Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

" Όνειρο στο κύμα" στην Πειραιώς


 
Βαδίζοντας προς την ολοκλήρωση των εκδηλώσεών του, το Φεστιβάλ Αθηνών συνεχίζει τον κύκλο θεατρικών μονολόγων "Θέατρο σε πρώτο ενικό" με τον σκηνοθέτη και ηθοποιό Θανάση Σαράντο και την ομάδα "Ηθικόν Ακμαιότατον", που παρουσιάζουν σήμερα και αύριο, στον Χώρο Ε της οδού Πειραιώς, μια παράσταση αφιερωμένη στα 100 χρόνια από τον θάνατο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, με ένα από τα σπουδαιότερα διηγήματά του, το Όνειρο στο κύμα.
Πρόκειται για ένα διήγημα που δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 1900 στο περιοδικό Παναθήναια, στο οποίο περιγράφεται το γυμνό για πρώτη φορά στη νεοελληνική λογοτεχνία, μέσω της αφήγησης ενός άντρα που θυμάται τον πρώτο του έρωτα, που ένιωσε ως έφηβος βοσκός. Ο αφηγητής θυμάται με νοσταλγία την εποχή της νιότης του και τον ανολοκλήρωτο έρωτά του για την όμορφη Μοσχούλα.
Η παράσταση, στην οποία τον ρόλο του αφηγητή κρατά ο Θανάσης Σαράντος, κρυφοκοιτάζοντας τη δράση ανάμεσα στα δύο βασικά πρόσωπα, τον νεαρό βοσκό και τη λουόμενη Μοσχούλα, που εμφανίζονται δια μέσου των κινηματογραφικών προβολών, συνοδεύεται από τη μουσική και τους ήχους του Λάμπρου Πηγούνη, που δημιουργεί αφηγηματικά ηχοτοπία της ελληνικής φύσης και μουσική με κυρίαρχο όργανο την φλογέρα και αντηχήσεις από τη βυζαντινή μουσική.
Στις κινηματογραφικές προβολές εμφανίζονται οι ηθοποιοί Kαλλιόπη Σίμου και Μιχάλης Θεοφάνους, ενώ τα σκηνικά και τα κοστούμια επιμελείται η Εύα Μανιδάκη.




ΠΗΓΗ: εφημερίδα ΑΥΓΗ



Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2011

Δεν φτάνουν επιτέλους όσα ερωτηματικά υπάρχουν στη ζωή μας;


      Παναγώτης  Κουσαθανάς

            (Μύκονος, 03-07-1945)




 Ποιητής, πεζογράφος, δοκιμιογράφος. Σπούδασε αγγλική και ελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάστηκε επί 20ετία ως καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει 25 βιβλία με ποιήματα, διηγήματα, κείμενα για τον πολιτισμό και την ιστορία του γενέθλιου τόπου του και έχει μεταφράσει αγγλόφωνη ποίηση. Το πρώτο βιβλίο του "Συρραφή ονείρων" (ποιήματα, 1980) έχει τιμηθεί με το Βραβείο Μαρίας Περ. Ράλλη, τα "Παραμιλητά" Α΄, (Κείμενα για τον πολιτισμό και την ιστορία της Μυκόνου, Ίνδικτος 2002) με το Κρατικό Λογοτεχνικό Βραβείο Χρονικού-Μαρτυρίας, και οι "Λοξές ιστορίες που τελειώνουν με ερωτηματικό" . Τελευταία του βιβλία: "Μυζήθρα, Ζυμήθρα" (ΚΔΕΠΑΜ & Εκδ. Στεφανίδη)και "Τα Ποιήματα (1966-1994)και τέσσερεις αναπλάσεις" , «Αξιοσημείωτες συναντήσεις»

ΛΟΞΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΤΕΛΕΙΩΝΟΥΝ ΜΕ ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΟ

«Μυθ-ιστορίες» αποκαλεί ο συγγραφέας τα είκοσι ένα διηγήματα, προφανώς για να ορίσει το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένα. Ιστορίες για τον Χρόνο, για τα όσα σβήνει, αλλάζει, καταργεί ή αφήνει ανέγγιχτα. Ιστορίες ειρωνικές, ρεαλιστικές, τρυφερές.
 Με μια λιτή αφήγηση η διεισδυτική και ελαφρώς ειρωνική ματιά του Παναγιώτη Κουσαθανά  περνάει μέσα από τα  εξωτερικά συμβάντα και τις συμπεριφορές και  τελικά εστιάζει στον «μέσα» άνθρωπο προσεγγίζοντας με κατανόηση, καλοσύνη, αλλά και ανατρεπτική διάθεση τα «ατοπήματά» του. Η γλώσσα λιτή, άμεση  και ανυπόταχτη, θα τολμούσα να πω, αφήνει τις λέξεις  λεύτερες από  προστακτικά σημεία στίξης ,να κατανοηθούν κατά το δοκούν από τον αναγνώστη : εντύπωση μας προκαλεί ο  τολμηρός τρόπος που παίζει με τη στίξη, επιφυλάσσοντας ιδιαίτερη μεταχείριση στο ερωτηματικό  ( το βάζει και στην αρχή και στο τέλος της ερωτηματικής του φράσης )  και αρνείται την  συνεπικουρία των κομμάτων.
Γενικά ανατρέπει τις βεβαιότητές μας σε όλα τα επίπεδα!
Ίσως και με την κατάργηση των σημείων στίξης αυτό ήθελε να δείξει, την απελευθέρωση από όρια, βεβαιότητες, σύνορα και «πρέπει»….

Και οι ήρωές του – άλλωστε - είναι άνθρωποι χωρίς βεβαιότητες  ( όπως θα’ ταν καλύτερα να’ μασταν όλοι μας, ίσως…)

 Ο Κουσαθανάς λοιπόν, μας γνωρίζει την αρχαιολόγο που στοχάζεται τη φθορά, τον μονόχνωτο υδροφοβικό που πεθαίνει από ακράτεια, τον 50άρη που δεν θέλει να κλειστεί στο μεσόκοπο καβούκι του, τον ποιητή που δεν βρίσκει ατάκα να κλείσει το ποίημα του, τον εκτροφέα κοτόπουλων που δεν μπορεί να συνηθίσει να σφάζει, τους «ευεργέτες» του τόπου που αλληλολοιδορούνται, αλλά και τον εαυτό του (σε μερικές εξομολογητικές ιστορίες), που ζει τη ματαιότητα των πραγμάτων αλλά δεν μπορεί να τη δαμάσει.
 Με αναφορές στη Μυκονιάτισσα Μέλπω Αξιώτη, στον Σεφέρη, στον Γονατά, στον Εγγονόπουλο, στον Τσέχωφ, στον Πεσσόα, στον Ίμρε Κέρτες κ.ά, περιγράφει έκκεντρα γεγονότα του βίου τους ή πράξεις γενναίες και άχρηστες, ως αφορμές για υπαρξιακά ερωτήματα. Ερωτήματα που λειτουργούν και ως προτάσεις για μια διαφορετική θέαση του κόσμου.




Τον περασμένο Μάιο του απονεμήθηκε το Κρατικό βραβείο διηγήματος για τις  
 « ΛΟΞΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΤΕΛΕΙΩΝΟΥΝ ΜΕ ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΟ»






Ξεχώρισα το διήγημα  «ΑΫΠΝΙΕΣ» :
                       
Ο Μ. είχε μείνει ξάγρυπνος όλη τη νύχτα προσ­παθώντας να βρει μιαν απάντηση στην προτελευταία αράδα του ποιήματος του πού ρωτούσε ούτε λίγο ούτε πολύ «;τί είναι αλήθεια;» Μήνες τώρα τον απασχο­λούσε αυτό το ποίημα τον είχε πολύ παιδέψει του είχε ροκανίσει πολύτιμο χρόνο και το αποτέλεσμα πενιχρότατο. Δεν πήγαινε άλλο- έπρεπε να δοθεί ένα τέλος σ' αυτή την κατάσταση το συντομότερο να μπει επιτέλους στο ποίημα το ευλογημένο σημαδάκι η τελεία που βάζει φρένο στο φρούμασμα του ποιητή και συχνά συχνότατα μας προστατεύει από κουτρουβάλες και γκρεμοτσακίσματα ή τουλάχιστο δί­νει την εντύπωση ότι σαν άπαρτο οχυρό μας προσ­τατεύει από ρεσάλτα κι επελάσεις.
Ξημέρωνε κι ο Μ. προσπαθούσε ξαπλωμένος να βγάλει διά του απόντος ύπνου όσο γινόταν πιο πολλά φωτοαντίγραφα θανάτου ;πώς αλλιώς να περιγράψει κανείς το μαρτύριο της αϋπνίας παρά με μιαν εντυ­πωσιακή φράση; 
Τέλος σηκώθηκε τσαλάκωσε ασυν­αίσθητα την τελευταία μουντζουρωμένη σελίδα την έχωσε στην τσέπη και βγήκε έξω να πάρει μιαν ανάσα· για ώρες γύριζε άσκοπα εδώ κι εκεί. Ήταν καλοκαίρι κι ο ήλιος έκαιγε· περνώντας από την αμμουδιά γδύθηκε κι έπεσε στο δροσερό νερό μήπως και λαμπικάρει το θολωμένο μυαλό του βγήκε και ξαναμπήκε στη θάλασσα πολλές φορές ώσπου άρχισε πια να σουρουπώνει το μυαλό όλη την ώρα κολλη­μένο σ' εκείνη την προτελευταία αράδα «;τί είναι αλήθεια;» «;ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ;» 
 Με βαριά καρδιά αποφάσισε τέλος να γυρίσει στο σπίτι. Έξω στον δρόμο ένα τσούρμο αγόρια και κορίτσια είχαν ανάψει μια φωτάρα και παράβγαιναν με χαρές και γέλια πη­δώντας από πάνω της· θυμήθηκε ότι ήταν του Άι-Γιάννη του Φωταριστή ή Λαμπαδιστή έχωσε το χέρι στην τσέπη βρήκε το τσαλακωμένο χαρτί και χωρίς να το κοιτάξει το πέταξε στη φωτιά" έβγαλε τόσο καπνό στην αρχή πού θόλωσαν τα μάτια του και κόν­τευε να πνιγεί" σε λίγο οι φλόγες φούντωσαν σαν να 'χε πετάξει ολόκληρο δεμάτι από ξερά χαμόκλαδα μέσα" τον έπιασε μια ασυγκράτητη επιθυμία ν' αρχί­σει κι αυτός να πηδάει πάνω από τη φωτιά αλλά δεν βρήκε το κουράγιο μπήκε βιαστικά στο σπίτι χωρίς ν' ανάψει το φως κι έκλεισε την πόρτα η αναλαμπή της φωτιάς μπαίνοντας από το παράθυρο χόρευε πάνω στους άσπρους τοίχους" σωριάστηκε βαρύς στην πο­λυθρόνα του γραφείου του τράβηξε από το ράφι μια λευκή σελίδα και πήρε την πένα" το λευκό χαρτί έβγαζε σαν τούς τοίχους παράξενες ανταύγειες στο σκοτάδι.
Σε λίγο σταμάτησαν οι φωνές των παιδιών και μόνο το τρίξιμο της φωτιάς σχεδόν απειλητικό έφτανε στ' αφτιά του. Κατάλαβε άλλη μια άυπνη νύχτα άλλη μια νύχτα με φωτοαντίγραφα ;μήπως η δικιά του δεν ήταν μια ζωή αγρύπνιας; κι άλλωστε ;γιατί να χολοσκά; ούτε ο ίδιος ο Θεός μπόρεσε ν' απαν­τήσει όταν ρωτήθηκε «;τί είναι αλήθεια;» θα 'ταν αφελής αν φανταζόταν ότι αυτός ένας ποιητής θα 'βρισκε την απάντηση (όχι δεν στόχευε τόσο ψηλά) μια εύστοχη μια εντυπωσιακή ποιητική ατάκα μόνο έψαχνε να βρει ταιριαστή στο ύψος και το μεγαλείο της ερώτησης και τίποτε πέραν τούτου στο μεταξύ το λευκό χαρτί πάνω στο γραφείο σβήνοντας ανά­βοντας σαν φάρος ή ηλεκτρονικό ρολόι που περιμέ­νει να ρυθμίσεις την ώρα του συνέχιζε να εκπέμπει τις ανταύγειες του πήρε αποφασιστικά το μολύβι ξανάγραψε πάνω πάνω την ερώτηση που τον είχε τόσο καιρό βασανίσει κι έβαλε μια τελεία στιγμή ακριβώς μετά από το ερωτηματικό: «;.» ;
Πού ξα­νακούστηκε τελεία ακριβώς μετά από ένα ερωτη­ματικό; χωρίς άλλο θα το εκλάβουν ως τυπογραφική αβλεψία όταν εκδοθεί η συλλογή του το ξέρει μα δεν τον νοιάζει φτάνει που το θαυματουργό σημαδάκι η τελεία τον έσωσε και πάλι από το γκρεμοτσάκισμα φτάνει που νιώθει ξανά σαν πολεμιστής που κρατά γερά την ασπίδα του θα 'λεγε το κοντάρι. Ξα­πλώνει με τα ρούχα στο αναστατωμένο κρεβάτι και προτού έρθει γλυκά να τον πάρει ό ύπνος πανευτυχής σκέφτεται ότι τώρα γνωρίζει όχι μόνο το περιεχό­μενο του επόμενου ποιήματος του που θα 'ναι άλλωσ­τε και το τελευταίο αλλά και τον τίτλο του «Ωδή στην Τελεία Στιγμή» θα 'ναι ο τίτλος του και θα ακολουθεί ένα τετράστιχο με τελείες τελείες τελείες ανομοιοκατάληκτο το δίχως άλλο είναι λάθος ότι η τελεία είναι μία υπάρχουν τελείες και τελείες όπως υπάρχουν αλήθειες κι αλήθειες ψέματα και ψέματα ;όσο για τ' άλλα σημεία της στίξης; τα κόμματα δεν ξέρεις τι είδους σκουντούφλες θα σου ξετρυπώσουν τα θαυμαστικά σου φέρνουν στο μυαλό στόματα κεχηνότων η άνω και η κάτω τελεία δείχνει ασυγχώ­ρητη έπαρση («—Βουλώστε το όλοι σας κι ακούστε εμένα τι θα σας πω») τα αποσιωπητικά προϋποθέτουν μιαν ολική συσκότιση ;αν πεις και για το ερω­τηματικό; δεν είναι παρά ένας εύσχημος τρόπος πα­ραδοχής της άγνοιας και ήττας μας κάποτε μά­λιστα και σκέτη ρητορική υποκρισία αγνοούμε δήθεν την απάντηση ενώ βαθιά μέσα μας είμαστε βέβαιοι ότι μόνο εμείς (άντε ίσως και μερικοί ακόμη έξυπνοι σαν κι εμάς) την κατέχομε κι άλλωστε νισάφι πια ;δεν φτάνουν επιτέλους όσα ερωτηματικά υπάρχουν στη ζωή μας; ;είναι ανάγκη κάθε τρεις και λίγο να τα χρησιμοποιούμε και στον λόγο μας τον γραφτό;

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Για τους ….αμετανόητους της Λογοτεχνίας της Θεωρητικής κατεύθυνσης κάλλιστα αυτό το διήγημα θα μπορούσε να δοθεί για παράλληλη ανάγνωση με τα «Αντικλείδια» του Γιωργή Παυλόπουλου!






  



Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2011

Χόρχε Μπουκάι


Ο Χόρχε Μπουκάι (Jorge Bucay) γεννήθηκε το 1949 στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής. Γιατρός και ψυχοθεραπευτής της σχολής Γκεστάλτ, ειδικεύτηκε στη θεραπεία των νοητικών ασθενειών εργαζόμενος αρχικά σε νοσοκομεία και κλινικές και, εν συνεχεία, δίνοντας διαλέξεις σε ιδρύματα, κολέγια, θέατρα, καθώς και σε ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς. Όταν αποφάσισε να ασχοληθεί και με τη συγγραφή, είδε περισσότερα από δώδεκα βιβλία του να μεταφράζονται σε -τουλάχιστον- είκοσι μία γλώσσες και να τοποθετούνται πρώτα στις λίστες των ευπώλητων κάθε χώρας. Εργάζεται ως ψυχοθεραπευτής ενηλίκων, ζευγαριών και κοινωνικών ομάδων. Τα βιβλία του έχουν πουλήσει περισσότερα από 2 εκατομμύρια αντίτυπα σε όλο τον κόσμο. Ζει στα προάστια του Μπουένος Άιρες με τη γυναίκα και τα δύο του παιδιά του.
Ίσως τον γνωρίσουμε καλύτερα μέσα από αποσπάσματα δύο συνεντεύξεών του:
Από συνέντευξη στον  Ιωάννη  Πιπίνη, στο americalatina.com


 
Πολλοί ρωτούν, είστε ένας συγγραφέας ή ένας θεραπευτής;

Εγώ είμαι ένας θεραπευτής που γράφει. Συγγραφέας είναι κάτι άλλο. Συγγραφέας είναι κάποιος ο οποίος έχει ένα λογοτεχνικό χάρισμα, που έχει την τέχνη της λογοτεχνίας, που είναι ικανός να καθίσει μπροστά από έναν υπολογιστή, να περιμένει να του έρθει έμπνευση και αυτή η έμπνευση να του δώσει λόγια για να γράψει. Εγώ ποτέ δεν κάθομαι να γράψω αν πρώτα δεν έχω σκεφτεί τι θα γράψω.

Οι Έλληνες αναγνώστες έχουν κάτι διαφορετικό από όσους έχετε γνωρίσει;

Εγώ νομίζω ότι δεν είμαστε τόσο διαφορετικοί. Πιστεύω ότι θα μας άρεσε να είμαστε πιο διαφορετικοί, αλλά νομίζω ότι τα βιβλία μπορούν να μεταφράζονται και να πωλούνται σε πολλές χώρες επειδή μας συμβαίνουν τα ίδια πράγματα. Μας πονάνε τα ίδια πράγματα. Και η Ελλάδα με τη Λατινική Αμερική έχουν πολλά κοινά. Θέλω να πω, σε πολλούς τομείς μας συμβαίνουν τα ίδια πράγματα. Εγώ έφθασα στην Ελλάδα με τις διαδηλώσεις των σπουδαστών (για το θλιβερό επεισόδιο με τον θάνατο του μαθητή πριν από έναν χρόνο) και έβλεπα αυτά που συνέβαιναν στους δρόμους, και έβλεπα τους νέους και θυμόμουν πολύ από αυτά που συμβαίνουν στις δικές μας αγαπημένες πατρίδες. Ο ίδιος τρόπος διαμαρτυρίας, η ίδια μορφή, η ίδια στάση.  

Ο κόσμος πάντα ψάχνει την ευτυχία. Τι σημαίνει για εσάς ευτυχία; Πως μπορούμε να την κατακτήσουμε;

Κατ αρχήν η ευτυχία είναι κάτι που συμβαίνει από μέσα προς τα έξω και όχι από έξω προς τα μέσα. Θέλω να πω, δεν είναι κάτι που έχει να κάνει με αυτά που κάποιος πετυχαίνει να κάνει, αλλά έχει να κάνει με την εσωτερική ηρεμία που κάποιος έχει στη ζωή του.

Για μένα η ευτυχία κατακτάται συνειδητοποιώντας τι νόημα έχει η ζωή σου. Αυτό σημαίνει γιατί ζεις πραγματικά, τι δραστηριότητες έχεις, η ζωή δεν είναι απλά ένα πέρασμα που συμβαίνει πέρα από την δική μου επιθυμία, αλλά κάτι που έχει να κάνει με τα πράγματα που εγώ κάνω.

Όταν εγώ αισθάνομαι ότι συμπορεύονται ο δρόμος μου με τον σκοπό μου, τότε γαληνεύω. Και αυτήν την γαλήνη εγώ την αποκαλώ ευτυχία.


Από συνέντευξη στο Σταύρο Θεοδωράκη, στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ»

Τι σημαίνει δάσκαλος; Ένας πολιτικός μπορεί να είναι δάσκαλος;

Όλοι είναι δάσκαλοι σε κάποιο θέμα και αδαείς σε άλλα θέματα. Κάποιος μπορεί να είναι άριστος επαγγελματίας αλλά ανώριμος στην αγάπη. Μπορεί να είναι πολύ έξυπνος για να κάνει αριθμητικές πράξεις, αλλά να μην ξέρει πώς να συμβουλεύσει κάποιον φίλο. Σε κάποια πεδία αναπτυσσόμαστε περισσότερο ενώ σε κάποια άλλα παραμένουμε αδαείς. Το πρόβλημα δεν είναι αυτό. Το να μη γνωρίζεις δεν είναι ντροπή. Το πρόβλημα είναι να πιστεύεις ότι τα γνωρίζεις όλα.

Ένας που νιώθει δάσκαλος μπορεί να δεχθεί να είναι ταυτόχρονα και μαθητής;

Όταν ο δάσκαλος είναι τόσο αλαζόνας, ώστε να πιστεύει ότι δεν υπάρχει τίποτε πια να μάθει, δεν είναι δάσκαλος, είναι ηλίθιος. Πραγματικός δάσκαλος είναι εκείνος που μπορεί να μάθει ακόμα κι απ΄ αυτούς που γνωρίζουν λιγότερα.

Αληθεύει ότι είχατε δυο παππούδες που σας έλεγαν ιστορίες;


Σωστά, έπρεπε να τους είχα αναφέρει. Επίσης, τον πατέρα μου. Ο πατέρας μου δεν έλεγε ιστορίες, δεν κατάφερε καν να τελειώσει το δημοτικό, αλλά είχε μια σχέση λατρείας με τα βιβλία. Είναι σαν το πιάνο που κάποιοι δεν το αποκτούν ποτέ και τελικά το κάνουν δώρο στα παιδιά τους. Ο πατέρας μου πάντα έλεγε σε μένα και στον αδερφό μου ότι σε αυτό το σπίτι δεν υπάρχουν λεφτά για ηλεκτρικά παιχνίδια ούτε για καινούργια ρούχα. Παίρνουμε από τα ξαδέρφια, τα προσέχουμε έτσι ώστε να τα επιστρέψουμε στα πιο μικρά ξαδέρφια μας, αλλά πάντα υπάρχουν χρήματα για βιβλία. Αρκούσε να ζητήσουμε ένα βιβλίο και ο πατέρας μου ρωτούσε πώς λέγεται και πού το πουλάνε.

ποιοι είναι οι  νευρωτικοί ;

O οπισθοδρομικός νευρωτικός ζει σκεφτόμενος τι ωραία που θα ήταν αν είχα γεννηθεί αδύνατος, τι ωραία που θα ήταν αν το αφεντικό μου είχε πεθάνει και εγώ είχα προαχθεί... Και οι εμπροσθοδρομικοί νευρωτικοί ζουν με τη σκέψη τι ωραία που θα είναι όταν θα είμαι πλούσιος, τι ωραία που θα είναι όταν μου δώσουν το Πούλιτζερ... Αλλά, υγεία για εμάς τους ψυχοθεραπευτές της Γκεστάλτ είναι να μπορεί κανείς να νιώθει τι όμορφη που είναι η ζωή του σήμερα. Τι ωραία που είναι να είμαι ζωντανός τώρα!


Ένα απόσπασμα από το βιβλίο του « Ιστορίες να σκεφτείς» 

"Αυτή είναι η ιστορία ενός ανθρώπου τον οποίο εγώ θα χαρακτήριζα ερευνητή ...

Ερευνητής είναι κάποιος που ψάχνει,  όχι απαραιτήτως κάποιοις που βρίσκει.

Ούτε είναι κάποιος που ξέρει στα σίγουρα τι είναι αυτό που ψάχνει. Είναι, απλώς, κάποιος για τον οποίο η ζωή αποτελεί μια αναζήτηση.

Μια μέρα, ο ερευνητής διαισθάνθηκε ότι έπρεπε να πάει προς την πόλη του Καμίρ. Είχε μάθει να δίνει μεγάλη σημασία στα προαισθήματα του, που πήγαζαν από ένα μέρος δικό του μεν, άγνωστο δε.

Μετά από δύο μέρες πορείας στους σκονισμένους δρόμους, διέκρινε από μακριά το Καμίρ. Λίγο πριν φτάσει στο χωριό, του τράβηξε την προσοχή ένας λόφος, δεξιά από το μονοπάτι. Ήταν σκεπασμένος από υπέροχη πρασινάδα και γεμάτος με δέντρα, πουλιά και μαγευτικά λουλούδια. Τον περιτριγύριζε κάτι σαν μικρός φράχτης φτιαγμένος από βαμμένο ξύλο.

Μια μπρούντζινη πορτούλα τον προσκαλούσε να μπει.

Ξαφνικά, αισθάνθηκε να ξεχνά το χωριό και υπέκυψε στην επιθυμία του να ξαποστάσει για λίγο σ' εκείνο το μέρος.

Ο ερευνητής πέρασε την είσοδο κι άρχισε να βαδίζει αργά δίπλα στις λευκές πέτρες που ήταν τοποθετημένες ανάκατα ανάμεσα στα δέντρα.

Άφησε το βλέμμα του να ξαποστάσει σαν την πεταλούδα, σε κάθε λεπτομέρεια του πολύχρωμου αυτού παραδείσου.

Τα μάτια του, όμως, ήταν μάτια ερευνητή, κι ίσως γι' αυτό ανακάλυψε εκείνη την επιγραφή πάνω σε μια απ' τις πέτρες: Αμπντούλ Ταρέγκ: έζησε 8 χρόνια, 6 μήνες, δύο εβδομάδες και 3 μέρες.

Τρόμαξε λίγο συνειδητοποιώντας ότι εκείνη η πέτρα δεν ήταν απλώς μια πέτρα: ήταν μια ταφόπλακα.

Λυπήθηκε όταν σκέφτηκε ότι ένα παιδί τόσο μικρής ηλικίας ήταν θαμμένο σ' εκείνο το μέρος.

Κοιτάζοντας γύρω του, ο άνθρωποις ότι και η διπλανή πέτρα είχε μια επιγραφή. Πλησίασε να τη διαβάσει. Έλεγε:Γιαμίρ Καλίμπ: έζησε 5 χρόνια, 8 μήνες και 3 εβδομάδες.

Ο ερευνητής αισθάνθηκε φοβερή συγκίνηση.

Αυτό το πανέμορφο μέρος ήταν νεκροταφείο, και κάθε πέτρα ήταν ένας τάφος.

Μία μία, άρχισε να διαβάζει τις πλάκες.

Όλες είχαν παρόμοιες επιγραφές: ένα όνομα και τον ακριβή χρόνο ζωής του νεκρού.

Αλλά αυτό που τον τάραξε περισσότερο ήταν η διαπίστωση ότι ο άνθρωπος που είχε ζήσει τον πιο πολύ καιρό, μόλις που ξεπερνούσε τα έντεκα χρόνια ...

Νικημένος από μια αβάσταχτη θλίψη, έκατσε κι άρχισε να κλαίει.

Ο φύλακας του νεκροταφείου που περνούσε από εκεί τον πλησίασε.

Τον κοίταξε να κλαίει για λίγο σιωπηλός, και μετά τον ρώτησε αν έκλαιγε για κάποιον συγγενή.

«Όχι, για κανέναν συγγενή» είπε ο ερευνητής. «Τι συμβαίνει σ' αυτό το χωριό; Τι πράγμα φοβερό έχει αυτός ο τόπος; Γιατί έχει τόσα πολλά νεκρά παιδιά θαμμένα σ' αυτό το μέρος; Ποια είναι η τρομερή κατάρα που βαραίνει αυτούς τους ανθρώπου; και τους έχει υποχρεώσει να φτιάξουν ένα νεκροταφείο για παιδιά:»

Ο ηλικιωμένος χαμογέλασε και είπε:

«Μπορείτε να ηρεμήσετε. Δεν υπάρχει τέτοια κατάρα. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι εδώ έχουμε ένα παλιό έθιμο. Θα σας εξηγήσω ...

»Οταν ένας νέος συμπληρώνει τα δεκαπέντε του χρόνια, οι γονείς του του χαρίζουν ένα τετράδιο όπως αυτό που έχω εδώ, για να το κρεμάει στο λαιμό. Είναι παράδοση στον τόπο μας. Από τη στιγμή εκείνη κι έπειτα, κάθε φορά που κάποιος απολαμβάνει έντονα κάτι, ανοίγει το τετράδιο και σημειώνει:

Στα δεξιά, αυτό που απόλαυσε.

Στ' αριστερά, πόσο χρόνο κράτησε η απόλαυση.

»Εστω ότι γνώρισε μια κοπέλα και την ερωτεύτηκε. Πόσο κράτησε το μεγάλο αυτό πάθος και η χαρά της γνωριμίας τους; Μια εβδομάδα; Δύο; Τρεις και μισή:»

»Και μετά, η συγκίνηση του πρώτου φιλιού, η θαυμάσια ευχαρίστηση του πρώτου φιλιού ... Πόσο κράτησε; Μόνο το ενάμισι λεπτό του φιλιού; Δύο μέρες; Μια εβδομάδα;

»Και η εγκυμοσύνη, και η γέννηση του πρώτου παιδιού;

»Και ο γάμος των φίλων;

»Και το ταξίδι που πάντα ήθελε;

»Και η συνάντηση με τον αδελφό που γυρίζει από μια μακρινή χώρα;

»Πόσο κράτησε στ' αλήθεια η απόλαυση αυτών των αισθήσεων;

»Ώρες; Μέρες;

Έτσι , συνεχίζουμε να σημειώνουμε στο τετράδιο κάθε λεπτό που απολαμβάνουμε ... Κάθε λεπτό.

»Οταν κάποιοιος πεθαίνει, έχουμε τη συνήθεια να ανοίγουμε το τετράδιό του και να αθροίζουμε το χρόνο της απόλαυσης για να τον γράψουμε πάνω στον τάφο του. Γιατί αυτός είναι για εμάς ο μοναδικός και πραγματικός χρόνος ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΖΗΣΕΙ»