Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

Μανώλης Αναγνωστάκης αυτοβιογραφούμενος

Την Τρίτη 21 Ιουνίου κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη ένα βιβλίο-αναφορά στον μεγάλο ποιητή μας Μανώλη Αναγνωστάκη με τίτλο "Είμαι αριστερόχειρ ουσιαστικά".

Πρόκειται για ένα εγκόλπιο βιοπορείας και θέσεων του ολιγογράφου ποιητή, που έφυγε από τη ζωή το 2005. Μια αυτοπροσωπογραφία 99 σελίδων σε μονόλογο,  στηριζόμενη σε συνέντευξη του Μανόλη Αναγνωστάκη στον τότε «άγνωστο δημοσιογράφο, με ανεκδήλωτες ακόμη λογοτεχνικές τάσεις» Μισέλ Φάις. Χρειάστηκαν δύο επισκέψεις στο σπίτι του ποιητή, στην Πεύκη, στις 4 και 9 Νοεμβρίου 1992.

Την έκδοση την προλογίζει ο δημοσιογράφος και ποιητής Παντελής Μπουκάλας και το επίμετρο ανήκει δικαιωματικά στον Μισέλ Φάις.

 

Στο βιβλίο «ακούει» κανείς τον ποιητή να σχολιάζει µε ειρωνεία αλλά και επιείκεια, τις αδυναµίες των πλέον προβεβληµένων ποιητών όπως και την παθολογία της Αριστεράς. Ειδικότερα όμως για τον σημερινό αναγνώστη που αμφισβητεί ή και απορρίπτει τους πολιτικούς, το πιο ενδιαφέρον σε τούτη την εξομολόγηση είναι ίσως ο τρόπος µε τον οποίο ο Αναγνωστάκης συσχετίζει την πολιτική µε την ηθική, καθώς και το προσωπικό του παράδειγμα για το τι σηµαίνει πολιτική στην κουλτούρα και κουλτούρα στην πολιτική.
Εξαιρετικό βιβλίο!
Ξεχώρισα μερικά απ’ όσα διάβασα:


Ο πρόλογος από τον Παντελή Μπουκάλα:
«Όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα»


1925-2005, Θεσσαλονίκη-Αθήνα, Ιατρι­κή, Αντίσταση — Εμφύλιος — καταδίκη σε θάνατο για «παράνομη πολιτική δρά­ση» — συμμετοχή στον αντιδικτατορικό αγώνα — διαρκής πολιτική παρουσία στον χώρο της ανανεωτικής αριστεράς, ποίη­ση και κριτικό δοκίμιο: σ' αυτές τις λέ­ξεις-σήματα, μαζί και στο αχώριστο για τον ίδιο ζεύγος ηθική-πολιτική, θα εδρα­ζόταν πιθανόν όποιος ήθελε να συνοψίσει τον βίο του Μανόλη Αναγνωστάκη, αν βέβαια συνοψίζεται ο βίος ενός ανθρώπου, και μάλιστα ενός ανθρώπου που, ανακεφαλαιώνοντας ο ίδιος την πορεία του και τη διαρκή αίρεση της, παρέδωσε το πόρισμα-παράδειγμα: «Γηράσκω αεί αναθεωρών».(…)
Η ποίηση του Αναγνωστάκη δεν υπήρ­ξε σπουδαία επειδή, και μόνο, υπήρξε αριστερή, και μάλιστα αιρετική (πάντως όχι «της ήττας», αυτό το αποσαφηνίζει ο ίδιος και στη συνέντευξη του που ακο­λουθεί). Η αξία της δεν είναι εξ αντανα­κλάσεως ή δοτή, δεν είναι δάνειο από το υψηλό ιδεολογικό του φρόνημα. Οι λέξεις του δεν σκιάστηκαν και δεν χειραγωγή­θηκαν από κάποιας μορφής εξωλογοτε­χνικό χρέος, και οι ρυθμοί του δεν ανα­χαιτίστηκαν από κάποια δεσποτική πολιτική δέσμευση ή οφειλή. (…..)

«Αμέτοχος και ουδέτερος παρατηρητής» δεν έμεινε ποτέ ο Αναγνωστάκης. Την τέχνη του πολίτη, την τέχνη του πολίτη-ποιητή, την άσκησε διά βίου, εν λόγω και έργω. Τα ποιήματα του δεν προορίζονταν να υπάρξουν σε κλειστά δωμάτια και να εξατμιστούν εκεί. Ο άνθρωπος που τα 'φτιαξε, με γλώσσα χυμώδη μέσα στην οικονομία της, δεν τα υποδύθηκε. Τα λει­τούργησε. Και τα παρέδωσε σαν δοκίμια ηθικής («ύστερα από τον Καβάφη, κα­νένας άλλος ποιητής δεν αποδείχθηκε τόσο βαθιά και επίμονα μοραλιστής όσο ο Αναγνωστάκης», σημείωνε ο Δ. Ν. Μαρωνίτης στο βιβλίο του Ποιητική και πολιτική ηθική), όχι σαν το «κάτι άλλο» του εαυτού του, κάτι το εξωτερικό και τυχαίο, παρά σαν πάθος από το πάθος του.

Και ο Αναγνωστάκης αυτοβιογραφείται:


   ΕΙΜΑΙ ΑΡΙΣΤΟΡΟΧΕΙΡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ...

Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη το 1925, τον Μάρτιο, στις 9 Μαρτίου. Η οικογέ­νεια μου κατάγεται από την Κρήτη και ήρθαν μετά τη Μικρασιατική καταστρο­φή. Ο πατέρας μου ήταν γιατρός. Τα παιδικά μου χρόνια υπήρξαν καλά, αρκε­τά καλά. Τα πρώτα βιβλία που διάβασα, πολύ μικρός, ήταν τα παιδικά του Δημη­τράκου και του Ελευθερουδάκη — περί­φημα βιβλία της εποχής.

Μεγάλωσα όπως μεγαλώνουν όλα τα παιδιά στις αστικές οικογένειες. Η Θεσσαλονίκη τότε ήταν διαφορετική. Μικρό­τερη βέβαια, απλωμένη όμως, απλωμένη, με πολλούς ανθρώπους διαφόρων κατη­γοριών. Έλληνες, Εβραίοι, Τούρκοι, Βούλ­γαροι, Αρμένιοι – πολλοί/
Ήταν συνονθύ­λευμα η Θεσσαλονίκη την εποχή εκείνη. Ζούσαμε σε μια συνοικία Εβραίων. Θυ­μάμαι πως δεν με παίζαν, δεν με παίζαν γιατί δεν ήμουν Εβραίος — είναι μία μορ­φή ρατσισμού κι αυτή.
Ο πατέρας μου ήταν γιατρός. Δεν ήταν διανοούμενος, είχε όμως μανία με το διά­βασμα, μανία μεγάλη. Και ήθελε να μορ­φωθώ πολύ καλά, εγώ κι οι αδερφές μου. Μας έφερνε πολλά βιβλία στο σπίτι, παι­δικά βέβαια. Σιγά σιγά άρχισα να διαβά­ζω. Περισσότερο μετά από τον πόλεμο, σε ηλικία δεκατεσσάρων, δεκαπέντε χρο­νών.
Τότε έγραψα και τα πρώτα μου ποιή­ματα. Δεν μπορώ να πω ότι με επηρέασε κανένας(….)

Επειδή δεν γράφω συχνά, δεν υπάρχει κανένα παρασκήνιο στη συγγραφική μου δραστηριότητα. Δηλαδή δεν κρατώ ση­μειώσεις, ούτε ημερολόγια. Τα τελευταία χρόνια γράφω με τη γραφομηχανή μονά­χα, αποκλειστικά με τη γραφομηχανή, γιατί δυσκολεύομαι πάρα πολύ να γράψω με το χέρι. Φαίνεται, ας κάνουμε λίγο χιούμορ εδώ, ότι υπήρξα ένας αριστερόχειρ manque. Είμαι αριστερόχειρ ουσιαστικά. Όλα τα κάνω με το αριστερό χέρι. Εκτός από το γράψιμο, γιατί φαίνεται,μικρός όταν ήμουν, μου επέβαλαν να γρά­φω με το δεξί. Δεν μπορώ να γράψω εύ­κολα λοιπόν με το δεξί. Με το αριστερό καθόλου. Και, τώρα ιδίως που αρρώστη­σα, με το δεξί μου χέρι απλά χαράσσω. δεν μπορώ να γράψω καλά. Αναγκαστικά λοιπόν καταφεύγω στη γραφομηχανή.-Γράφω εκεί πέρα με τα δυο δάχτυλα το κείμενο και το βλέπω σαν τυπωμένο. Πά­λι καλά.
Τα ποιήματα μου δεν τα διορθώνω πο­λύ, όπως έρχονται τα γράφω. Κάνω μια ελαφριά διόρθωση, μερικές λέξεις, μερικές φράσεις ή τα εγκαταλείπω τελείως. Η εγκατάλειψη ενός ποιήματος σημαίνει ότι αυτό το ποίημα δεν μου αρέσει καθόλου. Το αφήνω τελείως. Έτσι στο αρχείο μου, ας πούμε, στο συρτάρι μου, δεν θα βρει κανείς ποιήματα μισοτελειωμένα ή ατε­λείωτα, δεν θα βρει τίποτα. Δεν υπάρχουν ποιήματα μου αδημοσίευτα. (….)

Το '71 ουσιαστικά σταματάει η ποιη­τική μου παραγωγή. Δεν γράφω καθόλου ποιήματα. Δεν αισθάνομαι την ανάγκη να γράψω ποιήματα, καθόλου. Συνεχίζω  όμως εντατικά την πνευματική μου προ­σφορά με δοκίμια, με άρθρα, με ορισμένες μελέτες, με πολιτική δράση — αυτό που εγώ θεωρώ δημόσια παρέμβαση.(….)

Κατά καιρούς μ' έχουν χαρακτηρίσει καθαρά πολιτικό ποιητή. Προσωπικά δεν νομίζω ότι είμαι πολιτικός ποιητής. Είμαι ερωτικός και πολιτικός μαζί. Συνδυάζο­νται αυτά τα δύο. Είναι η εποχή που τα συνδύαζε αυτά τα δύο. Δηλαδή δεν μπορούσε να είναι κανείς ερωτικός ποιητής, ξεχνώντας το πολιτικό πλαίσιο εκείνης της εποχής που ήταν φουντωμένα τα πολιτικά πάθη. Υπήρχε το πολιτικό στοιχείο μέσα, η έκφραση της πολιτικής, μέσα ατό μια ερωτική κατάσταση όμως. Δεν ξέρω αν το καταλαβαίνουμε αυτό το πράγμα εύκολα. Γι' αυτό αρνούμαι όλα αυτά περί «ποίησης της ήττας» και τα σχετικά. Δεν είναι ποίηση της ήττας. Είναι μια αγωνία για την εποχή, ένα άγχος για την εποχή. Όταν τελείωσε η εποχή , τελειώνει κι η ποίηση. Δεν μπορείς να γράφεις συνέχεια ποίηση. Δεν είμαι επαγγελματίας ποιητής (….)


Δεν ξέρω, μου φαίνεται δύ­σκολο να γράψει ποίηση ένας άνθρωπος σε μεγάλη ηλικία, όταν περνάνε από το φίλτρο του μυαλού του η εμπειρία, όλες οι σκέψεις του, όλα αυτά όταν περνάνε, δεν μπορεί. Θέλει αυθορμητισμό, θέλει κάτι έξω από τον εαυτό σου η ποίηση, και το λέω εγώ που από νέος έγραφα ποιή­ματα αυτοστοχαζόμενα και ποιήματα εγκεφαλικά. Έτσι είναι η ποίηση η πραγ­ματική.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο σταμάτησα κι εγώ νωρίς, έκοψα με την ποίηση. Σταμάτησα πολύ νωρίς διότι, όταν έρχεται η εμπειρία, όταν έρχονται οι ρυτίδες, η φλέβα, η ποιητική φλέβα στομώνει, στεγνώνει. Αυτά μπορούν να εκφραστούν διαφορετικά. Δηλαδή, ο πεζο­γράφος τα γράφει καλύτερα όσο ωριμάζει, σιτεύει το μυαλό του. Ένα μικρό παιδί, δεκαοχτώ χρονών, δεν μπορεί να είναι πεζογράφος. Ο ποιητής μπορεί να είναι δεκαοχτώ χρονών και να είναι ένας μεγά­λος ποιητής, να έχει όραμα. Προσωπικά θεωρώ τη νεότητα μεγάλο προτέρημα στην ποίηση, πολύ μεγάλο προτέρημα.


Από το επίμετρο του Μισέλ Φάις:
Ο ανά χείρας μονόλογος προέκυψε από μια μαγνητοφωνημένη συνομιλία που εί­χα με τον Μανόλη Αναγνωστάκη στο σπίτι του, στην Πεύκη, μοιρασμένη σε δύο επισκέψεις (4 και 9 Νοεμβρίου του 1992). Οι ερωτήσεις μου απαλείφθηκαν, ώστε τελικά να διαμορφωθεί ένα ρέον και απρόσκοπτο κείμενο.(…)
Με υποδέχτηκε η Νόρα Ανα­γνωστάκη. Ο Αναγνωστάκης καθόταν μπροστά στην τηλεόραση. Ήταν η εποχή που σπανίως έβγαινε από το σπίτι. «Τι έχουμε να πούμε;» με ρώτησε σαν να φυλ­λομετρούσε στίχους από τα χαμηλόφωνα, πικρά, γραμμένα μονοκονδυλιά ποιήματα της ωριμότητας του. Η κυρία Αναγνω­στάκη μας οδήγησε στο γραφείο του. Λι­τές βιβλιοθήκες, ξέχειλες από βιβλία και φακέλους. Του ζήτησα να τον φωτογρα­φίσω πριν αρχίσω να τον μαγνητοφωνώ(...)
Η παρούσα αφήγηση ανακεφαλαιώνει, αδρές  γραμμές, τα πεπραγμένα του ολιγογράφου ποιητή εντός και εκτός σε­λίδας. Διασώζοντας το άρωμα της προ­φορικής εξομολόγησης, στο «Είμαι αριστερόχειρ ουσιαστικά» παρεισφρέουν γνωστές, λιγότερο γνωστές και άγνωστες λεπτομέρειες της ποιητικής, πολιτικής και βιογραφικής διαδρομής του.
Η επίμονη αίσθηση μου και τότε και τώρα (έξι χρόνια από τον θάνατο του και δεκαεννέα από την αποτύπωση της φω­νής του) είναι ότι στον άνθρωπο που είχα απέναντι μου το γεγονός (όσο τραυματι­κό ή κακοφορμισμένο κι αν είναι) έχει ένα προβάδισμα, ένα αίσθημα υπεροχής από την ανάκληση του, από την ανάμνηση. Και επαγωγικά η ζωή (όσο μίζερη, άδικη ή ζοφερή κι αν είναι) είναι πιο γενναία, πιο θαλερή, πιο σαγηνευτική από την ανα­παράσταση της ή από την ερμηνεία της — ποιητικά) ή πολιτικώ τω τρόπω.
(….)
Γι' αυτό ο Αναγνωστάκης υπήρξε ένας σατιρικός λυρικός της διάψευσης (όχι «της ήττας»), ένας σωματικός ποιητής της πολιτικής πράξης" γι' αυτό σιώπησε όταν γύρω του όλα προέβαλλαν αβάστα­χτα νικηφόρα, αβάσταχτα αυτοεπιβεβαιωμένα, αβάσταχτα λαλίστατα — αβάστα­χτα ξένα της σαρκός που λαχταρά και θυμάται.

Να γνωρίσουμε λίγο τους συντελεστές του βιβλίου:

 Μισέλ Φάις

    Βιογραφικό σημείωμα

Ο Μισέλ Φάις, εβραϊκής καταγωγής, γεννήθηκε στην Κομοτηνή την Πρωταπριλιά του 1957.Σπούδασε Οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Εργάζεται ως κριτικός λογοτεχνίας (εφημ. "Ελευθεροτυπία", περ. "Ithaca",κ.α.) και ως επιμελητής εκδόσεων σε διάφορους εκδοτικούς οίκους.
Το μυθιστόρημά του Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου μεταφέρθηκε επί σκηνής από τα Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα Κομοτηνής και Πατρών. Η συλλογή διηγημάτων Απ' το ίδιο ποτήρι και άλλες ιστορίες τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος του 2000. Τα μυθιστορήματα Το μέλι και η στάχτη του Θεού (2002) και Ελληνική αϋπνία (2004) φωτίζουν την διπλή ταυτότητα του συγγραφέα (ελληνοεβραϊκή) μέσα από την παραβατική βιογραφία ενός περιθωριακού ζωγράφου και τεχνοκριτικού (Τζούλιο Καίμη) κι ενός εκ των κορυφαίων διηγηματογράφων μας (Γεώργιος Βιζυηνός).

επισκεφτείτε τον  προσωπικό δικτυακό του τόπο  εδώ:www.fais.gr/

 Παντελής Μπουκάλας

                    Βιογραφικό σημείωμα

Γεννήθηκε το 1957 στο Λεσίνι του Μεσολογγίου. Αποφοίτησε από την Οδοντιατρική Αθηνών. Από το 1989 επιμελείται την ανά Τρίτη σελίδα του βιβλίου στην εφημερίδα Καθημερινή, όπου επίσης δημοσιεύει επιφυλλίδες κοινωνικού και πολιτικού σχολιασμού. Είναι διορθωτής και επιμελητής εκδόσεων. Από το 1980 έχει δημοσιεύσει στις Εκδόσεις «Άγρα» τα βιβλία ποίησης Αλγόρυθμος, Η εκδρομή της ευδοκίας, Ο μέσα πάνθηρας, Σήματα λυγρά, Ο μάντης, Οπόταν πλάτανος, έναν τόμο δοκιμίων και βιβλιοκριτικών, υπό τον τίτλο Ενδεχομένως: Στάσεις στην ελληνική και ξένη τέχνη του λόγου, καθώς και δύο τόμους υπό τον τίτλο Υποθέσεις, με τις επιφυλλίδες του στην Καθημερινή (1995-2005).
Το 2005 μετέφρασε τους Αχαρνείς του Αριστοφάνη για το Εθνικό Θέατρο και τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου για το ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου.
 Κέρδισε  ομόφωνα το φετινό κρατικό βραβείο ποίησης για τη συλλογή του “Ρήματα” που κυκλοφόρησε από τις  εκδόσεις  “Άγρα”.

Σάββατο, 11 Ιουνίου 2011

"Tο θέατρο πάντα βρισκόταν στα χέρια των ποιητών"



 Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα,
ΑΦΙΕΡΩΜΑ  μέρος Γ ' , Θέατρο




Ο Λόρκα οφείλει την παγκόσμια φήμη του κυ­ρίως στο θέατρό του, και ιδιαίτερα στα δράμα­τα: «Ματωμένος γάμος», «Γέρμα» και «Το σπίτι της Μπερνάρντα 'Αλμπα», που έγραψε τα τέσσε­ρα τελευταία χρόνια της ζωής του. Αν δεν πέ­θαινε τόσο νωρίς, και αν, αφού επιβίωνε του εμ­φυλίου, δεν αυτοεξοριζόταν, όπως οι περισσότε­ροι φίλοι του, στην Αμερική, παρά σε κάποιο μεγάλο ευρωπαϊκό κέντρο, λ.χ. στο Παρίσι, σί­γουρα θα γινόταν ένας απ' τους σημαντικούς -ίσως- κι ο σημαντικότερος - δημιουργούς του «θεάτρου του παραλόγου» και μάλιστα του λυρικού παραλόγου, όπως μαρτυρούν τα μακρά και μεγάλα δείγματα του αυτού του είδους, τα γραμμένα στην περίοδο 1928 έως 1933.  

 Οι απόψεις του για το θέατρο φαίνονται καθαρά στην ομιλία του ίδιου του Φ. Γκαρθία Λόρκα στους ηθοποιούς της Μαδρίτης στην ειδική γι’ αυτούς παράσταση της «Γέρμα», 18 Μάρτη 1935.
«Ένα θέατρο ευαίσθητο και καλά προσανατολισμένο σ’ όλα τα είδη του, από την τραγωδία ως το κωμειδύλιο, μπορεί ν’ αλλάξει μέσα σε λίγα χρόνια την ευαισθησία του λαού· κ’ ένα θέατρο εξαρθρωμένο, που αντί να ’χει φτερά φοράει τσόκαρα, μπορεί να εξαχρειώσει και ν’ αποκοιμίσει ένα ολόκληρο έθνος. Το θέατρο είναι ένα σχολείο θρήνου και γέλιου κ’ ένα βήμα ελεύθερο όπου οι άνθρωποι μπορούν να προβάλλουν ηθικά συστήματα παλιά ή με περιεχόμενο αμφίλογο και να εξηγούν με ζωντανά παραδείγματα, τους αιώνιους κανόνες που κυβερνάνε την ψυχή και το αίσθημα του ανθρώπου. Ένας λαός που δε βοηθάει και δεν υποστηρίζει το θέατρό του, αν δεν είναι νεκρός, είναι ετοιμοθάνατος, όπως και το θέατρο που δεν αποδίδει τον κοινωνικό παλμό, τον ιστορικό παλμό, το δράμα των ανθρώπων και το ειδικό χρώμα της πατρίδας και του πνεύματός της με το γέλιο ή με το δάκρυ, δεν έχει δικαίωμα να λέγεται Θέατρο».

«Το θέατρο είναι Τέχνη πάνω απ’ όλα. Τέχνη ευγενέστατη· κ’ εσείς αγαπητοί ηθοποιοί, καλλιτέχνες πάνω απ’ όλα. Καλλιτέχνες απ’ την κορφή ως τα νύχια, ιδιότητα που αποκτήσατε από αγάπη και κλίση ανεβαίνοντας στο γεμάτο από προσποίηση και πόνο κόσμο της σκηνής. Καλλιτέχνες επαγγελματίες μα και σπρωγμένοι από ανησυχίες. Σ’ όλα τα θέατρα απ’ το πιο φτωχικό ως το πιο μεγαλόπρεπο θα πρέπει να γραφτεί η λέξη Τέχνη στην αίθουσα και στα καμαρίνια. Γιατί αν δε γίνει αυτό, το μόνο που μένει είναι να βάλλουμε τη λέξη Εμπόριο ή κάποια άλλη που δεν τολμώ να πω. Και να σέβεστε την ιεραρχία, να ’χετε πειθαρχία, να κάνετε θυσίες και να νιώθετε αγάπη.»

Και πάλι ο Λόρκα από συνέντευξη στον Felipe Morales «Heraldo de Madrid»,8 Απριλίου 1936:

«Έχω μια προσωπική και κατά κάποιο τρόπο αγωνιστική αντίληψη για το θέατρο. Θέατρο είναι η ποίηση που βγαίνει από το βιβλίο και γίνεται κάτι το ανθρώπινο. Και τότε μιλάει και φωνάζει, κλαίει κι απελπίζεται. Το θέατρο απαιτεί απ’ τα πρόσωπα που βγαίνουν στη σκηνή να ’χουν «ένδυμα ποιητικό» και ταυτόχρονα ν’ αφήνουν να φαίνονται τα κόκαλά τους, το αίμα τους. Πρέπει να ’ναι τόσο ανθρώπινα, τόσο φρικτά τραγικά, προσκολλημένα στη ζωή και στο φως της μέρας με τόση δύναμη που ν’ αποκαλύπτουν τις προδοσίες τους, ν’ αναμετρούν τα βάσανά τους και ν’ αναβλύζει απ’ τα χείλη τους όλη η λεβεντιά που ’χουν τα γεμάτα αγάπη ή αηδία λόγια τους. Αυτό που δεν μπορεί να συνεχιστεί, είν’ η επιβίωση των θεατρικών προσώπων που φτάνουν στη σκηνή στηριγμένα στα χέρια των δημιουργών τους. Είναι πρόσωπα κούφια, ολότελα άδεια· μέσα από το ύφασμα του γιλέκου τους δεν μπορείς να δεις παρά ένα σταματημένο ρολόι, ένα ψεύτικο κόκαλο ή ακαθαρσίες γάτας όπως στις παλιές σοφίτες. Σήμερα, στην Ισπανία, η πλειονότητα των συγγραφέων και των ηθοποιών κατέχει μια ενδιάμεση ζώνη. Γράφουν θέατρο για την πλατεία, περιφρονώντας τους εξώστες και τη γαλαρία. Το πιο θλιβερό πράμα στον κόσμο είναι να γράφεις για την πλατεία.»

Ας κάνουμε τώρα μια σύντομη περιήγηση στα πιο γνωστά θεατρικά του έργα:

      Τα μάγια της πεταλούδας  
κωμωδία σε δύο πράξεις κι έναν πρόλογο, 1919.

Σ' ένα χωριό κατσαριδών πέφτει μια μέρα απ' τον ουρανό, με σπασμένα τα φτερά, μια πετα­λούδα. Η πολύχρωμη παρουσία της αναστατώνει τους νέους του χωριού και πάνω απ' όλους τον Κατσαριδούλη, ένα νεαρό ποιητή που έχει κλη­ρονομήσει την τρέλα της ποίησης από πάππου προς πάππου. Η πεταλούδα όμως μένει ασυγκί­νητη απ' τις ποιητικές του εξάρσεις κι όταν μια μέρα, με τη φροντίδα των κατσαριδών, γίνεται καλά, ξαναγυρίζει στον ουρανό της, αφήνοντας τρελό από πόνο τον καημένο τον Κατσαριδούλη, που δεν μπορεί να την ακολουθήσει.
Δυο ενδιαφέροντα πρόσωπα του έργου είναι η «Κατσαρίδα νεκρομάντισσα», που μιλάει με τον πιο μακάβριο λυρισμό, κι ο «Σκορπιός», σύμβο­λο της πιο κακούργας αδηφαγίας. Άξιο μνείας είναι επίσης το χιούμορ που κάνει ο Λόρκα σε βάρος των ποιητών, όταν βάζει μια κατσαρίδα να λέει γι' αυτούς σε μιαν άλλη: «Αν περνούσε απ' το χέρι μου / θα τους έκαιγα όλους» και την άλλη να της απαντά: «Αυτό άσ' το στη λήθη». (Το έργο είναι γραμμένο όλο σε στίχους).
      

      Μαριάννα Πινέδα  
Λαϊκή μπαλάντα, σε τρεις πλακογραφίες, 1925.

Το έργο, γραμμένο σε στίχους, όπως και τα «Μάγια της πεταλούδας», αναφέρεται σε μια συ­νωμοσία που κάνουν οι φιλελεύθεροι του ισπα­νικού νότου ενάντια στο βασιλιά Φερδινάνδο τον 7ο, στις αρχές του 19ου αιώνα, και στη συμ­μετοχή της σ' αυτήν της γραναδίνας αρχοντο­πούλας Μαριάννας Πινέδα, φλογερής φιλελεύ­θερης και ερωτευμένης με τον Δον Πέδρο, τον αρχηγό των συνωμοτών. Η συνομωσία ανακαλύ­πτεται, η Μαριάννα συλλαμβάνεται απ' την αστυνομία που την πιέζει να μαρτυρήσει τα ονό­ματα των πρωτεργατών, αλλιώς θα καταδικαστεί σε θάνατο, κι ο Δον Πέδρο αναγκάζεται να κα­ταφύγει στην Αγγλία - προκειμένου να επανέλ­θει μια μέρα δριμύτερος - αν και ξέρει το δίλημ­μα της αγαπημένης του. Τελικά η Μαριάννα, που τις τελευταίες της στιγμές άλλοτε βλέπει τη λευτεριά σαν αντίζηλο κι άλλοτε ταυτίζεται μαζί της, προτιμάει να πεθάνει παρά να προδώσει τους συντρόφους της και τις ιδέες της.
    
     Η θαυμαστή μπαλωματού  
Φάρσα βίαιη, σε δυο πράξεις κι έναν πρόλογο, 1930.

«Η θαυμαστή μπαλωματού» είναι η γυναίκα ενός τσαγκάρη που άτολμος και υποχωρητικός από χαρακτήρα παντρεύεται στα πενήντα του χρόνια, επειδή ως τώρα φοβόταν τις γυναίκες και το γάμο. Η κοπέλα όμως που παίρνει για σύντροφο της ζωής του, μια δεκαοχτάχρονη και καλοφτιαγμένη χωριατοπούλα, είναι το άκρως αντίθετο του: ζωηρή και κοινωνική, ιδιαίτερα όταν νταραβερίζεται με τους άντρες, φτάνει στην πιο άγρια επιθετικότητα όταν πρόκειται να διεκ­δικήσει τα δικαιώματα της. Αποτέλεσμα: ο φου­καράς ο τσαγκάρης, με τον οποίο έρχεται σε προστριβή κάθε μέρα, παίρνει των ομματίων του, εγκαταλείποντας την, ενώ το χωριό, ιδιαίτε­ρα οι γυναίκες, τα βάζει μ' εκείνην γι' αυτή την εγκατάλειψη.
Ύστερα από καιρό, κι ενώ «Η θαυμαστή μπαλωματού» έχει μετανιώσει για τη συμπεριφορά της απέναντι στον άντρα της - απόδειξη πως έχει μετατρέψει το τσαγκαράδικο σε πανδοχείο για να επιζήσει - ένας περαστικός κουκλοθεατρο-παίχτης δίνει μια παράσταση στο πανδοχείο, σχετική με το αταίριαστο ζευγάρι, και στο τέλος της παράστασης, αφού βεβαιωθεί για το μετάνιωμα της μπαλωματούς, της αποκαλύπτει πως είναι ο τσαγκάρης μεταμφιεσμένος, και ζουν αυ­τοί καλά κι εμείς ακόμα καλύτερα.
      

Γέρμα  
Ποίημα τραγικό σε τρεις πράξεις κι έξι εικόνες, 1934

Στη «Γέρμα» (η λέξη στα ισπανικά σημαί­νει «στείρα» εδώ όμως παρουσιάζεται ως όνο­μα), το δράμα τη άτεκνης οξύνεται απ' την αντί­θεση ανάμεσα σ' έναν καλόβολο και νοικοκύρη άντρα, που δεν είχε πολλές απαιτήσεις απ' τη ζωή, και μιαν ανήσυχη και υπερσυναισθηματική γυναίκα. Στο τέλος, σε κάποια στιγμή που η  Γέρμα μόλις έχει μάθει πως ο αίτιος που δεν κάνει  παιδί, ενώ το θέλει μ' όλη τη δύναμη της ψυχής της, είναι εκείνος, κι εκείνος ανίδεος της  ζητάει  με χάδια και φιλιά να κάνουν  έρωτα , η Γέρμα μανιασμένη τον στραγγαλίζει. Μια Γέρμα «μαραμένη» και άκαρπη. Στερημένη απ’ τη χαρά της μητρότητας,  τη συντροφικότητα, τον έρωτα. Μια Γέρμα που  την ώρα που σκοτώνει τον «άντρα» της, την ίδια ώρα σκοτώνει  τη Γυναίκα και τη Μάνα μέσα της…

       Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα 
Δράμα γυναίκας της Ισπανίας, 1936.

Σ' αυτό το θεατρικό έργο, που είναι το τελευταίο του, ο Λόρκα απομακρύνεται περισσότερο απ' τον υπερρεαλισμό περιορίζοντας στο ελάχιστο (σε 20 το πολύ στίχους) τις έμμετρες λυρικές παρεμβολές, ενώ καταργεί τις συμβολικές φιγούρες  (φεγγάρι, θάνατος, κλπ.), και αρκείται στη ποίηση που έχει ο πεζός λόγος. 
Η ηρωίδα του έργου είναι μια  σκληροτράχηλη εξηντάρα που έχει επιβάλλει στις κόρες της, ανύπαντρες όλες, την πιο αβάσταχτη κλεισούρα. Τις νύχτες όμως με το φεγγάρι, ξαγρυπνούν οι πόθοι, σαλεύουν οι αισθήσεις, δονείται το σπίτι στο άκουσμα της κιθάρας, απ' τους ερωτικούς αναστεναγμούς.
 Το δράμα ξεσπάει, όταν κάποτε αρραβωνιάζεται η μεγάλη κόρη κι ο μορφονιός αρραβωνιαστικός γίνεται το μήλο της έριδος ανάμεσα σ' όλες τις αδελφές. Η πιο μικρή και πιο επαναστάτρια απ' όλες κοιμάται μια νύχτα μαζί του, το πράγμα μαθαίνεται, η Μπερνάρντα σκοτώνει τον υποψήφιο γαμπρό της, κι η μικρή κόρη, που τον αγαπάει τρελά, αυτοκτονεί.

(Ο Λόρκα, σύμφω­να με μαρτυρίες φίλων, είχε τελειώσει απ' το 1927 τη «Θυσία της Ιφιγένειας», και έγραφε ακό­μα έως λίγο πριν απ' το θάνατο του την «Κατα­στροφή των Σοδόμων» που θα αποτελούσε τρι­λογία με το «Ματωμένο γάμο» και τη «Γέρμα». Δυστυχώς όμως και των δύο δεν βρέθηκαν ποτέ τα χειρόγραφα.)

Ματωμένος γάμος  
Τραγωδία σε τρεις πράξεις κι εφτά εικόνες, 1933

Σ' αυτό το έργο, που το εμπνεύστηκε απ' την ειδησεογραφία των εφημερίδων, ο Λόρκα κάνει στροφή 180 μοιρών, εγκαταλείποντας για την υπόλοιπη σύντομη ζωή του - μόλις τριών χρόνων - το υπερρεαλιστικό θέατρο και περνώντας μέσα απ' το κόσκινο της λυρικοδραματικής του ποίη­σης, πραγματικά γεγονότα. Πρόκειται για ένα γάμο που γίνεται από συνοικέσιο ανάμεσα σ' ένα παλικάρι εργατικό, τίμιο κι υπάκουο στη χήρα μάνα του, και σε μια κοπέλα με ασυνήθιστες για χωριατοπούλα ευαισθησίες και εξάρσεις. Λίγο μετά την επιστροφή της γαμήλιας πομπής απ' την εκκλησία η κοπέλα κλέβεται μ' ένα άλλο παλικά­ρι, αντίποδα του γαμπρού ως προς τη φρονιμάδα, που παλιά την είχε ζητήσει κι εκείνο σε γά­μο, μα ύστερα από λίγες μέρες αρραβώνων ο γά­μος ματαιώθηκε όχι από υπαιτιότητα της κοπέ­λας. Το κλεμμένο ζευγάρι που φεύγει καβάλα στη φοράδα του πρώην αρραβωνιαστικού, τ' ακολουθεί πάνω στο δικό του άλογο ο γαμπρός κι όταν, όπως είναι φυσικό, τους προλαβαίνει, ακολουθεί συμπλοκή στην οποία σκοτώνονται και τα δυο παλικάρια.
Ας σημειωθεί πως τις δυο οικογένειες, του γαμπρού και του πρώην αρραβωνιαστικού, τις χωρίζει παλιά κι εξοντωτική βεντέτα.

Ο ίδιος ο Λόρκα είπε για το έργο αυτό σε συνέντευξη στην εφημερίδα της Μαδρίτης «Critica», 9 Απριλίου 1933.

«Ποτέ πια δραματικό έργο, με το μετρικό σφυροκόπημα απ’ την πρώτη ίσαμε την τελευταία σκηνή. Η ελεύθερη και σκληρή πρόζα μπορεί να φτάσει σε ψηλό επίπεδο έκφρασης επιτρέποντάς μας μια εκτόνωση, που ’ναι αδύνατο να επιτευχθεί μέσα στην ακαμψία της μετρικής. Φτάνει σε καλή ώρα η ποίηση, σ’ αυτές ακριβώς τις στιγμές, που η διάχυση και η φρενίτιδα της δράσης το απαιτούν. Μα ποτέ σ’ άλλη στιγμή.
Σύμφωνα μ’ αυτό τον κανόνα, βλέπετε στο «Ματωμένο γάμο», μέχρι την επιθαλάμια σκηνή, την ποίηση να μην κάνει την εμφάνισή της με την αναγκαία ένταση και ευρύτητα ενώ, αντίθετα, δεν παύει να κυριαρχεί πάνω στη σκηνή, στην εικόνα του δάσους, και σ’ αυτή που κλείνει το έργο.
Ποια σκηνή σε ικανοποιεί περισσότερο στο «Ματωμένο γάμο» Φεντερίκο;
—Αυτή που παρεμβαίνουν το Φεγγάρι κι ο Θάνατος σαν στοιχεία και σύμβολα του μοιραίου. Ο ρεαλισμός που παρακολουθεί αυτή τη στιγμή την τραγωδία, σπάει κ’ εξαφανίζεται για να δώσει θέση στην ποιητική φαντασία όπου είναι φυσικό να αισθάνομαι σαν το ψάρι στο νερό.»


 Ας δούμε, κλείνοντας, την αγαπημένη του Λόρκα σκηνή από το έργο:


Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ



(Οι ξυλοκόποι φεύγουν. Παρουσιάζεται από τ' αριστερά το φεγγάρι μέσα απo πανδαισία  φωτός. Είναι ένας ξυλοκόπος νέος με πρόσωπο άσπρο.
Η σκηνή λούζεται σε
μια γαλάζια ακτινοβολία πολύ έντονη).

ΦΕΓΓΑΡΙ:
         Είμαι ο στρογγυλός κύκλος του ποταμού,
         το μάτι των μητροπόλεων
         το χλωμό φέγγος μεσ' τις φυλλωσιές.
         Δεν θα ξεφύγουν!
         Ποιός κρύβεται;
         Ποιός κλαίει μ' αναφιλητά
         μέσα στους θάμνους της κοιλάδας;
         Το φεγγάρι,
         αφήνει στον αέρα ένα μαχαίρι,
         που σαν παγίδα από μολύβι
         αποζητάει να γίνει πόνος στο αίμα.
         Αφήστε με να μπω!
         Φθάνω!
         Παγώνω παράθυρα και τοίχους!
         Στέγες και κόρφοι ανοίχτε,
         να ζεσταθώ μέσα σας!
         Κρυώνω!
         Οι στάχτες απ' τα νυσταγμένα μου μέταλλα
         ψάχνουν να βρουν της φωτιάς,
         σε δρόμους μέσα και σε λόφους.
         Πάνω στη ράχη μου από ίασπη,
         το χιόνι με μεταφέρει
         και με πνίγουν σκληρά και παγερά,
         τα νερά που λιμνάζουν.
         Ω, ναι, θα χυθεί απόψε,
         στα μάγουλά μου,
         και στις καλαμιές που λυγούν
         κάτω απ' τα πλατειά πόδια του ανέμου,
         αίμα κατακόκκινο.
         Πουθενά να μην πέσει σκιά,
         ούτε άνοιγμα στα δένδρα,
         γιατί δεν πρέπει να ξεφύγουν!
          Θέλω να μπω σ΄ένα κόρφο
         και να ζεσταθώ εκεί μέσα!
         Ζητάω μια καρδιά!
         Για μένα μια καρδιά ζεστή!
         Που θα απλωθεί πάνω στου στήθους μου τα βουνά.
         Αφήστε με να μπω!
         Ω, αφήστε με! Αφήστε με!

(απευθύνεται στα κλαδιά)

         Όχι! Δεν θέλω σκιά καμιά!
         Πρέπει να φθάνουν οι αχτίδες μου παντού,
         Ακόμα κι ως μέσα στους σκοτεινούς κορμούς
         θέλω να ψιθυρίζει η λάμψη.
         Κι έτσι, θα έχω απόψε,
         στα μάγουλά μου
         και στις καλαμιές που λυγούν
         κάτω απ' τα πλατειά πόδια του ανέμου,
         αίμα γλυκό.














Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011

Δύο ποιητές συνομιλούν για την Ποίηση και την εποχή




Χθες βράδυ, 6 Ιουνίου 2011, ο Τίτος Πατρίκιος και η Κική Δημουλά βρέθηκαν  στον κήπο του Μεγάρου Μουσικής και συζήτησαν για την ποίηση και το έργο τους. Την εκδήλωση σχεδίασε και συντόνισε ο πανεπιστημιακός καθηγητής και συνάδελφός τους ποιητής Νάσος Βαγενάς.


Το «Φωτόδεντρο» δεν ήταν εκεί, αλλά είχε τη τύχη  να δεχτεί ένα δώρο: την εμπειρία της από τη βραδιά ευγενικά μας παραχώρησε η καλή φίλη και συνάδελφος Βάσω Ταμπακοπούλου που ήταν εκεί. Και τις φωτογραφίες της επίσης!
Την ευχαριστούμε θερμά!

Οι λέξεις , οι κινήσεις, οι προβληματισμοί και οι αναζητήσεις  της χθεσινής βραδιάς μεταφέρονται εδώ ελεύθερες από την  «επιταγή» της μαγνητοφωνικής αποτύπωσης για να αρθούν στον πιο ουσιαστικό τόπο τους, αυτόν που χαράζει η συγκίνηση και η μνήμη…
Άλλωστε ο ρόλος της Ποίησης αυτός δεν είναι; να μας θυμίζει πως κάτι έχουμε ξεχάσει…

Λοιπόν να κάποιες στιγμές απο τη χθεσινή βραδιά :

 Το κλίμα της εκδήλωσης ζεστό, οικείο, σ’ ένα χώρο  όπου  εκπρόσωποι όλων των ηλικιών στρώθηκαν  στη φυσική αμφιθεατρική εξέδρα – στο γρασίδι του κήπου του Μεγάρου -για ν’ ακούσουν τους μεγάλους μας ποιητές.

Η χθεσινή μέρα που ήταν και τα γενέθλιά της  η Κική Δημουλά δέχθηκε τις ευχές των  παρευρισκομένων . Κλείνοντας τα ογδόντα της με ακμαίο πνεύμα και θετική σκέψη ευχαρίστησε λέγοντας ότι με αυτή την εκδήλωση γιόρτασε την ημέρα αυτή χωρίς να μελαγχολήσει.
Αρχικά επισημάνθηκε πόσο διαφορετικοί είναι οι δύο ποιητές –ευτυχώς όπως σχολίασε ο Τ. Πατρίκιος «γιατί βρίσκω στα ποιήματα της Κικής όσα εγώ δεν έχω γράψει και αντίστροφα».

   Ο Νάσος Βαγενάς, ο οποίος συντόνιζε τη συζήτηση, τους ρώτησε αντί της κοινότοπης ερώτησης τι είναι η ποίηση, «πώς γράφουνε ποίηση».
Η  Κ.Δημουλά είπε ότι έλκεται από το ρυθμό της λέξης  και ότι βρίσκει τον τίτλο κάθε ποιήματος  αφού ολοκληρώσει τη σύνθεσή του, καθώς δεν επιθυμεί  να περιορίζεται από αυτόν. Επίσης αναφέρθηκε στη διετή παύση που ακολουθεί μετά την έκδοση κάθε ποιητικής συλλογή της , διάστημα κατά το οποίο δε σκέφτεται ούτε έναν στίχο!
Ο Τ. Πατρίκιος είπε ότι γράφει από σαδομαζοχιστική διάθεση : «αν και μ΄αρέσει η ποιητική δημιουργία είναι μια επίπονη διαδικασία». Χιουμοριστικά ανέφερε ότι «γράφω από μια ακατάσχετη  ροπή προς την επιπολαιότητα». «Όταν άρχισα να γράφω στίχους ήταν πολύ διασκεδαστικό. Αλλά μετά, όταν συνειδητοποίησα ότι αυτό ήταν ποίηση, πανικοβλήθηκα. Σκέφτηκα ότι θα πρέπει να αναμετρηθώ με μεγάλους ποιητές».

Και οι δύο ποιητές συμφώνησαν ότι ο ποιητικός δρόμος είναι δύσβατος –με την έννοια ότι γράφουν και ξαναγράφουν τα έργα τους. Ο  Τ. Πατρίκιος χρησιμοποίησε ως παράδειγμα την περίπτωση του Μπαλζάκ του οποίου διασώζονται 18 τυπογραφικά δοκίμια  του ίδιου έργου.

Ο Ν.Βαγενάς σχολίασε τη φθίνουσα ποιητική πορεία των ημερών μας λέγοντας πως «χάθηκε η τεχνική του στίχου».
Οι δύο ποιητές διαπιστώνουν ότι οι σύγχρονοι ποιητές αμέσως περνούν στον ελεύθερο στίχο παρακάμπτοντας την παραδοσιακή στιχουργία που αποτελεί την καλύτερη μαθητεία  στο χώρο του στιχουργείν. Ο Πατρίκιος αναφέρθηκε στην περίπτωση του Πικάσσο του οποίου πρώιμα έργα εκτίθενται στη Βαρκελώνη και τα οποία αποδεικνύουν το πέρασμα του ζωγράφου από την παραδοσιακή τεχνική  ισάξιο με ενός αναγεννησιακού ζωγράφου.

 Ο Βαγενάς αναφέρθηκε στην άποψη του Χάρολντ Μπλουμ ότι ο ποιητής προκειμένου να ωριμάσει και να εξελιχθεί πρέπει πρώτα να «σκοτώσει»τους ποιητές που τον επηρέασαν.  Ο Πατρίκιος –αφού ανέφερε το σεφερικό στίχο «είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας»-συμφωνώντας  με την άποψη του Μπλουμ αναγνώρισε ότι… «σκότωσε»τον πατέρα του το Ρίτσο.
Ο Βαγενάς συμπλήρωσε ότι ο Ρίτσος υπήρξε για τον Πατρίκιο πατριός, αφού πατέρας γι΄ αυτόν ήταν ο Σεφέρης...   

 Η Δημουλά ομολόγησε τις επιρροές που δέχθηκε από τη μελέτη του  Καβάφη.  Ιδιαίτερη αίσθηση έκανε η αναφορά της στην ποιητική της ενασχόληση σε σχέση με τον Άθω Δημουλά. Η ίδια δήλωσε ότι υπήρξε ποιήτρια και πριν τον Δημουλά και ότι συνέχισε την ποίηση και επί Δημουλά για να του αρέσει…!

Ο Ν. Βαγενάς με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του Δ. Τζιόβα για τη γενιά του ΄30, ρώτησε για τη σχέση των δύο ποιητών –ως εκπροσώπων της μεταπολεμικής γενιάς και ως φυσικών διαδόχων της-με αυτή τη γενιά. Έγινε αναφορά στο πόσο φειδωλοί ήταν αυτοί οι ποιητές προς τη νέα γενιά –εννοώντας τη γενιά των δύο ποιητών –στο να αναγνωρίσουν την αξία των νεότερων ποιητών  .

Η Κ.Δημουλά βέβαια επισήμανε ότι όλοι οι παλαιότεροι ποιητές ήταν πάντα «σφιχτοί»προς τους νεότερους. Όταν ζητάνε νέοι ποιητές τη γνώμη της για το έργο τους επιθυμεί να μην κρίνει , γιατί και η ίδια είναι ακόμα κρινόμενη. Συμβούλεψε τους νέους ποιητές να είναι δύσπιστοι, να μην επαναπαύονται σε ευκολίες.

Η ερώτηση του Ν. Βαγενά  τώρα αφορούσε τη σχέση των δύο ποιητών με το χρόνο. Μάλιστα αναφέρθηκε στο ζεύγος "έρωτας –θάνατος" που στο έργο των δύο ποιητών γίνεται «έρωτας –χρόνος»
Η Κ.Δημουλά είπε πως  ο χρόνος αισθητοποιείται μέσα από τις  φωτογραφίες. Το παρόν είναι παρελθόν και το μέλλον δεν είναι χρόνος αλλά επινόηση.
 Ν. Βαγενάς: Ποια είναι η άποψή σας για τη σχέση της ποίησης με τα σύγχρονα ηλεκτρονικά
Κ.Δημουλά: ύστερα από προτροπή των παιδιών μου απέκτησα υπολογιστή, γράφω τα κείμενά μου και μάλιστα έμαθα να τα σώζω!!! Βέβαια, είμαι εθισμένη να διαβάζω , να αγγίζω και να μυρίζω τις σελίδες των βιβλίων.
Τ.Πατρίκιος: Εγώ είμαι εντελώς αναλφάβητος σε σχέση με την Κική, καθώς προτιμώ να γράφω πάντα με το μαρκαδοράκι μου. Για μένα όμως, το πιο σημαντικό δεν είναι το πώς και με ποιο μέσο γράφεται η ποίηση, αφού ο ποιητικός λόγος έχει περάσει από διάφορα στάδια. Από το προφορικό, από το προφορικό και γραπτό, όπως έχει γίνει με τα έργα του Αρχίλοχου, της Σαπφώς, αλλά και του Δάντη, του Σαίξπηρ, τα έργα των οποίων απολαμβάνω εξίσου. Αυτό που έχει σημασία είναι να διαβάζεται η ποίηση προφορικά, να απαγγέλλεται και να ακούγεται. Μάλιστα, έχω απομνημονεύσει πολλά ποιήματα άλλων ποιητών –όχι τα δικά μου. 
Η  Κ.Δημουλά σχολίασε ότι κάτι τέτοιο προϋποθέτει μεγάλη μνήμη και ότι συχνά η απαγγελία μπορεί και να είναι παραπλανητική.

Η βραδιά έκλεισε με την απαγγελία ποιημάτων τους , που διάλεξε ο Νάσος Βαγενάς και απήγγειλαν οι δύο ποιητές:

   Τίτου Πατρίκιου

                                    Ιστορία του λαβύρινθου
                       
                                    


Απ' όταν ο Θησέας σκότωσε τον Μινώταυρο
ο λαβύρινθος εγκαταλείφθηκε, απολύθηκαν οι φύλακες
με τον καιρό γκρεμίστηκε η οροφή του
βγήκαν στο φως οι τρομεροί διάδρομοι
οι αίθουσες για τα βασανιστήρια, την ανθρωποφαγία
οι στοές με τις κρυμμένες εφευρέσεις
τους καταχωνιασμένους θησαυρούς
πέσανε οι τοίχοι, μείναν μόνο τα χνάρια
από περίπλοκα χαράγματα πάνω στη γη.
Όμως προσομοιώσεις λαβυρίνθων, σκοτεινές κατασκευές
δεν έπαψαν να χτίζονται με νέα υλικά
με καινούρια τέρατα, θύματα, ήρωες, ηγεμόνες,
φτιάχνονται προπαντός λαβύρινθοι με λέξεις
κάθε χρονιά μπαίνουν μέσα τους νέες φουρνιές
αγόρια και κορίτσια, με φόβο μαζί και αψηφισιά
για τις παγίδες, τις καταπακτές, τ' αδιέξοδα
φιλοδοξώντας να ξαναπλάσουν και να παίξουν
το παλιό δράμα προσαρμοσμένο στα νέα δεδομένα
δίνοντας στους κύριους ρόλους τα ίδια ονόματα
Μίνωας, Πασιφάη, Μινώταυρος,Αριάδνη ,
Δαίδαλος, Ίκαρος, Θησέας.

Κική Δημουλά

Σαν να διάλεξες



Παρασκευή είναι σήμερα θα πάω στη λαϊκή
να κάνω έναν περίπατο στ’ αποκεφαλισμένα περιβόλια
να δω την ευωδιά της ρίγανης
σκλάβα σε ματσάκια.

Πάω μεσημεράκι που πέφτουν οι τιμές των αξιώσεων
βρίσκεις το πράσινο εύκολο
σε φασολάκια κολοκύθια μολόχες και κρινάκια.
Ακούω εκεί τι θαρρετά εκφράζονται τα δέντρα
με την κομμένη γλώσσα των καρπών
ρήτορες σωροί τα πορτοκάλια και τα μήλα
και παίρνει να ροδίζει λίγη ανάρρωση
στις κιτρινιάρικες παρειές
μιας μέσα βουβαμάρας.

Σπάνια να ψωνίσω. Γιατί εκεί σου λένε διάλεξε.
Είναι ευκολία αυτή ή πρόβλημα; Διαλέγεις και μετά
πώς το σηκώνεις το βάρος το ασήκωτο
που έχει η εκλογή σου.
Ενώ εκείνο το έτυχε τι πούπουλο. Στην αρχή.
Γιατί μετά σε γονατίζουν οι συνέπειες.
Ασήκωτες κι αυτές.
Κατά βάθος είναι σαν να διάλεξες.

Το πολύ ν’ αγοράσω λίγο χώμα. Όχι για τα λουλούδια.
Για εξοικείωση.
Εκεί δεν έχει διάλεξε. Εκεί με κλειστά τα μάτια.

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

ΘΕΜΑΤΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ,επαναληπτικές εξετάσεις

6 Ιουνίου 2011


Γιώργης Παυλόπουλος 

   Τα Αντικλείδια

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή. Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν. Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε γιά το κλειδί. Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν. Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν. Η πόρτα δέν ανοίγει πιά. Δεν άνοιξε ποτέ γιά όσους μπόρεσαν να ίδούν στο βάθος. Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν από τότε που υπάρχει ο κόσμος είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια για ν' ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.
Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
(Τα Αντικλείδια, 1988)
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

Α1.     Κύρια     γνωρίσματα     της     ποίησης     του     Γιώργη Παυλόπουλου   είναι η χρήση καθημερινού λεξιλογίου, ο παρατακτικός λόγος και η συμβολιστική γραφή. Για καθένα από τα παραπάνω χαρακτηριστικά να γράψετε ένα αντίστοιχο παράδειγμα από το ποίημα που σας δόθηκε.
Μονάδες 15
Β1. Σύμφωνα με την Τασούλα Καραγεωργίου: «Το ποίημα του Παυλόπουλου τελειώνει όπως άρχισε. Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοικτή" η πρόσκληση ανανεώνεται" η περιπέτεια δεν έχει τέλος». Σε ποιό σχήμα λόγου αναφέρεται η Τ. Καραγεωργίου; (μονάδες 5) 
Να σχολιάσετε τη συγκεκριμένη επιλογή του σχήματος αυτού από τον ποιητή. (μονάδες 15)

Β2.α) Γιατί, κατά τη γνώμη σας, ο ποιητής χρησιμοποιεί στα «Αντικλείδια» το α' και γ' πληθυντικό πρόσωπο για την εξιστόρηση και ερμηνεία του ποιητικού τον μύθου; μονάδες 10 


 β) Να περιγράψετε δύο εικόνες με τις οποίες ο ποιητή; δημιουργεί μια ατμόσφαιρα μυστηριακή, (μονάδες 10)

Γ1. Να σχολιάσετε τους παρακάτω στίχους:
α) Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς νά βλέπουν
τίποτα καί προσπερνούνε.
(σε μία παράγραφο περίπου 60-80 λέξεων)
(μονάδες 10)
β)                                                  
Ακόμη καί τή ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας τό μυστικά νά την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια.
(σε μία παράγραφο περίπου 80-100 λέξεων) (μονάδες 15)

Δ1. Να συγκρίνετε ως προς το περιεχόμενο το ποίημα του Γ. Παυλόπουλου «Τά Αντικλείδια» με το ποίημα του Γ. Στογιαννίδη «Ή ποίηση».
                                                                        (Μονάδες 20)
Η ποίηση
Η ποίηση είναι σκληρή
δεν την κερδίζεις με ψέματα,
δεν την αλλάζεις ξεκοιλιάζοντας τράπουλες
ή θυμιατίζοντας τον εξω αποδώ.
Φωτιά
που βαστάει απ' την κόλαση και που μελτέμια Αυγουστιάτικα λουτρά ιαματικά
που οι δυστυχισμένοι ονειρεύονται.
αφήνοντας σε στις προσβάσεις του ύπνου
Η ποίηση σου αφαιρεί την πραγματικότητα
να μηρυκάζεις λέξεις.
Κάποτε άγγελος Κυρίου έρχεται
να σου αλλάξει το μουσκεμένο προσκέφαλο.
Η ποίηση είναι η πιο σκληρή μοναξιά.
(Από   τη   συλλογή   του   Γιώργου   Στογιαννίδη,   Στις προσβάσεις τον ύπνου, 1976)









ΓΙΩΡΓΟΣ  ΣΤΟΓΙΑΝΝΙΔΗΣ (1912-1994)




Ο Γιώργος Στογιαννίδης γεννήθηκε στην Ξάνθη και πέρασε τα παιδικά του χρόνια στη Θάσο, τη Θεσσαλονίκη και την Καβάλα. Κατά τη διάρκεια του ελληνοαλβανικού πολέμου υπηρέτησε στο αλβανικό μέτωπο. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 ως γύρω στα 1970 έζησε στην Καβάλα, εργαζόμενος σε οικογενειακή βιοτεχνία και μετά το 1970 εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου ασχολήθηκε επαγγελματικά με το εμπόριο και ζει ως σήμερα. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Καβάλα υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Λέσχης Γραμμάτων και Τεχνών και το 1934 εξέδωσε το λογοτεχνικό περιοδικό "Νέοι" που κυκλοφόρησε τέσσερα τεύχη. Συνεργάστηκε επίσης ως μέλος της συντακτικής επιτροπής με τα περιοδικά της Καβάλας Σκαπτή Ύλη, Εννέα Οδοί, Αργώ και τα περιοδικά της Θεσσαλονίκης Μακεδονικά Γράμματα, Ροτόντα καθώς επίσης με διάφορες εφημερίδες της Θεσσαλονίκης και της Καβάλας, όπου δημοσίευσε κριτικά δοκίμια. Από το 1975 και για πέντε χρόνια πραγματοποίησε ραδιοφωνικές εκπομπές με τίτλο Γύρω από την ποίηση στο ραδιοφωνικό σταθμό ΕΡ2 της Θεσσαλονίκης. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1931 με δημοσιεύσεις ποιημάτων του στο περιοδικό Ορίζοντες του Πειραιά. Το 1949 εξέδωσε την πρώτη του συλλογή που είχε τίτλο "Περιστέρια στο φως". 
Τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1974). Ήταν μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα γαλλικά, αγγλικά, ιταλικά, πολωνικά και άλλες γλώσσες. Η ποίηση του Γιώργου Στογιαννίδη ξεκίνησε από το χώρο του συμβολισμού και της αφηρημένης συνειρμικής γραφής και οδηγήθηκε διατηρώντας αμείωτη, αν και μέσα σε άλλα μορφικά πλαίσια, την ένταση των συναισθημάτων και την κυριαρχία του ερωτικού στοιχείου, σε μια κυριαρχία του «καθαρού» ποιητικού λόγου και της αυστηρής οργάνωσής του.


(ΠΗΓΗ: ΕΚΕΒΙ)


Ένα ακόμη ποίημα του Γιώργου Στογιαννίδη, μέσα στο πνεύμα του καλοκαιριού :



Τότε, σκέφτηκε να την πει καλοκαίρι.
Γιατί τα καλοκαίρια ανατέλλουν χαρούμενα
κι είναι έμπιστα και δροσερά.
Σε λογαριάζουν δικό τους
και βγάζουν το καπέλο τους
μόλις σε ιδούν.

Εγώ, δεν έχω καπέλο,
έχω όμως μια μικρή πέτρα
στο δάχτυλό μου
που με συγκινεί,
όπως ένα φωτισμένο παράθυρο.

Άκουσε,
αγαπώ τα πράσινα δέντρα
αγαπώ τα νερά σου
αγαπώ την ψυχή σου.
Γι΄αυτό βγαίνω τη νύχτα
να σε συναντήσω.
Κουβαλώ τα χαρακτηριστικά σου
παντού.

Οι άνθρωποι πρέπει να σε καταλαβαίνουν
όταν σηκώνουν το βλέμμα τους
και σ’ ανασαίνουν βαθειά.


Αλλιώς,
είναι πράγματα περιττά
οι ποιήσεις
και τα αισθήματα.