση ή κριτική για το κείμενο που θα δοθεί ή να τοποθετηθούν (αν συμφωνούν ή διαφωνούν και γιατί) απέναντι σε κριτική που θα δοθεί.
ή εναλλακτικά
(2β) Να ταυτιστούν με κάποιον ήρωα του κειμένου και να γράψουν σελίδες του ημερολογίου του ή επιστολών του.

Τα θέματα αυτά βαθμολογούνται με 2α (25) + 2β (25) = 50 μονάδες



Σε περίπτωση που το θέμα περιλαμβάνει δύο ή τρία ποιήματα, οι μαθητές καλούνται:

(1α) Να αναγνωρίσουν τα χαρακτηριστικά της παραδοσιακής και της μοντέρνας ποίησης και να διακρίνουν τα ποιήματα σε παραδοσιακά και μοντέρνα με βάση αυτά τα χαρακτηριστικά.
(1β) Να τα κατατάξουν σε μια σειρά από το πιο παραδοσιακό ως το πιο υπερρεαλιστικό και, ενδεχομένως, να ανιχνεύσουν το λογοτεχνικό κίνημα στο οποίο εντάσσεται το καθένα.

Οι ερωτήσεις αυτές βαθμολογούνται με 1α (30) + 1β (20) = 50 μονάδες


(2α) Να εντοπίσουν τις πιο «ποιητικές» και τις πιο «καθημερινές» λέξεις στα ποιήματα και να τις τοποθετήσουν σε πίνακα με δύο ή περισσότερες στήλες.

(2β) Να εντοπίσουν τα σύμβολα σε όσα ποιήματα υπάρχουν και να τα κατατάξουν σε κατηγορίες ανάλογα με το είδος τους (αντικείμενα, φυσικά φαινόμενα, εικόνες, ήχοι).
ή εναλλακτικά
(2β) Να εντοπίσουν λυρικά ή δραματικά στοιχεία στα ποιήματα.

Οι ερωτήσεις αυτές βαθμολογούνται με 2α (25) + 2β (25) = 50 μονάδες




Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Η θέση της ΠΕΦ για το νέο πρόγραμμα σπουδών της Α΄Λυκείου


   Σημερινή ανακοίνωση της ΠΕΦ.

Όσοι  διδάσκουμε φέτος στην Α΄Λυκείου σίγουρα  διαπιστώνουμε  πολύ περισσότερες δυσκολίες από όσες επισημαίνονται...


ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΕΦ ΓΙΑ ΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΤΗΣ Α΄ΛΥΚΕΙΟΥ

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, σχετικά με τις προβλεπόμενες από το ΦΕΚ(1562/27-6-2011) αλλαγές στα μαθήματα της Νέας Ελληνικής Γλώσσας και της Λογοτεχνίας στην Α'τάξη Γενικού Λυκείου, επισημαίνει τα εξής:

Α. Στη Νέα Ελληνική Γλώσσα κυριαρχεί η αναπαραγωγή του ίδιου μοντέλου διδασκαλίας (κειμενικά είδη, περιγραφή και αφήγηση, παραγωγή λόγου κ.α.), που στοχεύει στην επικοινωνιακή γλωσσική επάρκεια, χωρίς όμως να δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα στο θέμα της γλώσσας. Παράλληλα, εισάγονται νέα στοιχεία τόσο στη στοχοθεσία (γλωσσικοί και αξιακοί στόχοι) όσο και στους θεματικούς άξονες, με τα οποία επιδιώκεται να καλλιεργηθούν γλωσσικές δεξιότητες• η παραγωγή λόγου ορθώς καταλαμβάνει κυρίαρχη θέση, αλλά ο φόβος και η άρνηση του «παραδοσιακού» τρόπου διδασκαλίας της γραμματικής έχουν ως αποτέλεσμα να καταργούνται τα γραμματοσυντακτικά φαινόμενα ως γνωστικό αντικείμενο.
Όσον αφορά τα πολυτροπικά κείμενα, που επιλέγει ο διδάσκων ή τα οποία θα επιλεγούν σε προσεχές σχολικό βιβλίο, κρίνεται διδακτικά πρόσφορο τα κείμενα αυτά να προωθούν τη σκέψη, ως πολύπλοκη συνειδησιακή λειτουργία, τη συναισθηματική ωρίμανση, τη γλωσσική καλλιέργεια και να μην αντιπροσωπεύουν απλώς τα κυκλοφορούντα στον Τύπο και το Διαδίκτυο.
Σύμφωνα με τους ενδεικτικούς πίνακες διδακτικών πρακτικών διατηρούνται, εν πολλοίς, όλα τα περιεχόμενα του υπάρχοντος Αναλυτικού Προγράμματος Σπουδών για την Α'Λυκείου, ενισχυμένα με δεξιότητες και με ιδιαίτερη έμφαση και εστίαση στις ερευνητικές εργασίες.
Σχετικά με την εισαγωγή των ερευνητικών εργασιών, τύπου σχεδίων εργασίας (PROJECT, ο ξενόγλωσσος όρος έχει υιοθετηθεί ακόμα και στο ΦΕΚ), που εισάγονται εκ νέου, ως καινοτομικό μέτρο, υπογραμμίζουμε ότι ο σχεδιασμός αυτός είχε εισαχθεί για πρώτη φορά στο σχολικό έτος 2000-01 με τη μορφή των περίφημων Συνθετικών Δημιουργικών Εργασιών (Σ.Δ.Ε.)• για λόγους όμως οργανωτικούς και μεθοδολογικούς, αλλά και εξαιτίας των προβλημάτων στην εφαρμογή του ωρολογίου προγράμματος, η υλοποίησή του έγινε αρχικά σε περιορισμένη έκταση και, στη συνέχεια, διαπιστώθηκε η πλήρης αποτυχία του. Συνεπώς, η επανεισαγωγή ενός ήδη αποτυχημένου μέτρου δεν παρέχει εγγυήσεις ότι θα επιτύχει, όταν μάλιστα οι συνθήκες λειτουργίας των σχολείων είναι δυσχερέστερες.

Β. Για το μάθημα της Λογοτεχνίας (μετονομασία των Κειμένων Νεοελληνικής Λογοτεχνίας) το Δ.Σ. επισημαίνει τα ακόλουθα:

Με την προτεραιότητα που δίνεται στη θεματική κατάταξη των κειμένων, αναιρείται η ιστορικότητα και υποβαθμίζεται η ανάδειξη, κατά τη διδασκαλία, της λογοτεχνικότητας και της αισθητικής αξίας του κειμένου.
Με έκπληξη διαπιστώνεται η κατάργηση της διδασκαλίας των εισαγωγών, απαραίτητων για την κατανόηση των ανθολογούμενων κειμένων. Η ανιστορική αυτή μέθοδος υιοθετείται σε εποχή κατά την οποία προβάλλει επιτακτικότερη η ανάγκη της ανάδειξης της ιστορικής διάστασης των κειμένων και της συνομιλίας τους με το ιστορικό γίγνεσθαι.
Η κατανομή των κειμένων σε τρεις ενότητες δεν είναι επιτυχής, καθώς δεν καλύπτει όλο το εύρος της λογοτεχνίας• επιπρόσθετα, η διαίρεση θα δυσχεράνει τη διδασκαλία, γιατί η παραπομπή σε κείμενα των δύο άλλων τάξεων γίνεται σε διδακτικά βιβλία τα οποία δεν διαθέτουν οι μαθητές.
Παράλληλα, η πρόταση διδασκαλίας ολόκληρου λογοτεχνικού έργου, αν και ενδιαφέρουσα, κρίνεται ότι είναι πολύ δύσκολο να ενταχθεί στο τρέχον πρόγραμμα του μαθήματος, επειδή απαιτεί αναδιάταξη των ωρών διδασκαλίας, αλλά και της διδακτικής προσέγγισης των έργων.
Τέλος, η αξιολόγηση σε άγνωστο κείμενο θεωρείται θετική, αρκεί το κείμενο να εξετάζεται ως αυτοτελές μορφωτικό αγαθό και όχι ως αφορμή ή άλλοθι για κοινωνιολογικού χαρακτήρα εξωλογοτεχνικές προσεγγίσεις.

Γενικότερα, με το Π.Σ. υιοθετούνται ευρύτατες αλλαγές τόσο στο περιεχόμενο όσο και στον τρόπο διδασκαλίας, χωρίς όμως να προηγηθούν τόσο ο απαιτούμενος διάλογος με την επιστημονική και εκπαιδευτική κοινότητα όσο και η ενημέρωση των συναδέλφων φιλολόγων.


Για το Δ.Σ.


Ο Πρόεδρος 

Αναστάσιος Στέφος

Η Γενική Γραμματέας

Γεωργία Χαριτίδου

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

Η νεράιδα και ο σκεπασμένος ήλιος

Μελετώντας τα αποσπάσματα , από το Νίκο Καζαντζάκη και τη Διδώ Σωτηρίου, βλέπουμε το διαφορετικό τρόπο με τον οποίο δύο λογοτέχνες βλέπουν τη μητέρα τους και το ρόλο της στη ζωή τους . Συγχρόνως μέσα απο το ρόλο της μητέρας βλέπουμε και τη θέση της γυναίκας στην εποχή , αλλά και τις ενδοοικογενειακές σχέσεις . Αξίζει να δούμε  όχι μόνο την εντελώς διαφορετική οπτική από την οποία  καθένας τους βλέπει το πρόσωπο της μητέρας του, αλλά  και τις σχέσεις ή τις ισορροπίες που αυτές  διαμορφώνονταν μέσα στην οικογένεια. Μια καλή άσκηση για ( τι άλλο;) την Α΄ Λυκείου και ΤΑ ΦΥΛΑ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ!

Ο Νίκος  Καζαντζάκης  μιλά για τη μητέρα του:

Οι ώρες που περνούσα με τη μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο- καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορ­ταίνει, σαν να 'ταν ο αγέρας ανάμεσα μας γάλα και βύζαινα.
Από πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μοσκομύριζε. Αγα­πούσα πολύ τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τα 'βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα σώρουχά μας, τα σεντόνια μας, όλη μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία.
Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε η μητέρα μου δηγόταν για τον πα­τέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε εγώ της στορούσα τους βίους των αγίων που είχα διαβάσει, και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με τη φαντασία μου· δε μ' έφταναν τα μαρτύρια τους, έβαζα κι από δικού μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα, τη λυπόμουν, κάθιζα στα γόνατα της, της χάδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα:
- Μπήκαν στον Παράδεισο, μητέρα, μη στενοχωριέσαι, σεργιανίζουν κάτοο από ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανα τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό.
Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυα της, με κοίταζε σα να μου έλεγε: «Αλήθεια λες;» και χαμογελούσε.
Και το καναρίνι, μέσα από το κλουβί του, μας άκουγε, σήκοινε το λαιμό και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν να 'χε κατέβει από τον Παράδεισο, σαν να 'χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους κι ήρθε στη γης να καλοκαρδίσει τους ανθρώπους.
Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό μου δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν' ακούσω καναρίνι, χωρίς ν' ανέβει από το μνήμα της -από το σπλάχνο μου- η μητέρα μου και να σμίξει με τη
μυρωδιά τούτη και με το κελάδημα του καναρινιού.
Ποτε' δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει· χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινόρχουνταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να 'χαν τα χέρια της μιαν καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινήν ανάγκη. Μπορεί και να 'ναι η νεράι­δα, συλλογιζόμουν κοιτάζοντας τη σιωπηλά, η νεράιδα που λεν τα παραμύθια, και κινούσε στο παιδικό μυαλό μου η φαντασία να δουλεύει: μια νύχτα ο πατέρας μου, περνώντας από τον ποταμό, την είδε να χορεύει στο φεγγάρι, χίμηξε, της άρ­παξε το κεφαλομάντηλο, κι από τότε την έφερε σπίτι και την έκαμε γυναίκα του. Κι ολημέρα τώρα πάει κι έρχεται η μάνα μέσα στο σπίτι και ψάχνει να βρει το κε­φαλομάντιλο, να το ρίξει στα μαλλιά της, να γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει. Την κοίταζα να πηγαινόρχεται, ν' ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες, να ξεσκεπά­ζει τα πιθάρια, να σκύβει κάτω από το κρεβάτι, κι έτρεμα μην τύχει και βρει το μαγικό κεφαλομάντιλο της και γίνει άφαντη. Η τρομάρα αυτή βάσταξε χρόνια και λάβωσε βαθιά τη νιογέννητη ψυχή μου- κι ακόμα και σήμερα αποκρατάει μέσα μου πιο ανομολόγητη η τρομάρα ετούτη: παρακολουθώ κάθε αγαπημένο πρόσω­πο, κάθε αγαπημένη ιδέα, με αγωνία, γιατί ξέρα πως ζητάει το κεφαλομάντηλο της να φύγει.

(ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟ ΓΚΡΕΚΟ, Απόσπασμα)




Και η ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ  για τη δική της:
Η μάνα μου ήταν τρυφερή και υπομονετική γυναίκα. Η κακοτροπιά του άντρα της την έκανε να στέκει πάντα σούζα, με τον καλό λόγο και το χαμόγελο στ' αχείλι: «Στον αράθυμο τον άντρα, έλεγε, σα δεν εναντιώ­νεσαι τον έχεις σκλάβο». Τώρα τι σόι σκλάβο είχε τον πατέρα, μονάχα κείνη το 'ξερε.
Ωστόσο μια φορά, μια και μοναδική, του εναντιώθηκε. Τον είδε να με χτυπάει με μανία. Τότες μπήκε στη μέση, άνοιξε τα χέρια της σα φτερού­γες και με δακρυσμένα μάτια του είπε τρομαγμένη:
- Άμοιρε, θα το χαλάσεις το σπλάχνο σου!
Στο σπίτι δυο εξουσίες υπολογίζαμε όλοι: του Θεού και του πατέρα, γιατί μ' αυτές είχαμε δέσει την ύπαρξη μας. Τη μάνα μας τήνε βλέπαμε σαν το σκεπασμένο ήλιο, που τόνε μαντεύεις, μα οι αχτίδες του δε φτά­νουνε ίσαμε σένα να σε ζεστάνουνε. Ποτέ της δεν έβρισκε καιρό να μας χαϊδέψει, να μας πάρει στα γόνατα της και να μας πει ένα παραμύθι. Ξύ­πναγε ολοχρονίς χαράματα, άναβε φωτιά, έστηνε τσουκάλι, να προκάνει τόσα στόματα. Ύστερα είχε πάντα στην κούνια κι ένα μυξιάρικο να τσι­ρίξει. Είχε να φροντίσει τα ζωντανά, να βάλει σκάφη να ζυμώσει, να πλύ­νει, να γυροφέρει το νοικοκυριό, να πιάσει βελόνι· όλο το χωριό μιλούσε για την πάστρα και τη νοικοκυροσύνη της.

«Το σπίτι μου», απόσπασμα


Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

Αλλ' ένας Έλλην δύναται...



Πώς, πώς τής ταλαιπώρου πατρίδος
δεν πασχίζετε να σώσητε τον στέφανον;
Από τα χέρια ανόσια ληστών τοσούτων;

Είναι πολλά τα πλήθη των

και τρομερά εις την όψιν.

Αλλ' ένας Έλλην δύναται,

ένας άνδρας γενναίος
να τα σκορπίσει.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ


Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2011

Εγώ και αυτό



Στη Λία

Κοιτώντας προχθές τις ράχες των βιβλίων στη βιβλιοθήκη μου
έψαχνα να βρω ποια βιβλία πραγματεύονται το θέμα της επιρροής της μάνας και του πατέρα στη διαμόρφωση της ψυχής ενός παιδιού.
Θα είναι το  κοινό ερώτημα που θα δοθεί στις ομάδες- στο κυρίως αναγνωστικό στάδιο- στη Λογοτεχνία της Α΄Λυκείου , στην ενότητα "τα φύλα στη Λογοτεχνία"  
Ξέθαψα ένα πολύ παλιό βιβλίο, ένα βιβλίο που εκδόθηκε και  μεταφράστηκε   στην Ελλάδα το 1977 ( σε εξαιρετική μετάφραση της Τατιάνας   Γκρίτση- Μιλλιέξ)
και τάραξε τα νερά του εκδοτικού κόσμου  συγκλονίζοντας το αναγνωστικό κοινό!
 Από τις μεγαλύτερες εκδοτικές επιτυχίες των εκδόσεων ΚΕΔΡΟΣ. 



Μαρί Καρντινάλ, «Εγώ και Αυτό»

Ένα βιβλίο-κραυγή, ένα βιβλίο-γροθιά, αυτοβιογραφικό, γραμ­μένο με βίαιη ειλικρίνεια, χωρίς αιδώ και χωρίς συμβιβασμούς.

 
Μια γυναίκα αφηγείται μιαν ενδόμυχα προ­σωπική της κρίση, χωρίς περιστροφές, χωρίς ωραιοποίηση, χωρίς αλληγορίες,  με τις πραγματικές λέξεις, τις αληθινές, τις απαγο­ρευμένες, τις λέξεις που λυτρώνουν. Υποφέροντας από διαταραχές,  σωματικές ( αιμορραγίες) και ψυχικές ( φοβίες και κατάθλιψη)  απο­φασίζει να εμπιστευτεί τη μοίρα της στον ψυχαναλυτή. Παρακολουθώντας τους, αυτήν και τον ψυχαναλυτή, στις ψυχαναλυ­τικές συνεδρίες, ξαναζωντανεύουμε μαζί της τον δρόμο που πέρασε, καθώς φωτίζονται ο ένας μετά τον άλλον οι σπουδαιότεροι σταθμοί στη ζωή της: το διαζύγιο των γονιών, ο θάνατος του πατέρα, οι τραυ­ματισμοί της παιδικής της σεξουαλικότητας, τα εφηβικά της χρόνια σε μιαν εμπόλεμη Αλγερία, και, πάνω απ' όλα, η έσχατη ανάμνηση που με ζόρι ξεριζώνεται από τα έγκατα του υποσυνείδητου, η ομο­λογία της μάνας, που είναι ίσως η αρχική αιτία του κακού. 

Με μια προσπάθεια που τελικά εξουδετερώνει την πιο λυσσασμένη εσωτερι­κή της αντίσταση, η αφηγήτρια μας αποκαλύπτει σιγά σιγά το παρελθόν της. Κι όταν τελειώσει την αφήγηση της, θα νιώσει ότι έχει λυτρωθεί από τα άγχη της κι ότι μπορεί να ξαναρχίσει τη ζωή της.
Σε μια μείξη της μυθιστορηματικής εξομολόγησης, συνδυασμένης με τις πιο σύγχρονες μεθόδους ψυχαναλυτικής θεραπείας, η Μαρί Καρντινάλ μας κάνει να ζήσουμε, μέσα από το πρόσωπο της ηρωίδας της, μιαν εξαιρετική εμπειρία. 

Πρόκειται για το καταπληκτικό, όσο και επίπονο ή βαθιά οδυνηρό οδοιπορικό μιας θεραπείας βασισμένης στο θάρρος και στη συνειδητή επιθυμία να αυτο – ηττηθείς.  Κι αυτή η λύτρωση είναι η λύτρωση των λέξεων, γιατί μόνο λέγοντάς τες με το αληθινό τους όνομα διαλύονται οι φαντασιώσεις.
Πρόκειται για μια αληθινή περίπτωση, ιδιαίτερα δραματική και οδυνηρή. Το εξαίρετο όμως μάθημα που μας δίνει η Μαρί Καρντινάλ είναι πολύτιμο για όλους μας.


Ξεχώρισα εδώ κάποια αποσπάσματα ( ας με συγχωρέσει το κείμενο για τον ακρωτηριασμό που υπέστη! ) που σκιαγραφούν την απάντηση στο αρχικό ερώτημα:
Ο ρόλος  των γονιών στη διαμόρφωση της ψυχής του παιδιού, και δη  της μητέρας…



Ό γιατρός άκουγε με μεγάλη προσοχή, δίχως όμως τίποτα να τον κάνει να αντιδράσει ιδιαίτερα από τον μακρύ μου μο­νόλογο. "Όταν σταμάτησα να μιλάω για το μπάνιο και τις κρί­σεις του άγχους, με ρώτησε:
-      Τι αισθανόσαστε αυτές τις στιγμές, εκτός από τις φυσικές αδιαθεσίες;
-      Φόβο.
-      Τι φοβάστε;
-      Τα φοβάμαι όλα... φοβάμαι το θάνατο.
Για να πω την αλήθεια, ούτε κι εγώ η ίδια δεν ήξερα τι φοβόμουν. Φοβόμουνα το θάνατο, φοβόμουνα όμως και τη ζωή που περιέχει το θάνατο. Φοβόμουνα τα έξω, μα φοβό­μουνα και τα μέσα που είναι το ανάποδο του έξω. Φοβόμουνα τούς άλλους αλλά φοβόμουνα και τον εαυτό μου που ήταν ένας άλλος. Φοβόμουνα, φοβόμουνα, φοβόμουνα, ΦΟΒΟ­ΜΟΥΝΑ, Φοβόμουνα. Αυτό ήταν όλο. Ό φόβος με είχε ρίξει μέσα στον κόσμο των παρανοϊκών.
(…)
Παντρεύτηκα. Δίδαξα σε Λύκεια. Απόχτησα τρία παιδιά. Θέλησα να τούς δώσω την ευτυχία, τη ζεστασιά και την προ­σοχή που εγώ δεν είχα ποτέ. όπως ήθελα να τους προσφέρω μια μάνα κι έναν πατέρα πάντα παρόντες κι ερωτευμένους.
Αντί για όλα αυτά, η μαλθακότητα, η αίσθηση του γλοιώ­δους και το παράλογο της ύπαρξης, κάθε μέρα και επιβεβαιωνόντουσαν μέσα στο μυαλό μου, ίσαμε που γίνηκαν «Αυτό».
(…)
Στα νεανικά μου χρόνια δεν υπήρξε ούτε μία αντρική πα­ρουσία. Μεγάλωσα στα χέρια γυναικών. Η μαμά, η γιαγιά, οι «δούλες», οι καλόγριες, οι δασκάλες.
Από τον πατέρα μου - που γνώρισα ελάχιστα γιατί δε ζούσε μαζί μας και πέθανε στο διάστημα της εφηβείας μου -κράτησα την ανάμνηση ενός άντρα κομψού που φόραγε γκέ­τες, καπέλο και κρατούσε μπαστούνι. Είχε λεπτό μουστάκι, θαυμάσια χέρια και χαμόγελο αστραφτερό. Μου προκαλούσε φόβο. Αγνοούσα τα πάντα από τον αντρικό κόσμο. Στο σπίτι του τα δωμάτια που με τραβούσαν πιο πολύ αλλά και με αναστατώνανε, ήτανε το μπάνιο με τα ξυριστικά και το υπνοδω­μάτιο με τα γιομάτα από πουκάμισα συρτάρια και μανικετόκουμπα. Αυτό όμως που με ενδιέφερε πιο πολύ ήτανε το με­γάλο κρεβάτι τού εργένη πατέρα μου, σκεπασμένο με δέρμα πάνθηρα.
Με φώναζε «γατούλα» του και με μεταχειριζότανε πολύ περισσότερο σαν γυναίκα παρά σαν κοριτσάκι, πράγμα που μ' έκανε να χάνω τελείως τα νερά μου.
Όταν ήμουνα μικρή πήγαινα σπίτι του με την νταντά μου. Αργότερα πήγαινα μόνη μου και τρώγαμε πολλές φορές μαζί ανάμεσα στις πρωινές και απογευματινές ώρες του σχολείου μου. Αυτά τα γεύματα ήτανε δύσκολα για μένα. Αν δε με φό­βιζαν, με στεναχωρούσαν. Έπρεπε να προσέχω όλες μου τις χειρονομίες και κάθε μου λέξη. Πολλές φορές με διόρθωνε και όταν το έκανε αυτό υποπτευόμουνα πως έμμεσα παρατηρούσε τη μητέρα μου. Τη μητέρα που με μεγάλωνε, μ' έντυνε, με μόρ­φωνε. Έμενα, το αισθανόμουνα, με αγαπούσε και δεν ήθελε να με πονέσει.
Πρόσεχε πολύ τις μελέτες μου. Μού 'λεγε πως πρέπει να τα μάθω όλα: λατινικά, ελληνικά, μαθηματικά, όλα... Δεν τού 'δειχνα ποτέ τους ελέγχους μου — που ήταν πολύ καλοί άλλω­στε — ούτε τα τετράδια μου. Κάνοντας το αυτό είχα την εντύ­πωση πως υπεράσπιζα τη μητέρα μου πού είχε και την κηδε­μονία μου. Ήμουνα καθαρά με το μέρος της. Γι' αυτόν ή σάκα μου ήτανε σφραγισμένη. Ήταν το χρηματοκιβώτιο μου, ο θη­σαυρός μου, η αξία μου. Έτσι κρατούσα τον πατέρα μου σε απόσταση, του απαγόρευα την είσοδο στο δικό μου τον κόσμο. Αυτό το έκανα συνειδητά.
(…)
Τους γονείς μου δεν τους είδα παρά μόνο τρεις φορές μαζί. Την πρώτη, όταν έκανα την επίσημη πρώτη μου κοινωνία. Βρισκόντουσαν στο ίδιο δωμάτιο, στο ίδιο τραπέζι αλλά όχι ο ένας δίπλα στον άλλο. Η τρυφερή παρουσία του πατέρα μου εκείνη την ημέρα με ενοχλούσε. Θα προτιμούσα να με παρα­κολουθούσε μόνο το αυστηρό βλέμμα της μητέρας μου τη στι­γμή που έκοβα το τεράστιο γλυκό, που δεν ξέρω πόσα πατώματα είχε από νουγκατίνα και σου- άλα κρέμ. Νομίζω πως θα τα κατάφερνα καλύτερα.
Τη δεύτερη φορά, ήμουνα δώδεκα χρονώ και μαζευτήκανε  όλοι για να παραστούνε στον όρκο που θά 'δινα στις Οδηγούς της Γαλλίας. Η γιορτή γινότανε στο ύπαιθρο και ήταν και οι γονείς πολλών άλλων παιδιών. Οι δικοί μου κάθονταν δίπλα δίπλα αλλά δε μιλούσαν. Πρόσεχαν κι οι δυό πολύ την τελετή. Θυμάμαι πόσο φωτεινός ήταν ο φθινοπωριάτικος ου­ρανός εκείνη την ημέρα. Η τρίτη φορά, ήταν προς το τέλος της ζωής του και θά 'μουνα κάπου δεκαπέντε χρονώ. Έκανε μία αιμόπτυση, νόμιζε πως θα πεθάνει και ζήτησε να δει τη μητέρα μου.  (….)
Γιατί αυτή η ανία, αυτή η αμηχανία μπροστά στον πατέρα μου; Ποιος μου τα είχε επιβάλει όλα αυτά και γιατί; Ήμουνα εκεί στο ντιβάνι και κρατούσα τα μάτια μου κλειστά για να μη μου φύγει ακόμα το κοριτσάκι. Ήμουν πραγματικά εκείνη και πραγματικά εγώ. Άρχισα να βλέπω καθαρά να διαγράφεται η επιρροή της μητέρας μου. Για να βρώ τον εαυτό μου έπρεπε να τη βρω και αυτή, να την ξεμασκαρέψω, να χωθώ μέσα στα μυστήρια της οικογένειας και της τάξης μου.
 Ανάμεσα, λοιπόν, σε κείνη τη γυναίκα που θέλησε να πλά­σει και σε μένα εγκαταστάθηκε «Αυτό». Η μητέρα μου μ' έβγαλε από το δρόμο μου και το έκανε τόσο τέλεια και τόσο βαθιά που δεν μπόρεσα να το συνειδητοποιήσω, δεν ήμουνα σε θέση να το καταλάβω.(…)
Τώρα, για τη μητέρα μου, έχω την αίσθηση πως την αγά­πησα τρελά στα παιδικά μου χρόνια καθώς και στα εφηβικά κι έπειτα πως τη μίσησα και την εγκατέλειψα ηθελημένα λίγο πριν πεθάνει, πράγμα που άλλωστε έδωσε τέλος και στην ψυ­χανάλυση μου.
(…)
Μερικές φορές έτυχε ν' ακούσω λυγμούς στο δωμάτιο της. Από τη μεσόπορτα άκουγα το θόρυβο που κάνει το  χαρτο­μάντιλο όταν το τσαλακώνεις, άκουγα ελαφρά ρουθουνίσματα και κάποτε ένα υπόκωφο παράπονο «Άχ, Θέ μου, Θέ μου». Τότε ήξερα πως άνοιγε πάνω στο κρεβάτι της και κοίταζε τα λείψανα της πεθαμένης μου αδελφής: καλτσάκια, μια τούφα μαλλιά, μωρουδίστικα ρούχα. Η Νάνυ, η υπηρέτρια, τότε συμπεριφερόταν σα να βρισκότανε σ' εκκλησία, έκανε το σταυρό της, μουρμού­ριζε προσευχές και δάκρυζε.
Έμενα σφιγγόταν η καρδιά μου, γινότανε σαν την πέτρα. Τις πιο πολλές φορές εκείνα τα βράδια — όπως κι εκείνα που έτυχε να καταπιώ κάποιο κουκούτσι κι από το φόβο μου μην αρχίσει μέσα μου να φυτρώνει κανένα δέντρο — άρχιζα να κάνω εμετό, κι όταν ερχότανε η μητέρα μου να μού πει καλη­νύχτα μ' έβρισκε να κολυμπάω μέσα στη σούπα μου και σε κομματάκια πουτίγκας. Φώναζε τότε αμέσως τη Νάνυ σε βοή­θεια. «Δε βρίσκεις πως αυτό το παιδί παρακάνει συχνά εμετό;» Για μια φορά ακόμα έπρεπε να με πλύνουν και να με αλλάξουν και στ διάστημα που η Νάνυ έφτιαχνε το κρεβάτι μου αποκοιμιόμουνα μέσα στην αγκαλιά της μητέρας μου. Θυμάμαι ακόμα, τι ευτυχία ανείπωτη ήταν εκείνη, όταν αφη­νόμουνα να με πάρει ό ύπνος σφιγμένη πάνω της, μέσα στη ζεστασιά και τ' άρωμα της

(…) Άρχισα να μιλάω για τη μητέρα μου, για τις δυσκολίες που είχα για να την κάνω να μ' αγαπήσει σε όλο το διάστημα της παιδικής μου ηλικίας. Ξέχυνα αναμνήσεις μελαγχολικές και αμέσως ξανάρχιζα το τροπάρι πού μεταχειριζόμουνα συχνά, για να πω ότι είχε χειρονομίες, βλέμματα, διαθέσεις φιλικές απέναντι μου, μερικές φορές πού συνυπήρχαμε αρμονικά, στην εκκλησιά, στον κήπο. Υποσυνείδητα, προσπαθούσα ακόμα να υπερασπιστώ τον εαυτό μου, να μην τον αφήσω εκ­τεθειμένο σαν κρέας στο τσιγκέλι και απωθούσα το ουσια­στικό.
Μήπως, αν αποκάλυπτα το φόβο μου, θα με αφάνιζε; Μή­πως, αν εξηγούσα το φόβο μου, φαινότανε γελοίος; Μήπως, αν εξηγούσα το φόβο μου, θα έπαυα να έχω οποιοδήποτε εν­διαφέρον; ΄Η μήπως εξηγώντας το φόβο μου θα αποκαλυπτό­ταν όχι φόβος αλλά ντροπή;
Εκείνη την εποχή, δεν ήμουνα ικανή όχι μόνο ν' απαντήσω σ' αυτές τις ερωτήσεις αλλά ούτε καν να τις θέσω στον εαυτό μου. Ήμουνα σαν κυνηγημένο ζωάκι, και δεν καταλάβαινα τίποτα άπ' τούς ανθρώπους.(…)

Κάποια μέρα αποφάσισε να μου μιλήσει για τον πατέρα μου:
— Θά 'θελα να σου μιλήσω για τον πατέρα σου. Να σου πω πως γεννήθηκες. Σκέφτομαι πως αυτό θα σε βοηθήσει να καταλάβεις καλύτερα την κουβέντα μας και ν' αποφύγεις αρ­γότερα τα λάθη πού έκανα εγώ.
«Δεν ήτανε άνθρωπος της τάξης μας αν και τα φαινόμενα και η καταγωγή του δεν το μαρτυρούσανε. Γιατί είναι από μια πολύ καθώς πρέπει γαλλική οικογένεια, όμως πολύ νέος έκοψε τούς δεσμούς του μαζί της και θέλησε να πετάξει με τα δικά του φτερά.(… ) Στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά ένας τυχοδιώκτης, αλλά αυτό το κατάλαβα πολύ αργό­τερα... Αν ήξερες τι χαζοκλώσα ήμουνα... Στο κάτω κάτω εί­ναι ο πατέρας σου, δε θέλω να πω μπροστά σου κι άλλα σε βάρος του....κι όμως αν σου μιλάω απόψε έτσι, είναι γιατί θέλω να σε βοηθήσω, είναι γιατί θέλω να το βάλεις καλά μέσα στο μυαλό σου πως όταν αλλάζεις κοινωνική τάξη, όταν είσαι έκπτωτος της τάξης σου, πας κατευθείαν στην καταστροφή. (…)

 (…)Σηκώθηκε τότε και σκάλισε τη φωτιά. Πριν προσθέσει άλλο κούτσουρο, άναψε και σπίθισε το παλιό.
— Ξέρεις πως η εκκλησία μας απαγορεύει το διαζύγιο, εκτός όταν υπάρχει ανώτερη βία. Πήγα στο Αλγέρι και είδα προσωπικά τον Αρχιεπίσκοπο και δεν πήρα την απόφαση μου παρά μόνο όταν με διαβεβαίωσε πως θα εξ­ακολουθούσα τη χριστιανική μου ζωή και θα κοινωνούσα και μετά το  διαζύγιο(….)
- Στο τέλος ζήτησα το διαζύγιο.Ο αδελφός σου ήταν τεσ­σάρων χρονώ. Η κατάσταση γίνηκε δραματική. Αφού στην αρχή οι γονείς μου με σπρώχνανε να χωρίσω, τώρα τρέμανε, στην οικογένεια μας δε γίνονται τέτοια πράγματα. Δεν άντεχα άλλο. Ζούσα μέσα σ' ένα διαρκή φόβο, όχι μόνο να δω τον αδελφό σου ν' αρρωσταίνει αλλά να χάνω και όλη μου την περιουσία. Η απόφαση μου στάθηκε ακλόνητη. Έφυγα από το σπίτι τού πατέρα σου.
Δεν πήρα είδηση πως ήμουνα και πάλι έγκυος, παρά όταν είχαν τελειώσει όλες οι διαδικασίες του διαζυγίου.
- Να βρεθώ έγκυος τη στιγμή που χώριζα! Μπορείς να φανταστείς τι πάει να πει αυτό; Ήθελα να χωρίσω από έναν άνθρωπο από τον οποίο περίμενα παιδί!... Δεν μπορείς να καταλάβεις... Για να χωρίσεις, δεν πρέπει να θέλεις καθόλου έναν άντρα, σε σημείο που να μην ανέχεσαι ούτε την παρουσία του... "Αχ! είσαι πολύ μικρή για να καταλάβεις τι θέλω να πω! Όμως πρέπει να σου μιλήσω, πρέπει να μάθεις τι μπορεί να τραβήξει ο άνθρωπος για μιαν ανοησία, για μερικά λεπτά!...
«Υπάρχουνε γυναίκες και κακοί γιατροί που μπορούν να σκοτώσουν ένα παιδί μέσα στην κοιλιά της γυναίκας. Είναι τερατώδες αμάρτημα που η εκκλησία τιμωρεί με την Κόλαση και η Γαλλία με φυλακή. Είναι μια από τις φοβερότερες πρά­ξεις πού μπορεί να κάνει άνθρωπος.
»Ωστόσο, μπορεί ίσως, φυσιολογικά, δηλαδή δίχως τη βοή­θεια του κακού γιατρού ή της κακιάς γυναίκας, να χάσεις το παιδί πού περιμένεις. Μπορεί να προέλθει από σόκ, από κά­ποιο φαγητό, από ορισμένες τροφές, ακόμα κι αν ξαφνικά τρομάξεις. Σ' αυτή την περίπτωση δεν είναι αμαρτία, δεν είναι τίποτα, είναι μόνο ατύχημα.
»Όμως αυτό δεν είναι εύκολο να συμβεί, όπως νομίζουν. Όσο σκέφτομαι πόσο προσέχουν τις έγκυες γυναίκες! Να μην πολυκουράζονται, να κρατάνε το κάγκελο όταν κατεβαίνουν τη σκάλα, να μένουν ξαπλωμένες όσο πιο πολύ μπορούν. Έμενα μου λες!... 'Αρλούμπες!...».
Πόση βιαιότητα, πόση χυδαιότητα, πόσο μίσος ακόμα μέσα στο βλέμμα της και μέσα στα λόγια της, τόσα χρόνια μετά!
- Έγώ, κόρη μου, πήγα και πήρα το ποδήλατο μου που σκούριαζε στην αποθήκη, ούτε κι εγώ δρν ξέρω από πότε, και δώσ' του τα πεντάλια μέσα στα χωράφια, μέσα στην οργωμένη γη, παντού. Τίποτα! Έκανα ώρες ιππασία: τριπόδιζα, πήδαγα εμπόδια, κάλπαζα, πίστεψε με. Τίποτα! Όταν άφηνα το πο­δήλατο ή την ιππασία πήγαινα κι έπαιζα τένις μέσα στον ήλιο. Τίποτα! Κατάπια ολόκληρα σωληνάρια ασπιρίνες και κινίνα. Τίποτα!
»..Έπειτα από έξι μήνες που 'κανα αυτή τη μεταχείριση στον εαυτό μου, υποχρεώθηκα να παραδεχτώ πως ήμουνα έγ­κυος και πως θά 'κανα κι άλλο παιδί. Άλλωστε φαινότανε. Το πήρα απόφαση».
Τώρα γύρισε προς το μέρος μου και με μια κίνηση, αυτές τις παθητικές κινήσεις πού 'χουν οι Άσπροι των Αποικιών, ένα μίγμα συγκρατημού και ηδυπάθειας. προσπαθούσε να χώσει κάτω από τη μεταξωτή κορδέλα τις πάντα ανυπόταχτες μπού­κλες μου.
- Στο τέλος γεννήθηκες, γιατί εσύ ήσουν το παιδί που περί­μενα. Ο Κύριος σίγουρα με τιμώρησε που θέλησα να βοηθήσω τη φύση γιατί γεννήθηκες με το πρόσωπο μπροστά, αντί να’ρθεις με το κεφάλι…»
(…)

Και η δική της «φωνή» για αυτά που άκουσε από τη μητέρα της:

Κουνιέσαι ακόμα; Να, λοιπόν, για να ησυχάσεις. Και δώσ' του κινίνα και ασπιρίνες! Γλυκό μου, γλυκούτσικο, κοιμήσου, παιδάκι, κοιμήσου, άφησε να σε νανουρίσω, πιές, πιές μωρό μου το δηλητηριασμένο ελιξίριο. Θα δεις πως θα διασκεδάσεις μέσα στην τσουλήθρα του πισινού μου όταν θα σαπίσεις από τα δηλητήρια και θα σκάσεις σαν ποντικός των υπονόμων. Θάνατος! Θάνατος!

Στο τέλος ανίκανη, νικημένη, απογοητευμένη, μα έχοντας το πάρει απόφαση πια, μ' άφησε να γλιστρήσω ζωντανή στη ζωή, όπως αφήνεις να γλιστρήσει η κόπρος. Και το μικρό κοριτσάκι-κόπρος που έφτανε αργά, με το πρόσωπο μπροστά, προς το φώς που έβλεπε εκεί πέρα από το βάθος του υγρού διαδρό­μου, στην άκρη της σήραγγας, τι επρόκειτο να του συμβεί εκεί έξω που τόσο το κακομεταχειριστήκανε; Πες μου, μάνα, τό 'ξερες πως το έσπρωχνες στην τρέλα; Δεν το υποψιάστηκες ποτέ;
Αυτό που ονόμασα κακοήθεια της μάνας μου δεν ήτανε γιατί θέλησε να ρίξει το παιδί (υπάρχουν στιγμές που μια γυ­ναίκα δεν είναι ικανή να κάνει παιδί, που δεν μπορεί να το αγαπήσει όσο πρέπει), η κακοήθεια της ήτανε αντίθετα που δεν εξετέλεσε τη βαθύτερη επιθυμία της, που δεν απόβαλε όσο ήταν ακόμα καιρός, κι έπειτα εξακολούθησε να χύνει το φαρ­μάκι του μίσους της πάνω μου, ενώ κουνιόμουνα μέσα της και στο τέλος να μου διηγηθεί το τιποτένιο της έγκλημα, όλες της τις απόπειρες τού φόνου. Θά 'λεγε κανείς πως, επειδή τότε δεν το πέτυχε, το ξαναεπιχειρούσε δεκατέσσερα χρόνια αργότερα σίγουρη πια και χωρίς να διακινδυνεύει η ίδια.(….)
Αρκετά χρόνια μετά ( και αφού μεσολαβήσουν συγκλονιστικές καταδύσεις στο βυθό της αλήθειας και της ψυχής της) η μητέρα της γερνά, αρρωσταίνει, κατεβαίνει από τον απρόσιτο θρόνο της, Η αφηγήτρια την κρατά καιρό μαζί της στο σπίτι της , όπου ζει πια με τον άντρα και τα παιδιά της, αλλά μην αντέχοντας τα βάσανα που εξακολουθεί να περνά μαζί της, τη στέλνει στον αδελφό της:

« Την επομένη, θα 'ταν περίπου μεσημέρι, ήρθε ένας φίλος στο δωμάτιο που δούλευα. Έβαλε το χέρι του στον ώμο μου και μου είπε αδέξια, γιατί δεν ήτανε και πολύ εύκολο να μου πει αυτό. «Η μητέρα σου πέθανε. Τηλεφωνήσανε για να σε ειδοποιήσουν».
Πέθανε η μητέρα! Ο κόσμος γκρεμίζεται!
(…)
Πέθανε ή μάνα μου! Ο κόσμος είναι τρελός! Ήρθε η ώρα της Αποκάλυψης!
Στο δρόμο έκανε κρύο, μα είχε ήλιο, πολύ ήλιο.
Αυτούς όλους δε θα τους ξαναδώ. Δε θα πάω ούτε στην κηδεία, ούτε στο νεκροταφείο. Αρνούμαι για μια φορά ακόμα να πάρω μέρος στις κωμωδίες τους. Τέλος και για πάντα.
Για τελευταίο Αντίο τους αφήνω την γκριμάτσα της φρίκης της μητέρας μου, μπροστά σε μια ζωή ψεύτικη από την αρχή ίσαμε το τέλος της, την καταβασανισμένη μάσκα που σκά­φτηκε στο πρόσωπο της από τους ακρωτηριασμούς που είχε υποστεί, τη μάσκα της Φρίκης.
(…)
Εκείνη είχε τελειώσει κι εγώ το ίδιο. Ήταν ελεύθερη κι εγώ το ίδιο. Είχε γιατρευτεί κι εγώ το ίδιο…








.