Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

Η ναυς των ονείρων

 

















Οι  χαρισματικοί ζωγράφοι του Γθ1, εμπνεύστηκαν απο την περιγραφή της Μοσχούλας απο  τον Παπαδιαμάντη και μας χάρισαν αυτές τις δύο εξαιρετικές ζωγραφιές της!
Την πρώτη  ζωγράφησε η Σοφία Ανδρούλη και τη δεύτερη ο Γιάννης Κωστόπουλος. 

Στο διήγημα " Όνειρο στο κύμα" το όνειρο και η πραγματικότητα  συμπορεύονται και  τα όριά τους γίνονται δυσδιάκριτα. Η νεαρή Μοσχούλα, το αντικείμενο του ερωτικού πόθου του νεαρού βοσκού, ενσαρκώνει την ίδια την Ομορφιά  για κείνον, στη ποιητική και μαγική περιγραφή που κάνει ο Παπαδιαμάντης  .Ο ήρωας  μας  τη βλέπει να πέφτει γυμνή στη θάλασσα  για να κολυμπήσει και  εκστασιασμένος από την ομορφιά της  αποδιδράσκει από την πραγματικότητα  για να απολαύσει το μαγικό θέαμα. Ο ποιητής, που κρύβεται μέσα στο μηχανισμό της  πεζογραφίας του Παπαδιαμάντη, αναδύεται για να δώσει  μια από τις πιο λυρικές και  ερωτικές περιγραφές του γυναικείου σώματος :
 
«Την ανεγνώρισα πάραυτα εις το φως της σελήνης το μελιχρόν, το περιαργυρούν όλην την άπειρον οθόνην του γαληνιώντος πελάγους, και κάμνον να χορεύουν φωσφορίζοντα τα κύματα. Είχε βυθισθή άπαξ καθώς ερρίφθη εις την θάλασσαν, είχε βρέξει την κόμην της, από τους βοστρύχους της οποίας ως ποταμός από μαργαρίτας έρρεε το νερόν, και είχεν αναδύσει· έβλεπε κατά τύχην προς το μέρος όπου ήμην εγώ, κ' εκινείτο εδώ κ' εκεί προσπαίζουσα και πλέουσα. Ήξευρε καλώς να κολυμβά.(…)
Ήτον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα. Είχεν απομακρυνθή ως πέντε οργυιάς από το άντρον, και έπλεε, κ' έβλεπε τώρα προς ανατολάς, στρέφουσα τα νώτα προς το μέρος μου. Έβλεπα την αμαυράν και όμως χρυσίζουσαν αμυδρώς κόμην της, τον τράχηλόν της τον εύγραμμον, τας λεύκας ως γάλα ωμοπλάτας, τους βραχίονας τους τορνευτούς, όλα συγχεόμενα, μελιχρά και ονειρώδη εις το φέγγος της σελήνης. Διέβλεπα την οσφύν της την ευλύγιστον, τα ισχία της, τας κνήμας, τους πόδας της, μεταξύ σκιάς και φωτός, βαπτιζόμενα εις το κύμα. Εμάντευα το στέρνον της, τους κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχομένους όλας της αύρας τας ριπάς και της θαλάσσης το θείον άρωμα. Ήτο πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα· ήτον νηρηίς, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναυς μαγική, η ναυς των ονείρων...»

 
Βλέπουμε βέβαια πως η  περιγραφή  της ομορφιάς  της Μοσχούλας δεν αυτονομείται στο διήγημα, αλλά  παρουσιάζεται  σαν κομμάτι της ομορφιάς της φύσης, ολοκληρώνεται μέσα σ’ αυτήν.  Έτσι ο νεαρός βοσκός  μιλώντας για  « όνειρο στο κύμα»   ακουμπά  και  το αρμονικό δέσιμο φύσης- ανθρώπου, όχι μόνο  την εξιδανικευμένη ομορφιά της αγαπημένης του. Πρόκειται για μια κατάφαση στη ζωή, ένα βάπτισμα στην εξαγιασμένη φύση...

Ο ύμνος για την ομορφιά του γυναικείου σώματος  συχνά στην ποίηση συμπλέκεται με την ομορφιά της φύσης. Να θυμηθούμε το υπέροχο ποίημα του Ν.Εγγονόπουλου απο τη συλλογή " ΕΛΕΥΣΙΣ":

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε σαν τα ρόδια
έρχονται και μας βρίσκουνε
τις νύχτες
όταν βρέχη
με τους μαστούς τους καταργούν τη μοναξιά μας
μεσ' τα μαλλιά μας εισχωρούν βαθειά
και τα κοσμούνε
σα δάκρυα
σαν ακρογιάλια φωτεινά
σα ρόδια

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε κύκνοι
τα πάρκα τους
ζουν μόνο μέσα στην καρδιά μας
είν' τα φτερά τους
τα φτερά αγγέλων
τ' αγάλματά τους είναι το κορμί μας
οι ωραίες δεντροστοιχίες είν' αυτές οι ίδιες
ορθές στην άκρια των ελαφρών ποδιών
τους
μας πλησιάζουν
κι είναι σαν μας φιλούν
στα μάτια
κύκνοι

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε λίμνες
στους καλαμιώνες τους
τα φλογερά τα χείλια μας σφυρίζουν
τα ωραία πουλιά μας κολυμπούνε στα νερά τους
κι ύστερα
σαν πετούν
τα καθρεφτίζουν
- υπερήφανα ως ειν' -
οι λίμνες
κι είναι στις όχθες τους οι λεύκες λύρες
που η μουσική τους πνίγει μέσα μας
τις πίκρες
κι ως πλημμυρούν το είναι μας
χαρά
γαλήνη
είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε
λίμνες

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε σαν σημαίες
στου πόθου τους ανέμους κυματίζουν
τα μακρυά μαλλιά τους
λάμπουνε
τις νύχτες
μεσ' στις θερμές παλάμες τους κρατούνε
τη ζωή μας
είν' οι απαλές κοιλιές τους
ο ουράνιος θόλος
είναι οι πόρτες μας
τα παραθύρια μας
οι στόλοι
τ' άστρα μας συνεχώς ζούνε κοντά τους
τα χρώματά τους είναι
τα λόγια της αγάπης
τα χείλη τους
είναι ο
ήλιος το φεγγάρι
και το πανί τους είν' το μόνο σάβανο που μας αρμόζει :
είν' οι γυναίκες που αγαπούμε σαν σημαίες

είν' οι γυναίκες που αγαπούμε δάση
το κάθε δέντρο τους είν' κι ένα μήνυμα του πάθους
σαν μεσ' σ' αυτά τα δάση
μας πλανέψουνε
τα βήματά μας
και χαθούμε
τότες είν'
ακριβώς
που βρίσκουμε τον εαυτόνε μας
και ζούμε
κι όσο από μακρυά ακούμε νάρχωνται οι μπόρες
ή και μας φέρνει
ο άνεμος
τις μουσικές και τους θορύβους
της γιορτής
ή τις φλογέρες του κινδύνου
τίποτε - φυσικά - δε μπορεί να μας φοβίση
ως οι πυκνές οι φυλλωσιές
ασφαλώς μας προστατεύουν
μια που οι γυναίκες π' αγαπούμε είναι σα δάση

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε σαν λιμάνια
(μόνος σκοπός
προορισμός
των ωραίων καραβιών μας)
τα μάτια τους
είν' οι κυματοθραύστες
οι ώμοι τους είν' ο σηματοφόρος
της χαράς
οι μηροί τους
σειρά αμφορείς στις προκυμαίες
τα πόδια τους
οι στοργικοί
μας
φάροι
- οι νοσταλγοί τις ονομάζουν Κατερίνα -
είναι τα κύματά τους
οι υπέροχες θωπείες
οι Σειρήνες τους δεν μας γελούν
μόνε
μας
δείχνουνε το δρόμο
- φιλικές -
προς τα λιμάνια : τις γυναίκες που αγαπούμε

έχουνε οι γυναίκες π' αγαπούμε θεία την ουσία
κι όταν σφιχτά στην αγκαλιά μας
τις κρατούμε
με τους θεούς κι εμείς γινόμαστ' όμοιοι
στηνόμαστε ορθοί σαν άγριοι πύργοι
τίποτε δεν είν' πια δυνατό να μας κλονίση
με τα λευκά τους χέρια
αυτές
γύρω μας γαντζώνουν
κι έρχονται όλοι οι λαοί
τα έθνη
και μας προσκυνούνε
φωνάζουν
αθάνατο
στους αιώνες
τ' όνομά μας
γιατί οι γυναίκες π' αγαπούμε
την μεταδίνουν
και σ' εμάς
αυτή
τη θεία τους
ουσία.

 


  Μέρος του "παραδείσου" και ο ίδιος ο ήρωας, ο νεαρός βοσκός,  που πολλές φορές έχει δηλώσει την ενότητά του με τη φύση και την ευτυχία του μέσα σ' αυτήν:

« Μίαν εσπέραν, καθώς είχα κατεβάσει τα γίδια μου κάτω εις τον αιγιαλόν, ανάμεσα εις τους βράχους, όπου εσχημάτιζε χιλίους γλαφυρούς κολπίσκους και αγκαλίτσες το κύμα, όπου αλλού εκυρτώνοντο οι βράχοι εις προβλήτας και αλλού εκοιλαίνοντο εις σπήλαια· και ανάμεσα εις τους τόσους ελιγμούς και δαιδάλους του νερού, το οποίον εισεχώρει μορμυρίζον, χορεύον με άτακτους φλοίσβους και αφρούς, όμοιον με το βρέφος το ψελλίζον, που αναπηδά εις το λίκνον του και λαχταρεί να σηκωθή και να χορεύση εις την χείρα της μητρός που το έψαυσε — καθώς είχα κατεβάσει, λέγω, τα γίδια μου διά ν' “αρμυρίσουν” εις την θάλασσαν, όπως συχνά εσυνήθιζα, είδα την ακρογιαλιάν που ήτον μεγάλη χαρά και μαγεία, και την “ελιμπίστηκα”, κ' ελαχτάρησα να πέσω να κολυμβήσω. Ήτον τον Αύγουστον μήνα.(…)Επέταξα αμέσως το υποκάμισον μου, την περισκελίδα μου, κ' έπεσα εις την θάλασσαν. Επλύθην, ελούσθην, εκολύμβησα επ' ολίγα λεπτά της ώρας. Ησθανόμην γλύκαν, μαγείαν άφατον, εφανταζόμην τον εαυτόν μου ως να ήμην έν με το κύμα, ως να μετείχαν της φύσεως αυτού, της υγράς και αλμυράς και δροσώδους.»
Πόσο κοντά  σε αυτήν  την μεταφυσική σχεδόν εμπειρία της φύσης  βρίσκονται οι στίχοι του Σολωμού στον «Πόρφυρα»!..

" Kι η φύσις όλη τού γελά και γένεται δική του.
Eλπίδα, τον αγκάλιασες και του κρυφομιλούσες
και του σφιχτόδεσες το νου μ' όλα τα μάγια πόχεις.
Nιος κόσμος όμορφος παντού χαράς και καλοσύνης "

Η ομορφιά του κοριτσιού λοιπόν αντικρίζεται ως  ιδανική γιατί  ο  ίδιος ο ήρωας  έχει τα μάτια του γεμάτα από την ομορφιά του παραδείσου που ζει·  και μέσα σ’ ένα τέτοιο  φυσικό τοπίο ομορφιάς και αγνότητας  πώς να μην μεταθέσει  την πληρότητα που νιώθει, το φυσικό κάλλος που θαυμάζει, στο πρόσωπο της Μοσχούλας ; Δεν έχει ερωτευτεί μόνο αυτήν, αλλά έχει ερωτευτεί  όλα όσα βλέπει, όλα όσα χαρακτηρίζει « δικά του»:
«Όλα εκείνα ήσαν ιδικά μου. Οι λόγοι, αι φάραγγες, αι κοιλάδες, όλος ο αιγιαλός, και τα βουνά»

Κόσμος και ομορφιά της φύσης είναι ένα για τον Παπαδιαμάντη.
« Η ναυς των ονείρων» λοιπόν ήταν γι αυτόν  η Μοσχούλα, « όνειρο στο κύμα».
Το όνειρο όμως θα τελειώσει  για τον ήρωα  αφού  μετέπειτα θα ζήσει μια ζωή υποτέλειας και ανελευθερίας  στη πόλη, παρέα με τις νοσταλγικές  αναμνήσεις  της  αγνής νεότητας του. Άλλωστε  «στο κύμα»  το έζησε , στη θάλασσα που είναι ρευστή, απρόσιτη, μυστηριώδης και απόρθητη για τον άνθρωπο…


Ζώντας πια  στον αστικό "πολιτισμό" μας αποκαλύπτει ανέπαφο ένα κομμάτι του εαυτού του, εκείνο που μπορεί ακόμη να ονειρεύεται και να αντιστέκεται στην ασχήμια που ζει...
Ο ώριμος πια δικηγόρος ξαναζεί στη απρόσωπη πόλη ,μέσα απο τις μνήμες του, το χαμένο όνειρό του και ο Παπαδιαμάντης στην αφιλόξενη  πόλη  "της δουλοπαροικίας" - όπως λέει την Αθήνα - ξαναζεί τις στιγμές της αθωότητας της νεανικής του ζωής μέσα απο τις περιγραφές των διηγημάτων του.Περιγραφές με μοναδικό πάθος που αποτελούν γι αυτόν λυτρωτικές διαφυγές προς τη φύση και το χαμένο του παράδεισο...  




Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2011

Πέρασμα στην εμπειρία και στη μνήμη


Το διήγημα
« Όνειρο στο κύμα» μπορείτε να διαβάσετε πατώντας εδώ.





Το «Όνειρο στο κύμα» είναι ένα από τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη που καταχωρίζεται στα «αυτοβιογραφικά», γεγονός όμως που έχει δημιουργήσει πολλές ενστάσεις και αντιπαραθέσεις για την έκταση και το βαθμό κατάθεσης πραγματικών βιωμάτων του ίδιου του συγγραφέα.
Υπάρχουν πολλά στοιχεία του κειμένου που θα επιβεβαίωναν τον αυτοβιογραφικό χαρακτήρα του έργου:
  •  Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση.
  •  Ο εξομολογητικός χαρακτήρας του έργου.
  •  Η βαθιά θρησκευτικότητα και η χριστιανική αγωγή που διακατέχει τον ήρωα- αφηγητή, μας παραπέμπει στη  σχέση που είχε ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης με τη θρησκεία.
  •  Οι χώροι της Σκιάθου και της Αθήνας που αναφέρονται είναι αυτοί που πραγματικά έζησε ο Παπαδιαμάντης τη ζωή του.
  •  Η νοσταλγία του ήρωα για τη ζωή κοντά στη φύση και η ασφυκτική ζωή του στην πρωτεύουσα, αντικατοπτρίζει τη κοσμοθεωρία του ίδιου του Παπαδιαμάντη· σύμφωνα μ’ αυτήν στα αστικά κέντρα ο άνθρωπος ασφυκτιά, χάνει τη φυσική του αγνότητα και οδηγείται στη δυστυχία. Έτσι συντελείται η οριστική  έκπτωση από τον παράδεισό του και η οριστική απώλεια της αθωότητας. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα της διάψευσης και της χαμένης Εδέμ εντάσσεται και η ισοπεδωτική και απαξιωτική αναφορά του αφηγητή για τις «θυγατέρες της Εύας», όπως χαρακτηρίζει τις γυναίκες, αλλά και για τη μισθωτή εργασία που του δημιουργεί αίσθημα εξάρτησης και ανελευθερίας.
Ο Παπαδιαμάντης παράλληλα γνωρίζουμε πως δεν ανεχόταν τον κόσμο των συμβάσεων και της υποκρισίας, ενώ καταδίκαζε τις επιφανειακές και ανούσιες σχέσεις,( κατηγορήθηκε για «μισογυνική» διάθεση, και μετά βίας ανεχόταν την αναγκαστική- για βιοποριστικούς λόγους-εργασία του στη Αθήνα , που θεωρούσε έκφραση υποτέλειας και αισθητοποίηση της ανελεύθερης ζωής στη πόλη ).

Από την άλλη μεριά όμως υπάρχουν στοιχεία που θέτουν υπό αμφισβήτηση την αυτοβιογραφική «αποτύπωση» του Παπαδιαμάντη στο έργο:
  •  Τα εισαγωγικά που υπάρχουν στην αρχή και το τέλος του διηγήματος.
  •  Η υπογραφή στο τέλος του: « Δια την αντιγραφήν» Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Η εισαγωγή του σχολικού μας βιβλίου άλλωστε λέει πως « ο συγγραφέας με την υπογραφή του στο τέλος αποποιείται κάθε ταύτισή του με τον αφηγητή.
  •  Τα αναφερόμενα στοιχεία από τη ζωή του αφηγητή που δεν ταυτίζονται με πραγματικά βιογραφικά στοιχεία του ίδιου του Παπαδιαμάντη ( π.χ. ο ίδιος δεν εργάστηκε ποτέ ως δικηγόρος).
Η αλήθεια για το « θολό» ζήτημα της αυτοβιογραφικότητας βρίσκεται ,πιστεύω, στην οπτική με την οποία πρέπει να δούμε την αποτύπωση των αυτοβιογραφικών στοιχείων σε ένα λογοτεχνικό κείμενο.
Είναι βέβαιο πως κάθε συγγραφέας αντλεί τα θέματα και τους ήρωές του από τον κύκλο των παραστάσεων, των γνώσεων , των βιωμάτων και των εμπειριών του.
Είναι επίσης πιθανό -και αυτό συμβαίνει συχνά στον Παπαδιαμάντη- καθώς βρίσκεται σε εξέλιξη η υπόθεση ενός λογοτεχνικού έργου, ο συγγραφέας να κάνει σύντομη παρεμβολή ενός δικού του αυτοβιογραφικού στοιχείου, όχι μόνο γιατί «δένει» με την όλη αφήγηση, αλλά κυρίως γιατί του δίνεται η ευκαιρία να ενσταλάξει τη δική του προσωπική πικρία, τον δικό του προσωπικό πόνο, και αυτό δρα λυτρωτικά για τον ίδιο. Αν τώρα συμβεί το συγκεκριμένο στοιχείο να μνημονεύεται από τους βιογράφους του, παρασύρεται κανείς εύκολα, γενικεύει και, με αφορμή τη μικρή αυτή αυτοβιογραφική παρεμβολή, θεωρεί αυτοβιογραφικό το σενάριο στο σύνολο του.


Αυτό θεωρώ ότι συμβαίνει με τον Παπαδιαμάντη, για παράδειγμα, στη «Νοσταλγό». Αναφέρει για τον Μαθιό, που εντελώς αψήφιστα κλέβει τη βάρκα και φεύγει με τη γυναίκα του Μοναχάκη, ότι εκείνη τη χρονιά τον απέβαλαν από το Γυμνάσιο «... ένεκα λογομαχίας τινός προς ένα των καθηγητών, όστις του εφαίνετο πλέον του δέοντος αγράμματος». Αυτό είχε συμβεί με τον ίδιο όταν ήταν μαθητής στη Χαλκίδα. Να λοιπόν πώς «δένει» το αυτοβιογραφικό στοιχείο, το οποίο κάνει το σενάριο πιο πειστικό και άρα εξυπηρετεί τις σκηνοθετικές ανάγκες της αφήγησης.
 Η ίδια άποψη τεκμηριώνεται περισσότερο στη «Μαυρομαντηλού». Είναι φανερό ότι εκεί, σε πολλά ση­μεία, ο αφηγητής προβάλλει τον εαυτό του, και πολλά στοιχεία αποτελούν αυτοβιογραφικές αναφορές. Όμως όχι όλα. Έτσι, για παράδειγμα, ο αδελφός του Παπαδιαμά­ντη δεν έφυγε στην Αμερική, όπως συμβαίνει με τον αδελ­φό του Γιαννιού. Κατά τον ίδιο τρόπο ο Γιαννιός, πρόσω­πο στο οποίο ο αφηγητής προβάλλει εν μέρει τον εαυτό του, έμεινε ορφανός από πολύ μικρός, ενώ κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει με τον Παπαδιαμάντη -και άλλα παρόμοια. Μο­λονότι δηλαδή κι εδώ ο συγγραφέας φαίνεται κατά κάποι­ον τρόπο να προβάλλει τον εαυτό του στο πρόσωπο του Γιαννιού, πολλά από τα στοιχεία που προσδίδονται σ' αυ­τόν δεν έχουν καμιά σχέση με το πρόσωπο του συγγραφέα μας.

Το ίδιο συμβαίνει με το «όνειρο στο κύμα».
Ο Παπαδιαμάντης «ακουμπά» στο διήγημα σκέψεις, όνειρα, εμπειρίες και αντιλήψεις του για τη ζωή και τον κόσμο χωρίς να εγκλωβίζει το έργο του στα στενά πλαίσια της αυτοβιογραφίας. Περιπλέκει το αυτοβιογραφικό στοιχείο μέσα σε μυθοπλαστικές κατασκευές ηρώων και βέβαια επιτυγχάνει ,με την πειστικότητα που τον διακρίνει,  να συμπαρασύρει τον αναγνώστη στην
 « πλάνη της αυτοβιογραφικότητας». 
Είναι ο λεγόμενος « συγγραφικός δόλος». Αυτή η τεχνική είναι , σύμφωνα με τον Γ.Παγανό, μια τεχνική σκηνοθεσίας της αφήγησης, ένας φυσικός τρόπος αφήγησης απέναντι σ’ ένα υποθετικό ακροατή-αναγνώστη.
  Ο Παπαδιαμάντης με σπουδαία «σκηνογραφική» ικανότητα, δημιουργεί την εντύπωση  μέσα από τα διηγήματά του, ότι τα έζησε όλα αυτά που γράφει, ακόμη κι όταν καταλαβαίνουμε ότι τούτο είναι λογικά αδύνατο. Αυτές οι αλλότριες ιστορίες γίνονται αφορμή για να αναπλάσει τη ζωή όπως εκείνος την αγάπησε ή την φαντάστηκε.
 Αυτό απέχει πολύ από την «ενσωμάτωση στο διή­γημα των σελίδων από το προσωπικό ημερολόγιο του συγγραφέα», άποψη που υποστηρί­ζεται από τον Παναγιώτη Μουλλά. Βέβαια ο ίδιος υποστηρίζει κάπου αλλού πως 
« δύσκολα θα μπορούσαμε να καθορίσουμε με ακρίβεια  σε τι ποσοστό  μεταφέρονται εδώ πραγματικά βιώματα του Παπαδιαμάντη».

 Αντίθετα πιο κοντά  μας νομίζω πως βρίσκεται η άποψη του Γ. Ιωάννου: «ο Παπαδιαμάντης είναι πιο πολύ βιωματικός παρά αυτοβιογραφικός συγγραφέας». «Οι ιστορίες του δεν είναι αυτοβιογραφικές αλλά  αποτελούν αφορμές για ανάπλαση ζωής».

Πάντως το βέβαιο είναι πως  ο διαχωρισμός αυτός χαρακτηρίζει γενικότερα στη Λογοτεχνία τη σχέση συγγραφέα- αφηγητή: ο συγγραφέας είναι ένα πραγματικό πρόσωπο με αληθινή ζωή και υπάρχει έξω από το κείμενο, ενώ αντίθετα ο αφηγητής είναι ένα πρόσωπο του κειμένου, ένα κατασκεύασμα από λέξεις.

Τελικά ίσως αυτό που μένει από το « Όνειρο στο κύμα» δεν είναι η αγωνία του αναγνώστη για το βαθμό μετάδοσης των προσωπικών βιωμάτων του Παπαδιαμάντη σ’ αυτό, αλλά η βεβαιότητα πως το διήγημα  « κραυγάζει» την ψυχή του περισσότερο και όχι τόσο πραγματικές εμπειρίες....

Απογοήτευση, μεταμέλεια, ηττημένη

διάθεση,αίσθηση αποτυχίας, έλλειψη

προσαρμογής στις πρακτικές μέριμνες του

βίου, απουσία αυθεντικής ζωής, ρομαντική

νοσταλγία...




ΠΗΓΕΣ:
1)      Γ.Πυργιωτάκης: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
2)      Π. Μουλάς: Παπαδιαμάντης αυτοβιογραφούμενος
3)      Γ.Ιωάννου:  « Ο της φύσεως έρως»

Σάββατο, 8 Ιανουαρίου 2011


Η ματιά  της Μυρτιώτισσας για  το ήθος του μεγάλου Σκιαθίτη λογοτέχνη:
 
 
Παπαδιαμάντης, μέγας διηγηματογράφος

Ὁ Παπαδιαμάντης δὲν εἶναι μόνο ὁ μεγαλύτερος διηγηματογράφος τῆς ἐποχῆς του, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν ἐποχῶν. Μ᾿ ἐλάχιστα τεχνικὰ μέσα ἀνέβασε τὸ ἔργο του στὴν ἀπόλυτη τελειότητα. Εἶναι ὁ πιὸ ἁπλός, ὁ πιὸ ταπεινός, ὁ πιὸ ἀνθρώπινα εἰλικρινὴς συγγραφέας ποὺ ἔβγαλε ὁ τόπος μας. Στὸ ἔργο του μιλεῖ ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο γιὰ τοὺς «ἀνθρώπους του», γι᾿ αὐτοὺς ποὺ τοὺς αἰσθάνεται τέλεια δικούς του, καὶ μᾶς μιλεῖ γι᾿ αὐτοὺς ὅπως ποτὲ κανένας πατέρας δὲ μίλησε γιὰ τὰ παιδιά του.
Εἶναι ἄπειρη ἡ στοργὴ ποὺ τοὺς ἔχει. Ἔξω ὅμως ἀπ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο τῶν ταπεινῶν, τίποτ᾿ ἄλλο σχεδὸν δὲν τὸν ἐνδιαφέρει, θάλεγε κανεὶς πὼς δὲν πρόσεξε τίποτ᾿ ἄλλο, πὼς δὲν ἔριξε οὔτε κἂν μία ματιὰ στὶς ἄλλες τάξεις τῶν ἀνθρώπων. Ἡ προσοχή του κι ὅλη του ἡ ἀγάπη συγκεντρώθηκε στὸ νησί του. Τὸ τοποθέτησε στὸ πρῶτο πλάνο τῆς ζωῆς, καὶ τὸ ἔργο του ἀντλεῖ ἀπ᾿ αὐτὸ τὴ λαμπρότητά του. Ἀπ᾿ τὴ φτώχεια τοῦ νησιώτη πλουτίζεται, ἀπ᾿ τὴν ἁγία του ὑπομονὴ στὴ δυστυχία καὶ στὸ θάνατο στεριώνεται, ἀπ᾿ τὴν ἁγνότητα τῆς Σκιαθίτισσας κοπέλλας ἐξαϋλώνεται, καὶ φτάνει ἐκεῖ ὅπου λίγοι κατάφεραν νὰ φτάσουν.
Γνώρισα τὸν Παπαδιαμάντη ἀπὸ κοντὰ μόνο τὸν τελευταῖο χρόνο ποὺ βρισκόταν στὴν Ἀθήνα. Κάποιος φίλος τὸν ἔφερε στὸ σπίτι μας ἕνα βράδυ, μὰ κι᾿ ὁ ἴδιος ἀποροῦσε πῶς τὸν κατάφερε, αὐτὸν τὸν ἀπόμονο, τὸν ἀπρόσιτο ἄνθρωπο, νὰ πάει σὲ σπίτι ξένο καὶ σ᾿ ἀνθρώπους ἔξω ἀπ᾿ τὴ δική του «οἰκογένεια». Ὡστόσο τὸν κατάφερε, κι᾿ ἀπὸ τότε, ἴσως γιατὶ μᾶς βρῆκε ἁπλοὺς καὶ κάπως τῆς ἀρεσκείας του, ἐρχότανε πότε-πότε κατὰ τὶς ἐννιὰ τὸ βράδυ. Καθότανε πάντα παράμερα μὲ σταυρωμένα στὸ στῆθος τὰ χέρια, μὲ σκυμμένο τὸ κεφάλι, καὶ μοῦ ἔδινε τὴν ἐντύπωση σὰ νά ῾λεγε ἀπὸ μέσα του μιὰ προσευχή. Σπάνια μιλοῦσε. Ἐγὼ τὸν θαύμαζα καὶ τὸν ἀγαποῦσα πολὺ ἀπὸ τότε, δύσκολα ὅμως κατάφερνα ν᾿ ἀνοίξω κουβέντα μαζί του.
Ἕνα βράδυ μοῦ εἶπε ξαφνικά: -Ἔμαθα πὼς τιμᾶτε διὰ τῆς προστασίας σας τὴ «Φόνισσα». Τὸν κύτταξα κατάπληκτη. Ἂν δὲν τὸν ἤξερα τόσο ἁπλὸ καὶ ταπεινὸν ἄνθρωπο, θἄλεγα πὼς μὲ κορόϊδευε. - Ἔχει ἀνάγκη αὐτὸ τὸ ἀριστούργημα ἀπὸ προστασία, καὶ μάλιστα δική μου; τοῦ ἀπάντησα. Ἕνα πικρὸ χαμόγελο φώτισε γιὰ μία στιγμὴ τὸ πρόσωπό του, κι᾿ ἀμέσως ἔσβυσε. Ἕν᾿ ἄλλο βράδυ, βροχερὸ καὶ κρύο, τοῦ δώσαμε ἕνα φλυτζάνι τσάι γιὰ νὰ ζεσταθεῖ, μὰ δὲν τὸ δέχτηκε. Τὄσπρωξε μὲ κάποιαν ἀπέχθεια, καὶ μᾶς εἶπε ἁπλά: «Δὲν τὸ συνηθίζω». Ἴσως γιατὶ εἶναι φράγκικο πιοτό, σκέφθηκα, καὶ τ᾿ ἄλλο βράδυ τοῦ ἑτοιμάσαμε ζεστὴ φασκομηλιά. Μὲ πόση εὐχαρίστηση, θυμᾶμαι, τὴ ρούφηξε μονομιᾶς.
Ἦταν σιωπηλός, ὅταν ὅμως θίγαμε κάτι ποὺ τὸν ἐνδιέφερε ἢ ποὺ τ᾿ ἀγαποῦσε, μιλοῦσε συνεχῶς γιὰ κάμποση ὥρα, μὲ μιὰ φωνὴ σιγανή, ψιθυριστὴ θά ῾λεγα, ποὺ μοῦ φαινότανε σὰ νὰ ῾ρχόταν ἀπὸ πολὺ μακριά. Σύχναζε τότε στὸ Μοναστηράκι, γιατὶ ἐκεῖ κοντὰ ἦταν ἕνα μικρὸ ἐκκλησάκι ὅπου πήγαινε κι᾿ ἔψελνε ταχτικά. - Μπορεῖτε καὶ γράφετε στὸ καφενεῖο; τὸν ρώτησα. Σήκωσε τότε τὸ κεφάλι του κι᾿ ἄρχισε νὰ μᾶς μιλεῖ γιὰ τὸ περίφημο ἐκεῖνο καφενεῖο τοῦ Μοναστηρακιοῦ, πλέκοντας τὸ ἐγκώμιο τοῦ καφετζῆ μὲ θέρμη, σὰ νὰ ἦταν καμιὰ προσωπικότητα ξεχωριστή.- Μοῦ δίνει καμιὰ φορὰ χαρτὶ καὶ γράφω. Εἶναι ἄνθρωπος τοῦ θεοῦ. Ὥστε αὐτὸ ἦταν! Ἂς εἶν᾿ εὐλογημένος στὸν αἰῶνα ὁ ἀγαθὸς ἐκεῖνος καφετζής! Ἴσως χωρὶς αὐτὸν πολλὰ ἀπ᾿ τὰ γοητευτικά του ἀνιστορίσματα δὲ θἄβλεπαν τὸ φῶς ...Κατὰ τὶς δέκα σηκωνόταν νὰ φύγει. Νύσταζε. Μεγάλη κούραση τὸν κρατοῦσε πάντα. Ἕσφιγγε λίγο τὸ σκοινὶ ποὺ ἔζωνε τὴ μέση του, μᾶς ἔδινε τὸ χέρι, καὶ μὲ ὕφος μαθητῆ ποὺ ντρέπεται γιὰ κάποια ἀταξία, μᾶς ἔλεγε: - Καλή σας νύχτα, καὶ νὰ μοῦ συγχωρεῖτε τὰς ἐλλείψεις μου.
Ὅταν ἦταν νὰ φύγει γιὰ τὴ Σκιάθο, ἦρθε μόνος του αὐτὴ τὴ φορά, γιὰ νὰ μᾶς ἀποχαιρετήσει. Ἡ φωνή του εἶχε ἕναν ἀλλιώτικο τόνο, ἦταν θερμὴ καὶ πολὺ συγκινημένη. Μᾶς κάλεσε νὰ πᾶμε στὸ νησί του, ὅπου θὰ μᾶς φιλοξενοῦσε στὸ σπιτάκι του. Σεῖς οἱ γυναῖκες θὰ κοιμᾶστε σὲ ροῦχα φτωχικὰ μέν, πλὴν πολὺ καθαρά. Ἐμεῖς οἱ ἄντρες μποροῦμε νὰ κοιμηθοῦμε στὸ ὕπαιθρον, ὑπὸ τὰ δέντρα. Ἔπειτα ἄρχισε νὰ μᾶς μιλεῖ γιὰ κάποια του ἀνήψια, παιδιὰ τοῦ ἀδερφοῦ του, νομίζω, γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν μπόρεσε ποτὲ νὰ κάνει τίποτα. Μιλοῦσε σὰ νἄθελε ν᾿ ἀπολογηθεῖ καὶ σύγχρονα νὰ ξαλαφρωθεῖ ἀπὸ ἕνα βάρος ποὺ τοῦ πίεζε τὴν καρδιά. - Χρέος μου ἦταν νὰ τὰ προστατέψω, ἀλλὰ δὲν εἶχα τὴν δύναμιν. Δὲν μπόρεσα νὰ τοὺς χρησιμεύσω εἰς τίποτε, ὅπως ἐπιθυμοῦσα. Ἂς εἶναι... Τί νὰ τὰ λέμε τώρ᾿ αὐτά; θλιβερὰ πράγματα... Τὸν κύτταζα. Τὰ μάτια του ἦταν βουρκωμένα, καὶ δυὸ δάκρυα εἶχαν ἀρχίσει νὰ κυλοῦν στὸ χλωμομελάχροινο πρόσωπό του. Ἔφυγε. Ὕστερ᾿ ἀπὸ λίγους μῆνες, προτοῦ προφτάσουμε νὰ τὸν ξαναϊδοῦμε στὸ νησί του, μᾶς ἦρθε τὸ μήνυμα τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ του θανάτου...
(Μυρτιώτισσα, Νέα στία, Χριστούγεννα 1941)


"Δὲν μπόρεσα νὰ τοὺς χρησιμεύσω εἰς τίποτε, ὅπως ἐπιθυμοῦσα"....
Να δανειστούμε την ανεκπλήρωτη επιθυμία του για  να την κάνουμε ευχή μας στο καινούργιο χρόνο: 
Μακάρι να' χουμε τη δύναμη και την αξιοσύνη να βοηθάμε εκείνους που το έχουν ανάγκη...

Καλή χρονιά!