Τρίτη, 30 Νοεμβρίου 2010

Η μητέρα του Γεωργίου Βιζυηνού


Η ανάρτηση αφιερωμένη στην καλή μου φίλη  Βάσω,  με αφορμή τη συζήτηση που κάναμε για τη Μάνα….




Κάποια βιογραφικά:

Η μητέρα του Γ. Βιζυηνού, η Δέσποινα, ήταν από τον Άγιο Στέφανο που βρίσκεται στη Μαυροθάλασσα, στα σημερινά σύνορα Τουρκίας-Βουλγαρίας και ήταν μόλις εννέα μηνών, όταν κατέβηκαν οι πρώτοι Ρώσοι. Η γέννηση της κατά προσέγγιση ορίζεται στο 1827. Τον πατέρα της τον έλεγαν Βασιλικό και τη μητέρα της Πλούμω. Η οικογένειά της ήταν από τις πιο πλούσιες του χωριού. Η Δέσποινα ορφάνεψε πρώτα από τον πατέρα της (εννέα μηνών) και έπειτα από τη μητέρα της (τεσσάρων ετών). Με το Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1828 βρέθηκε εντελώς έρημη, σε ξένα χέρια, στο χωριό Τζόγγαρα, στο σπίτι του Αρναούτογλου, που ήταν ο πρώτος του χωριού. Τη Δέσποινα τη βρήκε ο πραματευτής Παππουγιωργάκης και την πήρε μαζί του στη Βίζα, όπου και την υιοθέτησε, επειδή έτυχε να είναι άτεκνος.
Όταν η Δέσποινα έγινε δεκαοκτώ ετών, ο Παππουγιωργάκης την πάντρεψε με τον Μιχαήλο, τον πατέρα του Γ. Βιζυηνού, που ήταν από το Κρυόνερο, μιάμιση ώρα από τη Βίζα.
Η Δέσποινα έζησε με τον άντρα της περίπου δέκα χρόνια και είχαν πέντε παιδιά, Ο Χριστάκης σκοτώθηκε μεγάλος, η Άννα μωρό, όταν την “πλάκωσε” η μάνα της, ο Γ, Βιζυηνός, η Αννιώ, που πέθανε κι αυτή μικρή, και ο Μιχαήλος που ήταν δυο μηνών, στην κοιλιά της Δέσποινας, όταν πέθανε ο πατέρας του και πήρε έπειτα το όνομα του.
Το 1885, ήρθε  η Δέσποινα στην Αθήνα. Έτυχε να βρεθεί τότε στην Αθήνα τη στιγμή που σταμάτησαν τον Γ. Βιζυηνό από το γυμνάσιο, επειδή ήταν με το κόμμα του Τρικούπη. Αργότερα τον έστειλαν στη Σύρο. Η Δέσποινα έμεινε στην Αθήνα ένα χρόνο και γύρισε έπειτα στη Βίζα μαζί με τον Γ. Βιζυηνό. Ήταν μεγάλη της επιθυμία να γυρίσει στο χωριό, γιατί, αφενός, δεν της άρεσε διόλου η Αθήνα και, αφετέρου, γιατί έπληττε. Ο γιος της ήταν πάντα αμίλητος και έγραφε συνεχώς. Θα προτιμούσε, όπως έλεγε, να τον είχε κάνει έναν αγελαδάρη για να έρχεται στο σπίτι και να της μιλά. ..
Η μητέρα του Γ. Βιζυηνού έζησε ως το 1907, δεκαπέντε χρόνια ύστερα από το θάνατο του Μιχαήλου και έντεκα από το θάνατο του Γ. Βιζυηνού, σαν αγία, έχοντας χάσει όλα της τα παιδιά.( Ο Μιχαήλος πέθανε από αποπληξία στις 9 Ιουλίου 1892, Ο Γ. Βιζυηνός πέθανε σε τέσσερα χρόνια, στις 15 Απριλίου 1896, απο προϊούσα γενική παράλυση, με φαινόμενα κινητικής αταξίας, ενώ βρισκόταν στο φρενοκομείο (το “Δρομοκαΐτειο Θεραπευτήριο” από τις 14 Απριλίου 1892.)
 Από τα πολλά δάκρυα έχασε το φως της σταδιακά και έζησε δώδεκα χρόνια εντελώς τυφλή κοντά στη νύφη της, Τζιβάνη, και τα εγγόνια της. Επειδή πέρασε περίπου πενήντα χρόνια ντυμένη στα μαύρα, ζήτησε από τη νύφη της, όταν πεθάνει, να τη θάψουν με ανοιχτόχρωμα ρούχα και άσπρο φακιόλι. Ο θάνατός της ήταν ήρεμος. Διατήρησε τα λογικά της ως το τέλος.

Η Δεσποινιώ  στο «Αμάρτημα της μητρός μου»

Στο διήγημα παρακολουθούμε τις απελπισμένες αλλά μάταιες προσπάθειες της  μητέρας του συγγραφέα Δεσποινιώς  να σώσει την άρρωστη κόρη της, την Αννιώ, η οποία τελικά πέθανε, και την υιοθεσία διαδοχικά δυο άλ­λων κοριτσιών. Συγχρόνως τη βλέπουμε να συμπεριφέρεται με προκλητική σχεδόν αδιαφορία στα υπόλοιπα παιδιά της, ενώ μόνο στο τέλος μαθαίνουμε πως όλες οι ενέργειες της απέρρεαν από τις ενοχές που τη βασάνιζαν, επειδή η ίδια είχε στο πα­ρελθόν, άθελά της, καταπλακώσει στον ύπνο της ένα από τα παιδιά της, το πρώτο της κορίτσι, και είχαν ως στόχο την εξιλέωση της, κάτι που θα εκμυστηρευτεί στο Γιωργή , το γιό της , στο τέλος του διηγήματος.
Ο Βιζυηνός, σ’ αυτό το αυτοβιογραφικό διήγημα –ψυχόδραμα, παρουσιάζει τη μητέρα του  σαν ένα τυπικό δείγμα γυναίκας της εποχής του. Η ίδια φαίνεται να έχει αποδεχτεί το ρόλο της, είναι υποταγμένη στις δεσμεύσεις της εποχής της, αλλά  μετά το θάνατο του άνδρα της θα αποδείξει το δυναμικό της χα­ρακτήρα, θα ξεφύγει από τις απαγορεύσεις που ο τόπος και ο χρόνος της επέβαλλαν, και θα δουλέψει δυναμικά  για να μεγαλώσει τα υπόλοιπα παιδιά της, χωρίς να εγκαταλείπει ούτε για μια στιγμή την απελπισμένη της προσπάθεια για εξιλέωση. Όταν θα αρρωστήσει βαριά η  μικρή της Αννιώ (που της έχει δώσει το όνομα του μωρού που αθέλητα σκότωσε),  θα επιστρατεύσει όλες τις δυνά­μεις της για να τη σώσει. Αν και θρησκόληπτη, δέχεται τη συνδρομή και της μαγείας για την αντιμετώπιση της ασθένειας της Αννιώς. Απέναντι στα παιδιά της η συμπεριφορά της φαίνεται εξαρχής προκλητική: από τη μια δείχνει μια μονοδιάστατη εμμονή απέναντι στο άρρωστο κορίτσι και από την άλλη μια διαρκώς εντεινόμενη αδιαφορία απέναντι στα αγόρια. Όταν η κατάσταση της Αννιώς  επιδεινωθεί θα βρεθεί μαζί με το άρρωστο κορίτσι και τον αφηγητή μας, το μικρό Γιωργή,  στην εκκλησία που θα αποτελέσει το τελευταίο της καταφύγιο. Στη προσευχή της ,ο αναγνώστης υποψιάζεται πως κάτι κρύβεται στο παρελθόν της αλλά ο μικρός Γιωργής το μόνο που καταλαβαίνει είναι η αδιαφορία της μητέρας του γι’ αυτόν.O Γιωργής ακούει «απαρατήρητος» την προσευχή της· η ίδια αγνοεί ότι ο γιος της την άκουσε (έχουμε εδώ μια χαρακτηριστική περίπτωση απάλειψης μιας κρίσιμης πληροφορίας, μιας «παράλειψης» όπως την ορίζει ο Genette, της πληροφορίας που αφορά στο αμάρτημα της καταπλάκωσης του μωρού της στο παρελθόν)
 «-Το βλέπω πώς είναι για να γένη. Ενθυμήθηκες την άμαρτίαν μου και  εβάλθηκες να μου πάρης τό παιδί, γιά νά μέ τιμωρήσης. Ευχαριστώ σε, Κύριε! Μετά τινας στιγμάς βαθείας σιγής, καθ' ην τά δάκρυα της ήκούοντο στάζοντα επί των πλακών ανεστέναξεν έκ βάθους καρ­δίας, εδίστασεν ολίγον, και έπειτα επρόσθεσεν - Σου έφερα δύο παιδιά μου στα πόδια σου... χάρισε μου το κορίτσι»
Η μητέρα το Θεό που πριν έβλεπε ως σωτήρα- αφού ήρθε στην εκκλησία ζητώντας τη βοήθειά του- τώρα τον βλέπει ως τιμωρό, γεγονός που δείχνει τον ενοχοποιημένο ψυχισμό της. Αυτό το αίτημά της προς  το Θεό είναι ένα νέο αμάρτημα, αφού διασαλεύει την ηθική τάξη και  αντιτίθεται πλήρως προς το μητρικό πρότυπο της ισόμετρης και αδέκαστης αγάπης προς όλα τα παιδιά. Άλλωστε  σ’ αυτό το αμάρτημα εμπεριέχεται και το συστατικό στοιχείο της επιθυμίας που το καθιστά σημαντικότερο από το πρώτο, τον ακούσιο φόνο του μωρού της.
Αυτή η ακατονόμαστη μητρική επιθυμία –που γίνεται ακόμη πιο τρομερή καθώς εκφέρεται υπό τύπον προσευχής– με άλλα λόγια η εθελούσια από τη μάνα προσφορά του ανήλικου αγοριού ως «ανθρωποθυσία» στον Θεό - αν ειδωθεί  σε ένα βαθύτερο επίπεδο ψυχολογικής ανάλυσης, επιχειρεί να καταστήσει το μικρό Γιωργή  «εξιλαστήριο θύμα» για το παλιό της αμάρτημα ∙  η προσφορά του Γιωργή  στο Θεό θα «αναστήσει» –κυριολεκτικά και μεταφορικά– την Αννιώ (μια που η δεύτερη κόρη έχει πάρει, επίτηδες, το ίδιο όνομα με την πρώτη Αννιώ)∙ ό, τι άκουσε όμως ο μικρός από τα χείλη της μητέρας του  ισοδυναμεί  γι αυτόν με ένα σοκ βίαιου απογαλακτισμού, του βιαιότερου που θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί, καθώς εισάγει στην ψυχή του παιδιού όχι απλώς την υποψία αλλά τη βεβαιότητα ότι η μάνα του δεν τον αγαπά, αφού επιθυμεί τον αφανισμό του: 
«Ω! είπον , η μητέρα μου δεν με αγαπά και δεν με θέλει!»
Δεν ξέρω αν πρέπει να δούμε με κατανόηση αυτήν την απίστευτη  «προσευχή – ανθρωποθυσία» της μητέρας, σίγουρα θα πρέπει να την κρίνουμε κάτω από το βάρος της ισόβιας ενοχής που νιώθει για τον αβούλητο θάνατο του πρώτου της παιδιού ,και να δούμε στη πράξη της  τη απελπισία και την ανάγκη για τιμωρία και εξιλέωση που την συντρίβουν.




«Έλα πατέρα – να με πάρης εμένα – για να γιάνη το Αννιώ! – ανεφώνησα εγώ διακοπτόμενος υπό των λυγμών μου. Και έρριψα επί της μητρός μου παραπονετικόν βλέμμα, διά να τη δείξω πως γνωρίζω, ότι παρακαλεί ν’ αποθάνω εγώ αντί της αδελφής μου»

Η μητέρα σιωπά, δεν αντιδρά καθόλου τη στιγμή που εκφέρεται αυτός ο λόγος, ο σπαρακτικός, από τα χείλη του παιδιού .Κι αν η σιωπή, καθώς λένε, ισοδυναμεί με συναίνεση, τότε αυτή η «απάθεια» της μάνας στα μάτια ενός ευαίσθητου αναγνώστη είναι μια τρομακτική αδιαφορία.Πόσο μάλλον  πιο τρομακτική φαντάζει στα μάτια του ίδιου του ανήλικου Γιωργή…
Το μόνο βέβαιο εδώ είναι πως η στερητική συμπεριφορά της μάνας επιφέρει μια επιθετικότητα, εκ μέρους του μικρού Γιωργή, με στόχο την ίδια.
Ας μη ξεχνάμε πως   η εικόνα , τα χαρακτηριστικά, το σύνολο της σχέσης με τη μητέρα εσωτερικεύεται και γίνεται ( κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας) το μορφοείδωλο της "καλής" ή της "κακής" μητέρας...
Μόνο που ο μικρός Γιωργής δεν "αντέχει" να μην την αγαπά! Ακόμη και το πλήθος των αναφορών του στη καλή πλευρά της μάνας του είναι μια απορροή της ενοχής του αφηγητή εξ' αιτίας των αρνητικών συναισθημάτων και των ενδοψυχικών συγκρούσεων που τον συνέχουν...


" ημείς εγνωρίζαμεν […] ήμεθα βέβαιοι, ότι αι εξαιρέσεις εκείναι δεν ήσαν παρά μόνον εξωτερικαί εκδηλώσεις φειστικωτέρας [= πιο ευσπλαχνικής] τινός ευνοίας προς το μόνον του οίκου μας κοράσιον [ας προσεχθεί η επανάληψη, η εμμονή σε αυτή τη δήλωση που είναι και δεν είναι αληθής]. Και [γι’ αυτό] όχι μόνον ανειχόμεθα τας προς αυτήν περιποιήσεις αγογγύστως, αλλά και συνετελούμεν προς αύξησιν αυτών, όσον ηδυνάμεθα."


Τελικά όμως η Αννιώ πεθαίνει.


Μετά το θάνατό  της  η Δεσποινιώ καταρρέει και εισπράττει το γεγονός ως τιμωρία της ίδιας από το Θεό, για το αμάρτημα του παρελθόντος της.

Στο δεύτερο μέρος του αφηγήματος μαθαίνουμε για τις συνθήκες γένεσης του τραύματος της μάνας (σκηνή της εξομολόγησής της του ακούσιο φόνου) στον ενήλικα πλέον Γιωργή, αλλά ως αναγνώστες δεν μαθαίνουμε τίποτε σχετικά με το αν η εξομολόγηση αυτή υπήρξε λυτρωτική για τον ίδιο τον Γιωργή, αν δηλαδή ξεπεράστηκε το παιδικό του τραύμα – πράγμα αναμενόμενο, αφού η εξομολόγηση της μάνας λογικά θα έπρεπε να άρει τις υποψίες του γιου για την έλλειψη αγάπης από μέρους της. Αντίθετα, έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι όλες οι σκέψεις του ενήλικα Γιωργή (του αφηγητή, ουσιαστικά), μετά τη σπαρακτική ομολογία της μητέρας του, αφορούν αποκλειστικά τον δικό της πόνο, το δικό της βάρος ενοχής και δεν μας λένε τίποτα απολύτως για τη δική του «επούλωση» ή όχι. Έχουμε δηλαδή και πάλι εδώ μια χαρακτηριστική «παράλειψη»:

«Αφ’ ης στιγμής έμαθον την θλιβεράν της ιστορίαν, συνεκέντρωσα όλην μου την προσοχήν εις το πώς ν’ ανακουφίσω την καρδίαν της, προσπαθών να παραστήσω εις αυτήν αφ’ ενός μεν το απρομελέτητον και αβούλητον του αμαρτήματος, αφ’ ετέρου δε την άκραν του Θεού ευσπλαχνίαν, την δικαιοσύνην αυτού, ήτις δεν ανταποδίδει ίσα αντί ίσων, αλλά κρίνει κατά τους διαλογισμούς και τας προθέσεις μας.» 

Όταν στο τέλος ο Γιωργής – έχοντας πια μάθει το μυστικό της μητέρας του-θα την οδηγήσει  στον Πατριάρχη, σε μια προσπάθεια ύστατη για ανακούφιση της ενοχοποιημένης της συνείδησης, βλέπουμε το  αδιέξοδο  που ορθώνεται μπροστά της. Ανακουφίζεται γιατί ο Θεός τη συγχωρεί, όμως δεν έχει τη δύναμη ψυχής που απαιτείται για να συγχωρέσει η ίδια τον εαυτό της:

«– Καλός άνθρωπος, τη είπον, αυτός ο Πατριάρχης. Ορίστε! Τώρα πια πιστεύω, ότι ήλθεν η καρδιά σου στον τόπον της. […]
– Τι να σε πω, παιδί μου! απήντησε τότε σύννους καθώς ήτον· ο Πατριάρχης είναι σοφός και άγιος άνθρωπος. Γνωρίζει όλαις ταις βουλαίς και τα θελήματα του Θεού, και συγχωρνά ταις αμαρτίαις όλου του κόσμου. Μα, τι να σε πω! Είναι καλόγερος. Δεν έκαμε παιδιά, για να μπορή να γνωρίση, τι πράγμα είναι το να σκοτώση κανείς το ίδιο το παιδί του!»

Το αμάρτημά της  μητέρας  δεν εξαγοράζεται ούτε με  κοσμικές ποινές ούτε με θρησκευτικά επιτίμια και ούτε παραγράφεται όσος καιρός κι αν περάσει. Ξεφεύγει η μητέρα  από το φυσικό της προορισμό, που είναι να προστατεύσει το γόνο της με στοργή, να τον θρέψει για να επιβιώσει και να συνεχίσει τη ζωή. Αυτή η διολίσθηση από τη φυσική τάξη των πραγμάτων είναι  ρομφαία πύρινη που πληγώνει καίρια τα μητρικά σπλάχνα.
Η μητέρα του Βιζυηνού στο «Αμάρτημα της μητρός μου» μας θυμίζει ηρωίδα της Αττικής δραματουργίας αφού έχει τα δύο βασικά χαρακτηριστικά των τραγικών ηρώων:
1)       Καταστρατηγεί την αξία κάποιου ηθικού κώδικα και «υβρίζει», χωρίς να έχει άμεση επίγνωση της ενοχής της.
Είναι ένοχη χωρίς δική της ευθύνη αμάρτησε στα τυφλά , άβουλο όργανο στα χέρια μιας άγνωστης και πανίσχυρης θέλησης…
2)       Όταν  συνειδητοποιεί το μέγεθος της παραβάσεως καταρρέει ψυχικά και το πρώτο που συλλογιέται είναι να χαριστεί στις αδυσώπητες μυλόπετρες της αυτοτιμωρίας..
Ίαση  δεν υπάρχει , ούτε καν επούλωση.
Κουβαλά το αμάρτημα ως το θάνατο. Είναι η μοίρα της.
Ένα αμετάδοτο βίωμα ,γεμάτο ερημιά, που δεν θα προσπερασθεί ποτέ…
«φρικτή και αμείλικτη κόλαση» , που καταλήγει σε δάκρυα και σιωπή:
«οι οφθαλμοί της επληρώθησαν δακρύων κι εγώ εσιώπησα»
Τι άλλο να πει κανείς παρά να συνομολογήσει με το Σκιαθίτη ποιητή:
«Σαν να’χαν ποτέ τελειωμό
Τα πάθια κ’ οι καημοί του κόσμου»...

ΠΗΓΕΣ:
1)       Β.Παπαθανασόπουλος : Γ.Βιζυηνός, «προθυμότης και ευσέβεια»
2)       Κ. Πλησής: Γ. Βιζυηνός
3)       Π.Χρονάς: «Χθόνιοι δεσμοί» περιοδικό «Τετράδια ευθύνης»,  τεύχος 29
4)       Μ. και Κ. Μποκόρου: Γ.Βιζυηνός
5)       Α.Αθανασοπούλου : «Παράλλαξη και αποσιώπηση στο «Αμάρτημα της μητρός μου»
6)       M. Ξηρέας : «Άγνωστα βιογραφικά στοιχεία  του Γ. Βιζυηνού», Μ. Ράλλη-Υδραίου



Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2010

Οι αντιθέσεις στο "Αμάρτημα της μητρός μου"

 
Οι αντιθέσεις στο «Αμάρτημα της μητρός μου» οροθετούν την αναζήτηση του νοήματος, προσδιορίζουν  συμπεριφορές, διαφωτίζουν αιτίες και σηματοδοτούν την εξέλιξη της πλοκής. 
Σας δίνω κάποιες απο αυτές
(μπορείτε να προτείνετε κι άλλες που ίσως παρέλειψα) και ενδεικτικά τα χωρία που τις καταδεικνύουν. 

   α) ενικού και πληθυντικού («ή Άννιώ» - «ημείς», «ημάς» «ήθελεν», «επήγαινεν» - «ήμεθα», «είχομεν»).

β) θανάτου και ζωής (ο νεκρός πατέρας, «μας ένέδυε χρησιμοποιούσα τά φορέματα του μακαρίτου πατρός μας» - «Άφ' ότου άπέθανεν ό πατήρ μας» - «έχήρευσε» 
η παρουσία της ζωντανής μητέρας και των παιδιών της),

 γ) κοριτσιού (Αννιώς) και αγοριών (ο πρωτότοκος     Χρηστάκης, ο αφηγητής Γιωργής,    ο  υστερότοκος Μιχαήλος,)

δ)γνώσης και  πλάνης (παρότι γράφει το διήγημα σε μια μεταγενέστερη χρο­νική στιγμή, κατά την οποία γνωρίζει την αλήθεια για την ύπαρξη και άλλης αδερ­φής εκτός της Αννιώς, εντούτοις προτιμά την παράθεση των γεγονότων υπό το πρί­σμα της πλάνης του. Πρόκειται για σκόπιμη πλάνη «Άλλην άδελφήν δέν ειχομεν παρά μόνον την Άννιώ»).

ε) συναισθήματος και αγαθών προθέσεων από τη μια και πράξεων διάκρισης από την άλλη (ο συγγραφέας εξαρχής σπεύδει να απενοχοποιήσει τη μητέρα του για τη συμπε­ριφορά της «".Αλλ' ημείς έγνωρίζαμεν, διότι ή ενδόμυχος της μητρός ημών στοργή διετέλει αδέκαστος και ιση πρός όλα της τά τέκνα» - «Άλλ' άπ' ολους περισσότερον τήν ήγάπα ή μήτηρ μας. Είς τήν τράπεζαν τήν εκάθιζε πάντοτε πλησίον της καί από ο,τι είχομεν έδιδε τό καλύτερον εις έκείνην. Καί ένώ ημάς μας ένέδυε χρησιμο­ποιούσα τά φορέματα του μακαρίτου πατρός μας, διά τήν Άννιώ ήγόραζε συνήθως νέα. "Ως καί εις τά γράμματα δέν τήν έβίαζεν. "Αν ήθελεν, επήγαινεν εις τό σχολειον, αν δέν ήθελεν, έμενεν εις τήν οίκίαν. Πράγμα το όποιον εις ημάς διά κανένα λόγον δέν θά επετρέπετο»).

δ)  ευσέβειας και  δεισιδαιμονιών («Ή μήτηρ μου ήτο μάλλον ευλαβής παρά δεισιδαίμων» - «πότε μετέβαινεν εις τάς πλησιοχώρους
εκκλησίας, των οποίων κατά τύχην έτελείτο ή μνήμη, κομίζουσα λαμπάδα κίτρινου κηρού, χυμένην ιδίοις αυτής χερσί, και ίσην ακριβώς πρός τής ασθενούς τό ανά­στημα». «Πλησίον είςτόν σταυρόν, επί του στήθους τη ς Άννιώς, έκρέμασεν εν χαμαγλί, μέ μυστηριώδεις αραβικάς λέξεις. Τά αγιάσματα διεδέχθησαν αί γοητειαι, και μετά τα ευχολόγια τών ιερέων ήλθον τά "σαλαβάτια" των μαγισσών»).

ζ) αγάπης και ενοχής η συμπεριφορά της μητέρας είναι μια συμπεριφορά προκλητικής αγάπης προς την κόρη, σε αντίθεση με τη συμπεριφορά της προς τα αγόρια της, πηγά­ζει όμως (γεγονός που δε γίνεται από την πρώτη ακόμη ενότητα γνωστό) από τα συναι­σθήματα ενοχής για τη διάπραξη του ακουσίου κατά το παρελθόν αμαρτήματος της.

η) αγωνίας και εξιλέωσης (η μητέρα μέσα από ψυχικές σύγκρούσεις και με μια διαρκή αγωνία προσπαθεί να εξιλεωθεί για το αμάρτημα της και ο Γιωργής βρίσκεται σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να ανακαλύψει τη μητρική αγάπη και όταν πληροφορεί­ται το τραγικό μυστικό της μητέρας να εξιλεωθεί για τον πόνο που της προκάλεσε με τη συμπεριφορά του).

θ) ζευγαριών ψυχαναλυτικής συμμετρίας: ο πατέρας με την κόρη στον τάφο, και η μη­τέρα με το γιο της στη ζωή. 
Γι' αυτή την αντίθεση είναι χαρακτηριστικά όσα γράφο­νται από το Βαγγέλη Αθανασόπουλο: «[...] Τελικώς, τη νύχτα εκείνη αντί να έρθει με το πνεύμα του ο πεθαμένος πατέρας για να γιατρέψει την Αννιώ, αυτή πεθαίνει και πάει να συναντήσει τον πατέρα της. Με τον τρόπο αυτόν οι πρωταγωνιστές αυ­τού που η φροϋδική θεωρία ονόμασε "οικογενειακό μυθιστόρημα νευρωτικών "χω­ρίζονται σε δύο ζευγάρια -ψυχαναλυτικής συμμετρίας: ο πατέρας με την κόρη του στον τάφο, και η μητέρα με το γιο της στην ενοχοποιημένη ζωή. Η ενοχή των δύο ζω­ντανών τοποθετείται σε σχέση με το ίδιο πρόσωπο, αλλά από διαφορετική ο καθένας σκοπιά: η μητέρα είναι ένοχη επειδή σκότωσε κατά λάθος την πρώτη κόρη, και επει­δή, τιμωρώντας την ο Θεός για την αμαρτία της εκείνη, αφαιρεί τη ζωή και της δεύ­τερης κόρης' ο γιος είναι ένοχος επειδή πρώτα γεννήθηκε αντί της δεύτερης κόρης, και μετά επειδή δεν την υποκατέστησε στο θάνατο της»
  ι) αμαρτία – λύτρωση,μια λύτρωση που δεν έρχεται ποτέ.

ια) ήθος/ έθος- ορθός λόγος ( ο ορθολογισμός του  ενήλικα Γιωργή-αφηγητή αντικατοπτρίζεται στην ειρωνεία, στη διακριτική απόσταση που κρατάει απέναντι στις λαϊκές δοξασίες)
  ιβ) συνειδητό- ασυνείδητο

ιγ) λόγος- σιωπή (τα  πρόσωπα που πρωταγωνιστούν σε αυτό το οικογενειακό δράμα, σε αυτό το ψυχόδραμα, αν και δεμένα με συγγένεια «πρώτου βαθμού» (τον πιο στενό δεσμό που θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί), στην πραγματικότητα δεν επικοινωνούν, μονολογούν· δεν σχετίζονται, αποκλείουν το ένα το άλλο· δεν συνυπάρχουν, ζουν περίκλειστα στη μονήρη σιωπή τους)

ιδ) σχέση/απόσχιση ατόμου- κοινωνικής ομάδας ( τον κοινωνικό περίγυρο εννοούμε) Η μητέρα, αν και ζει σε μια κοινωνία άκρως συντηρητική, αναγκάζεται «να εξέλθει της οικίας» για να βοηθήσει την μικρή Αννιώ.

ιε) το Εγώ που βιώνει- το Εγώ που αφηγείται.

Νομίζω όμως ότι η πιο ουσιώδης και χαρακτηριστική αντίθεση βρίσκεται στο τέλος του διηγήματος:
«οι οφθαλμοί της επληρώθησαν δακρύων και εγώ εσιώπησα»
Ο,τι διαδραματίζεται στο "Αμάρτημα" είναι ένα βίωμα τόσο ριζικό, τόσο βαθιά εσωτερικευμένο και αμετάδοτο, που δικαιολογεί απόλυτα γιατί, σε ένα αφήγημα που κατακλύζεται από «φωνές», ενδόμυχες και μη, τον τελικό λόγο, κυριολεκτικά, έχει η σιωπή, η βουβή ερημία των προσώπων.
Ερημιά και σιωπή τις οποίες επιβάλλει, εδώ, η αγιάτρευτη πληγή ενός ψυχολογικού τραύματος διαμπερούς –με διπλή όψη, που τραυμάτισε και τη μάνα και το παιδί της– και εσαεί παρόντος στον ψυχολογικό χρόνο των προσώπων: του «αμαρτήματος της μητρός μου»

ΠΗΓΕΣ:
1)Αφροδίτη Αθανασοπούλου: Παράλλαξη και αποσιώπηση στο « Αμάρτημα της μητρός μου»
2)Βαγγέλης Αθανασόπουλος: οι μύθοι της ζωής και του έργου του του Γ. Βιζυηνού
3)Κατερίνα Μποκόρου : Νεοελληνική Λογοτεχνία-Γ.Βιζυηνός

Σάββατο, 13 Νοεμβρίου 2010

ΒΙΖΥΗΝΟΣ- Η θέση και η φύση του αμαρτήματος

 Ξεκινώντας σιγα σιγά το επόμενο κείμενο της ύλης μας, ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ του Γ.Βιζυηνού, να θυμηθούμε μερικά χρήσιμα για την κατανόησή του στοιχεία. Αφορούν τα γενικά χαρακτηριστικά του διηγήματος, της δομής και των τεχνικών του που είδαμε σε προηγούμενη ανάρτηση.
Θα τα βρείτε διαβάζοντας εδώ
Να δούμε όμως και κάποια πιο ειδικά θέματα στο αριστουργηματικό  αυτό έργο του Βιζυηνού.Με πρώτο τη φύση και τη θέση του αμαρτήματος ή καλύτερα των αμαρτημάτων στο διήγημά μας.


Το αντικείμενο της αφήγησης είναι η αναζήτηση του αμαρτήματος της μητέρας.Στο διήγημα βλέουμε οτι ο ενικός παίρνει τη θέση του πληθυντικού ή το αντίστροφο.
("Ἄλλην ἀδελφὴν δὲν εἴχομεν παρὰ μόνον τ ὴν Ἀννιὼ.", θα πει ο αφηγητής στην αρχή, αλλά αργότερα η μητέρα του θα του αποκαλύψει πως η Αννιώ"  δὲν ἦτο τὸ μόνον μου κορίτσι" ).Επίσης, εξαρχής στο διήγημα γίνεται διάκριση μεταξύ των προθέσεων (συναισθημάτων) —την «αδέκαστο ενδό­μυχο στοργή»— και των πράξεων της μητέρας, πού γεννούν ζηλοτυπίες, ιδίως επειδή απευθύνονται προς ζεύγη αντιθέτων (νεκρούς/ζωντανούς, αγόρια/κορίτσια). Με αποτέλεσμα, η απο­ρία να παίρνει τη θέση της γνώσης στο λόγο τού αφηγητή, με τον ίδιο τρόπο που ο πληθυντικός εκτοπίζει τον ενικό. Διότι όσο πλανάται η πρώτη πρόταση που εξαγγέλλει μια αδελφή, άλλο τόσο πλανάται και ο τίτλος που αναγγέλλει ένα αμάρτημα.

Το αμάρτημα ορίζεται ως παράβαση του ηθικού ή του θείου νόμου. Στο διήγημα η μητέρα αναφέρεται στην αμαρτία της, όταν εξηγεί στον αφηγητή-το γιό της το Γιώργη- πως, έχοντας περάσει ένα βράδυ χορού και διασκέδασης, πήγε να θηλάσει το παιδί της, την πήρε ό ύπνος από την κούραση, «το πλάκωσε» κι όταν ξύπνησε «ήταν αποθαμένο» (21-23). Η αμέλεια της οδήγησε στο θάνατο τού παιδιού της, διότι παρέβη τον ηθικό νόμο πού καθορίζει τα μητρικά της καθήκοντα. Αυτό είναι το αμάρτημα της μητέρας, ή μάλλον το πρώτο της αμάρτημα στο χρόνο της ιστορίας. Είναι όμως το δεύτερο της αμάρτημα στο χρόνο —και στο χώρο— της αφήγησης: το πρώτο είχε ήδη διαπραχθεί  όταν ή μητέρα είχε μεταφέρει την Αννιώ, τη δεύτερη της κόρη, στην εκκλησία, άρρωστη βαριά, στα πόδια τού Θεού. Στην εκκλησία, η μητέρα έφερε και τα αγόρια της και κράτησε το βράδυ μαζί της τον αφηγητή (7-8). Οι σκηνές πού αυτός περιγράφει, σκηνές πού έζησε ένα ούτε καν «δεκαετές παιδίον» (18), είναι ανατριχιαστι­κές. Ακόμα ανατριχιαστικότερη όμως είναι η σκηνή του αμαρ­τήματος της μητέρας, που την γεννά το ιστορικά πρώτο αμάρτημα, αλλά που αποτελεί το κατεξοχήν αμάρτημα στην αφήγηση:

«Μίαν ήμέραν τήν έπλησίασα απαρατήρητος, ένω έκλαιε γονυπετής πρό τής εικόνος τού Σωτηρος.

—Πάρε μου οποίο θέλεις, έλεγε, καί άφησε μου τό κορίτσι. Τό βλέπω πώς είναι γιά νά γένη. Ενθυμήθηκες τήν άμαρτίαν μου καί έβάλθηκες νά μοϋ πάρης τό παιδί, γιά νά μέ τιμωρήσης. Ευχαρι­στώ σε, Κύριε!

Μετά τινας στιγμάς βαθείας σιγής, καθ' ήν τά δάκρυα της ήκούοντο στάζοντα έπί των πλακών, άνεστέναξεν έκ βάθους καρδίας, έδίστασεν ολίγον καί έπειτα έπρόσθεσεν:

—Σου έφερα δύο παιδιά μου στά πόδια σου ... χάρισε μου τό κορίτσι!

"Οταν ήκουσα τάς λέξεις ταύτας, παγερά φρικίασις διέτρεξε τά νεύρα μου καί ήρχισαν τά αυτιά μου νά βουίζουν(…), επωφελήθην της ευκαιρίας νά φύγω έκ της εκκλησίας, τρέχων ως έξαλλος καί εκβάλλων κραυγάς, ώς εάν ήπείλει να με συλλαβει ορατός αυτός ο Θάνατος.

Οι οδόντες μου συνεκρούοντο ύπό του τρόμου, καί εγώ έτρεχον, καί ακόμη έτρεχον.(…)
"Ηρχισα λοιπόν νά συνέρχωμαι ολίγον κατ' ολίγον, καί ήρχισα νά συλλογίζωμαι.
Άνεκάλεσα εις τήν μνήμην μου όλας τάς πρός τήν μητέρα τρυφερότητας καί θωπείας μου. Προσεπάθησα νά ενθυμηθώ μήπως της έπταισά ποτε, μήπως τήν αδίκησα, αλλά δέν ήδυνή­θην. Απεναντίας εύρισκον, ότι άφ' ότου έγεννήθη αυτή ή αδελφή μας, έγώ, όχι μόνον δέν ήγαπήθην, όπως θά τό έπεθύμουν, αλλά τουτ' αυτό, παρηγκωνιζόμην όλονέν περισσότερον.»

Η εκπεφρασμένη επιθυμία της μητέρας να «πάρει» ό Θεός τα αγόρια της και να της «αφήσει» το κορίτσι συνιστά αμάρτημα, και μάλιστα στο βαθμό πού αναγκάζει ένα από τα αγόρια να ζήσει για μέρες και νύχτες στην υγρή εκκλησία. Ό λόγος τού αφηγητή —έστω και ανηλίκου— παρουσιάζει ξαφνικά, και σε πλήρη αντίθεση με το απόσπασμα της πρώτης σελίδας που παρατίθεται, μια αδυσώπητη μητέρα. Έτσι υπονομεύεται η γνώση του αφη­γητή ότι η στοργή της μητέρας «έτέλη αδέκαστος καί ίση πρός όλα της τά τέκνα».

Το δεύτερο, ως προς τον ιστορικό χρόνο, αμάρτημα είναι το πρώτο ως προς τον αφηγηματικό χρόνο, διότι μόνο έτσι γίνεται σαφής η σημασία της επιθυμίας ως συστατικού στοιχείου τού αμαρτήματος
Η μητέρα αισθάνεται αυτό πού ό Φρόυντ ορίζει ως την «ανάγκη για τιμωρία», μια ανάγκη ενδότερη, πού δεν προέρ­χεται από κάποια πράξη αλλά από το «αίσθημα της ένοχης».

Στο επίπεδο της αφήγησης λοιπόν, το πρώτο αμάρτημα είναι το αμάρτημα της επιθυμίας, αυτό πού γεννάται μαζί με το αίσθημα της ένοχης, το όποιο και αποτελεί το κίνητρο για το δεύτερο, στον αφηγηματικό χρόνο, αμάρτημα, την πράξη, στην οποία προσδένεται το ασύνειδο αίσθημα ενοχής. Αυτά, φυσικά, στον αφηγηματικό χρόνο —ή στον αφηγηματικό χώρο—, που αποτε­λεί το πεδίο το όποιο διανύει ο αναγνώστης. Στο επίπεδο της ιστορίας η σειρά αντιστρέφεται, η ιστορία όμως αποτελεί την εκλογίκευση της αφήγησης και στο χώρο τού λογικού παραβλέ­πει κανείς το ασυνείδητο.

ΠΗΓΕΣ:
1)Μιχάλης Χρυσανθακόπουλος:Γ.Βιζυηνός, Μεταξύ φαντασίας και μνήμης.Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ
2)Π.Μουλλάς:Το νεοελληνικό δι'ηγημα και ο Γ.Βιζυηνός,εκδόσεις ΕΡΜΗΣ







Πέμπτη, 4 Νοεμβρίου 2010

ΣΟΛΩΜΟΣ: Οι μαθητές και ο "'Κρητικός"

Αποχαιρετώντας σιγά σιγά τον "Κρητικό",
( αργήσαμε, ε;) να δούμε κάποιες "εργασίες" των μαθητών που δίνουν το δικό τους βλέμμα για το ποίημα:

Η Μαίρη Καφετζοπούλου γράφει για τη θεϊκή υπόσταση της φεγγαροντυμένης:

3[20]
Κι ομπρός μου ιδού πού βρέθηκε μία φεγγαροντυμένη.
Ετρεμε το δροσάτο φως στη θεϊκιά θωριά της,
Στα μάτια της τα ολόμαυρα και στα χρυσά μαλλιά της.
 
το φεγγάρι γίνεται το μέσον για τη μετάβαση της αφήγησης απο την αγαπημένη σε μια άλλη γυναικεία μορφή, την οπτασία της φεγγαροντυμένης.Έτσι παρουσίαζεται να αναδύεται σαν μια άλλη Αφροδίτη, η υπερφυσική νεράιδα με μάτια ολόμαυρα και χρυσά μαλλιά.Σαν μια παραμυθένια νεράιδα...

4[21] 
Εκοίταξε τα’ αστέρια, κι εκείνα αναγάλλιασαν,
Και την αχτινοβόλησαν και δεν την εσκεπάσαν·
Κι από το πέλαο, που πατεί χωρίς να το σουφρώνει,
Κυπαρισσένιο ανάερα τα’ ανάστημα σηκώνει,
Κι ανεί τς αγκάλες μ’ έρωτα και με ταπεινοσύνη,
Κι έδειξε πάσαν ομορφιά και πάσαν καλοσύνη.
Τότε από φως μεσημερνό ή νύχτα πλημμυρίζει,
Κι η χτίσις έγινε ναός πού ολούθε λαμπυρίζει.

Η μυστηριακή γυναίκα έχει υπερφυσικές ιδιότητες:
  • τη λούζει το φως των αστεριών, χωρίς να την καλύπτει, πατά στην επιφάνεια της θάλασσας χωρίς να βυθίζεται, ενώ το φως που εκπέμπει μεταμορφώνει σε μεταφυσικό το φυσικό τοπίο.
  • Βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με τη φύση, στοιχείο που μας παραπέμπει στις επιρροές του ευρωπαϊκού ρομαντισμού: τα αστέρια αντιδρούν στο κοίταγμά της αλλά και η ανοιχτή αγκαλιά της προς τη φύση υπογραμμίζει πάλι αυτό το στενό δεσμό..
  • Η μορφή της αστραποβολούσας κόρης τον οδηγεί σε μια μνημονική αναζήτηση προκειμένου να ανακαλύψει την απαρχή της ανάμνησής της: ίσως ήταν μορφή ζωγραφισμένη σε κάποιο ναό, φιγούρα αγιογραφίας( αξίζει να σημειωθεί εδώ η αντίρρηση του Σ.Αλεξίου που θεωρεί ότι η ερωτική "διάθεση" της φεγγαροντυμένης προσκρούει στη θρησκευτικ'ή ερμηνεία, αφου θα ήταν βλάσφημο να μοιάζει η Παναγία με την περίπου γυμνή, ξανθή κόρη.άλλωστε μια υπερφυσική χριστιανική επιφάνεια της Παναγίας ή της Θείας Πρόνοιας θα περίμενε κανείς να συνοδεύεται απο κάποιο θαύμα για τη διάσωση και όχι να καταλήξει στο θάνατο της κόρης)
  •                             "  Βρύση έγινε το μάτι μου κι ομπρός του δεν εθώρα,
Κι έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολλή ώρα,
Γιατί άκουγα τα μάτια της μέσα στα σωθικά μου,
Που ετρέμαν και δε μ’ άφηναν να βγάλω τη μιλιά μου·
Όμως αυτοί είναι θεοί, και κατοικούν απ’ όπου
Βλέπουνε μες στην άβυσσο και στην καρδιά τα’ ανθρώπου,
Κι ένιωθα πως μου διάβαζε καλύτερα το νου μου"

Η θέαση της φεγγαροντυμένης κόρης προκάλεσε στον Κρητικό τόσο έντονα συναισθήματα που δάκρυα πλημμυρίζουν τα μάτια του.Παραδέχεται ότι το "θεϊκό πρόσωπό" της έχει τη μαγική δύναμη να τον εξουσιάζει ακόμη και όταν δεν το βλέπει πια:
"Γιατί άκουγα τα μάτια της μέσα στα σωθικά μου,", διαβάζει τις πιο μύχιες σκέψεις του. Παράδοξος μεταφορικός λόγος που μεταδίδει την εκτός του κόσμου τούτου κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο ήρωας μας.Θεά λοιπόν, η φεγγαροντυμένη που διεισδύει στα βάθη της ψυχής του, νιώθει τα πάθη και τις αγωνίες του,διαβάζει βαθύτερα μυστικά κια ανομολόγητες επιθυμίες..

  • 5[22]    "Εχάθη, αλιά μου! αλλ’ άκουσα του δακρύου της ραντίδα"
Το δάκρυ που στάλαξε η φεγγεροντυμένη πανω στο χέρι του, η "εισφορά" 'οπως λέγεται, αποδεικνύει πάλι τη θεϊκή της της φύση, έχει πολλές και διαφορετικές επιδράσεις στη ζωή του: α) στο αφηγηματικό παρόν του, ως πρόσφυγας-ζητιάνος , όταν νιώθει πως βασανίζεται απο τους εφιάλτεςπαρελθόντος  του, το χέρι  αυτό με το μαγικό δάκρυ, αποκτά κατευναστικές ιδιότητες.Συγχρόνως στο "τώρα" του ναυαγίου, το χέρι του και συνεκδοχικά και ο ίδιος, αποκτά πρωτόγνωρη δύναμη
Θεϊκές επιρροές στη ζωή του Κρητικού απο μια  νεράιδα μαγική, υπερφυσική, παραμυθένια..

Η Κατερίνα Βλάχου  γράφει   για τον ανεκλάλητο ήχο:



" Στο απόσπασμα 5[22] του «Κρητικού» και συγκεκριμένα από το στίχο 23 και εξής, εμφανίζεται ένα νέο μαγικό στοιχείο. Καθώς ο ήρωας κολυμπάει γρήγορα κρατώντας την αγαπημένη του, ξαφνικά γίνεται νωθρός, διότι επηρεάζεται από έναν ευχάριστο, σαγηνευτικό μουσικό ήχο. Αυτό το σύμβολο διαδέχεται στην ποιητική αφήγηση το πλαστικό, οπτικό σύμβολο της φεγγαροντυμένης.(στίχοι 23-24)
Ο ναυαγός – ήρωας φαίνεται να αδυνατεί να καταλάβει την πηγή και το είδος του μαγικού αυτού ήχου. Έτσι, τον συγκρίνει με άλλους τρεις γοητευτικούς μουσικούς ήχους χρησιμοποιώντας τρεις αποφατικές παρομοιώσεις, με σκοπό να αναδείξει τη γλυκύτητα αυτής της μουσικής. Η πρώτη αποφατική παρομοίωση που χρησιμοποιεί είναι το τραγούδι του κρυφού έρωτα μιας κοπέλας σε ένα δάσος την ώρα του δειλινού (στ. 25-28), στη συνέχεια αναφέρει ένα κρητικό αηδόνι που τραγουδάει στους ψηλούς βράχους που έχει τη φωλιά του και η λαλιά του φτάνει μέχρι μακριά και ασκεί μεγάλη επίδραση στη φύση (στ.29-34). Επίσης, η τελευταία αποφατική παρομοίωση παρουσιάζει τον ήχο του σουραυλιού να ακούγεται στον Ψηλορείτη με θέα την Κρήτη την ώρα του μεσημεριού (στ. 35-42). Καταδεικνύεται, μ’ αυτόν τον τρόπο, η εντύπωση που κάνει ο ήχος στον ήρωα και η επίδραση που ασκεί στον εσωτερικό του κόσμο, ώστε αυτός να προσπαθεί μέσω βιωματικών εικόνων να βρει το είδος και την προέλευσή του.
Επιπλέον, ο παναρμόνιος ήχος δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ακριβώς και γι’ αυτό του αποδίδονται γενικοί χαρακτηρισμοί. Ειδικότερα, είναι μοναδικός, είναι μουσική χωρίς λόγια ή δεν μπορούσε να περιγραφεί με λόγια, ήταν λεπτός, δεν είχε αντίλαλο και η απόσταση της πηγής του ήταν απροσδιόριστη (στ.43-48). Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ήχος ήταν πλούσιος και ευωδιαστός, γέμιζε τον αέρα και γι’ αυτό το λόγο ασκούσε και καταλυτική επίδραση σε όλες τις αισθήσεις του Κρητικού. Όπως παρατήρησε και ο Μάκριτζ, υπάρχει ηχητική ομοιότητα ανάμεσα στις λέξεις «Μαΐου» και μάγια που σχετίζεται με τη μαγευτική επίδραση του ήχου. Ακόμα, η δύναμη του ανεκλάλητου ήχου παρομοιάζεται με αυτή του Έρωτα και του Χάρου από τα οποία κανένας δεν μπορεί να ξεφύγει (στ.50). Άρα, ο Έρωτας και ο Χάρος αλλά και ο ήχος οδηγούν στην υπέρβαση των ατομικών ορίων, στην έκσταση και υπαγωγή της ατομικότητάς του σε μιαν ευρύτερη οντότητα.
Ο απόκοσμος ήχος ασκεί ακατανίκητη έλξη στην ψυχή του ήρωα, η οποία εκλαμβάνεται ως αρνητική έλξη αφού ο ήχος τον συναρπάζει τόσο πολύ, ώστε αυτός δεν μπορεί να προσηλωθεί στο σκοπό του, που είναι η σωτηρία της αγαπημένης του. Ο ήχος λοιπόν, είναι παραπλανητικός περισπασμός και αποτελεί όχημα για τη θέαση του υπερκόσμιου κάλλους. Συγκεκριμένα, του δημιουργεί την επιθυμία να απελευθερώσει την ψυχή του από τη σάρκα του και να τον ακολουθήσει. Αυτή η αντίληψη παραπέμπει στην πλατωνική και χριστιανική δυϊστική αντίληψη για τον κόσμο (ψεύτικος επίγειος κόσμος – ουράνιος αληθινός κόσμος) και για τον άνθρωπο (φθαρτό σώμα – αθάνατη ψυχή). Με απλά λόγια, επιθυμεί να τον ακολουθήσει σε μια ιδεατή διάσταση, να υπερβεί δηλαδή την ατομικότητά του (στ.51-54). Τέλος, σημειώνεται ότι ο Κρητικός δεν θα μπορούσε να απαλλαγεί από την έλξη που κατακλύζει το «είναι» του και που γι’ αυτήν ευθύνεται ο υπερκόσμιος ήχος, αν ο ίδιος ο ήχος δεν έπαυε από μόνος του (στ.55)."  
 

Ο Γιάννης Κωστόπουλος ,  μας χάρισε αυτή την όμορφη ζωγραφιά της φεγγαροντυμένης:


Και ο Τάσος Καφετζόπουλος εμπνεύστηκε αυτό το ποίημα ( το "κακό" είναι ότι το εμπνεύστηκε...στην ώρα του μαθήματος! Συγχωρεμένος  αν  η φεγγαροντυμένη τον συνεπήρε τόσο, που του γέννησε ποιητικό οίστρο...)

ο Κρητικός παλεύει να σώσει την καρδιά του
έχοντας μαζί του την όμορφη κυρά του,
έτσι όπως τον έσφιξε μέσα στην αγκαλιά του
γαλήνεψε η πλάση του κι ολάκερη η καρδιά του

Στο πέλαο φανερώθηκε μια φεγγαροντυμένη
νεράιδα λαμπερή ,μ' ασήμι προικισμένη.
η ομορφιά της άυλη, μ' αστέρια κεντημένη,
άφησ' ελπίδα και ζωή στη γη τη ταραγμένη




Η Χριστιάνα Γιάννη. μας έδωσε την  ποιητική της ματιά , εμπνευσμένη απο το θέμα  του σολωμικού έρωτα:


Ο Έρωτας.
Ορθολογισμός και καλούπια συχνά σφάλουν μπροστά του.
Αποκαλούμε καθαρότητα το να αποβάλλει κανείς κάθε συναίσθημα.
Εσωτερικός εξαναγκασμός.
Πληθαίνει η συχνότητα βροχής, τα μακρινά άστρα, ο μπλε ουρανός.
Υψώνονται σαν ξίφη, καίγοντας ανθρώπων αίσχη.
Υπάρχει πάντα ο σκοπός. Ο σκοπός.
Κάποια στεριά επιμένει να βυθιστείς.
Η Αγάπη ως έννοια αόριστη-ουσιαστική.
Έξω από τη θνητή φαντασία βρίσκονται μορφές θεϊκές
φτιαγμένες από εικόνες που αναβοσβήνουν σαν πόρτες μπροστά στα μάτια σου,
μαγεύουν μόνο ποιητές της ψυχής,
περπατούν και αιωρούνται συγχρόνως μέσα σε αισθήσεις αναμνήσεων
προερχομένων από τα "θέλω" και τα "χρειάζομαι" του καθενός.
Κι αν ο κόσμος μπορούσε να αδειάσει
μέσα στο άπιαστο κενό της αυτοάμυνας,
αν οι λεπτές βροχές που ξεγελούν μητέρες σκοπών
γέμιζαν τις σάρκες αξίας μηδέν αστέρων
τότε ίσως να μπορούσες να αριθμήσεις κόκκινες φωτιές.



Κι απο μένα,τι άλλο; πολλά πολλά μπράβο στα παιδιά!
Μπράβο τους, που "εις πείσμα των καιρών", 
εις πείσμα καταπονημένων χεριών...,
εις πείσμα ανύπνωτων νυχτών,
εξακολουθούν να δηλώνουν την αγάπη τους για τη Λογοτεχνία!

Και πάλι μπράβο!!!!