Κυριακή, 29 Μαΐου 2011

" Έχω τη φωτιά μέσα στα χέρια μου "


 

Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα

 

ΑΦΙΕΡΩΜΑ, 

Μέρος Α: η ζωή του

 

 

Γεννήθηκε το 1898 ,γιος του κτηματία  Φεδερίκο Γκαρθία Ροδρίγκεθ και της Βιθέντα Λόρκα Ρομέρο, που απέχτησαν κατόπιν  άλλα τρία παιδιά: τον Φρανθίσκο, την Κοντσίτα και την Ισαμπέλ.
Ο Λόρκα ήταν ασθενική φύση. Ως τα τρία του δεν μιλούσε. Περπάτησε στα τέσσερα χρόνια του και για πολλά χρόνια κούτσαινε ελαφρά. Του άρεσαν τα λαϊκά τραγούδια αλλά και οι κλασικοί και ρομαντικοί ποιητές. Σπούδασε κιθάρα και πιάνο, όμως απεχθανόταν το σχολείο, όπως αργότερα και το Πανεπιστήμιο. Αυτό ωστόσο που σημάδεψε την ποίηση και το θέατρό του ήταν όταν είδε μικρός για πρώτη φορά έναν θίασο Τσιγγάνων που έπαιζαν κουκλοθέατρο. Τότε άρχισε να στήνει κι αυτός τις δικές του παραστάσεις για τα μέλη της οικογένειάς του.

Τα πρώτα σχολικά μαθήματα τα παίρνει απ' τη μητέρα του που ήταν δασκάλα, τελειώνει όμως το δημοτικό σ' ένα σχολείο παπάδων. Μό­λις το τελείωσε, παθαίνει μια σοβαρή αρρώστια του στόματος και του λαιμού που τον φέρνει  κοντά στο θάνατο. Στο φόρτε της κρί­σης ζήτησε έναν καθρέφτη και, όπως διηγιέται ο ίδιος, βλέποντας μέσα εκεί το πρησμένο του πρό­σωπο ζήτησε στη συνέχεια χαρτί και μολύβι κι έγραψε το πρώτο του ποίημα, όπου παρομοίαζε τον εαυτό του «με τον χοντρο-σουλτάνο του Μα­ρόκου Μουλέν Φαρίζ». Αυτό το περιστατικό φωτίζει όσο κανένα άλλο την καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία του Φεδερίκο, που σ' όλο του το έργο, θεατρικό, ποιητικό, ζωγραφικό, παίζει με τις αντιθέσεις, εναρμονίζει με την ίδια επιτυχία, που το κάνει κι η ζωή, το τραγικό με το κωμικό.


η οικογένεια Λόρκα
Λίγα χρόνια αργότερα η οικογένεια μετακομί­ζει στη Γρανάδα, όπου ο Φεδερίκο τελειώνει σε ηλικία 16 ετών το γυμνάσιο και εγγράφεται στη σχολή φιλοσοφίας, γραμμάτων και δικαίου στο Πανεπιστήμιο. Παράλληλα συνεχίζει με εξαιρε­τική επίδοση τα μαθήματα κιθάρας και πιάνου που τα 'χει αρχίσει απ' το Φουεντεβακέρος.

Χρονολογία ορόσημο για τον Φεδερίκο είναι το έτος 1919 όπου σε ηλικία 21 χρονών και με τη μεσολάβηση του ποιητή Χουάν Ραμόν Χιμένεθ, που εντυπωσιάστηκε - όπως ομολογεί ο ίδιος σε γράμμα του - απ' τη γνωριμία του νεα­ρού γραναδίνου, εγγράφεται στη Φοιτητική Εστία (Residencia de Estudiantes) της Μαδρίτης, ίδρυμα υψηλής στάθμης, του οποίου οι ένοικοι, παράλληλα με την εξασφάλιση τροφής και στέ­γης, έχουν το προνόμιο να παρακολουθούν μα­θήματα, θεατρικές παραστάσεις, συναυλίες, δια­λέξεις που δίνουν μεγάλες προσωπικότητες, ντό­πιες και ξένες.

Λόρκα και Νταλί
Εκεί συνάντησε τον Σαλβαδόρ Νταλί, τον σκηνοθέτη  Λουίς Μπουνιουέλ, τον ποιητή Ραφαέλ Αλμπέρτι .
"Δεν μπορείς να με κάνεις να αλλάξω. Γεννήθηκα ποιητής και καλλιτέχνης, όπως άλλοι γεννιούνται χωλοί, ή τυφλοί, ή όμορφοι". Μ’ αυτόν τον δυναμικό και επιθετικό τρόπο απάντησε ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα στον πατέρα, ο οποίος τον καλούσε να τα αφήσει όλα στη Μαδρίτη και να επιστρέψει στο σπίτι του για να ολοκληρώσει τις σπουδές του.
Η φοιτητική Εστία και το περιβάλλον της έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στη διαμόρφωση της πνευματικής και πολιτιστικής συγκρότησης του Φεδερίκο, που όσον καιρό ζούσε στη Μαδρίτη, εναλλάσσοντας τη διαμονή του ανάμεσα στη Γρανάδα και την ισπανική πρωτεύουσα, δηλαδή απ' το 1919 έως το 1928, ήταν μόνιμος τρόφιμος της.
Σ' αυτό το χρονικό διάστημα ανέβασε στη Μα­δρίτη, το 1920, το πρώτο του θεατρικό έργο «Τα μάγια της πεταλούδας», που δεν είχε επιτυχία, και το 1927, πάλι στη Μαδρίτη, με επιτυχία αυτή τη φορά, το έμμετρο δράμα του «Μαριάννα Πινέδα». Παράλληλα εξέδωσε τις ποιητικές συλλο­γές «Βιβλίο ποιημάτων» (1920), «Τραγούδια» (1927) και «Τσιγγάνικο Ρομανθέρο» (1928).

 Η φήμη του ταλαντούχου ποιητή ξαπλώνεται σε όλη την Ισπανία χάρις στις δημο­σιεύσεις μεμονωμένων ποιημάτων του στα διά­φορα λογοτεχνικά περιοδικά και κυρίως χάρις στις απαγγελίες που κάνει ο ίδιος σε διάφορες φιλολογικές συγκεντρώσεις.

Τα έτη 1929 -1930, αναζήτησε νέες πηγές έμπνευσης και ταξίδεψε στις ΗΠΑ και στην Κούβα. Οι εμπειρίες του στις Ηνωμένες Πολιτείες αξιοποιήθηκαν στο ποίημα Ένας Ποιητής Στη Νέα Υόρκη. Επέστρεψε στην Ισπανία το 1931. Οργάνωσε μία θεατρική ομάδα υπό την ονομασία La Barroca, η οποία με τη βοήθεια του Υπουργείου Παιδείας, έδωσε παραστάσεις κλασσικών έργων σε χώρους εργατών κι αγροτικές περιοχές.

Ολοκλήρωσε  αργότερα τις κορυφαίες του  θεατρικές δημιουργίες: Το Σπίτι Της Μπερνάρντα Άλμπα, Ματωμένος Γάμος, Γέρμα, Θρήνος Για Τον Ιγκνάθιο Σάντσεθ Μεχίας, τραγωδίες με θέμα τη κοινωνική καταπίεση κι έκδηλο το ανθρώπινο στοιχείο.

Ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος ξεκίνησε το 1936 και λίγο μετά ο Λόρκα γύρισε στη Γρανάδα.
Παρόλο που ποτέ δεν εντάχθηκε στο Σοσιαλιστικό Κόμμα, οι κοινωνικές και πολιτικές του σχέσεις ήταν πάντοτε εμφανείς, και για τον Φράνκο και τους υποστηρικτές του δεν είχε καμιά διαφορά με έναν κομμουνιστή. Το μίσος εναντίον του, σύμφωνα με κάποιους μελετητές ,ενέτεινε η ομοφυλοφιλία του που θεωρούνταν όνειδος για την βάναυσα  συντηρητική καθολική  ισπανική κοινωνία του καιρού του.
Δεδομένη η ευαισθησία του ποιητή , τον κρατά κοντά στην αδελφή του και στο γαμπρό του, τον σοσιαλιστή δήμαρχο της Γρανάδα, αν και θα μπορούσε να έχει φύγει για να σωθεί από τη μανία του φασιστικού καθεστώτος. 
Τον συνέλαβαν  - στο σπίτι φιλικής οικογένειας όπου είχε ζητήσει καταφύγιο -στις 17 Αυγούστου του 1936 και δύο μέρες μετά τον εκτέλεσαν στο χωριό Βιθνάρ . Έγινε ένας από τους 20.000-30.000 Ισπανούς που εκτελέστηκαν στην περιοχή της Γρανάδα γιατί θεωρήθηκαν υποστηρικτές της δημοκρατίας ή της αριστεράς, μέλη των συνδικάτων, δάσκαλοι ή δημοσιογράφοι, ή συγγραφείς σαν τον  Λόρκα.


Ο Ισπανικός Εμφύλιος 1936 - 1939
Ο  Άλτμαν γράφει για την δολοφονία του Λόρκα:
«Δεν τον σκότωσαν στην τύχη, Ανέκαθεν, όπως έλεγε ο Φλομπέρ, εξυφαίνονταν μια συνομωσία ενάντια στην ποίηση, ενάντια στην λευτεριά!»

Το έργο του Λόρκα απαγορεύτηκε στην Ισπανία μέχρι το 1953, όταν ξαναεμφανίστηκε λογοκριμένο. Μόνο μετά το θάνατο του Φράνκο το 1975, έγινε δυνατό να συζητηθεί δημόσια το έργο και ο θάνατός του...

 Τo  2009, οι Αρχές της Ανδαλουσίας, ύστερα από έρευνες που διεξήγαγαν στο Αλφάκαρ, κοντά στη Γρανάδα - μέρος όπου υπήρχε η πεποίθηση πως είναι η περιοχή της εκτέλεσης και της ταφής του Λόρκα - ανακοίνωσαν πως δεν βρέθηκε κανένας σχετικός τάφος εκεί.

«Στην Ισπανία» είχε πει κάποτε ο Λόρκα «οι νεκροί είναι πιο ζωντανοί από τους νεκρούς οποιασδήποτε άλλης χώρας στον κόσμο»...


Από την παρουσίαση – επίλογο στα Άπαντα του Λόρκα,  από τον ποιητή Βιθέντε Αλεϊξάντρε :

«Τον Φεδερίκο τον έχουν παρομοιάσει μ' ένα παιδί, μπορεί να τον παρομοιάσει κανείς μ’  έναν άγγελο, με το νερό («η καρδιά μου είναι λίγο αγνό νερό» έλεγε ο ίδιος σ' ένα γράμμα του ), μ' ένα βράχο· στις πιο τρομερές του στιγμές ήταν ορμητικός, απαιτητικός.
 Ο καθένας τον έχει δει με κάποιον τρόπο. Αυτοί που τον αγάπησαν και συμβιώσαμε μαζί του τον είδαμε πάντα ίδιο, μοναδικό και μολαταύτα διαφορετικό μεταβλητό σαν την ίδια τη Φύση. Το πρωί γελούσε τόσο χαρούμενα, τόσο φωτεινά και πληθωρικά σαν το νερό της εξοχής, απ' όπου έμοιαζε σαν να ερχόταν πάντα αφού είχε μόλις πλύνει το πρόσωπο του. Στο διάστημα της μέρας θύμιζε δροσερούς κάμπους, πράσινα λιβάδια, ισκιωμένο βουητό γκρίζων λιόδεντρων πάνω απ' την ώχρα της γης·(…)
Δεν μπορεί κανείς να τον καθορίσει. Η παρουσία του, όμοια ίσως με τον τυφώνα τραβάει και παρασύρει, κουβαλούσε πάντα συσχετίσεις . Ήταν τρυφερός, σαν ένα κοχύλι του γιαλού. Καυτερός στις επιθυμίες του σαν ένα πλάσμα γεννημένο  για τη λευτεριά.
Στον Φεδερίκο τα πάντα ήταν έμπνευση (…)
Η καρδιά του δεν ήταν στα σίγουρα, χαρούμενη. Μπορούσε να χωρέσει όλη τη χαρά του  Σύμπαντος- όμως τα βαθύτερα της έγκατα, όπως συμβαίνει μ' όλους τους ποιητές, δεν ήταν έγκατα χαράς. Όσοι τον είδαν να περνάει απ' τη ζωή σαν ένα πουλί γεμάτο χρώμα­τα, δεν τον γνώρισαν καλά. Αγάπησε πολύ, πράγμα που μερικοί, τελείως επιφανειακοί, του το αρνήθηκαν. Και υπέφερε από αγάπη, κάτι που πιθανότατα κανείς δεν ήξερε.»

Πολύ ενδιαφέρον το ντοκιμαντέρ για  τη ζωή του που μπορείτε να δείτε πατώντας εδώ.







Πέμπτη, 26 Μαΐου 2011

Πέθανε ο Γιάννης Βαρβέρης


Ο ποιητής, θεατρικός κριτικός και μεταφραστής Γιάννης Βαρβέρης, ο οποίος αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας τον τελευταίο καιρό, πέθανε από ανακοπή καρδιάς το βράδυ της Τετάρτης (χτες) , σε ηλικία 56 ετών.
Ο Γιάννης Βαρβέρης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1955. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάστηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών. Πρωτοεμφανίστηκε ως ποιητής το 1972 με ποίημά του στο περιοδικό Νέα Εστία. Από το 1976 ασκούσε κριτική θεάτρου στα περιοδικά Η Λέξη, Τομές και στην εφημερίδα Η Καθημερινή. Ανήκε στους ποιητές της λεγόμενης γενιάς του 1970.

Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές Εν φαντασία και λόγω (1975), Το ράμφος (1978), Αναπήρων πολέμου (1982), Ο θάνατος το στρώνειΠιάνο βυθού (1991), Ο κύριος Φογκ (1993), Άκυρο θαύμαΠοιήματα, 1975-1996 (2000), Στα ξένα (2001), Πεταμένα λεφτά (2005), Ο άνθρωπος μόνος (2009), τις κριτικές θεάτρου Η κρίση του θεάτρου (Α΄, 1976-1984, 1985, Β΄, 1984-1989, 1991, Γ΄, 1989-1994, 1995, Δ΄, 1994-2003, 2003, Ε΄ 2003-2010, 2010), Πλατεία θεάτρου. Περίπατοι σε πρόσωπα και απρόσωπα της σκηνής (1994) και τα δοκίμια Ποιητικές (σ)τάσεις στον Γ. Θ. Βαφόπουλο (1995), Για τον Τάσο Κόρφη (1997), Σωσίβια λέμβοςΚρίτων Αθανασούλης (2000). Συνεργάστηκε με τον Κώστα Γ. Παπαγεωργίου στην επιμέλεια της Ελληνικής ποιητικής ανθολογίας θανάτου του 20ού αιώνα (1995) και στη διεύθυνση του περιοδικού κριτικής «Κ». (1986), (1996), (1999). 

Ιδιαίτερη θέση στη συγγραφική του παραγωγή έχει το μεταφραστικό έργο του, στο οποίο συγκαταλέγονται πολλές μεταφράσεις θεατρικών έργων, κυρίως αρχαίου δράματος, που χρησιμοποιήθηκαν σε θεατρικές παραστάσεις. Μετέφρασε πολλά έργα του Αριστοφάνη και του Μένανδρου, αλλά και Μαριβό, Μολιέρο και Μρόζεκ, καθώς και ξένη ποίηση, Μπρασέν, Σεντράρ, Πρεβέρ, Γουίτμαν.

Η ποίησή του χαμηλόφωνη, υπαρξιακή, ενεργοποιείται από τη λειτουργία της μνήμης, νοσταλγεί αγαπημένους νεκρούς και τη χαμένη αθωότητα της παιδικής ηλικίας και κινείται προοδευτικά από τον σαρκαστικό στοχασμό σε έναν λόγο εσωτερικό, ειρωνικό και βαθιά δραματικό. Η φθορά και ο θάνατος είναι σταθερά θέματα ενός ποιητικού κόσμου ο οποίος δεν παραδίδεται στο σκοτάδι αλλά καταφάσκει στωικά στη ζωή.

Ο Βαρβέρης τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο δοκιμίου-κριτικής (1996) και το Βραβείο ποίησης του περιοδικού Διαβάζω (2002). Εφέτος έλαβε το Βραβείο του Ιδρύματος Πέτρος Χάρης της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου του. Από το νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν λόγω προβλημάτων υγείας είχε δηλώσει στο «Βήμα»: «Το συγκεκριμένο βραβείο σημαίνει έναν σταθμό μέσα σε μια πορεία καθαρώς ποιητική. Είναι όπως ένα τρένο, το οποίο σταματά σε έναν σταθμό όπου οι άνθρωποι το καλωσορίζουν, αλλά μετά πρέπει να συνεχίσει την πορεία του με τον ίδιο ρυθμό, και κάπως επιβαρημένη από την επιδοκιμασία των άλλων». Χαμηλών τόνων, ευγενής και με συναίσθηση ευθύνης, ήταν από τους πνευματικούς ανθρώπους που καθοδηγούν με το παράδειγμά τους. Παρέμεινε δραστήριος και δημιουργικός ως την τελευταία στιγμή. Από τον περασμένο Μάρτιο, ήταν από τους ιδρυτές, και συνδιευθυντής με τον Κ. Γ. Παπαγεωργίου, του νέου περιοδικού ποίησης Τα ποιητικά.
( απο την εφημερίδα " ΤΟ ΒΗΜΑ " ) 

Οι στίχοι του για αποχαιρετισμό:


Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές»

Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές
αν μάλιστα τυχαίνει να μένουμε στην ίδια πόλη
να τους βλέπουμε πού και πού
γιατί εκεί που ζούμε ήσυχοι
βέβαιοι πως ζούνε κι αυτοί – ξεχασμένοι έστω
εκεί έρχεται το μαντάτο τους.

Οι καλοί ποιητές μάς φεύγουνε μια μέρα
όχι γιατί πεθαίνουνε
από έμφραγμα ή από καρκίνο
αλλά γιατί φυτρώνουνε στα βλέφαρά τους
λουλούδια τρομερά.

Ανοίγουνε κιτάπια στην αρχή
πάνε μετά στον οφθαλμίατρο
ρωτάνε κηπουρούς βοτανολόγους
η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά
λόγια φοβισμένα κι αόριστα
οι περαστικοί κι οι γείτονες σταυροκοπιούνται.

Έτσι σιγά σιγά οι ποιητές μαζεύονται
αποτραβιούνται σπίτι τους
ακούγοντας δίσκους παλιούς
γράφοντας λίγο
όλο και πιο λίγο
πράγματα μέτρια.
Στο μεταξύ μες στην κλεισούρα
τα τρομερά λουλούδια αρχίζουν να ξεραίνονται
και να κρεμάνε
κι οι ποιητές δε βγαίνουν πια
μήτε για τα τσιγάρα τους στο διπλανό περίπτερο.
Μόνο σκεβρώνουνε κοντά στο τζάκι
ζητώντας την απόκριση από τη φωτιά
που πάντα ξεπετάει στο τέλος μια της σπίθα
κι αυτή γαντζώνεται
στα ξεραμένα φύλλα πρώτα
ύστερα στα ξερά κλαριά
σ’ όλο το σώμα
και τότε λάμπει το σπίτι
λάμπει ο τόπος
για μια μόνο στιγμή

κι αποτεφρώνονται.


Γιάννης Βαρβέρης, «Αναπήρων πολέμου», Εκδ. Ύψιλον, 1982




Τρίτη, 17 Μαΐου 2011

Λογοτεχνικά βραβεία του περιοδικού "διαβάζω"




Απονεμήθηκαν απόψε τα λογοτεχνικά βραβεία του περιοδικού « διαβάζω», στο Μουσείο Μπενάκη:




Βραβείο Μυθιστορήματος στην Ιωάννα Καρυστιάνη για το βιβλίο της «Τα σακιά» (Εκδόσεις Καστανιώτη). 

( πατώντας εδώ μπορείτε να παρακολουθήσετε μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη της Ιωάννας Καρυστιάνη για το μυθιστόρημα "τα σακιά")

Βραβείο Διηγήματος-Νουβέλας στον Αλέξανδρο Ίσαρη για το βιβλίο του «Βίνκελμαν ή το Πεπρωμένο» (Εκδόσεις Κίχλη).

Βραβείο Ποίησης εξ’ ημισείας στους Χριστόφορο Λιοντάκη για τη συλλογή «Στο τέρμα της πλάνης» (Εκδόσεις Καστανιώτη) και Κώστα Μαυρουδή για τη συλλογή «Τέσσερις εποχές» (Εκδόσεις Κέδρος).

Βραβείο Λογοτεχνικού Δοκιμίου- Μελέτης στον Κωνσταντίνο Τσουκαλά για το βιβλίο του «Η επινόηση της ετερότητας, “Ταυτότητες” και “διαφορές” στην εποχή της παγκοσμιοποίησης» (Εκδόσεις Καστανιώτη).

Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα (προς τιμή του Ηρακλή Παπαλέξη) στον Μιχάλη Γενάρη για το βιβλίο του «Πρίγκιπες και δολοφόνοι» (Εκδόσεις Ίνδικτος).

Βραβείο Εικονογραφημένου Παιδικού Βιβλίου στους Αντώνη Παπαθεοδούλου (κείμενο) και Μυρτώ Δεληβοριά (εικονογράφηση) για το βιβλίο «Η πόλη που έδιωξε τον πόλεμο» (Εκδόσεις Πατάκη).

Βραβείο Λογοτεχνικού Βιβλίου για μεγάλα παιδιά στην Μαρία Παπαγιάννη για το βιβλίο της «Το δέντρο μονάχο» (Εκδόσεις Πατάκη).

Το Βραβείο Προσφοράς στο Βιβλίο (προς τιμή του ιδρυτή του περιοδικού, Περικλή Αθανασόπουλου) απονεμήθηκε στο Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών – Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη για τη μακρόχρονη συμβολή του στα ελληνικά γράμματα.



 Μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη του ποιητή  Χριστόφορου Λιοντάκη στην Άννα Γριμάνη, της εφημερίδας "Καθημερινή"

Η ελληνικότητα είναι αίσθημα ή συνείδηση;
Η ελληνικότητα είναι μια έννοια με μεγάλη ιδεολογική φόρτιση και κάθε απόπειρα ανάλυσης ή ορισμού, ανέκαθεν, αλλά περισσότερο ίσως στις μέρες μας, αποτελεί τεράστια παγίδα. Θα έλεγα, ωστόσο, για ν' απαντήσω στην ερώτηση, ότι μέσα μου λειτουργεί μάλλον σαν διάθεση.
Τι πιο ελληνικό αγάπησα.
«Σε υποψία χώματος γαλάζιο ανθάκι λάμπει».
Η υπέροχη εκδοχή του Ελληνα.
Το φιλότιμο, όσο κι αν ηχεί κάπως παλιομοδίτικο, το οποίο βέβαια εμπεριέχει θετικά αλλά και αρνητικά στοιχεία. Γιατί όχι; Αυτό που μετράει, ουσιαστικά, είναι η ανατροπή της συμβατικότητας και της μιζέριας.
Αυτό που με χαλάει.
Γενικά θα έλεγα η ακρισία και η έλλειψη ή η απώλεια του μέτρου. Πιο συγκεκριμένα, στην καθημερινή πράξη, η υπερεκτίμηση, που φτάνει ώς την ειδωλοποίηση ορισμένων προσώπων από τον πνευματικό και τον καλλιτεχνικό χώρο, με αποτέλεσμα τη σύγχυση και κυρίως την υποβάθμιση των αξιών.
Προσόν ή μειονέκτημα να είσαι Ελληνας σήμερα;
Ούτε προσόν ούτε μειονέκτημα. Δεν μου αρέσει να μεμψιμοιρώ και να πιπιλίζω την καραμέλα ότι η Ελλάδα δεν παρέχει δυνατότητες στους πνευματικούς ανθρώπους ή ότι τα ταλέντα που μένουν στην Ελλάδα χάνονται, ενώ, αν βρίσκονταν σε άλλη χώρα, θα είχαν μεγαλουργήσει κ.λπ., αλλά ούτε και επαίρομαι βέβαια για το ένδοξο ελληνικό παρελθόν. Απλώς χαίρομαι που γεννήθηκα και έζησα σ' αυτό τον τόπο.
Παράγει πολιτισμό ο Ελληνας της νέας εποχής ή μένει προσκολλημένος σε μια ρητορική ελληνικότητα;
Η ρητορική ελληνικότητα είναι, νομίζω, παρωχημένη πια και, όταν και όπου σπάνια εμφανίζεται, γίνεται στην καλύτερη περίπτωση γραφική, όταν δεν μεταλλάσσεται ευθέως σε αντιδραστικά, ρατσιστικά και εθνικιστικά, ιδεολογήματα· στην εποχή μας, όμως, ελλοχεύουν και άλλοι, πολύ πιο σοβαροί, κίνδυνοι, όπως η χυδαιότητα και η ισοπέδωση, που συνθέτουν ένα θολό και ζοφερό τοπίο.
Επανέρχομαι όμως στην ερώτηση: Νομίζω πως ναι, ο Ελληνας της νέας εποχής παράγει πολιτισμό στο θέατρο, στη μουσική, στον κινηματογράφο, στην ποίηση και την πεζογραφία, στις τέχνες γενικότερα. Αλλά και στις επιστήμες και στην έρευνα, ιδιαίτερα στο εξωτερικό, όπου οι Ελληνες έχουν διακριθεί και προχωρούν πλησίστιοι, μαζί με τους διεθνείς ομολόγους τους. Ωστόσο, αυτό που πάνω απ' όλα λείπει, και που είναι εν τέλει το πρωτεύον, είναι ο πολιτισμός της καθημερινότητας.
Με ποια ταυτότητα οι Ελληνες περιέρχονται τον σύγχρονο κόσμο;
Με την ταυτότητα του πολίτη του κόσμου και την ενεργή συμμετοχή τους στις σύγχρονες εξελίξεις, όπως διαμορφώνονται στον κόσμο σήμερα. Οι Ελληνες πρέπει να συνειδητοποιήσουν τις δυνατότητές τους, χωρίς καμία έπαρση και υπερβολή, αλλά και χωρίς επαρχιώτικα σύνδρομα.
Το ελληνικό μου «γιατί» κι ένα «πρέπει» που πέταξα.
Γιατί να συνεχίζεται η υπερεξουσία των τηλεοπτικών παραθύρων, που παραπληροφορεί και εξαχρειώνει τους πολίτες. Τους αποπροσανατολίζει μέσα από μια χαοτική ανταλλαγή δήθεν απόψεων, έτσι που χάνεται η ουσία των προβλημάτων και κερδίζει η γυαλιστερή επιφάνεια της τηλεθέασης. Και ότι οι Ελληνες πρέπει να καταναλώνουν πέρα από τις οικονομικές τους δυνατότητες.
Ο Ελληνας ποιητής μου.
Και βέβαια δεν είναι ένας. Πώς θα μπορούσε άλλωστε; Καθώς όμως ο χώρος είναι λίγος, θα περιοριστώ σ' ένα λογοπαίγνιο. Τα τρία Κ: ο Κάλβος για την αρχαϊκή του λιτότητα, ο Καβάφης για την πρόσληψη της Ιστορίας και για τον γενναίο ερωτισμό του και ο Καρυωτάκης για την πολύτιμη αίσθηση του μάταιου.
Η αδιαπραγμάτευτη ελληνική αλήθεια μου.
Τα παιδικά μου βιώματα, τα παιδικά μου χρόνια. Εδώ έχουν την καταγωγή τους η γλώσσα, οι πρώτες εικόνες, η πρώτη σύλληψη του κόσμου. Σ' αυτά επανέρχομαι διαρκώς. Από εκεί ξεκινούν και εκεί τελειώνουν όλα.
Η Oδός των Ελλήνων στον παγκόσμιο χάρτη - ορίστε την.
Η αυτοσυνειδησία, που μπορεί να οδηγήσει στη συναίρεση των ελληνικών βιωμάτων με τα σύγχρονα δεδομένα.

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011

οι ενδεικτικές απαντήσεις της Κ.Ε.Ε για τη Λογοτεχνία



Επιτέλους "ο Κρητικός , ε;;

Δεν ξαφνιάστηκαν τα παιδιά, ήταν μέσα σ' αυτά που περίμεναν.
Τα θέματα αρκετά απαιτητικά, με την -  αυτονόητη - προϋπόθεση, για να γράψει κάποιος καλά, να  έχει μελετήσει το ποιήμα στο βάθος του.

Μάλλον σ' αυτό το βάθος στόχευσε και η ΚΕΕ με την ερώτηση Β1, στο β' υποερώτημα. Η αναφορά στη σύνθεση της φυσικής και της μεταφυσικής πραγματικότητας κυρίαρχο  θεματικό και δομικό μοτίβο  στο Σολωμό.
Η πιο απαιτητική και συνάμα η πιο " ωραία" ( ας μου επιτραπεί η λέξη) ερώτηση.


Το παράλληλο κείμενο, ο Όρκος του Μαρκορά,βατό και με φανερές αναλογίες με τον "Κρητικό".
Βέβαια προϋπόθεση για τη σωστή  προσέγγισή του ήταν  οι εξωκειμενικές πληροφορίες που δόθηκαν απο την επιτροπή , όπως για παράδειγμα, το ότι ο Μάνθος στον  "Ορκο" είναι νεκρός και καλεί κοντά του- στον άλλο κόσμο- την αγαπημένη του που είναι ετοιμοθάνατη.




Από την Κεντρική Επιτροπή Εξετάσεων  δόθηκαν οι παρακάτω ενδεικτικές απαντήσεις και λύσεις των θεμάτων  με την υπενθύμιση για άλλη μία φορά ότι κάθε απάντηση ή λύση επιστημονικά τεκμηριωμένη είναι αποδεκτή.

Α1.  

 
φύση: ακρογιάλι, πέλαγα, ουρανός, θάλασσα, περιβόλι, μέλισσα , φεγγάρι κ.α.

πατρίδα: λαβωματιές, Κρήτη

γυναίκα: κορασιά, ομορφιά, κορασιά που μ’ έσφιξε κι εχάρη, φεγγαροντυμένη κ.α

θρησκεία: Σάλπιγγα, Κοιλάδα, καπνός δε μένει απ’ τη γη, Παράδεισος, Ανάσταση, το κάψιμο, ο κόσμος ο αναμμένος κ.α
  

B1.    

α' υποερώτημα  

Περιγραφή δύο εικόνων που περιέχονται σε δύο από τα παρακάτω αποσπάσματα:

      «- Ψηλά τήν είδαμε πρωί· της τρέμαν τά λουλούδια

Στη θύρα της Παράδεισος που έβγηκε μέ    τραγούδια·» 

«Εψαλλε τήν Ανάσταση χαροποιά ή φωνή της,»

«Ό ουρανός ολόκληρος άγρίκαε σαστισμένος, Το κάψιμο αργοπορούνε ό κόσμος ό αναμμένος-»

        «Κάτι κρυφό μυστήριο έστένεψε τή φύση»
        «Τό κάψιμο ... αναμμένος»
          «Έσειότουν τ' ολοστρόγγυλο ... καί στα χρυσά μαλλιά της.»  κ.α


β ' υποερώτημα

  • Η ελπίδα συνάντησης κατά την έσχατη κρίση παρηγοριά στον ψυχικό πόνο του Κρητικού απο το θάνατο της κόρης
  • H   θρησκευτικότητα του ποιητή.
  • Η εξοικείωση του με τα εκκλησιαστικά κείμενα
  • Στο Σολωμό είναι συνηθισμένο να ακολουθείται ο θάνατος από αναφορά στη Δευτέρα παρουσία.
  •  Επιρροή από ευρωπαϊκό ρομαντισμό.

Β2.     

Τέτοιου είδους εκφραστικά μέσα μπορούν να εντοπιστούν στους παρακάτω στίχους:

1.     «Κι η θάλασσα, ... όλο ησυχία και      πάστρα».
2.     «Κάθε ομορφιά νά στολιστεί και τό θυμό ν' αφήσει».
3.     «Δεν ειν' πνοή „. περνώντας»,

Γ1:    

 α' υποερώτημα
  • Επίκληση στη φύση και προσπάθεια εξευμενισμού της.
    • Σχολιασμός  επιθέτου   «καλό»:   οξύμωρο  βλ. και  σελ.  39 Βιβλίου του Καθηγητή.
    • Πλεονασμός: «ξαναφέξε πάλι»
    • Σχέση ανθρώπου φύσης.
    • Επιρροή από δημοτική ποίηση.
    • Γνωστοποίηση τόπου χρόνου προσώπων,

     β΄υποερώτημα
    • Σχόλια βιβλίου 10 και 11 (σελ, 18).
    •     -Μεταφυσικό στοιχείο,
    • -Η «εν σαρκί» Ανάσταση της κόρης προϋπόθεση για τη
    συνάντηση με τον αγαπημένο της.
    • -Στοιχείο εγκοσμίωσης: ψάλλει την Ανάσταση και εκφράζει συναισθήματα


    Δ1.  ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:       

    Οι απαντήσεις στην ερώτηση αυτή μπορούν να στηριχθούν σε
    κάποιες από τις παρακάτω ομοιότητες και διαφορές.

    α) Ομοιότητες
    -η ερωτική σχέση μεταξύ δύο νέων,
    -συναισθήματα απώλειας,
    -έκφραση συναισθημάτων για αγαπημένο πρόσωπο,
    -η προσδοκία συνάντησης,
     -το μεταφυσικό πλαίσιο,
     -η παρουσία του φυσικού στοιχείου,
     -το παραπλήσιο ιστορικό πλαίσιο,
     -η εγκοσμίωση του μεταφυσικού τοπίου.

    β) Διαφορές:

    -Στον «Κρητικό» ο ζωντανός νέος αναζητά τη νεκρή κόρη, -στον «Όρκο» συμβαίνει το αντίστροφο.
    -Ο Κρητικός αναζητεί την κόρη μέσω τρίτων, στον «Όρκο» ο νέος απευθύνεται άμεσα στην αγαπημένη του,
     -Στον Κρητικό ο νέος μεταβαίνει εκούσια στον υπερβατικό κόσμο, στον «Όρκο» ο νεκρός νέος προσκαλεί αγαπημένη του.
     Στον «Όρκο» υπάρχει έντονο στοιχείο νοσταλγίας της κοινής επίγειας ζωής,
    -Η παρουσίαση του υπερβατικού κόσμου.

    Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

    το λουλούδι των ευχών



    [Λουλούδι των ευχών μου είπαν οι μικρές μου πως το λένε...Κάνεις , λέει μια ευχή , φυσάς και τα πέταλά του ταξιδεύουν μακρυά - εκεί που πρέπει - την ευχή σου...]



     Αφιερωμένο  στα υπέροχα παιδιά μας  που θα διαγωνισθούν αύριο στη Λογοτεχνία, με ευχές για καλή επιτυχία!

    Τα ποιήματα ποιητικής , σε ξεχωριστή θέση  στη καρδιά τους πάντα...
    (Ας   ευχηθούμε  μια ξεχωριστή θέση γι αυτά και τη Δευτέρα, στις εξετάσεις …)

    Κι οι ποιητές μας, εδώ να μας θυμίζουν τι μας «χρειάζεται» η Ποίηση…

    ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ 

    Ωστόσο πιστεύω ότι η ποίηση βοηθάει, όσο το κερί που ανάβουμε μπαίνοντας σ' ένα έρημο καταργημένο ξωκλήσι, με φευγάτους όλους τους αγίους. Ωφελεί όσους την αγαπούν, επειδή βρίσκουν εντός της μικρά κομματάκια από σκισμένες φωτογραφίες του ψυχισμού τους. Περισσότερο και πιο σωστά ωφελεί εκείνους που πιστεύουν στη μαγεία της. Που δεν θέλουν να θέσουν τον δάκτυλό τους επί τον τύπον της κατανόησής της. Ωφελεί, υπερκόσμια, εκείνον που την ασκεί και μόνον κατά τη διάρκεια της άσκησης, επειδή τότε μόνον τον βγάζει από το σώμα του, τον σταθεροποιεί σε μιαν αιώρηση απ' όπου αυτός παρακολουθεί, σαν σε χειρουργείο, τον προσωρινό θάνατο της μικρότητάς του. Ωφελεί κυρίως τη γλώσσα. Την περισυλλέγει από τους μεγάλους κάδους της βιασύνης και τη μεταγγίζει με σέβας στο τόσο δα μπουκαλάκι του αγιασμού, μια γουλιά, όσο ακριβώς χρειάζεται να πιει η ουσία. Τέλος, η ποίηση ωφελεί όσο μια παυσίπονη σταγόνα σε έναν ωκεανό λύπης. Δεν είναι λίγο.

    ΝΑΣΟΣ ΒΑΓΕΝΑΣ

    Το γεγονός ότι ο ποιητής σήμερα διαβάζεται και, απ' ό,τι φαίνεται, εκτιμάται λιγότερο απ' ό,τι σε παλαιότερες εποχές δεν σημαίνει ότι ο ρόλος του έχει αλλάξει, ότι η χρησιμότητά του είναι σήμερα μικρότερη. Διότι ο ρόλος του ποιητή, ο βασικός του ρόλος, είναι ο ίδιος σε κάθε εποχή: με το αίσθημα της πλήρωσης που προσφέρει ο αρμονικός κόσμος των ποιημάτων του τον οποίο δημιουργεί, ο ποιητής συνεισφέρει στην (έστω στιγμιαία, βαθιά όμως και δραστική) υπέρβαση ενός αισθήματος έλλειψης (ή απώλειας) μιας ιδανικής ψυχικής αρμονίας, στην απάλυνση ενός οντολογικού, θα έλεγα, αισθήματος πτώσης το οποίο προκαλεί στον άνθρωπο η αίσθηση της φθαρτότητάς του. Είναι η αναζήτηση αυτής της αρμονίας εκείνο το οποίο οδήγησε στη δημιουργία της τέχνης [που τα «φάρμακά» της, όπως γράφει ο Καβάφης, «κάμνουνε - για λίγο - να μη νοιώθεται η πληγή»]. 

    ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

     Ίσως όμως ο ποιητικός λόγος, χάρη στη συμπύκνωσή του, να χαράζεται βαθύτερα στη μνήμη του ακροατή ή του αναγνώστη, κι ακόμα ν' αντέχει περισσότερο στον χρόνο.
    Θα έλεγα ότι όπως το κόκκινο κρασί, το λευκό, το γλυκό, το αφρώδες ικανοποιούν διαφορετικές γευστικές ανάγκες αλλά όλα μαζί έχουν έναν κοινό γεννήτορα, το σταφύλι, έτσι και η ποίηση, η πρόζα, το θέατρο, το δοκίμιο ικανοποιούν διαφορετικές ανάγκες ακρόασης, ανάγνωσης ή θέασης, αλλά έχουν τον ίδιο κοινό γεννήτορα, τον λόγο.

    ΝΤΙΝΟΣ ΣΙΩΤΗΣ

    Σε μια εποχή που «τα πιο πολλά ποιητικά βιβλία δεν μπορείς ούτε καν να τα χαρίσεις» και που οι ποιητές είναι πιο πολλοί απ' τους αναγνώστες, γιατί ν' ασχοληθεί κανείς σοβαρά με την ποίηση; Μα γιατί η ποίηση, όταν δεν είναι εγκεφαλική και δύσκολη, μας οδηγεί στον κόσμο των ανθρώπινων συναισθημάτων, μας φέρνει πιο κοντά στον εαυτό μας και μας δείχνει τον ανθρώπινο πόνο απ' τον οποίο υπάρχει περίσσευμα στον πλανήτη μας. Ακόμη, η ποίηση έχει τη δύναμη να μας δείξει το μέλλον, τα μονοπάτια του οποίου σε όλον τον κόσμο ανακαλύπτονται και εφευρίσκονται εκ νέου. 

    ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ - ΡΟΥΚ

    Οταν ρώτησαν τον άγγλο ποιητή Samuel Johnson (1709-1784) τι είναι ποίηση απάντησε: «Είναι πιο εύκολο να πει κανείς τι δεν είναι.Ολοι ξέρουμε το φως αλλά είναι δύσκολο να πεις τι είναι». Οταν λέμε φως δεν εννοούμε ότι η ποίηση είναι κάτι το θεϊκό, αλλά ότι είναι ζωή. Αν είναι λοιπόν τόσο δύσκολο να δώσεις τον ορισμό της ποίησης, πώς μπορείς να πεις αν είναι χρήσιμο το ον που την εξασκεί; Εξαρτάται βέβαια από την ιστορική περίοδο που συμπίπτει με τη δημιουργία. Αλλά τότε πώς υπάρχουν αιώνια ποιήματα; Εγώ, προσωπικά, έχω μια σχέση φυσικότητας με την ποίηση και όχι χρησιμότητας. Αναπνέω, ζω, γράφω. Από τις μεγαλύτερες χαρές είναι η στιγμή της δημιουργίας, άσχετα αν την επόμενη μέρα το δημιούργημα μπορεί να το πετάξω στα σκουπίδια.
    Το κοινωνικό νόημα ή τι αντίκτυπο μπορεί να 'χει αυτό που γράφω, βέβαια μ' ενδιαφέρει, αλλά σ' ένα άλλο συνειδησιακό επίπεδο. Αισθάνομαι όμως, συγχρόνως, ότι αυτό δεν είναι της δικής μου δικαιοδοσίας. 

    ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ

    Προσπαθώ να υποστηρίξω ότι η ποίηση είναι έρως του λόγου. Για να τελειώσω, θα προσθέσω ότι ο ποιητής είναι το πιο ερωτευμένο, το πιο ερωτεύσιμο πλάσμα του κόσμου. Αν δεν ερωτεύεται, αν δεν αγαπά, είναι αδύνατον να γράψει. Ερωτεύεται τα πάντα, ακόμα κι όταν μιλεί για μίσος. Ερωτεύεται τα φανερά και τ' αφανέρωτα. Τα παρόντα κι όσα ανήκουν στο παρελθόν, τα όσα επιθυμεί και τα όσα περιμένει. Ερωτεύεται όμως πρώτα απ' όλα και απ' όλα περισσότερο την ανθρώπινη λαλιά. Δέχεται τη μουσικότητά της και τη σημασία της. Αισθάνεται παράφορα ο ποιητής και τον κατέχει το δέος για την ανθρώπινη ομιλία που αυτή είναι το μόνο εργαλείο και το υλικό του συνάμα.