Τρίτη, 26 Οκτωβρίου 2010

ΒΙΖΥΗΝΟΣ: Μοσκώβ Σελήμ

Για το Β2 που ετοιμάζεται για την εργασία στο διήγημα...

Ο Μοσκώβ - Σελήμ είναι το τελευταίο διήγημα του Βιζυηνού και δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα Εστία τo 1895, ενώ ο Βιζυηνός βρισκόταν έγκλειστος στο ψυχιατρείο. Πρόκειται για ένα αφήγημα πλούσιο σε ηθογραφικά και ψυχογραφικά στοιχεία και μας παρουσιάζει τις περιπέτειες ενός κυνηγημένου και αδικημένου ανθρώπου, του Τούρκου Σελήμ. Μάλιστα στον πρόλογο του έργου ο συγγραφέας αναφέρει για την επιλογή του να περιγράψει τις περιπέτειες ενός Τούρκου:

«Φοβούμαι μήπως οι φανατικοί της ιδικής μου φυλής ονειδίσωσι ένα Έλληνα συγγραφέα, διότι δεν απέκρυψεν την αρετήν σου ή δεν υπεκατέστησεν εν τη αφηγήσει σου ένα χριστιανικόν ήρωα. Αλλά μη σε μέλει. Δεν θα αφαιρεθεί τι από την αξίαν σου, διότι ενεπιστεύθης εις εμέ τας περιπετείας της ζωής σου και δεν θα με τύψει ποτέ η συνείδησις, διότι, ως απλούς χρονογράφος, εξετίμησα εν σοι ουχί τον άσπονδον εχθρόν του Έθνους μου, αλλ' απλώς τον άνθρωπον. Δια τούτο μη σε μέλλει, θα γράψω την ιστορίαν σου.»

Κείνα τα χρόνια στη Θράκη, Έλληνες Βούλγαροι Τούρκοι ζούσαν μαζί, πλάι-πλάι. Ακόμα και οι Ρώσοι. Ο Βιζυηνός δεν εξετάζει την εθνική και φυλετική τους προέλευση. Ούτε και νοιάζεται για τη θρησκεία τους. Όλοι τους είναι άνθρωποι κι έχουν τα ίδια δικαιώματα στην καρδιά του. Θαυμάσια, θα μπορούσε τα διηγήματα αυτά ν' ανήκουν στην Τουρκική, τη Βουλγαρική και τη Ρωσική λογοτεχνία. Τον άνθρωπο ξεχώρισε ο Βιζυηνός στο πρόσωπο του Μοσκώβ-Σελήμ κι όχι τον Τούρκο. Το ίδιο κάνει κι ο Τούρκος Μοσκώβ-Σελήμ, όταν μένει κατάπληκτος από την ανθρωπιά των Ρώσων. Χαίρεται την ανθρωπιά τους την ωραία συμπεριφορά τους προς τους αντίπαλους αιχμαλώτους του πολέμου και ημερεύει, αλαφρώνει, λευτερώνεται από το θρησκευτικό και εθνικιστικό φανατισμό.


Το διήγημα «Ο Μοσκώβ-Σελήμ» είναι ένα ψυχογράφημα ενός αντιπροσωπευτικού Τούρκου, που επιλέγει ο Βιζυηνός να τον καταστήσει κεντρικό ήρωα της ιστορίας του, ασκώντας συστηματική σπουδή της τουρκικής ψυχής και νοοτροπίας. Με τη συγγραφή του «Μοσκώβ-Σελήμ» γκρεμίζει τα τείχη του φυλετικού μίσους και οικοδομεί την αγάπη και τη φιλία που μπορεί να αναπτύσσεται σε πρόσωπα, ανεξάρτητα από τη φυλή και το θρήσκευμά τους. Ο αφηγητής λέει κάποια στιγμή περιγράφοντας τη συνάντηση με τον ήρωα: «Καλά λοιπόν το λέγουν πως δύο άνθρωποι μπορεί να είναι τόσο ξένοι μεταξύ τους και όμως οι ψυχές τους να είν’ αδέλφια!»

ΠΕΡΙΛΗΠΤΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ

Πρόκειται για την ιστορία ενός Τούρκου της επαρχιακής αριστοκρατίας, τρίτο αγόρι της οικογένειάς του, που γνωρίζει την αδικία στο οικογενειακό του περιβάλλον και στην κατοπινή του ζωή, όταν υπηρετεί την πατρίδα του στους αλλεπάλληλους πολέμους στο β΄ μισό του 19ου αιώνα. Η αιχμαλωσία του από τους Ρώσους, τους εχθρούς των Τούρκων, θα του δώσει την ευκαιρία να διαπιστώσει ότι αυτοί που παρουσιάζονται εχθροί του τουρκικού έθνους, είναι άνθρωποι με καλοσύνη που τιμούν την ανδρεία των εχθρών τους και συμπεριφέρονται με ανθρωπιά στους αιχμαλώτους τους. Προβαίνει έτσι σε συγκρίσεις και φτάνει μάλιστα στο σημείο, Τούρκος αυτός, να εύχεται την κατάληψη της πατρίδας του από τους Ρώσους πιστεύοντας πως θα είναι πιο δίκαιοι από τους ομοεθνείς του. Στην κρίσιμη όμως ώρα που του δίνουν την (ψεύτικη) πληροφορία ότι οι Ρώσοι κατεβαίνουν και πάλι στη Βαλκανική, αυτός ο νοσταλγός και θαυμαστής των Ρώσων, έρχεται σε φοβερή εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στα φιλορωσικά του αισθήματα και στο καθήκον του απέναντι στην πίστη του, την πατρίδα και τον Σουλτάνο και μη μπορώντας να βαστάξει αυτή τη μεγάλη πίεση πεθαίνει από εγκεφαλική συμφόρηση.

  ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Ο αφηγητής εντυπωσιάζεται από την αξιοθαύμαστη καρτερία και αντοχή που επιδεικνύει    ο ήρωας στα δεινά του πολέμου, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με τη θηλυπρεπή αγωγή που του επέβαλλε η μητέρα του μέσα στο χαρέμι έως τα 12 χρόνια του. Η απορία είναι εύλογη, καθώς μια ανατροφή με τέτοιους όρους (γυναικεία ρούχα, μακιγιάζ, χαρέμι), θα μπορούσε εύκολα να οδηγήσει στην αποβολή όλων των αντρικών χαρακτηριστικών που απαιτούνται για μια επιτυχημένη στρατιωτική θητεία. Στην προκειμένη περίπτωση μια τέτοια εξέλιξη αποτρέπεται, γιατί, όπως θα ’λεγε και η ψυχανάλυση, το υπερεγώ του υποκειμένου βρίσκει υποστηρίγματα, δηλαδή υποκατάστατα στο μορφοείδωλο (imago) του πατέρα κι όχι στο μορφοείδωλο της μητέρας. Δηλαδή, εδώ το υποκείμενο χτίζει το ιδανικό του Εγώ με τις προβολές του πάνω στον πατέρα , και αυτή η επιλογή ακυρώνει οποιοδήποτε "ευνουχιστικό" αποτέλεσμα στην ψυχοσύνθεση του Μοσκώβ-Σελήμ. 


    O μικρός Σελήμ, εγκλωβισμένος σε μια μορφή που απεχθάνεται, θαυμάζει τον απτόητο και ανδρικό χαρακτήρα του πατέρα, τη φιλοτιμία και υπερηφάνεια του, δηλαδή όλες εκείνες τις αρετές του πατέρα, τις εμποτισμένες με εθνικό εγωισμό και θρησκευτικό φανατισμό: «Εγώ μέσα μου τον ελάτρευα κ’ επιθυμούσα να γίνω σαν εκείνον, ωπλισμένος καβαλάρης, τόσῳ θερμότερα, όσῳ περισσότερον επέμεναν να με κρατούν εις το χαρέμι!».
Σ’ όλη του τη ζωή διακατέχεται από την αγωνιώδη επιθυμία να φανεί αντάξιος του πατέρα, κερδίζοντας έτσι το σεβασμό και την αγάπη του: «Διότι η μόνη μου επιθυμία ήτο να μ’ αγαπήσῃ ο πατέρας μου." Ο πατέρας απέρριπτε το μικρό του γιο εξαιτίας της θηλυπρεπούς αμφίεσης και της εξωτερικής ομοιότητάς του με τη μητέρα. Η απόρριψη του πατέρα από τη μια βέβαια πληγώνει τον ψυχισμό του παιδιού, από την άλλη όμως συμβάλλει θετικά στην αναχαίτιση της ευνουχιστικής διαδικασίας που θα μπορούσε να τροχοδρομήσει η αναγκαστική θηλυπρεπής αγωγή. 

    Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι στις οικογενειακές δομές της τουρκικής κοινωνίας του 19ου αιώνα, ο νόμος και λόγος του πατέρα είναι αδιαφιλονίκητος. Τα δεδομένα και οι όροι της συμβίωσης των δύο φύλων ανάγονται σε πρωταρχικά μοτίβα και αρχέγονες λειτουργίες. Οι άντρες και οι γυναίκες τοποθετούνται αμετάκλητα σε προκατασκευασμένες θέσεις και προσχεδιασμένες καταστάσεις. Οι γυναίκες πρέπει να προσαρμόζονται σε πρότυπες, αυστηρά καθορισμένες και υποταγμένες συμπεριφορές. Το αντρικό μοντέλο της δομής εκείνης της κοινωνίας υιοθετεί την ιδεολογία της «κατωτερότητας», αλλά και την ίδια την υποτέλεια των γυναικών. Ο λόγος περί ερωτικών σχέσεων των ανθρώπων αυτών είναι περισσότερο λόγος «περί εξουσίας» και λιγότερο περί οτιδήποτε άλλου. Ο άντρας-αφέντης ανάγεται σε αδιαμφισβήτητο αρχέτυπο.

    Στο διήγημα ο πατέρας είναι ο αδιαφιλονίκητος αφέντης του σπιτιού που μπαινοβγαίνει στο χαρέμι, στο χώρο δηλαδή που οι γυναίκες του (η πολυγαμία ήταν αποκλειστικά αντρικό προνόμιο) είναι περιορισμένες και έτοιμες πάντα να δεχτούν τις ορέξεις του αφέντη, ο οποίος σπανίως τους απευθύνει το λόγο: «Τον πατέρα μας τον έβλεπα πολύ σπανίως ήταν υπερήφανος, αυστηρός άνθρωπος και δεν ωμιλούσε πολύ εις το χαρέμι […]. Ήταν όμως και παλληκαράς άνθρωπος αγαπούσε πολύ τα άλογα και τα όπλα και επερίπαιζε τα γυναικίστικα πράγματα» . Μια τέτοια εικόνα  αυστηρού πατέρα βοηθάει τελικά το παιδί της δυαδικής σχέσης (δηλαδή το μικρό Σελήμ) να κάνει αποδεχτό το νόμο του πατέρα μέσα από το λόγο του.  Έτσι ίσως εξηγείται η ανδροπρεπής προσωπικότητα του Σελήμ και η εύκολη αποβολή όλων των γυναικείων χαρακτηριστικών της θηλυπρεπούς αγωγής του. Παράλληλα όμως κρατάμε μία επιφύλαξη για το τελικό αποτύπωμα αυτής της παιδικής εμπειρίας στο ασυνείδητο του ήρωα. Η διάσταση φύλου-γένους της παιδικής ηλικίας ίσως προοιωνίζει τις δύο αντικρουόμενες φάσεις της ενήλικης ζωής.

    Ο  Σελήμ έζησε δύο φάσεις στη ζωή του, τόσο αντίθετες μεταξύ τους, όσο και τα στοιχεία που κληρονόμησε από τις αντίθετες φύσεις των γονέων του. Στην πρώτη φάση ο εθνικός εγωισμός και ο φανατισμός της θρησκείας είναι οι δυο κινητήριοι μοχλοί της δράσης του ήρωα. Στη δεύτερη φάση, ο Σελήμ όχι μόνο διαγράφει από τη συνείδησή του τα προαναφερθέντα φρονήματα, αλλά υιοθετεί πλέον τα εκ διαμέτρου αντίθετα( στροφή στο φιλορωσισμό)
        Οι κοινωνικές συνθήκες και οι εθνικές ανάγκες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας καθορίζουν τη συλλογική συνείδηση της τουρκικής κοινότητας του 19ου αιώνα. Ο Σελήμ είναι αναπόσπαστο μέρος αυτής της συνείδησης, και ο κοινωνικός του χαρακτήρας, από τη μια καθορίζεται από τις προσδοκίες ή υποχρεώσεις του κοινωνικού περιβάλλοντος, και από την άλλη από τους προσωπικούς κοινωνικούς του σκοπούς και προσπάθειες. Η προσωπική βούληση πάντα παραμένει παρούσα, όπως αποδεικνύεται άλλωστε και από τη συμπεριφορά του αδερφού του Χασάν (αρνήθηκε τη στράτευση)

Ο ήρωας, αιχμάλωτος στη Ρωσία, διαπιστώνει την πλάνη των πεποιθήσεών του. Όπως μας πληροφορεί ο αφηγητής, οι Ρώσοι από πολιτική οπισθοβουλία ,περιέβαλαν τους Τούρκους αιχμαλώτους με απίστευτες περιποιήσεις. Ο Σελήμ, δέκτης πλέον μιας συμπεριφοράς πρωτόγνωρης γι’ αυτόν από τον προαιώνιο εχθρό, και με δεδομένη την ταπείνωση και την αδικία που γνώρισε στους κόλπους του τουρκικού στρατού, ανακαλύπτει ξανά τον εαυτό του και τον κόσμο.

Η επάνοδός του στην πατρίδα σταθεροποιεί τον φιλορωσισμό του, και τα γεγονότα που ακολουθούν τον οδηγούν σταδιακά στην αποκήρυξη της εθνικής του ταυτότητας και τελικώς στην παράνοια. Στην Κωνσταντινούπολη γίνεται μάρτυρας της αχαριστίας των τουρκικών αρχών απέναντι στους εξαντλημένους στρατιώτες, και ο ίδιος γίνεται θύμα σωματικής και πνευματικής κακοποίησης. Όταν τελικά επιστρέφει στη γενέτειρά του βρίσκει καμένο το σπίτι του, και την οικογένεια του ξεκληρισμένη. Κανείς δεν ήταν εκεί να την υπερασπιστεί, όταν ξέσπασε ο πόλεμος. Ο ίδιος βρισκόταν πολύ μακριά, υπερασπιζόμενος «του κράτους την τιμή και τη σημαία της θρησκείας.

Μετά απ’ όλες αυτές τις περιπέτειες ο ήρωας καταλήγει μισότρελος στην Καϊνάρτζα της Ανατολικής Θράκης, όπου τον συναντά ο συγγραφέας. Ο παλιός ατρόμητος πολεμιστής έχει μετατραπεί σε γραφική φιγούρα. Η αμφίεσή του ανταποκρίνεται στο όνομα του μ’ όλα αυτά τα ρωσικής και τουρκικής προέλευσης ενδύματα που δημιουργούν ένα σύνολο παράδοξο και κωμικό συγχρόνως. Ο Μοσκώβ-Σελήμ, πενηντάρης πια και αποκομμένος από τις ρίζες του, οχυρώνεται σ’ έναν φαντασιωτικό κόσμο, περιμένοντας τους Ρώσους να περάσουν ξανά τον Δούναβη για να ενωθεί μαζί τους.


Ο ήρωας υιοθετώντας μια συμπεριφορά ηθικά και κοινωνικά διαφοροποιημένη από το σύνολο γίνεται περίγελος των ομοεθνών του: «Οι Τούρκοι πάλι έρχονται εδώ και τρώγουν και πίνουν και διασκεδάζουν μ’ αυτόν και τον περιπαίζουν».
Όταν του δίδεται η (ψεύτικη) πληροφορία ότι ήλθαν οι Ρώσοι παθαίνει εγκεφαλική συμφόρηση από λύπη κι όχι από χαρά όπως νομίζει ο γιατρός. Μπροστά στο μεγάλο δίλημμα να πάει ή όχι με τους Ρώσους, «μία νύχτα, όλη νύχτα επάλευεν ο νους με την καρδιά του». Οι προσπάθειές του αναχαιτίζονται από τους συντριπτικούς όρους της πραγματικότητας που συνεχώς του επιβάλλεται, χωρίς τη θέλησή του. Η εθνική του καταγωγή προκαλεί μέσα του τα πιο δυσάρεστα και επίμονα συναισθήματα, κυνηγώντας τον και στοιχειώνοντάς τον. Η εσωτερική πάλη είναι αναπόφευκτη, καθώς αναζητεί μια εικόνα που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, αλλά που την έχει απλώς φανταστεί:
Ο πατέρας μου και η μητέρα μου ήσαν ισλάμ… Εγώ κι όλοι οι οσμανλήδες κτήμα του Σουλτάνου… Το αίμα καμμιά φορά νερό γίνεται;… Πως ν’ αρνηθώ το αίμα μου!… Αυτή η φοβερή ιδέα μ’ εβασάνισε μια νύχτα, όλη νύχτα… Μια νύχτα, όλη νύχτα επάλευεν ο νους με την καρδιά μου… Επάνω στα ξημερώματα… από τη λύπη μου, από τη συλλογή μου, μ’ αποφάνηκε…

Στον επίλογο του διηγήματος, όταν ο ήρωας μαθαίνει από τον αφηγητή ότι ούτε ήλθε, ούτε θα ξανάρθει πλέον Ρώσος στη χώρα του Σουλτάνου, παθαίνει δεύτερο εγκεφαλικό επεισόδιο από τη χαρά του αυτή τη φορά  και πεθαίνει, καθώς σύμφωνα με τον αφηγητή: «Ο Τούρκος έμεινε Τούρκος» 

 
Ο Μοσκώβ-Σελήμ, όπως άλλωστε και όλοι οι ήρωες του Βιζυηνού, ζει μόνιμα μέσα σε δύο πραγματικότητες. 

Η μία είναι αυτό που βλέπει να γίνεται γύρω του και θεωρεί σαν αντικειμενική πραγματικότητα γιατί όλα τα πράγματα έχουν συγκεκριμένες διαστάσεις και όγκο, και μια πραγματικότητα εσωτερική που είναι αποτέλεσμα μιας πολύπλοκης ψυχολογικής διαδικασίας, στην οποία βασικό ρόλο παίζει η ψυχολογική του υποδομή, η λειτουργική δράση  του συνειδητού και του ασυνειδήτου, η φαντασία και ο προσωπικός του συμβολικός κώδικας.
 Ο Μοσκώβ-Σελήμ ζει πράγματα που δεν υπάρχουν, καθώς οι φαντασιώσεις και οι ονειροπολήσεις, κυριολεκτικά, τον συντηρούν δίνοντάς του σκοπούς και διεξόδους, όταν οι εξωτερικοί περιορισμοί τον πνίγουν…

 ΠΗΓΕΣ:
1)Ζανέκα Στεργιανή, Ο Μοσκώβ Σελήμ του Γ. Βιζυηνού

2)Γ.Μ Βιζυηνός, Νεοελληνικά Διηγήματα, επιμέλεια Π. Μουλλάς, Εστία, Αθήνα

Τρίτη, 19 Οκτωβρίου 2010

ΣΟΛΩΜΟΣ- "Ο μικρός πρίγκηπας"




Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΙΓΚΗΠΑΣ

Τρία μερόνυχτα τον έψαχνε μέσα στο πλήθος
Στην αγορά, στα καταγώγια και στα γυμνάσια
Η μάνα του η ανύμφευτη η Αγγέλικα
κι εκείνος
Ποιος να το φανταζόταν για 'έναν μπάσταρδο
Για έναν άξεστο δεκαεφτάχρονο νησιώτη
Κάτω άπ' τους ιστορημένους θόλους του Ναού
Ν' ακούει με κατάνυξη τους σεβάσμιους γέροντες
To Santo Rossi, τον εξόριστο της liberta
Τον Alessandro Manzoni, το δάσκαλο της αρετής
Τον Bernardo Bellini, το μάστορα της γλώσσας
Κι άλλους πολλούς και πάνω άπ' όλους
To Monti, το Vincenzo Monti
Τον ιεροφάντη της ποίησης.

Κι αίφνης να στήνει το κορμάκι του ανάμεσο τους
Να ψέλνει μια τερτσίνα από το Βιβλίο των Cantos
Και να ρωτά και να ξαναρωτά για το απόκρυφο της νόημα
 Για το χυμένο άρωμα που υπάρχει πέρα από το νόημα
 Κι εκείνοι να του αποκραίνονται κι αυτός να επιμένει
Και να τολμά να συζητεί μαζί τους για τις αποχρώσεις
του νοήματος, το φως
 Που υπάρχει έξω από το ποίημα
 Κι όλοι να τον θαυμάζουν για τη φρονιμάδα του
 Κι ο Santo Rossi χτυπώντας τά χέρια
Ο Greco

Tu farai dimenticare il nostro Monti κι ο Monti
Ό Vincenzo Monti αλλάζοντας χρώματα
-Υακυνθηνέ

Δε φαίνεται να σε λείπουν ολότελα οι  γιάκυνθοι
Κι αν θες τη συμβουλή ενός πάτερα
 γένου κριτικός
 Θά 'σαι ο ιδανικότερος ερμηνευτής του έργου μου
Μ' αν θέλεις σώνει και καλά να γίνεις ποιητής
Άξιος να διαβείς την Ωραία Πύλη
Δεν πρέπει να συλλογίζεσαι τόσο
 Να αισθάνεσαι πρέπει να αισθάνεσαι

Κι είπε τη λέξη αισθάνεσαι με μια βαθειά ανάσα
 Κι όπως αγγίζει ένας ιερέας το ευαγγέλιο
 Ακούμπησε το χέρι στο σημείο της καρδιάς

Με την Καρδιά.

Με την καρδιά —με το αίμα της καρδίας
γράφει ό ποιητής τους στίχους του
Με την καρδιά —με το αίμα της καρδιάς
σώζει ο άντρας την τιμή του
Με την καρδιά —με το αίμα της καρδιάς
σμίγει ό πιστός με το θεό του
Μην πεις ποτέ σου στην καρδιά σταμάτα ως εδώ
Εδώ το επιτρεπτό, εκεί το ανεπίτρεπτο —ποτέ
Δε θα σου πει ποτέ η καρδιά μην προχωρήσεις ως εκεί
Εκεί το ανέφικτο ,εδώ το εφικτό
Κι ο νους
Είναι θανάσιμο αμάρτημα στην ποίηση
Ενάντια στη φύση της ποίησης
Με το νου
Μπορεί ν απομονώνεις έξοχες στιγμές
Δε θα μπορέσεις όμως  να συνθέσεις το Χρόνο
Μπορεί να φτιάχνεις άψογες κολόνες
Δε θα μπορέσεις όμως να οικοδομήσεις τό Ναό

Με το νου
Δε  θ' αναστήσεις απ' τα κόκκαλα τη λευθεριά

Με την ΚΑΡΔΙΑ —Και με το ΝΟΥ

Απάντησε ευθύς ο Νέος Ποιητής
Με σεβασμό αλλά και σιγουριά που τη βεβαίωναν
οι χτύποι της καρδιάς του —με το νου

Πρέπει πρώτα με δύναμη να συλλάβει ο νους
 Κι έπειτα η καρδιά θερμά να αισθανθεί
Ο,τι ο νους εσυνέλαβε —κι ο Λόγος

Κι όπως μιλούσε, το κορμάκι του Μετακινήθηκε προς την Ωραία Πύλη Και, εν αρχή ήν ο Λόγος, είπε Και ο Λόγος ήν προς τον Θεόν Και Θεός ήν ο Λόγος.
Γενάρης 1978

Σάββατο, 16 Οκτωβρίου 2010

Ο ΤΟΠΟΣ ΤΗΣ ΣΟΛΩΜΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ




Ο τόπος στον Διονύσιο Σολωμό
αποπνέει μιαν ιερότη­τα. 

Τελεί υπό την εκδοχή, την ανάπτυξη ή την παρουσία του ιερού,

που πνευματοποιεί και αγιάζει τον κόσμο.
Το ιερό διέρχεται με λανθάνοντα τρόπο,  με τρόπο διακριτικό και ανεπαίσθητο, στα φυσικά και ιστορικά τοπία της ποίησης του Σολωμού.

Στην τελευταία φάση της ποίησης του Διονυσίου Σολωμού, με τον Κρητικό, τους Ελεύθερους Πολιορκη­μένους του Γ' Σχεδιάσματος και τον Πόρφυρα, το τοπίο καθίσταται τόπος του μυστικού βιώματος και των μυστηριακών δρωμένων. Όσα συντελούνται στην ποίηση της ωριμότητας του Σολωμού, τελούν πέραν του τό­που και του χρόνου. Τα τοπία δεν κατονομάζονται ή, αν κατονομάζονται, υπερβαίνουν σαφώς τα όρια του φυσικού ή ιστορικού τόπου. Γι' αυτό και μετατοπίζονται, μετα­στοιχειώνονται, για να αποκαλύψουν τον μυστικό, πλέον, και συγκλονιστικό τόπο της ιερότητας, του μεταφυσικού και μυστικού φωτός. Είμαστε πια στον τόπο της μυστικής ιερό­τητας.
O τόπος στον Κρητικό δεν είναι φυσικός. Είναι τόπος μυστικός, τόπος της αποκάλυψης. Γι' αυτό και μας μετα­θέτει σε μιαν άλλη προοπτική θέασης. Όλο το τοπίο του Κρητικού, ενώ εκκινεί από την ιστορία, τελεί ή κείται πέ­ραν της ιστορίας. Κάθε πραγματολογική ανάπτυξη του ποι­ήματος, οποιαδήποτε εμμονή στα ιστορικά συμφραζόμενα ή υπονοούμενα θα βίαζε το ποιητικό σώμα του Κρητικού.


Δεν έχουμε εδώ ένα ιστορικό ποίημα, ούτε συνακόλουθα μια επικέντρωση σ' ένα τοπίο της ιστορίας ή της ιστορικής πε­ριπέτειας του έθνους. Πρόκειται για ένα ποίημα αποκαλυ­πτικό, με την έννοια πώς έχουμε να κάνουμε με την απο­κάλυψη του ιερού, τη μυστική, μετα-ιστορική προβολή και αποκάλυψη της ανθρώπινης μοίρας και περιπέτειας.
Στα άχραντα μυστήρια και στην ημέρα τη στερνή της ανάστασης των νεκρών ομνύει ο Κρητικός, πού παραπέ­μπει, συγχρόνως, στο κυρίαρχο μυστικό βίωμα του φόβου και του τρόμου, που διαπερνά όλο το σώμα του ποιήματος.
Στην φρικτή, εν φόβω καί τρόμω, ημέρα της Αναστά­σεως των νεκρών και στον φρικτό, φοβερό τόπο της νεκρι­κής Κοιλάδας, κατά τη συντέλεια του αιώνος, παραπέμπουν και οι στίχοι πού ακολουθούν. Είμαστε πια στον μυστικό αποκαλυπτικό τόπο, στον τόπο της συντέλειας του κόσμου. Στον μεταϊστορικό τόπο της ανάστασης των νεκρών, σ' ένα τόπο άγιο, μ' ένα ουρανό" νιό", ξαναγεννημένο. Από το φυ­σικό και ιστορικό τοπίο έχουμε μετακινηθεί στον μεταφυσικό και μετα-ιστορικό τόπο. Τον τόπο της αποκάλυψης της μυστικής εμπειρίας, όπως τη συναντούμε και στη συγκλο­νιστική «Αποκάλυψη του Ιωάννου». .
«Λάλησε, Σάλπιγγα, κι εγώ το σάβανο τινάζω,
και σχίζω δρόμο και τσ' αχνούς αναστημένους κράζω:
«Μην εiδατε την ομορφιά που την Κοιλάδα αγιάζει;
Πέστε, νά ιδείτε τό καλό εσείς κι δ,τι σας μοιάζει.
Καπνός δε μένει άπό τή γη νιος ουρανός εγίνη.
Σαν πρώτα εγώ την αγαπώ καί θα κριθώ μ' αυτήνη».
«Ψηλά τήν είδαμε πρωί' τής τρέμαν τά λουλούδια,
στη θύρα τής Παράδεισος που εβγήκε με τραγούδια"
έψαλλε τήν Ανάσταση χαροποιά η φωνή της,
κι έδειχνε άνυπομονιά για νά 'μπει στο κορμί της'
ο Ουρανός ολόκληρος άγρίκαε σαστισμένος,
τό κάψιμο αργοπορούνε ό κόσμος ο αναμμένος"
καί τώρα ομπρός την είδαμε ογλήγορα σαλεύει
δμως κοιτάζει εδώ κι εκεί καί κάποιονε γυρεύει».



Έχουμε, στους πιο πάνω στίχους από τον Κρητικό, μιαν άλλη σολωμική νέκυια, μια άλλη κάθοδο στον Άδη. Μόνο που αυτή τη φορά είμαστε στον τόπο της αποκάλυ­ψης. Είναι ο τόπος της ανάστασης των νεκρών, με τον με­ταμορφωμένο πλέον κόσμο.Ο τόπος της αποκάλυψης του μυστηρίου της Ανάστασης των νεκρών.
Είναι σημαντικό, ακόμα, να υποδείξουμε πως η γυναι­κεία μορφή δεν είναι πλέον φυσική. Γι' αυτό και ή είσοδος της συντελείται μ' ένα τρόπο συγκλονιστικό, σ' έναν άλλο, πλέον, τόπο, που δεν μπορεί και δεν είναι φυσικός.
Ο τόπος του Κρητικού γίνεται τόπος αποκάλυψης του μυστικού φωτός. Τόπος αποκάλυψης του Ιερού. Έτσι, είναι η νύχτα που πλημμυρίζει «από φώς μεσημερνό», η χτίσις που γίνεται «ναός κι ολούθε λαμπυρίζει». Το τοπίο πλημμυ­ρίζει από ένα άλλο, αλλόκοτο, μυστικό φώς.
«Ακόμη έβάστουνε ή βροντή.............
Κι ή θάλασσα, πού σκίρτησε σαν τό χοχλό πού βράζει,
ησύχασε και έγινε δλο ησυχία και πάστρα,
σαν περιβόλι εόώδησε κι έδέχτηκε δλα τ' άστρα'
κάτι κρυφό μυστήριο έστένεφε τή φύση
κάθε ομορφιά νά στολιστεί καί τό θυμό ν' αφήσει.
Δεν εϊν' πνοή στον ουρανό, στή θάλασσα, φυσώντας
ού'τε δσο κάνει στον ανθό ή μέλισσα περνώντας,
δμως κοντά στήν κορασιά, πού μ' έσφιξε κι έχάρη
έσειόνταν τ' ολοστρόγγυλο καί λαγαρό φεγγάρι"
και ξετυλίγει ογλήγορα κάτι πού 'εκειθε βγαίνει,
κι ομπρός μου Ίδου πού βρέθηκε μία φεγγαροντυμένη.
Έτρεμε τό δροσάτο φώς στή θεϊκιά θωριά της,
στά μάτια της τά ολόμαυρα και στά χρυσά μαλλιά της».


Η αποκάλυψη της Ιερότητας και του μυστικού φωτός που κομίζει η φεγγαροντυμένη συντελείται σ' ένα τόπο με­ταθανάτιας γαλήνης. Όλα ακινητοποιούνται, σταματούν, τελούν σε στιγμή βαθύτατης έκστασης και μυστικής μαγεί­ας. Δεν είναι τυχαίο που το ίδιο μυστηριακό, αποκαλυπτικό σκηνικό θα συναντήσουμε και στο «Τρίτο Σχεδίασμα» των Ελεύθερων Πολιορκημένων
«Αλλά στης λίμνης το νερό, π' ακίνητο 'ναι κι άσπρο,
ακίνητ' όπου κι αν ιδείς, καί κάτασπρ' ως τον πάτο,
με μικρόν ίσκιον άγνωρον επαιξ' η πεταλούδα,
πού 'χ' ευωδίσει τσ' ύπνους της, μέσα στον άγριο κρίνο.
—«Άλαφροΐσκιωτε καλέ, γιά πες απόψε τί 'δες;»
—«Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα νά πνένε,
ούδ' δσο κάν' ή μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
γύρου σε κάτι ατάραχο π' ασπρίζει μες στή λίμνη,
μονάχο ανακατώθηκε τό στρογγυλό φεγγάρι,
κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του!».
Αυτή η ακινησία,η μυστηριακή γαλήνη, παραπέμπει σε μιαν άλλη πραγματικότητα και σ' έναν άλλο τόπο, πού δεν είναι του κόσμου τούτου. Υπερβαίνει τα φυσικά τοπία πού καθίστανται τόπος μυστικός, μυστηριακός, τόπος αποκάλυ­ψης.
Η  αποκάλυψη του Ιερού προϋποθέτει την υπέρβαση της φύσεως. Η φύση ιερώνεται, μεταστοιχειώνεται, μετα­ποιείται, μεταμορφώνεται. Το φως δεν είναι πλέον φως φυ­σικό, αλλά μυστικό.Η φύση, ως πειρασμός, υπερβαίνεται, γι' αυτό και τα φυσικά τοπία ακινητούν, γι' αυτό και προ­βάλλει μια μεταθανάτια γαλήνη, προκειμένου να αποκαλυ­φθεί η άλλη φύση,ο  άλλος τόπος, που δεν είναι του κό­σμου τούτου. Είναι ο κόσμος της μυστικής αποκάλυψης.
Στο πιο πάνω ποίημα η φύση καθίσταται ένθεη. Έχου­με την πλησμονή της μυστικής αγάπης, που οδηγεί στην ανθοφορία, στην αποκάλυψη της μυστικής ενότητας του κό­σμου.Ο τόπος δεν είναι πλέον φυσικός, άλλα μυστικός, ιε­ρός, όπως αποκαλύπτεται στην ολοκλήρωση της ποιητικής πορείας του Διονυσίου Σολωμού. Μιας πορείας που μας αποκαλύπτει ένα ποιητή ένθεο, ένα ποιητή της ιερότητας και του μυστικού, ένα ποιητή του μεταφυσικού μετα-ιστορικού δράματος του φωτός.
 Καταλήγοντας θα λέγαμε πως ο τόπος στο έργο του Διονυσίου Σολωμού δεν είναι το­πίο της επιφάνειας. Δεν παραπέμπει στο ανάλαφρο και στο ειδυλλιακό. Είναι τόπος της αποκάλυψης.
Στα τοπία του διέρχεται το ιερό πού ανθοφορεί  και πλημμυρίζει με ένα άλλο φώς τον κόσμο και τη φύση.

ΠΗΓΕΣ:
  •          Νίκου Ορφανίδη, Ο ιερός τόπος (εκδόσεις Ακτή, Λευκωσία 2007)
  •          Αλεξίου Στυλιανός, Σολωμικά. (Αθήνα, Στιγμή, 1994.)
  •          Αθανασόπουλος Βαγγέλης, «Φως – Σώμα. Φως και υπερβατική σωματικότητα στο ποιητικό τοπίο του Σολωμού»,( Αθήνα, Καστανιώτης, 1995.)

Παρασκευή, 8 Οκτωβρίου 2010

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΟΝ ΚΡΗΤΙΚΟ ΤΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ

Το θέμα  του έρωτα  φαίνεται να είναι κεντρικό  στον «Κρητικό» του Σολωμού, αφού ο ίδιος ο ποιητής στις σημειώσεις  λέει ότι είναι το ποίημα του «θεοποιημένου έρωτα». Ο έρωτας στο  ποίημα – με έναν υπέροχα λυρικό τρόπο-συμπλέκεται με το θάνατο:




                                       ίσως δε σώζεται στη γη ήχος που να του μοιάζει
          Μόλις είν’ έτσι δυνατός ο Έρωτας και ο Χάρος.
             Μ’ άδραχνεν όλη την ψυχή, και να ‘μπει δεν ημπόρει"

Ο ποιητής μας έχει ήδη δώσει στην ενότητα 2[19]  το πρότυπο της ιδανικής γυναίκας:  είναι αυτή που έχει και αισθητικό και ηθικό κάλλος, όμορφη στο σώμα και στη ψυχή. Γι’ αυτήν την ιδανική γυναίκα ( που  στο ποίημα αντιπροσωπεύεται και με τη Φεγγαροντυμένη και με τον αρραβωνιαστικιά του) ο ήρωας  θα δρασκελίσει την αιωνιότητα και θα ζήσει ως άμεσο παρόν την ανάσταση των νεκρών στη Δευτέρα Παρουσία .  Την αρραβωνιαστικιά του  αγάπησε   πέρα από το χρόνο και τα ανθρώπινα μέτρα, ως τη Δευτέρα  Παρουσία ,και αυτός  ο πάναγνος έρωτάς του είναι εκείνος που του επέτρεψε τελικά μια ελάχιστη ματιά στην αιωνιότητα . Μετά την επαφή του ήρωα με τις δύο υπερβατικές εμπειρίες- τη φεγγαροντυμένη και τον ανήκουστο ήχο- η περιπέτειά του στη τρικυμισμένη  θάλασσα  θα  τελειώσει αλλά  με την  αγαπημένη του νεκρή :
«Και τέλος φθάνω στο γιαλό την αρραβωνιασμένη,
Την απιθώνω με χαρά, κι ήτανε πεθαμένη»

Πριν απο αυτό όμως βλέπουμε τον ήρωα  να μιλάει για την σύζευξη του Έρωτα με το Χάρο (Μόλις είν’ έτσι δυνατός ο Έρωτας και ο Χάρος).Αυτό θεωρείται    στοιχείο της Ορφικής και Ελευσίνειας λατρείας (Διόνυσος - Άδης είναι διπλή όψη του ίδιου μυθικού συμβόλου).Μας δίνει δυο γνωστές και ομοειδείς εκδηλώσεις του ίδιου καταλυτικού ενστίκτου, που ερεθίζει μέσα στην ψυχή του Κρητικού ο «γλυκύτατος ηχός». Το ένστικτο του θανάτου είναι ακριβώς η αντίθετη ροπή προς το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και της επιβολής. Ωθεί το άτομο στην αυτοκαταστροφή. Αντίθετα ο Έρωτας αντιπροσωπεύει μερική κατάργηση της ατομικότητας (συγχώνευση του Εγώ με το «ερώμενο» αντικείμενο).
Έρωτας και θάνατος, οι δύο αναπόδραστες βεβαιότητες , καταργούν τα σύνορα της ανθρώπινης ύπαρξης , η κάθε μια με το τρόπο της...

Ο θάνατος της αγαπημένης που θα κλείσει το ποίημα, σηματοδοτεί την αποτυχία της προσπάθειας του ήρωα ( την ήττα της ηθικής του θέλησης στο επίπεδο της δράσης ), η οποία στην ουσία είναι το πικρό αντίτιμο που πληρώνει ο Κρητικός για να φτάσει σε μια ανώτερη μορφή συνείδησης του κόσμου και των αξιών.
Ο Κρητικός, μέσα στην αφήγησή του, υποδεικνύει  τη δύναμη  του Έρωτα και του θανάτου .Χάρη στη συνεργασία αυτών των δύο μπόρεσε εκείνος να υπερβεί  το χρόνο ,παρ’ όλη την πληγή που του προκάλεσε ο θάνατος της αγαπημένης του· μπορεί να περιμένει με χαρά μια αιώνια ευδαίμονα ύπαρξη στον παράδεισο με την αγαπημένη του.
Μια άλλη αντίστοιχη οπτική βλέπουμε και στο συμβολισμό της φεγγαροντυμένης ως Αφροδίτη.Η  Αφροδίτη-Φεγγαροντυμένη, η θεά του έρωτα, λειτουργεί σαν  σύνδεσμος ανάμεσα στον επίγειο(σωματικό) και στον ουράνιο (ψυχικό)  ‘Ερωτα. Διδάσκει τον άντρα – τον ήρωα εδώ- ότι ο επίγειος έρωτας δεν είναι παρά ο δρόμος για να φτάσει στον ουράνιο.

Αυτά για τον ουράνιο έρωτα του Σολωμού!
Επειδή όμως έχουμε μπροστά μας και ένα όμορφο φθινοπωρινό  σαββατοκύριακο ,λέω  να κλείσουμε  με μια ματιά στον Έρωτα το γήινο, τον ανθρώπινο, αυτόν που είναι φτιαγμένος στο μπόι  του ανθρώπου…

Δύο καλοί μου φίλοι  μου έδωσαν τη δική τους ματιά:
η Βάσω( εδώ θα τη βρείτε) μου θύμισε πως ο Ρίτσος έλεγε:
 
    «Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
          μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
         
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
           Άφησε με να έρθω μαζί σου....»

και ο Γιάννης βρήκε ένα υπέροχο τραγούδι  από τους «Χαΐνηδες»…Εδώ θα το ακούσετε.

Εγώ να  θυμηθώ τα λόγια του Λιαντίνη για τον έρωτα και το θάνατο( για να μη ξεχνάμε και το ταίριασμα που ο Σολωμός ήθελε...)


"Έρωτας και θάνατος"
Κάθε φορά που ερωτεύονται δύο άνθρωποι, γεννιέται το σύμπαν. Ή, για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που ερωτεύουνται δύο άνθρωποι γεννιέται ένας αστέρας με όλους τους πρωτοπλανήτες του. 
Και κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος, πεθαίνει το σύμπαν. Η, για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος στη γη, στον ουρανό εκρήγνυται ένας αστέρας supernova."

(Φύσει αισιόδοξος άνθρωπος κρατώ το πρώτο μέρος στην υπογράμμιση).

O έρωτας είναι η βοή του βάθους της ύπαρξης, οι ήχοι της αβύσσου με την άγρια μαγεία.Μέσα του ο άνθρωπος βρίσκει  την αλήθεια τη δική του και την αλήθεια του άλλου...

Και ένα αγαπημένο  τραγούδι, όχι για τον Σολωμικό ουράνιο έρωτα , αλλά για το γήινο.. ,  αντί ευχών  για καλό σαββατοκύριακο!..
.





Δευτέρα, 4 Οκτωβρίου 2010

ΣΟΛΩΜΟΣ: άνθρωπος- φύση


  
   

  
     Η επίδραση της Φύσης πάνω στον άνθρωπο περιγράφεται και ως αρνητική, ανταγωνιστική και ως θετική.
     Στην αρχή του ποιήματος η νυχτερινή καταιγίδα παρουσιάζεται εχθρική στον ήρωα – αφηγητή, το αδύναμο άνθρωπο πλάσμα που προσπαθεί να σώσει τον εαυτό του και την αγαπημένη του. (Ως φιλική παρουσιάζεται η σχέση ανάμεσα στον Κρητικό και στο ουράνιο φαινόμενο (κεραυνός) μιας που το δεύτερο φαίνεται να συμμερίζεται την ευχή του και να ανταποκρίνεται σ’ αυτόν φέγγοντας  στη σκοτεινιά της θύελλας. )
     Η φύση όμως δείχνει την κυριαρχία της  στον άνθρωπο, συμβολικά, στη συνέχεια, με δύο “μεταφυσικές” και “μαγικές” εκφάνσεις της: τη “φεγγαροντυμένη” και τον “Ανεκλάλητο Ήχο”. Αυτές τις δύο εμπειρίες θα τις κουβαλά ο ήρωας μέσα του και σε όλη ζωή του.
     Πριν την εμφάνιση της Φεγγαροντυμένης , στην Ενότητα 3[20], η φύση σιγά, η τρικυμία μεταμορφώνεται σε νηνεμία, προετοιμάζοντας την εμφάνισή της. Η φεγγαροντυμένη έχει απόλυτο έλεγχο και επιρροή πάνω στο φυσικό τοπίο αλλά και στον ίδιο τον ήρωα. Τα μάτια της νιώθει πως τα ακούει μέσα του: 
                    «γιατί άκουγα τα μάτια της μέσα στα σωθικά μου·
                                    έτρεμαν και δε μ’ άφηναν να βγάλω τη μιλιά μου.
                                    Όμως αυτοί είναι θεοί, και κατοικούν απ’ όπου
                                    βλέπουνε μες την άβυσσο και στην καρδιά τ’ ανθρώπου,
                                     κι ένιωθα πως μου διάβαζε καλύτερα το νου μου»

Τα μάτια της φεγγαροντυμένης γίνονται το μέσον για να οδηγηθεί ο ήρωας στα μύχια της ψυχής του, δηλαδή ένα μέσο εσωτερικής αναζήτησης και ενόρασης.
Η φεγγαροντυμένη  είναι η θεϊκή μορφή που στο πρόσωπό της ανακαλεί γυναικείες μνήμες του παρελθόντος, ίσως τις αγίες των αγιογραφιών, τα εφηβικά ερωτικά του αποκυήματα, τη μητέρα του, την αγαπημένη του. Μπορούμε να πούμε ότι  ο  ήρωας προσπαθεί να την προσδιορίσει στη μνήμη του ή καλύτερα  στο ασυνείδητο του, συγκρίνοντας την με τρείς δυνάμεις υπέρτερες του «Εγώ»: τη θρησκεία ,τον Έρωτα, η μορφή της μητέρας στο ασυνείδητο. Και τα τρία αυτά στοιχεία είναι δυνάμεις που έχουν τη δύναμη να κυριαρχήσουν στην ανθρώπινη ψυχή καταργώντας  άμυνες και αντιστάσεις…
 
«Έλεγα πως την είχα ιδεί πολύν καιρόν οπίσω,
     καν σε ναό ζωγραφιστή με θαυμασμό περίσσο,  
  κάνε την είχε ερωτικά ποιήσει ο λογισμός μου, 
           καν τ’ όνειρο, όταν μ’ έθρεφε το γάλα της μητρός μου» 

 Όμως αν θεωρήσουμε ότι  η Φεγγαροντυμένη συμβολίζει το κάλλος της φύσης, ( ένας από τους πολλούς συμβολισμούς που τις έχουν αποδοθεί) ,η επίδρασή της είναι  και αρνητική πάνω στον ήρωα, αφού παραλύει η προσπάθεια του για σωτηρία, αφομοιώνεται με τη μαγική ομορφιά της και έτσι εξουδετερώνεται το αγωνιστικό του πνεύμα, με αποτέλεσμα να χάσει τη μάχη για τη σωτηρία της αγαπημένης του .
Ως θετική επίδραση της φύσης μπορεί να θεωρηθεί και η δύναμη που παίρνει ο ήρωας για να συνεχίσει τον αγώνα του, με το δάκρυ που άφησε η φεγγαροντυμένη στο χέρι του. Αυτό γαλήνεψε το νου του και πολλαπλασίασε “μαγικά” τις δυνάμεις του.

Ο ανεκλάλητος  ήχος, απο την άλλη πλευρά, ερμηνεύεται ως αγγελικός ψαλμός που συνοδεύει την ψυχή της κόρης στα ουράνια και τον ακούει ο Κρητικός καταγοητευμένος. Μια μουσική συμπαντική φωνή, που αναδίνεται από την ανταπόκριση των στοιχείων του Παντός. Μια μυστική αρμονία που ενώνει τον γήινο και τον ουράνιο κόσμο, η μουσική της Αγάπης. Είναι ακόμη, ίσως,  η φωνή της καταματωμένης πατρίδας του η οποία τον έχει συγκλονίσει βαθιά και θέλει εκεί να ξαναγυρίσει κι ας είναι και ρημαγμένη.  
Συνοψίζει  ,σίγουρα πάντως,μέσα σε μια εμπειρία «μουσική» τον παναρμόνιο ρυθμό της φύσης.

Ο αφηγητής συνδέεται ισχυρά μ’ αυτόν και τείνει να εγκαταλείψει τον υλικό εαυτό του. Αυτή η τάση του αφηγητή ερμηνεύεται και ως επιβολή της φύσης πάνω στον άνθρωπο, για μια ακόμη φορά. Η έξαρση της φυσικής ομορφιάς, οπτικά και ακουστικά, λειτουργεί ανταγωνιστικά ως προς την επιθυμία και το ηθικό χρέος του ήρωα( επιθυμεί αλλά και έχει χρέος να σώσει την αρραβωνιαστικιά του) .Το αίσθημα της μακαριότητας που νιώθει μέσα στην ομορφιά της φύσης απογυμνώνει τον άνθρωπο από τις δυνάμεις του που θα την αντιμάχονταν. Ο ήρωας κινδυνεύει να παραιτηθεί από τον αγώνα του παρασυρμένος από το κάλλος που συναντά. Η φύση φαίνεται να “νικά” σ ’αυτήν την αναμέτρηση: αυτή ορίζει τον άνθρωπο, τον αφομοιώνει, τον ελέγχει (εδώ να σημειωθεί ότι η αισθητική ωραιότητα της Φύσης απεικονίζει κατά κάποιους μελετητές του Σολωμού, την πνευματική και ηθική υπεροχή σε γενικότερο επίπεδο πάνω στην  ύλη, μια θέση που αντικατόπτριζε και τις ιδέες του γερμανικού ρομαντισμού.
     Στην ενότητα 5[22], μετά την “επαφή” του ήρωα με τον Ανεκλάλητο Ήχο,  φαίνεται ότι υπογραμμίζεται η εθνική και πατριωτική συνειδητοποίηση του : η ομορφιά της φύσης τον οδήγησε να συνειδητοποιήσει την κατάσταση της σκλαβιάς. Μέσα σ’ ένα τέτοιο κάλλος, ο μόνος αντάξιος τρόπος  ύπαρξης είναι η ελευθερία:

       κι έβλεπα τ’ άστρο τ’ ουρανού μεσουρανίς να λάμπει
          και του γελούσαν τα βουνά, τα πέλαγα κι οι κάμποι·
                           κι ετάραζε τα σπλάχνα μου ελευθεριάς ελπίδα                         
  κι εφώναζα: «ω θεϊκιά κι όλη αίματα Πατρίδα»
    
     Κλείνοντας θα λέγαμε πως η φύση αποτελεί για τον ήρωα το μέσο, το “όχημα” για τη θέαση του Υπερκόσμιου κάλλους που οδηγεί στην πνευματική και ηθική ολοκλήρωση, αυτά που κέρδισε ο Κρητικός από την επαφή του με τα δύο υπερκόσμια στοιχεία, τη φεγγαροντυμένη και τον Ήχο. Η ομορφιά της φύσης που αφομοιωτικά κυριαρχεί πάνω στον ήρωα εκπροσωπώντας τις ηθικές και πνευματικές αξίες, καταδεικνύει την νίκη πάνω στην ύλη. Το υλικό χάνεται (η κόρη πεθαίνει σαν σώμα μόνο, γιατί μαζί της ονειρεύεται τη ζωή του μέχρι  την Έσχατη Κρίση) , αλλά ο Κρητικός κερδίζει κάτι υψηλότερο, την ηθική ολοκλήρωση και το χάρισμα της ποιητικής δωρεάς, που του κληροδότησαν το όραμα της Φεγγαροντυμένης και ο ανήκουστος ήχος. Έτσι τραγουδά σε μας τα βάσανα της ζωής του, μέσα από το ποίημα «ο Κρητικός», υποκαθιστώντας-για λόγους τεχνικής –το γεννήτορά του τον Σολωμό.  

Παρασκευή, 1 Οκτωβρίου 2010

ΣΟΛΩΜΟΣ- ΕΝΟΤΗΤΑ 3[20]



  Η φύση είναι το  κατάλληλο σκηνικό για τη διεξαγωγή της μεταφυσικής δράσης.
  • Ο άνθρωπος αίρεται από το φυσικό στο μεταφυσικό επίπεδο.
  • Η φύση με τη μεταμόρφωσή της, τη σιγή και τη νηνεμία, προετοιμάζεται  να συναντήσει τη μαγευτική ακτινοβολία των  αξιών των οποίων είναι φορέας- των αξιών του κάλλους και του αγαθού ( μέσω της υπερκόσμιας μορφής της Φεγγαροντυμένης). Η σιγή πριν από τη θεία επιφάνεια.
     (Δεν είν’ πνοή στον ουρανό, στη θάλασσα, φυσώντας
   ούτε όσο κάνει στον ανθό η μέλισσα περνώντας,): συνύπαρξη των τριών στοιχείων, θάλασσα, ουρανός, γη.

Η Φεγγαροντυμένη : όνομα περιγραφικό. Μια γυναικεία οντότητα που είναι ντυμένη με το φως του φεγγαριού ή  το ίδιο το φεγγαρόφωτο έχει πάρει τη μορφή της( ενσωμάτωση του φεγγαρόφωτος)
  • Η ομορφιά της Φεγγαροντυμένης είναι θεϊκή, έξω από τα ανθρώπινα μέτρα
    (Έτρεμε το δροσάτο φως στη θεϊκή  θωριά της,
στα μάτια της τα ολόμαυρα και στα χρυσά μαλλιά της)
  • Η μαγεία συνεπαίρνει και το τοπίο , πέλαγος και ουρανός πλημμυρίζουν με το φως της. Η  οπτασία αλλάζει τη φύση σε ναό ,  τη νύχτα σε μέρα, μαγνητίζοντας τον ήρωα όχι όμως και τη κόρη.
Η αποκάλυψη της ιερότητας και του μυστικού φωτός που κομίζει η φεγγαροντυμένη συντελείται σ’ ένα τόπο μεταθανάτιας γαλήνης. Όλα ακινητοποιούνται, τελούν σε στιγμή βαθύτατης έκστασης και μυστικής μαγείας.

Το ίδιο αποκαλυπτικό σκηνικό συναντάμε και στη « Κίχλη» του Σεφέρη. Εκεί επέρχεται το τέλος του κοσμικού κακού , η έξοδος από το φυσικώς υπάρχειν, η αποχώρηση του δαιμονικού στοιχείου της φύσης για να εισέλθει η Γυναίκα ως έρωτας, ως αγάπη, μέσα σε ένα επίπεδο μυστικό και αποκαλυπτικό όπου όλα μέσα στο κόσμο μεταμορφώνονται και μεταστοιχειώνονται …

 Τραγούδησε μικρὴ Ἀντιγόνη, τραγούδησε, τραγούδησε...
δὲ σοῦ μιλῶ γιὰ περασμένα, μιλῶ γιὰ τὴν ἀγάπη
στόλισε τὰ μαλλιά σου μὲ τ᾿ ἀγκάθια τοῦ ἥλιου,
σκοτεινὴ κοπέλα-
ἡ καρδιὰ τοῦ Σκορπιοῦ βασίλεψε,
ὁ τύραννος μέσα ἀπ᾿ τὸν ἄνθρωπο ἔχει φύγει,
κι ὅλες οἱ κόρες τοῦ πόντου, Νηρηίδες, Γραῖες
τρέχουν στὰ λαμπυρίσματα τῆς ἀναδυομένης
ὅποιος ποτέ του δὲν ἀγάπησε θ᾿ ἀγαπήσει,
στὸ φῶς-
  καὶ εἶσαι
σ᾿ ἕνα μεγάλο σπίτι μὲ πολλὰ παράθυρα ἀνοιχτὰ
τρέχοντας ἀπὸ κάμαρα σὲ κάμαρα, δὲν ξέροντας ἀπὸ ποῦ
  νὰ κοιτάξεις πρῶτα,
γιατὶ θὰ φύγουν τὰ πεῦκα καὶ τὰ καθρεφτισμένα βουνὰ
  καὶ τὸ τιτιβισμάτων πουλιῶν
θ᾿ ἀδειάσει ἡ θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, ἀπὸ βοριὰ
  καὶ νότο
θ᾿ ἀδειάσουν τὰ μάτια σου ἀπ᾿ τὸ φῶς τῆς μέρας
πῶς σταματοῦν ξαφνικὰ κι ὅλα μαζὶ τὰ τζιτζίκια.