Σάββατο, 31 Ιουλίου 2010

ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ Η ΤΗΝΟΣ


Ή η Λογοτεχνία αντιπαλεύει τους καιρούς της βαρβαρότητας που ζούμε….


Είκοσι επτά συγγραφείς και ποιητές από 18 χώρες επισκέπτονται το νησί της Τήνου για την πρώτη διοργάνωση του Διεθνούς Λογοτεχνικού Φεστιβάλ που πραγματοποιείται το τριήμερο 29 έως 31 Ιουλίου. Πρόκειται για μια πολυεθνική και πολυπολιτιστική γιορτή που περιλαμβάνει ομιλίες για τη λογοτεχνία από την ιδιαίτερη πατρίδα των λογοτεχνών, καθώς και τοπικά μουσικά συγκροτήματα με παραδοσιακούς χορούς.
Στόχος της διοργάνωσης είναι να καταστεί η Τήνος σημείο αναφοράς και τόπος συνάντησης της σύγχρονης παγκόσμιας λογοτεχνίας, ένα νησί όπου η Δύση συναντά την Ανατολή, ο Βοράς το Νότο, το Αιγαίο τη Μεσόγειο.
Μέσω του λόγου, της γλώσσας, της έκφρασης, της επικοινωνίας, των αναγνώσεων, των απαγγελιών των παραστάσεων, του χορού, της μουσικής, γίνεται οικείος ο διαφορετικός, και σπάνε τα φράγματα της ξενοφοβίας. Ο πλούτος των διαφορετικών γλωσσών και των σύγχρονων λογοτεχνικών τάσεων ανά τον κόσμο θα γίνουν κοινό κτήμα και οι συγγραφείς θα μοιραστούν την εμπειρία τους με το κοινό, έτσι ώστε το έργο του καθενός να αξιοποιηθεί για το κοινό καλό.
Eίκοσι επτά, λοιπόν, συγγραφείς από δεκαοκτώ χώρες, που γράφουν σε δεκατρείς διαφορετικές γλώσσες. Την Αλβανία θα εκπροσωπήσει ο Λούαν Τζούλις. Τη Βραζιλία ο Λέντο Ιβο. Τη Βουλγαρία η Τσβετάνκα Ελένκοβα και η Γιάνα Μπούκοβα. Τον Καναδά η Αν Κάρσον. Την Κροατία ο Νταμίρ Σοντάν. Την Κύπρο οι Νίκη Μαραγκού, Μάριος Μιχαηλίδης, Γιώργος Μολέσκης, Ελλη Παιονίδου και Μεχμέτ Γιασίν. Την Ελλάδα οι Τίτος Πατρίκιος, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Ερση Σωτηροπούλου, Θανάσης Βαλτινός και Ζυράννα Ζατέλη. Την Ιρλανδία η Μέρι Ο'Μάλεϊ. Την Ιταλία ο Φράνκο Λόι. Το Μεξικό ο ελληνικής καταγωγής Χομέρο Αρίτζις. Την Πολωνία ο Αντάμ Ζαγκαγιέβσκι. Τη Ρωσία η Βέρα Πάβλοβα. Τη Σλοβενία ο Τομάς Σαλαμούν. Την Αμερική η Αλίσια Στόλινγκς. Τη Σερβία η Μόμα Ράντιτς. Την Ισπανία ο Φερνάντο Αραμπάλ  τού «Νεκροταφείου αυτοκινήτων», τη Γαλλία ο Πιερ Ασουλίν του «Ξενοδοχείο Lutetia» και το Περού ο Σαντιάγκο Ρονκαλιόλο.
Στόχος των διοργανωτών είναι το Φεστιβάλ να γίνει θεσμός και να διεξάγεται κάθε δύο χρόνια. Κατά την εβδομάδα διεξαγωγής του Φεστιβάλ το λιμάνι της Τήνου θα είναι σημαιοστολισμένο με τις σημαίες των 27 χωρών μελών της Ε.Ε  και  με τις σημαίες των μη χωρών- μελών που συμμετέχουν.
Το Φεστιβάλ συνδιοργανώνεται από το λογοτεχνικό σωματείο   κοινωνία των (δε)κάτων  (στο οποίο προεδρεύει ο ποιητής Ντίνος Σιώτης που κατάγεται απο τη Τήνο)  σε συνεργασία με τους φορείς Κύπρου Atlantis Productions και Ιδεόγραμμα, το Πανελλήνιο Ιερό Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας Τήνου, το Δήμο Τήνου, το Δήμο Εξωμβούργου και  το Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού, ενώ ο IANOS στηρίζει επικοινωνιακά την διοργάνωση

 Η "κοινωνία των (δε)κάτων" εκδίδει το ενδιαφέρον λογοτεχνικό περιοδικό (δε)κατα
Το πρόγραμμα του φεστιβάλ έχει ως εξής:
Πέμπτη 29 Ιουλίου: Έναρξη του Φεστιβάλ στο Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού (Δήμος Τήνου). Εννέα συγγραφείς και ποιητές διαβάζουν και μιλούν για το έργο τους και για τη λογοτεχνία της πατρίδας τους. Χαιρετισμοί επισήμων και διοργανωτών, αναγνώριση ευεργετών, χορηγών, υποστηρικτών και χορηγών επικοινωνίας. Μουσικά ιντερλούδια τζαζ. Δεξίωση.
Παρασκευή 30 Ιουλίου: Εννέα διαφορετικοί από την προηγούμενη βραδιά συγγραφείς και ποιητές διαβάζουν και μιλούν για το έργο τους και για τη λογοτεχνία της πατρίδας τους στο χωριό Βωλάξ (Δήμος Εξωμβούργου). Τοπικοί μουσικοί και τοπικό χορευτικό συγκρότημα.
Σάββατο 31 Ιουλίου: Οι τελευταίοι δέκα συγγραφείς και ποιητές διαβάζουν και μιλούν για το έργο τους και για τη λογοτεχνία της πατρίδας τους στο χωριό Πύργος (Κοινότητα Πανόρμου). Τοπικοί μουσικοί και τοπικό χορευτικό συγκρότημα.

Δείτε φωτογραφίες από το φεστιβάλ εδώ

Τι άλλο να πούμε εμείς που είμαστε μακριά από εκεί,  ανεβασμένοι σε ορεινό χωριό της Γκιώνας; Να ευχηθούμε στο 2ο Λογοτεχνικό φεστιβάλ της Τήνου να είμαστε εκεί…..

Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

ΟΙ "ΑΡΝΗΤΕΣ" ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ



Υπάρχει όμως, όπως πάντα..., και η άλλη πλευρά για το έργο του σκιαθίτη πεζογράφου.
Ο Κ.Θ.Δημαράς στην Ιστορία του διαθέτει τρεις σελίδες για το μεγάλο αυτό πεζογράφο:
[...] Την έμπνευση και το βίωμα του Παπαδιαμάντη τα σημαδεύει χαρακτηριστικά το θρησκευτικό στοιχείο. Είχε μέσα στο αίμα του την εκκλησιαστική παράδοση [...] Τα διηγήματά του είναι γεμάτα αναμνήσεις από εκκλησιαστικές τελετές και μορφές θρησκευόμενες· η θρησκευτικότητά του πάντως δεν ξεπερνάει την απλή ευλάβεια -απλή και κάποτε χαριτωμένα απλοϊκή- την προσήλωσή του στο εκκλησιαστικό τυπικό και την πιο στενή αντίληψη της παράδοσης. Είναι συντηρητικός· το θρησκευόμενο Βυζάντιο σε στιγμές παρακμής. Μίσος για τους Φράγκους, αποστροφή για κάθε νεωτερισμό· τη στάση αυτήν ξαναβρήκαμε σε αξιόλογη μερίδα των λογίων που έδρασαν στον ύστερο ρομαντισμό. [...]

[...] Αμα διαβάσει κανείς ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη, θέλγεται και από το υλικό και από το παρουσίασμα· άμα διαβάσει δύο η εντύπωση ελαττώνεται· άμα διαβάσει κανείς πολλά η αγαθή εντύπωση σβήνει όχι μόνο εξαιτίας της μονότροπης τεχνικής, αλλά γιατί ξαναβρίσκει συχνά τα ίδια θέματα, τα ίδια μοτίβα: ούτε εξέλιξη ούτε καν ανανέωση. Ενας κόσμος κλειστός, ευχάριστος στην πρώτη επαφή και αποπνικτικός στη διάρκειά του. Εξάλλου ολόκληρο το πεζογραφικό έργο του Π., αν εξαιρέσει κανείς τις πρώτες του μυθιστορηματικές δοκιμές, το σημαδεύει απόλυτα αναμελιά, αντίθετη με κάθε νόημα τέχνης. Υφος, έκφραση, γλώσσα σχεδόν τυχαία· καμιά επίτευξη στην κατεύθυνση αυτή. Η παρεμβολή του αφηγητή γίνεται βαριά και αδέξια. Ψυχρά λογοπαίγνια, αναφορές σε περιστατικά που πρόκειται να επακολουθήσουν, πρωθύστερα, παρενθέσεις, αποσιωπητικά, επιφωνήματα, όλες οι ουλές όσες αφήνει στο λόγο η προχειρογραφία, ξαναβρίσκονται αδιάκοπα στο έργο του. [...] Τα επιρρήματα παρουσιάζονται συχνά στην τύχη· τα επίθετα είναι φτωχά και συμβατικά ή τόσο σπάνια και εξεζητημένα, που μένουν χωρίς απήχηση στο μυαλό του αναγνώστη. [...]

[...] Ο Παπαδιαμάντης διαβάζεται εύκολα από ανθρώπους που δεν έχουν συνηθίσει στην καλή ποιότητα και δεν απαιτεί κανενός είδους προπαρασκευή· η γενιά που τιμούσε τον Σουρή για μεγάλο ποιητή επόμενο ήταν να τιμήσει για μεγάλο πεζογράφο τον Παπαδιαμάντη: το νόημα της τέχνης υπάρχει μόνο στην άλλη παράταξη, που μοχθεί για να δημιουργήσει, που παλεύει ανεβαίνοντας αργά ανάμεσα στην αδιαφορία του κοινού και στην αποδοκιμασία των λογίων [...]


Ο Λίνος Πολίτης, που είναι θετικός για το έργο του Π., σημειώνει:

[...] Η αρνητική κριτική επεσήμανε τη χαλαρή σύνθεση των διηγημάτων του, την απουσία ενός σχεδίου, την έλλειψη βούλησης καλλιτεχνικής. Στο μεγαλύτερο μέρος τους οι παρατηρήσεις αυτές είναι σωστές· η έλλειψη όμως της συνθέσεως οφείλεται τις περισσότερες φορές στο χαρακτήρα της νοσταλγίας και του ρεμβασμού· οι ιδέες αδέσμευτες από ένα προκαθορισμένο σχέδιο, ακολουθούν την πορεία του ρεμβασμού -και η έλλειψη αυτή της δέσμευσης αποτελεί μιαν αρετή και μια γοητεία. [...] Από την πληθωρική παραγωγή του Π. πρέπει να αποκλείσομε πολλά διηγήματα που μόλις φτάνουν ή ξεπερνούν το μέτρο. [...]

(Ιστορία της ν.ε. λογοτεχνίας, 1978, σ. 204-205)

Ο Αγγ Τερζάκης, ένας στοχαστής ιδιαίτερα μετρημένος στις κρίσεις του, κάνει τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

[...] Το ύφος του Π., δίχως να είναι βέβαια το ηθελημένα σπασμωδικό των μεταγενέστερων εμπρεσιονιστών ζωγράφων, δεν είναι ούτε και το στρωτό «κλασικό» των συγχρόνων του. Δεν είναι στυλίστας ο Π. κι' αυτό ίσως φανεί βέβηλη αντίφαση για πολλούς προσκολλημένους τυφλά στα ταμπού της νεότερης πνευματικής μας ζωής. Δημιουργεί ατμόσφαιρα συχνά, υποβάλλει, συγκινεί, κι αυτά βέβαια είναι κάποια από τα γνήσια γνωρίσματα του ωραίου ύφους. Μα υπάρχει και σωρεία από αφηγήματά του που δεν διαβάζονται καν, μ' όση καλή θέληση κι αν εξαντλήσει γι' αυτό κανένας. Το ύφος του δεν είναι αξία ενιαία, αυθύπαρκτη, καθολική. Το ψυχικό άρωμα είν' εκείνο που δίνει γοητεία στα έργα του, το περιεχόμενο δηλαδή σε πείσμα της μορφής τους. Οι εξαιρέσεις, όπως τ' «Ονειρο στο κύμα» είναι λιγοστές. [...]

(«Νέα Εστία», 1941, σ. 5)

Ο Αιμ. Χουρμούζιος  γράφει:

[...] Λένε πως ο Παπαδιαμάντης είναι ο πατέρας του νεοελληνικού διηγήματος. Ο Π. είναι νομίζω ο διηγηματογράφος του 19ου ελληνικού αιώνα. Ας τον αφήσομε στην τιμητικότατη θέση που του προσήκει. [...] Μα όταν η ψυχική κούραση μας ταλανίζει και μας αναγκάζει να ζητήσομε στα περασμένα μια πηγή δρόσου για τα φλογισμένα μας μέτωπα, ας σταματήσουμε πάντα στον Π. Είναι η πηγή.

(Ν.Ε., 1941, σ. 173)

Και ο Τίμος Μαλάνος:

[...] Εζησε βέβαια και ο ίδιος σε «τα θεσπέσια εκείνα κελαδήματα, τα τραγούδια του Θεού» αλλ' η ψυχή του βαθιά συνάμα ειδωλολάτρισσα, ψυχή μεσογειακή, δεν θα αποκηρύξει τίποτα από τον κόσμο της αμαρτίας, πολύ δε λιγότερο απομυθοποιές [...] προλήψεις και δεισιδαιμονίες των απλοϊκών ανθρώπων.

( 1944, Παπαδιαμάντης, Εκλογή από το έργο του, σ. 10)
Επίσης ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος γράφει:

[...] Η θρησκευτικότητα του Π. δεν [έχει] μεταφυσική αγωνία. Ο Π. δεν έζησε το δράμα του θρησκευτικού ανθρώπου αλλά την ωραιότητα και τη γραφικότητα της θρησκείας. [...]

(1938, Στοιχεία Ιστορίας της Ε. Λ.)


Ο Κωστής Παλαμάς έχει και αυτός τις επιφυλάξεις του:

[...] Και κανείς επιπόλαιος αναγνώστης θα μπορούσε [...] να συμπεράνει πως ο άνθρωπος αυτός μνήμη μόνο έχει, και φαντασία σπυρί δεν έχει. Και όμως δεν πιστεύω να βρίσκεται ως την ώρα στη φιλολογία μας τεχνίτης κατέχοντας τόσο ζωηρά τη δύναμη που οι ψυχολόγοι ονομάζουν συμπαθητική φαντασία.

[...] Αλλοτε πάλι τα διηγήματα είναι σαν υδροκέφαλα·_ αρχίζουν με μια φόρα και τελειώνουν σ' ένα πουφ. (Από αυτό κάπως πάσχουν λ.χ. η «Μαυρομαντηλού» και τα «Ναυαγίων Ναυάγια»). Αλλοτε όμως η περιφρόνηση προς την οικονομία και προς τη σύνθεση, η αδιαφορία προς τα εξωτερικά στοιχεία της τέχνης, όχι μόνο δεν εμποδίζουν, αλλά -παράξενο!- νομίζεις πως συντρέχουν για να γεννηθούν έργα ισχυρότατης πρωτοτυπίας και -δε φοβούμαι τη μεγάλη λέξη- μιας πνοής σαιξπηρικής. [...]

(Παλαμάς, Απαντα, τόμ.10)

Ο Γρ. Ξενόπουλος:

[...]. Δεν βλέπομεν εις αυτόν τον νεωτεριστή, τον επαναστάτη, τον οποίο θα επεριμέναμεν από ένα διηγηματογράφο της αξίας του. Θα έπρεπε ίσως δι' αυτό να έλθει δέκα χρόνια αργότερα εις τον κόσμο -απέθανε σχεδόν εξηκοντούτης- αφού άλλως τε κανείς από τους ομηλίκους του συγγραφείς, της Σχολής των Αθηνών, δεν προσεχώρησε εξ ολοκλήρου εις τας νέας ιδέας. Μεγάλος δεν ήτο, όχι μόνο, διότι δεν είχε τη δύναμη να προτρέξει της εποχής του, αλλά και δι' άλλα πολλά. Δεν πιστεύω ν' απέκτησε ακόμη η νεοελληνική φιλολογία ένα αληθινά μεγάλο διηγηματογράφο -όσον ο Δοστογέφσκης εννοώ- και αν δεν ήταν ο Π., δεν είναι όμως και άλλος κανείς. Αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι εις την εκπνέουσα Σχολή των Αθηνών αυτός υπήρξεν ο μεγαλύτερος συγγραφεύς, το ισχυρότερο, το σημαντικότερο τάλαντο, απολύτως δε ο Αλέξανδρος Π., και αν ακόμη δεν είναι βεβαιωμένο, ότι δεν έχει τον ανώτερό του εις τη φιλολογία μας, είναι διηγηματογράφος δυνατός, ιδιόρρυθμος, πρωτότυπος, κατ' εξοχήν εθνικός, τον οποίο τα μεγάλα του προτερήματα θα κατέτασσον μεταξύ των πρώτων σε οιανδήποτε φιλολογία και αν ανήκε.

(1911, Ξενόπουλου Απαντα, τόμ.12, σ.128-139)

Η σειρά του Κώστα Χατζόπουλου, ο οποίος αφού του μπλέκει το εγκώμιο έχει επιφυλάξεις για το σύνολο του έργου του που θεωρεί πως επαναλαμβάνεται.

[...] Με τη Φόνισσα κ' ένα δυο άλλα διηγήματα δίνει ο Π. εντύπωση ξεχωριστή. [...] Η εντύπωση από τους εφτά νεότερους τόμους (Χριστουγεννιάτικα διηγήματα, Πρωτοχρονιάτικα διηγήματα, Η μάγισσα, Ο πεντάρφανος, Η νοσταλγός, Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη, Τα ρόδινα ακρογιάλια) που τύπωσε η Βιβλιοθήκη Φέξη είναι απογοητευτική. Αν δεν ήτανε μέσα σ' αυτούς οι πέντε σελίδες του μοναδικού «Ερωτα στα χιόνια» θα προτιμούσα να μην τους είχα ούτε ανοίξει. [...] Ο Π. μέσα στο σωρό των τόμων αυτών μου είναι βαρετός, μου καταντά αδιάβαστος. Αδιάβαστος με όλο το φως που αναδίνει εδώ και εκεί, αδιάβαστος με όλη την παρατήρηση και τους ηθογραφικούς χαρακτηρισμούς, αδιάβαστος με όλη την ψυχική του νότα κάποτε.

Και δεν είναι μόνο το σχολαστικό της γλώσσας -στον «Ερωτα στα χιόνια» συμβιβάζουμαι μ' αυτή- δεν είναι μόνο η κοινοτοπία της φράσης, η μονοτονία του ύφους, του τρόπου της διήγησης που μου τον κάνουνε βαρετό, μα είναι μαζί και το άπλαστο μορφής και γλώσσας και η μονοτονία ανθρώπων, διαθέσεων και περιστατικών.

[...] Μια δημοσιογραφία και δημοσιογραφία κακή, όπου ψιθυρίζει βέβαια εδώ και κει ο ποιητής, ανασαίνει ο συμπαθητικά απλός και ταπεινός άνθρωπος κ' η αγαθή πονετική ψυχή, μα περσότερο βγαίνει στο φως ο στενός νους, νους κολλημένοςεπίμονα το πισοδρομικό πατροπαράδοτο, μισόξενος και μισονεϊστής, απλοϊκά αδύναμος να πιάσει το νόημα του πολιτισμού και της προόδου αλλιώτικα παρότι στο άτυχο διήγημα «Ο πολιτισμός εις το χωρίον», φανατικός λάτρης των τύπων και της ορθόδοξης πρόληψης, όπου μέσα πνίγεται στο τέλος και μια πνοή γνησιότερο θρησκευτικό αίστημα, που έχει σαλέψει κάπου, στη "Φαρμακολύτρια" ή στο «Ονειρο στο κύμα». [...]

(«Νέα Ζωή», 1914, τεύχ. 2, Κριτικά κείμενα, σ. 261-262)

ΠΗΓΗ: άρθρο του Αλέξανδρου Αργυρίου στην εφημερίδα  ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 28/12/2001

Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ Α.ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ


Οι ποιητές μας  έγραψαν για τον Α. Παπαδιαμάντη  εγκωμιαστικά τραγούδια :
ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ
Στην εικόνα του Παπαδιαμάντη

Ο κάθε στοχασμός σου
ασμάτων άσμα
Στον κόσμο το δικό σου
κόσμος το κάθε πλάσμα.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΡΦΥΡΑΣ
Δέηση για την ψυχή του Παπαδιαμάντη

Χριστέ μου, δόστου τη χαρά, τη μόνη που μπορούσε
να σου ζητήση απάνω εκεί νοσταλγικά η ψυχή του.
κάνε το θάμμα κι άσε τον να ζήση όπως εζούσε
σε μια μεριά που, τάχατες, να μοιάζη το νησί του.
Νάναι τα βράχια στο γκρεμό βαθιά κουφαλιασμένα,
νάχη σωριάσει η θάλασσα στην αμμουδιά τα φύκια,
κι αράδα-αράδα στο γιαλό δεμένα, αποσταμένα,
να σιγοτρίζουν τα φτωχά σκιαθίτικα καΐκια.
Νάναι οι νησιώτισσες οι γριές, κ' οι νιες, οι πεθαμένες
αυτές που τις θλιμμένες τους μας έλεγε ιστορίες -
να γνέθουν το λινάρι οι γριές στην πόρτα καθισμένες,
και δίπλα στα παράθυρα ν' ανθίζουν οι γαζίες.
Κ' ύστερα ακόμα νάναι ελιές, και νάναι κυπαρίσσια,
σκυμμένα νάναι και το φώς τ' αχνό να προσκυνάνε,
να τονε περιμένουνε στον κάμπο τα ξωκκλήσια
Και την καμπάνα τους μακρυά οι αγγέλοι να χτυπάνε.
Δόστου, Χριστέ μου, τη στερνή χαρά να ιδή και πάλι
τη γνώριμή του τη ζωή κοντά στ' ακροθαλάσσι !
Αχ, έτσι αθώα, κ' έτσι απλά κι αγνά την είχε ψάλει,
που της αξίζει εκεί ψηλά μαζί μ' αυτόν ν' άγιάση!..


 Τα φιλολογικά περιοδικά της εποχής εξέδωσαν τιμητικά τεύχη, αφιερωμένα στη μνήμη του. Ο εκδοτικός οίκος «Φέξη» λίγο αργότερα άρχισε την έκδοση των έργων του, πού έφτασαν τους έντεκα τόμους. Στα 1924 ο Ελευθερουδάκης εκδίδει τα «Άπαντα» του με αρκετά ανέκδοτα διηγήματα. Το 1925 γίνεται η  γιορτή των αποκαλυπτηρίων της προτομής του στη Σκιάθο, ενώ στις εφημερίδες «Ελεύθερον Βήμα» και «Πολιτεία» δημοσιεύονται τα τελευταία άγνωστα διηγήματα του. Το 1933, επισκεφτήκανε τη Σκιάθο τετρακόσιοι Γάλλοι διανοούμενοι, που μαζί με εκατόν πενήντα Έλληνες λογοτέχνες και άλλους θαυμαστές του, μίλησαν μπροστά στην προτομή του για το έργο του Γάλλοι και Έλληνες. Διηγήματα του Παπαδιαμάντη άρχισαν να εκδίδονται στα γαλλικά και πολλοί  Γάλλοι ελληνιστές ασχολήθηκαν  πλατύτερα με το έργο του. Το 1936 ο Γ. Κατσίμπαλης ετοίμασε την πρώτη βιβλιογραφία του. Αν και η βιβλιογραφία γύρω από τη ζωή του είναι τεράστια, τόσο σε έκταση όσο και σε ποικιλία, σοβαρά κριτικά άρθρα δεν υπάρχουν ως το 1935, που να δίνουν κάτι το θετικό, που να είναι βγαλμένα από την αντικειμενική μελέτη του έργου του.
Μερικοί φίλοι του δημοσιογράφοι: ο Γαβριηλίδης, ο Πάγκος Καμπούρογλου, ο Κορομηλάς, ο Ι. Ζερβός, ο Δημ. Χατζόπουλος, είναι οι πρώτοι που μίλησαν ανεπιφύλακτα και εγκωμιαστικά για το έργο του. Όλοι όμως οι άλλοι και κυρίως οι κριτικοί λογοτέχνες: ο Ροΐδης, ο Βλάχος, ο Μητσάκης, ο Δαμβέργης, ο Κονδυλάκης, ο Ξενόπουλος, ούτε λέξη  δεν έγραψαν για το έργο του. Κριτική, όσο ζούσε, εκτός από τον Παλαμά στα 1899, και τον Νιρβάνα στα 1906, δεν γράφτηκε καμιά (εκτός από τους νέους της Αλεξάνδρειας) και στα εικοσιπεντάχρονα του στον «Παρνασσό» πάλι το 1908, μόνο Ο Νιρβάνας μίλησε. Μάταια, ο Γαβριηλίδης γράφει: «Δεν είναι απλούς διηγηματογράφος, είναι πνευματικός και ηθικός εργάτης, αγωνιστής της προόδου, της ενημερώσεως, της δικαιοσύνης...». Οι επιφυλάξεις εξακολουθούν. Ο πάντα ανοιχτομάτης Ξενόπουλος διστάζει να διακηρύξει την αξία του Παπαδιαμάντη. Μόνο ο Παλαμάς, ο επισημότερος κριτικός της μεταψυχαρικής περιόδου, συνόψισε τα χαρακτηριστικά της διηγηματογραφικής φυσιογνωμίας του, που «δίνει την άυλη χαρά της τέχνης». «Ένα περιβόλι, γράφει, είναι ο κόσμος πού μας παρουσιάζει στις ιστορίες του (...). Παντού τα συγκεκριμένα και τα χειροπιαστά, ζωγραφιές των πραγμάτων, όχι άρθρα (...). Πρόσωπα, όχι δόγματα. Εικόνες, όχι φράσεις. Κουβέντες, όχι κηρύγματα, διηγήματα, όχι αγορεύσεις». Το ίδιο κάνει κι ό Νιρβάνας στα 1906 : «Εκείνος πού θα δώσει μίαν ημέραν μακρινήν(...) την εικόνα του Παπαδιαμάντη, του πρώτου και μοναδικού της εποχής μας, δεν πρέπει να χωρίσει ποτέ τον συγγραφέα από τον άνθρωπον (...). Ο Παπαδιαμάντης δεν είναι γραμματάνθρωπος, είναι ποιητής...».
Αμέσως, όμως, μετά το θάνατο του όλοι ομόφωνα σχεδόν τον εγκωμίασαν αυθόρμητα. Ο Γρ. Ξενόπουλος τον τίμησε με μιαν από τις καλύτερες κριτικές μελέτες του : «Ο Παπαδιαμάντης (γράφει) δεν εψεύτηκε ποτέ, δεν εμιμήθη ποτέ, δεν επροσποιήθη ποτέ, δεν εκιβδηλοποίησε ποτέ. Έκοψε μόνον Ολόχρυσα νομίσματα από το μεταλλείον της ψυχής του, της αγνής και αδιάφθορου (...). Η ψυχή του είναι καθαυτό η ρωμέικη λαϊκή ψυχή», θεωρεί αριστούργημα του Παπαδιαμάντη την «Φόνισσαν» και την χαρακτηρίζει «τραγωδίαν μεγαλοπρεπεστάτην». Ο Κώστας Αθάνατος κήρυξε ότι : «μετά τον Σολωμόν μόνον ο Παπαδιαμάντης υπάρχει σοβαρός εις τα νεοελληνικά γράμματα».
Ο Φ. Πολίτης με ένα αξιοπρόσεκτο άρθρο του, ανάμεσα στα άλλα γράφει: «Έλλην γνήσιος και συγγραφεύς ισχυρός εχάρισε σελίδας εξόχου αγνότητος και ηθικής ρώμης...». Αργότερα τον συνέδεσε με τον Σολωμό. «Μόνο ο Παπαδιαμάντης κι ο Σολωμός, γράφει, μας έδωσαν έργα με συνολική σύλληψη ζωής, λυτρωμένα από το τυχαίο και το επεισοδιακό».
Τελευταίος στην περίοδο αυτή είναι ο χαρακτηρισμός του Μ. Μαλακάση, που θεωρεί τον Παπαδιαμάντη ποιητή του σκιόφωτος, αυτόματο δημιουργό ανθρώπων και λυρικών καταστάσεων. «Πνεύμα θεού φυσούσε καί γεννούσε και ανάσταινε. Ανάσταινε πράγματα καί πρόσωπα... Είναι περισσότερο εκκλησιαστικός, παρά θρήσκος. Σοφός, αλλά γυμνωμένος από κάθε αγκάθι σοφίας. Είναι μέγας στην αληθινή σημασία της λέξεως. Είναι κλασικός. Όμοιος σε πολλά με τον Ντοστογιέφσκι, στερείται την εφευρετικότητα του μεγάλου Ρώσου καί σώζεται από το καθετί, που θα έκανε το έργο του ν 'αρρωσταίνει ψυχές... Ποιητές και πεζογράφοι ελάχιστοι στο ανάστημα του», θαυμαστής του Παπαδιαμάντη στάθηκε και ο Ζάν Μορεάς, που χαρακτήρισε το «Μοιρολόγι της φώκιας» αριστούργημα της παγκόσμιας φιλολογίας και υποσχέθηκε πώς θα το μεταφράσει κιόλας.
Θεμελιακός, όμως, σταθμός όλης της κριτικογραφίας στάθηκε η μεγάλη φιλολογική μελέτη του Γιώργου Βαλέτα, για τη ζωή, το έργο και την εποχή του Παπαδιαμάντη που είδε το φως το Μάη του 1940, και βραβεύτηκε με το Α' Βραβείο από την Ακαδημία Αθηνών. Η μελέτη αυτή, πραγματικά αποτελεί ένα ορόσημο (αναθεωρημένη το 1955 απο τον ίδιο) στην κριτική θεώρηση του συγγραφέα. Ύστερα ήρθε ο πόλεμος και η κατοχή. Κι όμως, τα Χριστούγεννα του 1941 βγήκε ένα πολυσέλιδο αφιέρωμα της «Νέας Εστίας» με επιμέλεια του Γ. Βαλέτα, μέσα στο οποίο δόθηκαν τα σημαντικότερα στοιχεία για μια Οριστική ιστορικοκριτική τοποθέτηση του Παπαδιαμάντη. Στο τεύχος αυτό συνεργάζονται οι αριστείς του πνευματικού μας Παρνασσού: Αγγ. Σικελιανός, Μ. Μαλακάσης, Π. Κανελλόπουλος, Νίκος Βέης, ο Αθηνών Δαμασκηνός, Δ.Σ. Μπαλάνος, Αγγ. Τερζάκης, Γιάννης Χατζίνης, Δ.Σ. Λουκάτος, Κ. Ρωμαίος, Ν. Ποριώτης, Ηλ. Βενέζης, Τ. Παπατσώνης, Μ. Καραγάτσης, Ν. Λαπαθιώτης, Δ. Ευαγγελίδης, Μ. Αργυρόπουλος, Γ. Κασιμάτης, Μυρτιώτισσα κ.ά. Επίσης καταχωρήθηκαν όλα τα ποιήματα των ποιητών που αφιερώθηκαν κατά καιρούς στον Παπαδιαμάντη. Στο τέλος δημοσιεύεται μια διεξοδική μελέτη του Π. Χάρη που εξαίρει στον Παπαδιαμάντη τρείς αξίες : «Ό πεζογράφος που έμεινε όσο έπρεπε στην ηθογραφία, και προχώρησε οταν έπρεπε στην ψυχογραφία. Ο θαλασσογράφος. Ο ιδρυτής νέου λογοτεχνικού είδους, στα Ελληνικά γράμματα, της εορταστικής διηγηματογραφίας». Και τονίζει: «αυτός έδειξε στον πεζό μας λόγο το δρόμο της αληθινής δημιουργίας, που είναι η πορεία του αληθινού ανθρώπου».
Πολλοί ακόμη σημαντικοί άνθρωποι των γραμμάτων   μίλησαν για τον Αλ. Παπαδιαμάντη.
Ο Σεφέρης είχε αποφανθεί:
"Ο Μακρυγιάννης είναι ο πιο σημαντικός πεζογράφος της νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας, αν όχι ο πιο μεγάλος, γιατί έχουμε τον Παπαδιαμάντη".
(Δοκιμές, τόμ. 1ος, εκδόσεις Ίκαρος, 1992, σσ. 253-254.)
Ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος γράφει: "Ο Παπαδιαμάντης είναι ένας αληθινός νέος Έλληνας, δηλαδή ζει όλη τη ζωή που σχηματίζεται στην Ελλάδα από την απόκτηση της ελευθερίας και τη ζει άμεσα στην πηγή της, στο λαό…
Ο Παπαδιαμάντης είναι γενικά ο ζωγράφος του εσωτερικού βίου της ψυχής του λαού μας".
Ο Mario Vitti γράφει: "τα διηγήματα απηχούν τον πιο γνήσιο κόσμο του Παπαδιαμάντη ενώ, παράλληλα, στις διάφορες ψυχικές καταστάσεις που τα ορίζουν βρίσκει τις πιο πρόσφορες συνθήκες για την εντελώς προσωπική του αφήγηση.
Το νησί του θα αποτελέσει το φυσικό πλαίσιο και οι συγχωριανοί του τις τυπικές υπάρξεις μέσα από τις οποίες ο Παπαδιαμάντης θα εκφράσει την προσήλωσή του στον κόσμο της παράδοσης και της ορθοδοξίας, των ακατάλυτων, δηλαδή ελληνικών αξιών. Αντιστέκεται με αποφασιστικότητα στην εισβολή των ψεύτικων δυτικών τρόπων χωρίς να φοβάται μη τύχει και τον θεωρήσουν οπισθοδρομικό".
(Mariο Vitti, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, εκδόσεις Οδυσσέας, 1978, σ. 263.)
Οι σύγχρονοί του υμνητές γενικά τον παρομοίαζαν με κορυφαίους εκπροσώπους της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. 
Σε ένα δικό του κείμενο, "Απάντησις εις τον Ζ. της Εφημερίδος", διαβάζουμε: "Αλλ' εγώ σοι λέγω, ότι δεν ομοιάζω ούτε με τον Πόε, ούτε με τον Δίκκενς, ούτε με τον Σαίξπηρ, ούτε με τον Βερανζέ. Ομοιάζω με τον εαυτόν μου. Τούτο δεν αρκεί;".

Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2010

ΕΜΠΝΕΥΣΗ, ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΡΩΕΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ



Οι αλησμόνητες παιδικές μνήμες περιδιαβαίνουν στη σκέψη του Παπαδιαμάντη ασταμάτητα και του κρατούν συντροφιά στην ατελείωτη μοναξιά του . Κι όταν  ο καημός του  τον βαραίνει ο Παπαδιαμάντης κάνει  το πόνο του διηγήματα," κεντημένα με ποιητικό μαγνάδι", ντύνοντας τα με τα θρησκευτικά βιώματά του ή τη ζωή, τα βάσανα, τους καημούς και τις μικροχαρές της σκιαθίτικης φτωχολογιάς. Οι ήρωες του είναι ψαράδες, αγρότες, ιερωμένοι, μετανάστες, πολυφαμελίτες, εργένηδες, αναξιοπαθούσες χήρες, όμορφες ορφανές ή κακομούτσουνες μάγισσες και λογής-λογιών αγύρτισσες.
Και όταν δεν κάνει τέχνη τις παιδικές του αναμνήσεις, τότε παίρνει τα θέματα του από τη ζωή των φτωχογειτονιών της Αθήνας, Το υπόστρωμα, συνήθως, είναι θρησκευτικό. Το εξωτερικό περιβάλλον περιγράφεται με αληθινή λατρεία προς τη φύση. Υπάρχει όμως και μια οξύτατη ψυχολογική περιγραφή, μια εύστοχη διείσδυση στα κατάβαθα του ψυχικού κόσμου των ηρώων του, που έκανε τόση εντύπωση και στην εποχή του, που πολλοί τον παρομοίωσαν με τον Ντοστογιέφσκι.
Ολόκληρη η ουσία της πεζογραφίας του περικλείεται μέσα σε μια φράση που ο ίδιος μας άφησε : «Το έπ έμοι, ενόσω ζω, και αναπνέω καί σωφρωνώ, δεν θα παύσω να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου, να περιγράφω μετ' έρωτος την φύσιν, καί να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά ήθη».
Οι ήρωες του απλοί, ταπεινοί, γραφικοί και βασανισμένοι, γίνονται οι πυρήνες των δραματικών συγκρούσεων τους με τη ζωή, γίνονται χαρακτήρες και άνθρωποι.
Οι γυναίκες στον Παπαδιαμάντη είναι αυτές που κυριαρχούν και σφραγίζουν το έργο του.
Μαζί τους συνομιλεί, μαζί τους διαλέγεται. Μαζί τους αποκαλύπτει έναν ολόκληρο κόσμο. Ο κόσμος του Παπαδιαμάντη είναι ακατανόητος χωρίς αυτή την κυρίαρχη και δυναμική παρουσία της γυναίκας.
Πρώτες ξεχωρίζουν οι γραίες. Μαζί τους οι χήρες, τα ορφανά κοράσια. Όλες αυτές οι γυναίκες αναλαμβάνουν στο έργο του Παπαδιαμάντη το πάθος του κόσμου τούτου. Αυτές αναλαμβάνουν να διασώσουν, να συντηρήσουν και να διαφυλάξουν τη ζωή.
Οι γραίες στον Παπαδιαμάντη είναι μορφές του πάθους, του πένθους, της καρτερίας της χριστιανικής υπομονής. Η γραία τροφός κουβαλά τα πάθη του βίου. Αγιάζεται. Καθίσταται μορφή ιερή, μέσα στον πόνο και τις δοκιμασίες του κόσμου τούτου.
Είναι ακόμα η γυναίκα χήρα, που βιώνει το θάνατο, την ερημιά, τη μοναξιά, την οδύνη.
Μαζί με όλον αυτό τον πληθυσμό είναι η κόρη που αναμένει τον έρωτα, το γάμο, την επιστροφή του αγαπημένου που λείπει, τον αδελφό. Είναι όλες οι κόρες που συμβιβάζονται στον έρωτα. Είναι ο γάμος χωρίς έρωτα.
Ο Παπαδιαμάντης παρόλο που ασχολείται με τα κοινωνικά δρώμενα δεν είναι κοινωνικός αλλά απόμακρος. "Κανένας άνθρωπος -λέει ο Σ. Μελάς στο άρθρο του "Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ένα σκίτσο"- πνευματικός ή μη, στη νεότερη Ελλάδα, δεν έδειξε τόση περιφρόνηση προς κάθε κοινωνική προαγωγή, κάθε διάκριση, κάθε αριβισμό, όσο ο Παπαδιαμάντης.
Ο Παπαδιαμάντης λοιπόν, αποφεύγει τη ζωή, γίνεται απόκοσμος -το μαρτυρεί εξάλλου η πάντα λερή εμφάνισή του- και προσπαθεί την ηρεμία της ψυχής του να τη ζητήσει μέσα σ' ένα κόσμο αγαθό, τον κόσμο των παιδικών του αναμνήσεων.
Ο Π. Νιρβάνας (σε κείμενό του, στο 15/νθήμερο μυτιληναϊκό περιοδικό Χρυσαυγή, στις 15.10.1910 μεταξύ άλλων) περιγράφει τα μέρη όπου σύχναζε:
"Και έπειτα τον είδα ακόμη, τον είδα εις γωνίας σκοτεινάς ρυπαρών καφενείων, αριστοκράτην ρακένδυτον, περιμένοντα με αγωνίαν το καλαμάρι και την πέναν, που του είχε αρπάσει ο πρώτος τυχών από τους θαμώνας δια να γράψη μίαν χυδαίαν επιστολήν.
Παρόμοια, επιβεβαιώνει ο βιογράφος του I. Ζερβός:
«Τα διηγήματά του έγραφεν όπου ετύχαινεν. Εις το καφενείον του Τσούτη της συνοικίας Ψυρρή εγράφησαν πολλά και άλλα εις το παντοπωλείον Καχριμάνη και άλλα εις τα δύο καπηλεία της Σκιάθου»
Το καφενείο, λοιπόν, το παραδοσιακό και το καπηλειό, το υπόγειο οινομαγειρείο με τους βρόμικους τοίχους και τα πρόχειρα τραπέζια, όπου ο φτωχόκοσμος πήγαινε να πιει και να φάει, υπήρξε ο χώρος που ο συγγραφέας συνέθετε τις διηγήσεις του.
Είναι οι χώροι που ο Παπαδιαμάντης απομονωνόταν για να εμπνευσθεί ενώ συγχρόνως ζούσε μέσα στα κέντρα του γίγνεσθαι της κοινωνίας της εποχής του. Από τα γραπτά του λοιπόν, όρισε το καφενείο ή το καπηλειό, ως το μέρος που ο κόσμος πήγαινε να ψυχαγωγηθεί, να μαζευτεί, να κάνει τα αλισβερίσια του, να πάρει τις αποφάσεις του για την πολιτική, για τα προξενειά, για τα σπουδαία.
Ο Παπαδιαμάντης στα γραπτά του ασχολείται με όλα τα καίρια εθνικά, κοινωνικά, ατομικά, πνευματικά ζητήματα όπως: "Μετανάστευση, προίκα, τοκογλυφία, χαρτοπαιξία, ένδεια, στερήσεις, κρατική αναλγησία, πολιτική εξαθλίωση, μεγαλοϊδεατισμός, ξενομανία, ελλιπής παιδεία".
Η ματιά του είναι διεισδυτική, εντοπίζει τα κακώς κείμενα της κοινωνίας και πότε με σατιρική διάθεση, πότε με "ωμό" τρόπο λέει τα πράγματα με το όνομά τους.
Ομιλεί τη γλώσσα της αλήθειας με καυστικό τρόπο κερδίζοντας τον τίτλο του ανατόμου της λαϊκής ψυχής.
Αυτό το πέτυχε όχι μόνο εξαιτίας του χαρισματικού του ταλέντου αλλά και της βαθιάς συναίσθησης ότι το μεταφυσικό και υπαρξιακό περιεχόμενο της τέχνης και του λόγου οφείλουν να έχουν και να ασκούν, αβίαστα, έναν αποκαλυπτικό κοινωνικό ρόλο.
Ο κυρ - Αλέξανδρος χωρίς να είναι επαναστάτης, επαναστατεί όταν η κοινωνία γίνεται εχθρικός τόπος για τον άνθρωπο.
 Η καθαρεύουσα που χρησιμοποιεί, σπάνια γίνεται δυσνόητη, "γιατί διαπνέεται από τον κραδασμό και τη θέρμη του πλέον ευσυγκίνητου ανθρωπισμού". Σιγά-σιγά όμως απλοποιούσε τη γλώσσα, βάζοντας περισσότερα λαϊκά στοιχεία, και λίγο πριν το θάνατο του έγραψε και διηγήματα στη δημοτική γλώσσα. Τον διακρίνει ποιητικό ύφος και γόνιμη φαντασία. Σκορπάει στις σελίδες του το απόθεμα της θρησκευτικής του κατάνυξης, που τον συγκλόνισε από την παιδική του ηλικία. Δεν περιορίζεται στην περιγραφική γοητεία, αλλά εισχωρεί στο δράμα της ανθρώπινης ψυχής.  Εικόνες με λυρική έκρηξη, τρυφερότητα και ανθρωπισμό διατρέχουν τα διηγήματα του.
Εκτός από τα διηγήματα και τις νουβέλες έγραψε και ποιήματα θρησκευτικής έμπνευσης, που εξυμνούν  την Παναγία.
Να ένα από τα πιο γνωστά:
Στὴν Παναγίτσα στὸ Πυργί

Ἅφες μοι ἵνα ἀναψύξω πρὸ τοῦ μὲ ἀπελθεῖν
καὶ οὐκέτι οὐ μὴ ὑπάρξω.
Ψαλμὸς τοῦ Δαυίδ.

Χαίρετ᾿ ὁ Ἰωακεὶμ κι ἡ Ἄννα,
ποῦ γέννησαν χαριτωμένη κόρη
στὴν Παναγίτσα στὸ Πυργί!
Χαίρεται ὅλ᾿ ἡ ἔρημη ἀκρογιαλιὰ
κι ὁ βράχος κι ὁ γκρεμὸς ἀντίκρυ τοῦ πελάγους,
ποὺ τὸν χτυποῦν ἄγρια τὰ κύματα,
χαίρεται ἀπ᾿ τὴν ἐκκλησίτσα,
ποὺ μοσχοβολᾷ πάνω στὴ ράχη.
Πολλά επίσης είναι αφιερωμένα στη μητέρα του:
"Μάννα μου, εγώ 'μαι τ' άμοιρο, το σκοτεινό τρυγόνι
οπού το δέρνει ο άνεμος, βροχή που το πληγώνει.
Το δόλιο! όπου κι αν στραφεί κι απ' όπου κι αν περάσει,
δε βρίσκει πέτρα να σταθεί, κλωνάρι να πλαγιάσει.

Εγώ βαρκούλα μοναχή, βαρκούλ' αποδαρμένη
μέσα σε πέλαγο ανοιχτό, σε θάλασσ' αφρισμένη,
παλαίβω με τα κύματα χωρίς πανί, τιμόνι
κι άλλη δεν έχω άγκυρα πλην την ευχή σου μόνη.

Στην αγκαλιά σου τη γλυκιά, μανούλα μου, ν' αράξω
μες στο βαθύ το πέλαγο αυτό πριχού βουλιάξω.

Μανούλα μου, ήθελα να πάω, να φύγω, να μισέψω
του ριζικού μου από μακριά τη θύρα ν' αγναντέψω.
Στο θλιβερό βασίλειο της Μοίρας να πατήσω
κι εκεί να βρω τη μοίρα μου και να την ερωτήσω.

Να της ειπώ: είναι πολλά, σκληρά τα βασανά μου,
ωσάν το δίχτυ που σφαλνά θάλασσα, φύκια κι άμμο
είναι κι η τύχη μου σκληρή, σαν την ψυχή τη μαύρη
π' αρνήθηκε την Παναγιά κι οπόλεος δεν θαύρει.

Κι εκείνη μ΄αποκρίθηκε κι εκείνη απελογήθη:
"Ήτον ανήλιαστη, άτυχε, η μέρα που γεννήθης
άλλοι επήραν τον ανθό και συ τη ρίζα πήρες
όντας σε έπλασ' ο Θεός δεν είχε άλλες μοίρες".

 Κι όμως, ο Παπαδιαμάντης που ήταν υπερήφανος για το διηγηματικό του έργο, του οποίου γνώριζε την πραγματική αξία, δεν θεώρησε ποτέ του ότι ήταν και ποιητής, αν και η ποιητική πνοή αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό και του πεζού του λόγου. «Γι' αυτόν η ποίηση υπήρξε ένα μυστικό σάλεμα της βασανισμένης του μυστικοπάθειας, χωρίς να ενδιαφέρεται για ρίμες και στολίδια κι έτσι πέτυχε μια λιτότητα ελεύθερου στίχου, που αρκετά χρόνια αργότερα έγινε, σχεδόν, μόνιμο μοτίβο της νεοελληνικής ποίησης. Αν η πεζογραφία του έχει τη δυνατότητα να αντικειμενοποιεί και τα προσωπικά του βιώματα, η ποίηση του αντίθετα, δεν εκφράζει παρά την προσωπική του εξομολόγηση».




Πηγές
·         www.deyteros.gr

·         "Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: αυτοβιογραφούμενος", Επιμέλεια Μουλλάς Παναγιώτης, Εκδ.Εστία, 1999
·         Θέμελης Γιώργος, "Ο Παπαδιαμάντης καί ο κόσμος του", Εκδ.Διάττων, 1991,
·         ομιλία του Ευθυμίου Κουφογιάννη στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Τρικαίων, 4/12/2001)
·         wikipedia


Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2010

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ


Ο  Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γεννήθηκε στη Σκιάθο το 1851. Γιος παπά, μεγάλωσε ανάμεσα σε εννιά παιδιά (τα δυο πέθαναν μικρά) με το φόβο του Θεού και εξοικειώθηκε νωρίς με τα εκκλησιαστικά πράγματα, τη θρησκευτική ατμόσφαιρα, τις λειτουργίες, τα ξωκλήσια και την ήσυχη ζωή του νησιώτικου περίγυρου. Όλα αυτά του διαμόρφωσαν μια χριστιανοπρεπή ιδιοσυγκρασία, που τη διατήρησε με πείσμα ως το τέλος της ζωής του.
Τα πρώτο γράμματα τα έμαθε στο νησί του, εσωτερικός στη μονή του Ευαγγελισμού. Επί οχτώ μήνες έζησε ως καλόγερος στο «Άγιο Όρος». Φοίτησε στο Γυμνάσιο στη Χαλκίδα, τον Πειραιά και το τελείωσε στο Βαρβάκειο της Αθήνας. Πάντα φτωχός άρχισε απο μαθητής να κερδίζει το ψωμί του με παραδόσεις και προγυμνάσεις μαθητών. Στη συνέχεια γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου, την οποία, με όλες τις προσπάθειες που έκαμε, δεν την τελείωσε, γιατί η φτώχεια, η ανέχεια και η επισφαλής υγεία του, του στάθηκαν ανυπέρβλητα εμπόδια. Το ότι δεν πήρε το δίπλωμα του έγινε καημός και μαράζι του πατέρα του, πού τον περίμενε να γυρίσει καθηγητής στο νησί και να βοηθήσει τις τέσσερεις αδελφές του, πού τελικά οι τρεις έμειναν ανύπαντρες και αυτές του παραστάθηκαν με μεγάλη αφοσίωση, σε όλες τις δύσκολες στιγμές και στις αρρώστιες του, όταν πικραμένος και απογοητευμένος από τη ζωή της Αθήνας, έφευγε και κρυβόταν στην ησυχία και μοναξιά του  όμορφου νησιού του. Μα οι οικονομικές του ανάγκες ήταν πολλές και σύντομα αναγκαζόταν ν' αφήσει την ήσυχη γωνιά του και να ξανάρθει στην Αθήνα.
Από τη στιγμή που γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο άρχισε να δημοσιογραφεί και να κάνει μεταφράσεις από τα Γαλλικά και Αγγλικά, που είχε μάθει σε βάθος και που λίγοι τα γνώριζαν τόσο καλά στην εποχή του. Οι απολαβές του όμως ήταν πενιχρές και αναγκαζόταν να ζει σε φτωχικά δωμάτια, όντας πάντα ολιγαρκής και λιτοδίαιτος. Η θέση του καλυτέρεψε κάπως, όταν γνωρίστηκε με τον αλησμόνητο και προοδευτικό δημοσιογράφο Βλάση Γαβριηλίδη, που ίδρυσε την περίφημη για την εποχή της εφημερίδα «Ακρόπολη». Η ζωή του όμως δεν άλλαξε. Αν και η αμοιβή του από την εργασία του στην «Ακρόπολη» ήταν υπέρογκη (έπαιρνε 200 και 250 δρχ. το μήνα) και αρκετά από συνεργασίες του σε άλλες εφημερίδες και περιοδικά, που ήταν περιζήτητες, η οικονομική του κατάσταση στάθηκε για πάντα η αδύνατη πλευρά του. Γιατί  ήταν σπάταλος, κακοδιοίκητος, ανοργάνωτος. Όταν έπαιρνε το μισθό του,  πλήρωνε τα χρέη του στην ταβέρνα του Κεχριμάνη, (που έτρωγε είκοσι εφτά ολόκληρα χρόνια) έδινε το νοίκι,  έστελνε στη Σκιάθο, μοίραζε στους φτωχούς,  σπαταλούσε σαν άρχοντας  χωρίς υπολογισμό, χωρίς τη  σκέψη της αυριανής μέρας. Κι έτσι έμενε, όπως πριν, απένταρος, στενοχωρημένος, χωρίς να μπορέσει να πάρει ένα μαντίλι, ένα πουκάμισο, να κάνει μια φορεσιά ρούχα, πού τόσο είχε ανάγκη.. Δεν ήταν άξιος να περιποιηθεί τον εαυτό του, η ανεμελιά του δεν έχει όρια, και συνοδευμένη από κάποια φυσική ραθυμία και νωθρότητα, με μια πλέρια αδιαφορία για τα βιοτικά, τον  κρατούσε σε μια αξιολύπητη αθλιότητα. Άπλυτος, απεριποίητος, σχεδόν κουρελής, δεν  νοιαζόταν  για τίποτα. Ενώ μπορούσε να ζει με αξιοπρέπεια γιατί  ήταν λιτότατος και ασκητικός, σκορπούσε τα λεφτά του, και μόνο κάθε πρωτομηνιά είχε χρήματα στην τσέπη του, «Κατ' εκείνην την ήμερα συνέβη να είμαι πλούσιος..» γράφει κάπου. Η βασανισμένη αυτή ζωή, η εντατική εργασία, το ξενύχτι και προπάντων το ποτό που σιγά-σιγά του έγινε πάθος, το τσιγάρο και η καθημερινή υπερβολική κούραση του κατάστρεψαν την υγεία και τον έφεραν πρόωρα στο θάνατο.
Μα και γενικά στη ζωή του ήταν απλησίαστη. Του άρεσε η μοναξιά και η απομόνωση. Δεν έπιανε εύκολα φιλίες, και ήταν πάντα επιφυλακτικός, κλεισμένος στον εαυτό του. Ελάχιστοι ήταν οι φίλοι του, όπως ο Γιάννης Βλαχογιάννης, ο Μαλακάσης , ο Π. Νιρβάνας.Ακόμα και προς τον Βλάση Γαβριηλίδη, που του στάθηκε ως πατέρας, και τον ενθάρρυνε και τον βοηθούσε πάντα, σε κάθε δύσκολη στιγμή του, δεν του έδειξε την αγάπη που ίσως θα έπρεπε. Του άρεσε να ζει στον κλειστό εσωτερικό του κόσμο και να ζητεί την πνευματική ανακούφιση, ζωγραφίζοντας τις αναμνήσεις του στα ποιήματα του και τον ποιητικότατο πεζό του λόγο στα διάφορα διηγήματα του, που τα περισσότερα ξαναζωντανεύουν τους παλιούς θρύλους του πανέμορφου νησιού του.
Οι φίλοι του Μ. Μαλακάσης, Νώντας Δεληγιώργης, Π. Νιρβάνας, Δ. Κακλαμάνος. Άρ. Προβελέγγιος κ.α, οργανώνουν μια γιορτή στον «Παρνασσό» το 1908, για τα λογοτεχνικά εικοσιπεντάχρονά του και σύγχρονο του μαζεύουν ένα ποσό για να τον βγάλουν από το οικονομικό αδιέξοδο. Και πράγματι ο Παπαδιαμάντης πληρώνει τα χρέη του, αγοράζει για πρώτη φορά καινούρια ρούχα κι ετοιμάζεται να γυρίσει στο νησί του. Μάταια ο Νιρβάνας (γιατρός ο ίδιος) προσπαθεί να τον βάλει στο νοσοκομείο.
 Στα τέλη του Μάρτη 1908 φεύγει για το νησί του, για να μην ξαναγυρίσει στον τόπο της καταδίκης και του μαρτυρίου του. στην πόλη ".. της δουλοπαροικίας και των πλουτοκρατών.." όπως έγραψε. Στο αποχαιρετιστήριο φιλικό φαγοπότι τραγούδησε μας λέει ένα χρονικό, πολύ παθητικά (για πρώτη φορά) σαν να 'θελε ν' αφήσει τον τελευταίο χαιρετισμό στους αγαπημένους φίλους και στη ζωή. Ήταν το κύκνειο τραγούδι του! Στο νησί του εξακολουθεί να κάνει τις μεταφράσεις που του έστελνε ό Βλαχογιάννης, για να έχει κάποιον πόρο ζωής, μα ύστερα  από λίγο τα χέρια του πρήστηκαν και του είναι δύσκολο να γράφει. Έχει όμως ξαναβρεί τον εαυτό του, χαίρεται το αγαθό της ψυχικής γαλήνης και μοναξιάς και ανακουφίζει τον πόνο του. Σηκωνόταν πολύ πρωί, έφερνε μια βόλτα στην ακρογιαλιά κι υστέρα έμπαινε στην εκκλησία. Πολλές φορές οδοιπορούσε μόνος του τη νύχτα με φεγγάρι, δίχως να λογαριάζει το δρόμο, τις ανηφοριές, και την κούραση. Ρεμβάζει κι αναπολεί  στα ψηλώματα. Εδώ στο νησί του, η ψυχή του φτερουγίζει στις κορυφές  της ασίγαστης καλλιτεχνικής του δημιουργίας. Γίνεται ένα με τους ταπεινούς ανθρώπους του νησιού, ακούει με θαυμασμό παιδιού τις διηγήσεις τους και με τον ίδιο θαυμασμό γυρίζει στα ξωκλήσια και στα πανηγύρια, αποζητώντας τη λύτρωση της θρησκευτικής γαλήνης. Μαζεύει τα ιστορικά του νησιού, τα παλιά χρονικά και συνθέτει τα τελευταία του διηγήματα, του δειλινού της ζωής του, τα πιο μεστά και πιο ολοκληρωμένα. Ύστερα από μια επιδείνωση της υγείας του ο Παπαδιαμάντης το Γενάρη του 1911 πέθανε...  
Έζησε μια ζωή γεμάτη αγωνίες και στερήσεις, όπως ακριβώς οι ήρωές του. Πέθανε από γρίπη - λίγο πριν πεθάνει από πείνα, όπως ειπώθηκε χαρακτηριστικά - στο τελευταίο του ταξίδι στην πατρίδα του.. Η κηδεία του έγινε μέσα στα δάκρυα και στο ανυπόκριτο πένθος όλων των απλών ανθρώπων του νησιού.
Κάπως έτσι έζησε ο Παπαδιαμάντης μακριά από τους λογίους, τους δημοσιογράφους, μακριά από την ψεύτικη κοινωνία της εποχής του, ζήτησε στα  ξωκλησάκια, στους απλούς ανθρώπους του λαού, στην αγνή φύση, στη μοναξιά και τη σιωπή, στην ψυχική και πνευματική απομόνωση, να απαλύνει την απαισιοδοξία του για τη ζωή, για το «μάταιον, το συνθηματικόν και αγοραίον πάσης ανθρωπινής αξίας».


Ένα απο τα μελοποιημένα ποιήματα του Αλ Παπαδιαμάντη , τραγουδισμένο απο τον Σωκράτη Μάλαμα, μπορείτε να ακούσετε πατώντας εδώ

Δευτέρα, 19 Ιουλίου 2010

Η ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΑΓΚΑΛΙΑ


Διηγήματα για το Βύρωνα
Μια συλλογή διηγημάτων για το Δήμο του Βύρωνα γραμμένα από  συγγραφείς και ποιητές  που ζουν ή έζησαν στο Βύρωνα. Διηγήματα  για τη γειτονιά τους που χαράχτηκε στις παιδικές και εφηβικές αναμνήσεις τους…
Η δημιουργία της συλλογής ήταν μια ιδέα του Ηλία Κατσούλη, του εξαιρετικού φιλολόγου και εμπνευσμένου  στιχουργού ,του συνδημότη μας που έφυγε βιαστικά από κοντά μας τον Αύγουστο του 2008.  Ο ίδιος δεν πρόλαβε να γράψει το δικό του διήγημα αλλά  η συλλογή είναι αφιερωμένη στη μνήμη του.
Ο δήμαρχος  Βύρωνα Ν.Χαρδαλιάς υποστήριξε  και προλόγισε  την έκδοση της συλλογής αυτής ,από τις εκδόσεις Θαλασσί και για λογαριασμό του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Βύρωνα.
Ο Κώστας Καλημέρης, ο Θεόδωρος Καρζής, ο Βασίλης Κολοβός, η Σοφία Ντούρου ,ο Πάνος Τριγάζης ,ο Ξενοφώντας Φιλέρης, η Πασχαλία Τραυλού,η Σύσση Καπλάνη και ο Θανάσης  Μπαλοδήμας ανταποκρίθηκαν στην πρό(σ)κληση και  στόλισαν με την έμπνευση και τις μνήμες τους αυτή την εξαιρετική συλλογή.
Ας μου επιτραπεί μια ιδιαίτερη  μνεία στο έργο του Θανάση Μπαλοδήμα, δημοσιογράφου  στην εφημερίδα Ριζοσπάστης και συγγραφέα τριών  εξαιρετικών μυθιστορημάτων:
 Χρυσάνθεμα στο μπαλκόνι (εκδόσεις Περίπλους),
Εκ των πραγμάτων  ( σε συνεργασία με την Τιτίνα Δανέλλη),
  Συμπτωματικές οι ομοιότητες ( εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή ) .

Το διήγημά του «Το κορίτσι της γειτονιάς μου» είναι η πρώτη του απόπειρα στη διηγηματογραφία .


ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΑΝ ΟΛΟΙ ΟΙ ΒΥΡΩΝΙΩΤΕΣ ΦΥΣΙΚΑ! ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΛΟΠΟΥΛΑ ΣΤΟΝ ΥΜΗΤΤΟ 

Πέμπτη, 15 Ιουλίου 2010

ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ Γ.ΒΙΖΥΗΝΟΥ



Το τραγικό τέλος ενός μεγάλου λογοτέχνη στο “Δρομοκαΐτειο Φρενοκομείο” το 1896

-Δημοσιογράφος περιγράφει πώς είδε τον Γ. Βιζυηνό πριν πεθάνει

Τις παραμονές των Χριστουγέννων του 1895 ένας δημοσιογράφος επισκέφθηκε στο «Δρομοκαϊτειον Φρενοκομείον» τον μεγάλο λογοτέχνη Γεώργιο Βιζυηνό, ξεχασμένο από όλους, όπως είναι σήμερα παρόμοιοί του «παρκαρισμένοι» σε ιδρύματα- ψυχιατρεία- ή ηλικιωμένοι σε γηροκομεία. Ο δημοσιογράφος επισκέφθηκε τον Βιζυηνό για να του δώσει λίγη χαρά, στοργή, ζεστασιά όπως προσδοκούν οι δύσμοιροι τούτοι συνάνθρωποί μας τέτοιες μέρες…
«Ερράγησεν η ψυχή μου και δάκρυα επλημμύρρησαν τους οφθαλμούς μου μόλις είδον εις μίαν γωνίαν, εξηπλωμένον επι κλιντήρος ( σημ. συντ. πολυθρόνας ) και ατενώς προσβλέποντα εις το κενόν με μίαν αφατον μελαγχολίαν διαχεομένην επι του προσώπου τον Γεώργιον Βιζυηνόν».
Έτσι άρχισε ο δημοσιογράφος το ρεπορτάζ του. Σε λίγες γραμμές εδωσε την σκληρή εικόνα της κατάστασης που βρισκόταν ο μεγάλος εκείνος λογοτέχνης που πέρασε τα τελευταία του χρόνια στο «Δρομοκαϊτειον Φρενοκομείον, εις εξοχικήν υγιειονοτάτην, έλαττον ώρας απέχουσα των Αθηνών, κείται ως γνωστόν επί της αμαξωτής οδού Ελευσίνος, πλησίον του Δαφνίου και λειτουργεί ανελλιπώς απο της 1ης Οκτωβρίου 1889». Είναι το ίδρυμα που έφτιαξε ο Χιώτης μεγαλέμπορος Ζωρζής Δρομοκαϊτης και στο οποίο «φιλοξενήθηκαν» προσωπικότητες όπως ο Μιχαήλ Μητσάκης, ο Άριστος Καμπάνης, ο Γεράσιμος Βώκος και πολλοί άλλοι.
Δεν είναι τίποτα καινούργιο, όταν έρχεται η τρέλα στον άνθρωπο. Είναι η συνηθισμένη του κατάσταση, χωρίς τον έλεγχο… Ο τρελλός είναι ο ίδιος, ο φρόνιμος, που παύει να κρύβεται… Ο Βιζυηνός, όταν το δρολάπι της αρρώστειας είχε φαρμακώσει το αίμα του και τσακίσει τα τελευταία φράγματα του ελέγχου, άφησε ακούσια την ψυχή του να παραδοθεί ανεμπόδιστα στο παραλήρημά της…

Ο άτυχος έρωτας
Καθηγητής της ρυθμικής και δραματολογίας στα 40 του το 1890, ερωτεύεται τη 16χρονη μαθήτριά του Μπετίνα Φραβασίλη, «το ξανθό και γαλανό και ουράνιο φώς του». Ο άτυχος αυτός έρωτας στάθηκε μοιραίος αφού τον οδήγησε στην ψυχασθένεια και στον εγκλεισμό του στο Δρομοκαϊτιο…
Ο Βιζυηνός, όταν έγινε δέκα χρόνων, οι γονείς του τον έδωσαν σε συγγενή τους ράφτη στην Κωνσταντινούπολη για να μάθει την τέχνη. Ο συγγενής πέθανε και ένας συντοπίτης του τον έστειλε στον συγγενή του μητροπολίτη Κύπρου. Έκανε τον ψάλτη, του φόρεσαν ράσο κι έμαθε γράμματα δουλεύοντας ως παιδονόμος.
Μια μέρα τον τσάκωσαν να κρεμιέται απο το παράθυρο της κάμαράς του μ’ ένα σχοινί και να ξενυχτάει κάτω απο το αντικρυνό σπίτι, οπου μια ξανθή μαυροματούσα κοπελίτσα τον είχε γοητεύσει . Τότε ο “γέροντάς” του τον έβαλε σαράντα μέρες αυστηρή νηστεία (ψωμί ξερό και νεράκι) και εκατόν πενήντα μετάνοιες την ημέρα. Απο το σχολειό της Κύπρου βρέθηκε στη Σχολή της Χάλκης με καθηγητή τον τυφλό ποιητή, τον σοφό Ηλία Τρανταλίδη. Από εκεί και έπειτα όλα εξελίχθηκαν ομαλά για τον ανήσυχο Γεώργιο Βιζυηνό. Οι τριγμοί στας φρένας εμφανίστηκαν αργότερα…

«Το Δρομοκαΐτειον Φρενοκομείον» όπως ήταν την εποχή του Βιζυηνού

Αλλά ας γυρίσουμε πίσω, στο Δρομοκαΐτειο και ας αφήσουμε τον δημοσιογράφο να συνεχίσει την περιγραφή του:
«Η φυσιογνωμία την οποίαν άλλοτε εγνωρίσαμεν, είναι ολίγον εξηντλημένη, το αυτό γένειον, η αυτή φαλάκρα. Το ζωηρόν των οφθαλμών απεξηράνθη και το πυρ των εσβέσθη μαζί με την δάδαν του νού. Εμειδίασε μόλις με είδε.
-Γνωστή φυσιογνωμία, παρετήρησεν, τείνων μοι συγχρόνως την χείρα. Ηθέλησα ευθύς εξ αρχής να τον προκαταλάβω, και αποσπάσω λογικήν τινα απάντησιν και δεν απέτυχον.
- Δεν ετυχε να μάθετε, οτι η “Εστία” δημοσιεύει τώρα τον “Μοσκώβ Σελήμ” σας ;
- “Η “Εστία” τον “Μοσκώβ Σελήμ” μου; Και εσιώπησεν επί τινας στιγμάς, ωσεί προσπαθών να θέση εις τάξιν τον λαβύρινθον της μνήμης του. Ναί, ναί, εχετε δίκαιον. Ετυχε μίαν απο αυτάς τας ημέρας να κρατή κάποιος εδώ πέρα το φύλλον της “Εστίας” και επειδή είδε το ονομά μου ήλθε και μου το εδειξεν. Αλήθεια, η “Εστία” έγινε καθημερινή ; Επαυσε το εύμορφον περιοδικόν της ; Όχι, του είπον, εκδίδεται όπως πριν κατά οκταήμερον, όταν είσθε συνεργάτης, τώρα ανέλαβε την διεύθυνσίν της ο Ξενόπουλος. “ Ο Γρηγόρης; Τον κακομοίρη! Θα του κάμω κι εγώ κανένα καλό ποίημα, όταν εβγω απ΄εδώ μέσα. Το ζήτημα είναι να πεισθή ο βασιλεύς οτι τα 700 εκείνα εκατομμύρια δεν θα τα δώσω εις τον Δηλιγιάννην…»
Οι σκηνές και οι εικόνες που περιγράφει ο δημοσιογράφος είναι συγκλονιστικές. Ο συγγραφέας των σπουδαιοτάτων έργων «το αμάρτημα της μητρός μου» και «ποίος ήταν ο φονεύς του αδελφού μου», μιλά ασυνάρτητα, αναφέρεται σε φανταστικές συναντήσεις του με τον Βασιλέα Γεώργιο τον Α΄ του υπόσχεται οτι δεν πρόκειται να δώσει τα εκατομμύρια που εχει στον πολιτικό αντίπαλο του Τρικούπη τον Δηλιγιάννη και απαγγέλει ένα ωραίο του ποίημα την “Μαργαρώ”, με τα κατάμαυρα μάτια του να σπινθηροβολούν και μετά να χάνουν την ζωντάνια τους, η διάνοιά του να θολούται και τα μάτια του να ξαναπαίρνουν την χαύνουσα έκφραση και να αρχίζει να γελά…
«Ηγέρθην να αναχωρήσω. “Μου κάμνετε την χάριν, είπε στρεφόμενος προς το μέρος μου, να προσφέρετε τους χαιρετισμούς μου, εις τον Παλαμάν και τον Δροσίνην…
-Υπάρχει καμία ελπίς ιατρέ, ήτο η πρώτη μου ερώτησις μόλις εξήλθομεν της αιθούσης.
“Δυστυχώς ουδεμία, ούδ’ η αμυδροτέρα ακτίς ελπίδος, Πάσχει εκ προϊούσης γενικής παραλύσεως και η νόσος του ευρίσκεται εις το τελευταίον της στάδιον…
Ο Γεώργιος Βιζυηνός, διαισθανόμενος το τέλος του ζήτησε παπά από τη Μονή Δαφνίου να τον μεταλάβει. Εγκατέλειψε τα εγκόσμια, αλλά τα κείμενα του παραμένουν αθάνατα.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα REAL NEWS (20-12-2009)
(Τηρήθηκε η ορθογραφία του άρθρου)

Ακολουθούν στίχοι που γράφτηκαν από τον Βιζυηνό στη διάρκεια του εγκλεισμού του

Μέσ' στα στήθια η συμφορά
σαν το κύμα πλημμυρά,
σέρνω το βαρύ μου βήμα
σ' ένα μνήμα !

Σαν μ' αρπάχθηκε η χαρά
που εχαιρόμουν μια φορά
έτσι σε μιαν ώρα. ....
μέσ' σ' αυτήν την χώρα
όλα άλλαξαν τώρα !

Κι' από τότε που θρηνώ
το ξανθό και γαλανό
και ουράνιο φως μου,
μετεβλήθη εντός μου
και ο ρυθμός του κόσμου.
Κάποια άλλη στιγμή γράφει αποκαλυπτικά:
«Εψές είδα στον ύπνο μου
Ένα βαθύ ποτάμι
Θεός να μη το κάνει
Να βγει αληθινό.
Στην όχθη του στεκόταν
Γνωστό μου παλληκάρι
Χλωμό σαν το φεγγάρι
Σαν νύχτα σιγανό»
( Να δούμε το «χλωμό παλληκάρι» σαν είδωλο του ποιητή;…)

Και στη πλάκα του τάφου του γραμμένοι οι στίχοι:
«Και μονάχ’ αντηχούνε στη μαύρη σιγή, τα πικρά, τα πικρά μου τραγούδια…»
Από το ποίημα «Παρομοίωσις

Αξίζει να σημειωθεί ότι το έργο του Βιζυηνού αναγνωρίστηκε μετά το θάνατό του.
Ακόμη και ο Κ. Παλαμάς ,διορατικός κριτικός της Λογοτεχνίας και συνεργάτης του στο περιοδικό Εστία, δεν μίλησε γι’ αυτόν παρά μετά τον εγκλεισμό του στο Ψυχιατρείο.
(Τελικά φαίνεται πως ο φόβος μπροστά στο καλό είναι πιο καταλυτικός από ό,τι ο φόβος μπροστά στο κακό…)